-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Παιδεία δεν είναι τα πτυχία μας




Παιδεία δεν είναι τα πτυχία μας
 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ - (είδος εν ανεπαρκεία)
 
Γράφει ο Γιώργος Κυριακόπουλος
συνταξιούχος Ιπτάμενος Φροντιστής Ο.Α
 
Δυστυχώς λόγω του ανεπαρκούς εκπαιδευτικού μας συστήματος -για να μην πούμε του σκοπίμως διαβρωμένου από τα γνωστά ημεδαπά και ξένα κέντρα εξουσίας- τα Ελληνόπουλα στερούνται  Κλασσικής  και  γενικώς  Παιδείας,  με αποτέλεσμα να αδυνατούν να πλατύνουν την διάνοιά τους, να οξύνουν την αντίληψη τους, να δυναμώσουν την αυτοπεποίθηση τους, να πραΰνουν και να ημερέψουν την ψυχή τους και να γιγαντώσουν το φρόνημα και την αυτογνωσία τους. 
 
Αυτό το λέμε γιατί  έχουμε  παρατηρήσει  ότι  οι  λαοί που έχουν βασίσει την παιδεία τους στην Αρχαία  Ελληνική  Σκέψη  προχώρησαν προς τον ορθολογισμό και αποκολλήθηκαν  από  τις  σκοταδιστικές  και  αναχρονιστικές αντιλήψεις και τα δόγματα.
 
Αντίθετα  το  Νεοελληνικό  γένος  και ιδιαίτερα το κομμάτι εκείνο που κατοικεί στην Ελλάδα, ζει ακόμη στο μισοσκόταδο, καθόσον η Ελλάδα δεν μπόρεσε να συμβαδίσει  με  την  Ευρωπαϊκή  Αναγέννηση, όντας  υπόδουλο  στον  Τούρκο  δυνάστη επί 400 περίπου χρόνια.
 
Θα  ήταν  παράληψη  αν  δεν  αναφερθώ στο Ιαπωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο, η πραγματική εκπαίδευση αρχίζει από την Τετάρτη Δημοτικού. Τα προηγούμενα χρόνια διδάσκεται Παιδεία,  δηλαδή,  πώς  να  συμπεριφέρονται,  πώς  να  σέβονται  τους  ανθρώπους, πώς να διατηρούν καθαρό και να σέβονται  το  Περιβάλλον,  πώς  να  έχουν  τάξη στα πράγματά τους και λοιπά συναφή.
 
Από το facebook, διάβασα ένα κείμενο που το υπογράφει η κ. Βιργινία Μακρή, σχετικά με  την  Παιδεία  και  σας  το  παρουσιάζω, αυτούσιο.
 
«Παιδεία δεν είναι τα πτυχία μας, αλλά η αισθητική μας. Ο τρόπος με τον οποίο συνομιλούμε,  φλερτάρουμε,  περπατάμε στο  δρόμο,  κρατάμε  την  πόρτα  να  περάσει ο άγνωστος στο ασανσέρ. Παιδεία είναι οι λέξεις μας, η διακριτικότητα μας, η ελευθερία μας, τα όρια της ελευθερίας μας,  η  μουσική  που  ακούμε,  η  γλώσσα του  σώματός  μας,  το  πόσο  αγαπάμε  να μαθαίνουμε,  να  αλλάζουμε,  να  διαβάζουμε σαν να είμαστε κάθε φορά άγραφα χαρτιά. 
 
Παιδεία είναι η ταπεινότητα αλλά και η επίμονη στις αξίες μας, το ότι δεν είμαστε προς πώληση, το ότι σεβόμαστε τον άνθρωπο, το παιδί του άλλου, την κυρία που καθαρίζει το γραφείο μας, τον κύριο που καθαρίζει το πάρκο στο οποίο βγάζουμε  βόλτα  το  σκύλο  μας,  την  κοπέλα στο ταμείο. 
 
Παιδεία είναι η μεγαλοψυχία μας,  το  να  ποτίσουμε  μια  άγνωστη  γλάστρα,  το  να  φροντίζουμε  την  πίσω  όψη του σπιτιού μας. Παιδεία είναι το να προστατεύουν τα χέρια μας τον αδύναμο, να τα βάζουνε με το θηρίο. 
 
Παιδεία είναι το πόσο μπορούμε να έρθουμε απέναντι στο σύστημα και στους συστημικούς. Παιδεία είναι η γενναιότητα και η ευθύνη. Παιδεία είναι το να διαλέγεις τον δύσκολο δρόμο της αξιοπρέπειας, της μοναξιάς και συνάμα να καίγεται το μέσα σου για το κοινό καλό, για το ωραίο και τη σωτηρία του". 
 
Παιδεία είναι να πρωτοστατεί στην σκέψη σου Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ να είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση.
 


Αυτά δημοσίευσε η κ. Βιργινία Μακρή, την οποία δεν έτυχε να γνωρίζω. Οτιδήποτε προσθέσω, εγώ, θα είναι πλεονασμός
 
Τα δικά μας φτερα τ. 175/2018

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής και ο επιμελής φοιτητής του






Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής και ο επιμελής φοιτητής του

 
Ερώτηση του καθηγητή Κρασά προς φοιτητή του στην Νομική Σχολή Αθηνών. «Τι απαιτείται για την σύσταση του γάμου;».
 
Στον παλιό καθηγητή του Πανεπιστημίου Αλκιβιάδη Κρασσά του άρεσε πολλές φορές ν' απευθύνει απρόοπτες ερωτήσεις στους εξεταζομένους φοιτητές.
 
Μια μέρα εξεταζόταν ένας φοιτητής «περί γάμου». Ο φοιτητής αυτός αφού απάντησε σε σειρά προφορικών ερωτήσεων του που φανέρωναν βαθιά γνώση του αντικειμένου στο οποίο εξεταζόταν έδωσε και σχετική απάντηση και το σχετικό ορισμό του νομομαθούς Μοδεστίνου για το γάμο.
 
Ο Κρασσάς όμως, εντυπωσιασμένος από τον φοιτητή του ήθελε να έχει αυτός τον τελευταίο λόγο και γι’ αυτό του έθεσε την εξής ερώτηση: 
 
—Όλα όσα μου είπατε κύριε ήταν πολύ σωστά τί άλλο ακόμη απαιτείται προς σύστασιν του γάμου; Ο φοιτητής δεν ήξερε τί άλλο να απάντηση αφού όλα όσα αναφέροντο στα βιβλία και όλα όσα είχε ακούσει στις παραδόσεις τα είχε ήδη αναφέρει και για αυτό κοίταξε τον καθηγητή του με απορία.
 
Ο Κρασσάς όμως ατάραχος επανέλαβε πιο απαιτητικά την ερώτηση του, σαν να ήθελε να τον βασανίσει.
 
—Δεν ακούσατε;    Σας ερώτησα τί απαιτείται ακόμη προς σύστασιν του γάμου, του φώναξε. Τσιμουδιά βέβαια ο φοιτητής... Τότε ο Κρασσας πρόσθεσε με αφέλεια:
 
—Μα η διαφορά. . .φύλου, αγαπητέ  μου!. .. 
 
Αυτό βέβαια συνέβηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1900 άλλες δηλαδή εποχές και άλλα ήθη.
 
Και για την ιστορία. Ο Αλκιβιάδης Κρασσάς  (1840-1912) ήταν Έλληνας διαπρεπής νομομαθής, συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου.
 
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1840 και ήταν από σημαντική οικογένεια. Έλαβε λεπτή και επιμελημένη ανατροφή. Σχολείο πήγε στην Αθήνα και ήταν άριστος μαθητής. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου και μετά από διετείς σπουδές μετέβη στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, όπου επιδόθηκε στη σπουδή του Ρωμαϊκού Δικαίου. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και επέστρεψε στην Αθήνα το 1862. Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου, και νεότατος έγινε υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο. Το 1867 διορίστηκε πρωτοδίκης στην Αθήνα, και μετά από δύο χρόνια αντιεισαγγελέας στο Εφετείο των Αθηνών. Το 1878 ορίστηκε έκτακτος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, και συνέχισε να εργάζεται σε αυτό έως το 1910, όταν παραιτήθηκε εξ αιτίας διαφωνίας που είχε με τη βασιλική οικογένεια. Ακόμη, κατά το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900 διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου.
 
Έγραψε σημαντικά νομικά έργα, το «Κληρονομικό Δίκαιο» και το «Οικογενειακό Δίκαιο», καθώς και το «Σύστημα Αστικού Δικαίου».
 
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 1912, έπειτα από χρόνια καρδιακή νόσο, όντας βραβευμένος με το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη.
 
Πηγές:
Ημερολόγιο Εθνικού Κήρυκα 1937
Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Τάκης Θεοδωρόπουλος: Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών



Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών


Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος

Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει; Η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει όχι από τις επιμειξίες ή τα αγγλικά των αεροδρομίων, την «κοινή» της εποχής της παγκοσμιοποίησης, αλλά από την περιφρόνηση με την οποία την αντιμετωπίζουμε εμείς οι ίδιοι. Ενα παιδί που μεγαλώνει στην Ελλάδα του 2015 έχει κάθε λόγο να αντιπαθεί τα ελληνικά. Τα ελληνικά, έτσι όπως τα καταντήσαμε, έχουν γίνει η γλώσσα της καθημερινής ασχήμιας, του καβγά, της επιθετικότητας, της κατεστημένης μαγκιάς. Τα περιφρονεί όταν τα ακούει στην τηλεόραση, κι όταν γράφει στο Διαδίκτυο αισθάνεται πως ακόμη και οι χαρακτήρες τους είναι εμπόδιο για την επικοινωνία.

Στο σχολείο, τα ελληνικά είναι η γλώσσα της παπαγαλίας και της αποστήθισης. Το παιδί ξέρει πως αν θέλει μια μέρα να καταφέρει να σκεφτεί κάτι παραπάνω ή να προχωρήσει στο επιστημονικό στάδιο πέρα από την παπαγαλία των πανελληνίων εξετάσεων, θα πρέπει να μάθει τουλάχιστον αγγλικά. Θα μου πείτε και τα αγγλικά που διδάσκονται στην ελληνική μέση εκπαίδευση είναι κατάλληλα μόνο για τα «γκαρσόνια της Ευρώπης», αν και τα γκαρσόνια στο Αμστερνταμ μιλούν άψογα αγγλικά. Η φυματική διδασκαλία των ξένων γλωσσών στο ελληνικό σχολείο είναι κι αυτή μέρος της αγλωσσίας, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ελληνική γλώσσα θα σωθεί εάν ξαναθυμηθούμε την καθαρεύουσα; Ελάτε τώρα. Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να υποστηρίζω ότι αν ο μέσος Ελληνας βουλευτής θα χρησιμοποιεί την τρίτη κλίση θα χάσει την πρωτογενή χοντροκοπιά της σκέψης του. Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι η απαξίωση της ελληνικής γλώσσας, ο πόλεμος εναντίον των ελληνικών, ξεκίνησε με την επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση ως μοναδικής εκδοχής της γλώσσας μας, θριάμβευσε με την ιστορική αμνησία που επέβαλε το μονοτονικό και ολοκληρώνεται τώρα με την ουσιαστική κατάργηση της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η νεοελληνική λογοτεχνία είναι το αποθεματικό κεφάλαιο της ελληνικής γλώσσας, καλώς ή κακώς είναι αυτή που είναι, και αν θέλουμε να πείσουμε το νέο παιδί πως τα ελληνικά μπορούν να παραγάγουν σκέψη, και μάλιστα σύγχρονη, μόνον μέσω της αγάπης για τη λογοτεχνία μπορούμε να το επιτύχουμε. Ο αποκλεισμός του νέου από την καθαρεύουσα σημαίνει και τον αποκλεισμό του από το σημαντικότερο ίσως κληροδότημα αυτού του κεφαλαίου. Μην ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί κοιμούνται με το λεξικό Μπαμπινιώτη στο προσκέφαλό τους, ένα λεξικό κανονιστικό, μιας γλώσσας που την έχουν κατασκευάσει ένας γλωσσολόγος και οι μαθητές του, όπου δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη λογοτεχνία που θα νομιμοποιούσε την εκδοχή της ερμηνείας των λέξεων. Προχειρότητα; Ή προκεχωρημένο φυλάκιο του πολέμου κατά των ελληνικών;

Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με την καθαρεύουσα. Ναι, γιατί πιστεύω ότι είναι σημαντικότερη η σωτηρία των ελληνικών από τις αποφάσεις του οποιουδήποτε που κάθισε σε υπουργική καρέκλα. Και είμαι και θα παραμείνω ορκισμένος ευρωπαϊστής όταν διαπιστώνω ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιμετωπίζει με περισσότερο σεβασμό το εκπαιδευτικό μας σύστημα από ό,τι εμείς, αφού είναι ο μόνος τομέας της δημόσιας ζωής στον οποίον δεν παρεμβαίνει.  
  
Αξίζει τα παιδιά να χάνουν ώρες για να διαβάζουν Βιζυηνό; Ναι, αξίζει. Έτσι για να μαθαίνουν ότι αυτός ο τόπος, αυτή η γλώσσα, έβγαλε πολιτισμό.  Αν έχουμε ένα τεκμήριο για να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε τα κωμικά ανδρείκελα της Ιστορίας μας, αυτό είναι η γλώσσα μας. Νόθα παιδιά του Κοραή; Έστω. Πάντως, παιδιά του και όχι αποπαίδια της τύχης που μας έριξε στα ρηχά της αγλωσσίας.
Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Νίκου Παπουτσόπουλου : Η «ελληνική» Παιδεία

   έργο του Τάσου Μισούρα



Η «ελληνική» Παιδεία
Οι Έλληνες απέφευγαν την καθυπόταξη του κόσμου με την υπεροχή των όπλων. Δημιούργησαν έναν μοναδικό πολιτισμό, ένα ακαταμάχητο όπλο, με το οποίο κατέκτησαν την αποδοχή και την εκτίμηση των λαών
 
Από τον Νίκο Παπουτσόπουλο
 
Η εύφορη κοιλάδα του ποταμού Γουραίου, ανατολικά της σημερινής Καμπούλ, είχε εντυπωσιάσει τους Μακεδόνες καθώς αντίκριζαν τους αμπελώνες στους γύρω λόφους και τις αμυγδαλιές, τις μικρές κωμοπόλεις στις πράσινες υπώρειες και, ψηλότερα, τα ποίμνια να βόσκουν αμέριμνα, οικείες εικόνες, όμοιες με εκείνες της πατρίδας. Ήταν και οι άρχοντες του τόπου, που έφτασαν πρόθυμοι να δηλώσουν υποταγή στον Αλέξανδρο και είπαν πως τη χώρα τους, τη Νύσα, είχε επισκεφθεί σε χρόνους αρχαίους ο Διόνυσος, πως ελληνική παιδεία έχουν και πως οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους εκείνου που τους δίδαξε τις τέχνες. 
 
Οι Έλληνες απέφευγαν την καθυπόταξη του κόσμου με μεθόδους αριθμητικής κατίσχυσης, πολυανδρίας των στρατιών ή την υπεροχή των όπλων. Δημιούργησαν έναν μοναδικό πολιτισμό, ένα ακαταμάχητο όπλο, με το οποίο κατέκτησαν την αποδοχή και την εκτίμηση των λαών. Διέρρηξαν τα ιδεολογικά στεγανά και υπέδειξαν νέες οδούς συμπεριφοράς, επικοινωνίας και ελεύθερης διακίνησης απόψεων και ιδεών με έναν θησαυρό λέξεων και εννοιών. Στη χώρα που γέννησε τη γλώσσα και την παιδεία, τους νόμους και τους θεσμούς και τη φιλοσοφία, που γέννησε το μέτρο για τον άνθρωπο, το «μεγάλο, το ωραίο και το αληθινό», ανάρμοστα ήσαν τα συμβατικά μέτρα και σταθμά. Οι πολιτισμικές εκστρατείες των Ελλήνων σημείωσαν λαμπρή και διαχρονική επιτυχία, επειδή στόχευαν στην ηθική ανύψωση του ανθρώπου και στην προετοιμασία της ψυχής προκειμένου να δεχτεί και να αφομοιώσει τη γνώση.
 
Η σύγχρονη εποχή, που προσφέρει αφειδώς τα πολύτιμα αγαθά της τεχνολογικής εξέλιξης, αντί να προάγει τα συστήματα από τα οποία άμεσα εξαρτάται η πνευματική και βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου, οδηγεί σε αποκλεισμούς και τραγικά αδιέξοδα. Η δίνη του ερμαφρόδιτου συστήματος διακυβέρνησης εξαντλεί και εξουθενώνει τις κραυγές αγωνίας για τον επαναπροσδιορισμό των αξιακών προτύπων, ενώ τα αλλεπάλληλα κύματα των παράλογων οικονομικών μέτρων οδηγoύν τους αστούς στη φτωχοποίηση, στην κοινωνική περιθωριοποίηση, στην εξαχρείωση τις πιο ευάλωτες τάξεις των πολιτών, στη μετοικεσία τους ακόμη εύρωστους επιχειρηματίες, στη μετανάστευση τα νεότερα και δυναμικά μέλη μιας κοινωνίας, που ματαίως προσπαθεί πλέον να αποκρύψει το βαθύτατα ανθρωπιστικό προσωπείο της.
 
Ο κριτικός του καπιταλισμού και στοχαστής Τζον Μέιναρντ Κέινς ήδη στα 1931 είχε υποστηρίξει πως πλησιάζει σύντομα η ημέρα εκείνη που το οικονομικό πρόβλημα θα κατέχει τη θέση που του αρμόζει, την τελευταία δηλαδή, ενώ στο πεδίο των ιδεών και των συναισθημάτων θα πρυτανεύουν και πάλι οι πανανθρώπινες αξίες.
 
Άμεσο απόρρευμα της αναισθητοποίησης του πολίτη, η περιφρόνηση της ουσιαστικής παιδείας και η απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών, αφού η επαγγελματική εκπαίδευση αποδεικνύεται πλέον το μοναδικό «κλειδί» για την ανεύρεση και την κατοχύρωση εργασίας, σύμφωνα άλλωστε με τις έρευνες της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
«Σήμερα η ελληνική παιδεία δεν προσφέρει ούτε επαγγελματική ούτε ανθρωπιστική μόρφωση» είχε υπογραμμίσει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. «Η παιδεία η ελληνική νοσεί βαθύτατα. Και νοσεί πρώτα διότι οι λειτουργοί της δεν πιστεύουν πια στο λειτούργημά τους. Έχουν γίνει ωμοί επαγγελματίες οι ίδιοι. Πώς, λοιπόν, αυτοί οι επαγγελματίες που προσφέρουν τον εαυτό τους ως παράδειγμα στα παιδιά να τους εμπνεύσουν οιοδήποτε ιδανικό;» Ο ίδιος είχε προτρέψει επίσης «να γραφεί η ιστορία της νεότερης Ελλάδος σαν ιστορία μιας αλυσίδας χαμένων ευκαιριών. Θα ήταν πιο διδακτική από την ιστορία μιας αλυσίδας επιτυχιών και θα αμνήστευε τα λάθη της πρώτης».
 
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε τη βάση της υψηλής παιδείας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και οι ελληνόφωνες κοινότητες μετέφεραν τον ελληνικό πολιτισμό από «τας νήσους του Αιγαίου και του Μυρτώου πελάγους, την Κρήτην και τα παράλια της Μικράς Ασίας από Τροίας μέχρι Λυκίας, την Παμφυλίαν και την Κύπρον, εις τας αποικίας της Ιλλυρίας και εις Θρακικήν, από την Προποντίδα και τον Εύξεινον μέχρι Φάσιος και την Αζοφικήν μέχρι Ταναΐδος, την Κυρηναϊκήν και Ναυκράτιδα, την Σικελίαν Μεσημβρινήν και Μέσην Ιταλίαν και την Μεσημβρινήν Γαλλίαν».
 
Οι σύγχρονοι Έλληνες, αντί να στηρίξουν και να ανατροφοδοτήσουν τις ελληνόφωνες κοινότητες του κόσμου, προτίμησαν τη συρρίκνωση στα περιορισμένα γεωγραφικά όρια και την καταμέτρηση των πνευματικών και υλικών ερειπίων του ευκλεούς παρελθόντος. Μετέωρο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, το ελληνικό γένος ανέκτησε την πολυπόθητη ελευθερία, ωστόσο με όρους και φραγμούς, που απέκλεισαν την αυτοδεσποτεία του και εμπόδισαν τη συνέχιση του πνευματικού βίου του. Προστάτιδες δυνάμεις, αλλότριοι θεσμοί, και θλιβεροί μισιονάριοι εξοβέλισαν βίαια τις σταθερές αξίες του εγχώριου πολιτισμού και χειραγώγησαν την ελληνική παιδεία, σύμφωνα με τα νέα ιδεολογήματα και τις απαιτήσεις ενός δήθεν εκσυγχρονισμού.
 
«Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθή με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνη προστάτις των πατρίων, και όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μη περιφρονή αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μη χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια. Είναι της εσχάτης εθνικής αφιλοτιμίας να έχωμεν κειμήλια, και να μη φροντίζωμεν να τα διατηρήσωμεν», συνιστούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «διδάσκοντας την αποτίμηση της αρχαίας Ελλάδος διαμέσου του Βυζαντίου και πιστοποιώντας την τυφλότητα των κεχνηκότων και θαμπωμένων από τα εσπέρια φώτα», όπως σημειώνει ο Δ. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.
 
Ένα έθνος επιβιώνει κάτω από τις πλέον αντίξοες και δυσχερείς συνθήκες καταδυνάστευσης, χαλεπές κατοχικές περιστάσεις εξαθλίωσης και αιχμαλωσίας, εξανδραποδισμού ακόμη και γενοκτονίας, αρκεί να διατηρήσει ακέραια τα παραδοσιακά του ερείσματα, την πολιτισμική του υπόσταση, τη θρησκεία, τα ήθη και τη συνείδηση, τη γλώσσα και, ασφαλώς, την παιδεία: «την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται/ εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατευμένοι/ με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους./ Το μόνο που τους έμενε προγονικό/ ήταν μιά ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,/ με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους./ Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής/ τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,/ και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,/ που μόλις πιά τα καταλάμβαναν ολίγοι./ Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους./ Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες -/ Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί/ και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,/ να ζούν και να ομιλούν βαρβαρικά/ βγαλμένοι -ώ συμφορά!- απ’ τον Ελληνισμό» (Κ. Π. Καβάφης).
 

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

KEVIN DICKINSON : Το αδιάβαστο βιβλίο





Το αδιάβαστο βιβλίο


Η αξία της κατοχής περισσότερων βιβλίων από ό, τι μπορείτε να διαβάσετε ή πώς έμαθα να σταματήσω να ανησυχώ και να αγαπώ το tsundoku μου.

Γράφει ο KEVIN DICKINSON


Πολλοί αναγνώστες αγοράζουν βιβλία με κάθε πρόθεση για να τα διαβάσουν ή μόνο για να τα αφήσουν να παραμείνουν στο ράφι της βιβλιοθήκης τους
Ο στατιστικολόγος Nassim Nicholas Taleb πιστεύει ότι το να περιβάλλουμε τους εαυτούς μας με αδιάβαστα βιβλία εμπλουτίζει τη ζωή μας, καθώς  αυτά μας υπενθυμίζουν όλα όσα δεν γνωρίζουμε.
Οι Ιάπωνες ονομάζουν αυτή την πρακτική tsundoku και θεωρούν ότι μπορεί να παράσχει μακροχρόνια οφέλη.
Λατρεύω τα βιβλία. Αν πάω στο βιβλιοπωλείο για να ελέγξω μια τιμή, βγαίνω έξω με τρία βιβλία που πιθανότατα δεν ήξερα ότι υπήρχαν προηγουμένως. Αγοράζω βιβλία από δεύτερο χέρι από την τσάντα στο μπαζαρ πωλήσεων των φίλων της βιβλιοθήκης, ενώ εξηγώ στις διαμαρτυρίες της συζύγου μου ότι πρόκειται για ένα καλό σκοπό. Ακόμη και η μυρωδιά των βιβλίων με προκαλεί με αυτό το αχνό άρωμα της γήινης βανίλιας που χύνεται και σε σας όταν γυρίζετε μια σελίδα.
Το πρόβλημα είναι ότι η συνήθεια μου για την αγορά βιβλίων ξεπερνά την ικανότητά μου να τα διαβάσω. Αυτό οδηγεί σε FOMO (φόβος μην χάσεις το τι συμβαίνει) και περιστασιακά χτυπήματα ενοχής πάνω από τους μη αναγνωσμένους όγκους που σωρεύονται στα ράφια μου. Σας ακούγεται οικείο;
Από την άλλη όμως είναι πιθανό αυτή η ενοχή να είναι απολύτως άστοχη. Σύμφωνα με τον στατιστικό Nassim Nicholas Taleb, αυτοί οι μη αναγνωσθέντες τόμοι αντιπροσωπεύουν αυτό που ονομάζει "αντι-βιβλιοθήκη" (antilibrary) και πιστεύει ότι οι αντι-βιβλιοθήκες μας δεν είναι σημάδια διανοητικών αδυναμιών. Ακριβώς το αντίθετο.
Ο Τάλεμπ ανέπτυξε την έννοια της  αντι-βιβλιοθήκης στο βιβλίο του με τις καλύτερες πωλήσεις «Ο μαύρος κύκνος: Ο αντίκτυπος του εξαιρετικά απίθανου» (The Black Swan: The Impact of the Highly Improbable). Αρχίζει με μια συζήτηση του πολυγραφότατου συγγραφέα Umberto Eco, του οποίου η προσωπική βιβλιοθήκη φιλοξενεί τον εκπληκτικό αριθμό των 30.000 βιβλία.
Όταν ο Eco δέχθηκε στην βιβλιοθήκη του τους επισκέπτες, πολλοί θα θαύμασαν το μέγεθος της βιβλιοθήκης του και θα συμπέραναν ότι αντιπροσωπεύει τις γνώσεις του οικοδεσπότη - οι οποίες, δεν κάνουμε λάθος να πούμε- ότι ήταν τεράστιες. Αλλά μερικοί επισκέπτες συνειδητοποίησαν και μια αλήθεια: η βιβλιοθήκη του Eco δεν ήταν ογκώδης γιατί είχε διαβάσει τόσο πολλά· ήταν ογκώδης γιατί είχε πολύ περισσότερα από αυτά που επιθυμούσε να διαβάσει.
Ο Eco το δήλωσε άλλωστε. Κάνοντας έναν υπολογισμό βρήκε ότι μπορούσε να διαβάσει μόνο περίπου 25.200 βιβλία αν διάβαζε ένα βιβλίο καθημερινά, μεταξύ των ηλικιών δέκα έως και ογδόντα ετών. Διαπιστώνοντας έτσι με λύπη ότι ήταν κάτι ελάχιστο σε σύγκριση με τα εκατομμύρια βιβλία που είναι διαθέσιμα σε οποιαδήποτε καλή βιβλιοθήκη.
Από το παράδειγμα του Eco, ο Taleb συμπέρανε:
Τα διαβασμένα βιβλία είναι πολύ λιγότερο πολύτιμα από τα μη αναγνωσμένα. Η βιβλιοθήκη σας θα πρέπει να περιέχει πολύ περισσότερα από αυτά τα τελευταία, το περιεχόμενο των οποίων δεν γνωρίζετε, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα έχετε την οικονομική ευχέρεια να τα αποκτήσετε και τον χώρο να τα τοποθετήσετε.  Είναι στατιστικά αποδεκτό ότι θα συσσωρεύετε περισσότερες γνώσεις και περισσότερα βιβλία καθώς μεγαλώνετε και ο αυξανόμενος αριθμός μη αναγνωσμένων βιβλίων στα ράφια θα σας κοιτάζει απειλητικά. Πράγματι, όσο περισσότερα ξέρετε, τόσο μεγαλύτερες είναι οι σειρές των μη αναγνωσμένων βιβλίων. Ας ονομάσουμε λοιπόν τη συλλογή αυτή των μη αναγνωσμένων βιβλίων ως μία αντιβλιοθήκη (antilibrary).  
Η Μαρία Ποπόβα, της οποίας η ανάρτηση στο Brain Pickings συνοψίζει όμορφα το επιχείρημα του Taleb, επισημαίνει ότι η τάση μας είναι να υπερεκτιμούμε την αξία των όσων γνωρίζουμε, υποτιμώντας παράλληλα την αξία αυτών που δεν γνωρίζουμε. Η θεωρία της αντιβιβλιοθήκης του Taleb μας βάζει σε αυτή την σκέψη.
  
 Η αξία της αντιβιβλιοθήκης  πηγάζει από το πώς αμφισβητεί την αυτοαξιολόγηση μας, παρέχοντας μια συνεχή, γεμάτη μνήμη υπενθύμιση όλων όσων δεν γνωρίζουμε. Οι τίτλοι που υπάρχουν στην βιβλιοθήκη του σπιτιού μου μού λ.χ. υπενθυμίζουν ότι δεν ξέρω τίποτα για τίποτα σχετικά με  την κρυπτογραφία, την εξέλιξη των ειδών, την ιταλική λαογραφία, την παράνομη χρήση ναρκωτικών στο Τρίτο Ράιχ και οτιδήποτε είναι η εντομογραφία.  
"Έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τις γνώσεις μας ως προσωπική ιδιοκτησία που πρέπει να προστατευθεί και να υπερασπιστεί", γράφει ο Taleb. "Είναι ένα στολίδι που μας επιτρέπει να ανεβούμε στα μάτια των άλλων. Έτσι αυτή η κριτική που αναφέρθηκε παραπάνω για την ογκωδέστατη βιβλιοθήκη του Eco με εστίαση στις γνώσεις είναι μια ανθρώπινη προκατάληψη που επεκτείνεται στις πνευματικές μας γνώσεις".
Αυτές όμως οι ανεξερεύνητες γνώσεις που υπάρχουν στα μη διαβασμένα βιβλία  μας ωθούν να συνεχίσουμε να διαβάζουμε, να συνεχίζουμε να μαθαίνουμε και να μην είμαστε ποτέ άνετοι πως γνωρίζουμε αρκετά. Η Τζέσικα Στίλμαν καλεί αυτή την κατανόηση πνευματική ταπεινοφροσύνη.
Οι άνθρωποι που δεν έχουν αυτή την πνευματική ταπεινοφροσύνη - αυτοί που δεν επιθυμούν να αποκτήσουν νέα βιβλία ή να επισκεφτούν την τοπική βιβλιοθήκη τους - μπορεί να απολαμβάνουν την αίσθηση υπερηφάνειας για την κατάκτηση της προσωπικής τους συλλογής, αλλά μια τέτοια βιβλιοθήκη παρέχει από μόνη της την αξία χρήσης της ως στολίσματος ενός τοίχου.  Δεν είναι ένας ζωντανός, αναπτυσσόμενος πόρος από τον οποίο μπορούμε να μάθουμε μέχρι να γίνουμε 80 ετών - και, αν είμαστε τυχεροί, λίγα χρόνια περισσότερα.
Μου αρέσει η άποψη του Ταλέμπ, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι βρίσκω την ετικέτα "αντιβιβλιοθήκη" λίγο λειψή. Για μένα, ακούγεται σαν μια συσκευή σε οικόπεδο ενός μυθιστορήματος του  Dan Brown. - "Γρήγορα! Πρέπει να σταματήσουμε τους πεφωτισμένους (Illuminati) πριν χρησιμοποιήσουν την αντιβιβλιοθήκη για να διαγράψουν όλα τα βιβλία που υπάρχουν".
Γράφοντας για τους New York Times, ο Kevin Mims επίσης δεν ενδιαφέρεται για την ετικέτα του Taleb. Ευτυχώς, η αντίρρησή του είναι λίγο πιο πρακτική: «Δεν μου αρέσει πολύ ο όρος του Taleb «αντιβιβλιοθήκη». Μια βιβλιοθήκη είναι μια συλλογή βιβλίων, πολλά από τα οποία παραμένουν αδιάβαστα για μεγάλες χρονικές περιόδους. Δεν βλέπω την διαφορά βιβλιοθήκης με την αντιβιβλιοθήκη.
Tsundoku



Η προτιμώμενη ετικέτα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι μια λέξη δανεική από την Ιαπωνία: tsundoku . Το Tsundoku είναι η ιαπωνική λέξη για τη στοίβα των βιβλίων που αγοράσατε αλλά δεν έχετε διαβάσει. Η ετυμολογία της συνδυάζει το tsunde-oku (αφήνοντας τα πράγματα να συσσωρεύονται) και το dukosho (βιβλία ανάγνωσης).
Η λέξη μας έρχεται από τα τέλη του 19 ου αιώνα ως ένα σατιρικό τσίμπημα προς τους καθηγητές που είχαν πολλά βιβλία, αλλά δεν τα διάβαζαν. Ενώ αυτό είναι το ανάποδο από την άποψη του Ταλέμπ, σήμερα η λέξη δεν φέρνει στίγμα στην ιαπωνική κουλτούρα. Διαφέρει επίσης αυτή από την λέξη  βιβλιομανία , η οποία είναι η εμμονή στη συλλογή βιβλίων για χάρη της συλλογής και όχι προς τελική ανάγνωσή τους.
Η αξία του Tsundoku
Με αφορμή αυτό να λεχθεί πως είμαι βέβαιος ότι υπάρχει εκεί έξω κάποιος κάποιος υπέρμετρα βιβλιομανής που κατέχει μια συλλογή συγκρίσιμη με μια μικρή εθνική βιβλιοθήκη, αλλά που σπάνια ανοίγει ακόμα και το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Ωστόσο, μελέτες έχουν δείξει ότι η κατοχή βιβλίων και η ανάγνωση συνήθως συμβαδίζουν χέρι - χέρι.
Μια τέτοια μελέτη διαπίστωσε ότι τα παιδιά που μεγάλωσαν σε σπίτια με 80 έως 350 βιβλία παρουσίασαν βελτιωμένες δεξιότητες γραφής, αριθμητικής και τεχνολογικής επικοινωνίας ως ενήλικες. Η έκθεση στα βιβλία, όπως υποστηρίζουν ερευνητές, ενισχύει αυτές τις γνωστικές ικανότητες κάνοντας την ανάγνωση ενός μέρους των ρουτινών και πρακτική της ζωής των παιδιών.
Πολλές άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι οι συνήθειες ανάγνωσης αναμεταδίδουν μια σειρά από οφέλη. Προτείνουν ότι η ανάγνωση μπορεί να μειώσει το άγχος, να ικανοποιήσει τις ανάγκες κοινωνικής σύνδεσης, να ενισχύσει τις κοινωνικές δεξιότητες και την συνειδητοποίηση και να ενισχύσει ορισμένες γνωστικές δεξιότητες. Και αυτό είναι το θεωρητικό πλαίσιο! Η πραγματικότητα είναι ότι η ανάγνωση συσχετίζεται με την επιτυχία και τα υψηλά επιτεύγματα και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τον κόσμο, και μας δίνει το πλεονέκτημα στην ευρύτητα γνώσεων.
Στο άρθρο της, η Jessica Stillman αναρωτιέται αν η αντιβιβλιοθήκη ενεργεί στην καταμέτρηση του  φαινομένοου Dunning-Kruger , μια πράξη που οδηγεί  τους υπερφίαλλους ανθρώπους να θεωρούν ότι οι γνώσεις ή οι ικανότητές τους είναι πιο μεγάλες από ό, τι είναι πραγματικά. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι δεν είναι επιρρεπείς να απολαμβάνουν υπενθυμίσεις της άγνοιας τους σε διάφορα θέματα, τα μη αναγνωσμένα βιβλία τους ωθούν προς την αν όχι αποδοχή, τότε τουλάχιστον σε μια διαρκώς αυξανόμενη κατανόηση της έλλειψης ικανότητας τους.
"Όλα αυτά τα βιβλία που δεν έχετε διαβάσει είναι πράγματι ένα σημάδι της άγνοιας σας, αλλά αν ξέρετε πόσο άγνοια έχετε, είστε πολύ πιο μπροστά από τη συντριπτική πλειοψηφία άλλων ανθρώπων", γράφει η Stillman.
Είτε προτιμάτε τον όρο antilibrary, tsundoku, ή κάτι άλλο εξ ολοκλήρου, η αξία ενός μη αναγνωσμένου βιβλίου είναι η δύναμή του να σας κάνει να το διαβάσετε..


Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Αθανάσιου Γκότοβου : Η παιδαγωγική διάσταση του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου


Η παιδαγωγική διάσταση του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου
Όταν το παρελθόν παιδεύει…
Του Αθανάσιου Γκότοβου*
από την ιστοσελίδα huffingtonpost.gr
Θεωρητικά ο οπαδός ενός πρωτόγονου ωφελιμισμού θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς αφορά το παρόν ή το μέλλον και ότι γνώσεις γύρω από το παρελθόν και την εξέλιξή του είναι απώλεια πολύτιμου για άλλα πεδία μάθησης χρόνου. Δεν είναι, άλλωστε, λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η παιδεία πρέπει να οδηγεί σε κάτι πρακτικό, σε χειροπιαστές δεξιότητες. Ότι πρέπει να έχει εφαρμογές στην καθημερινότητα, να είναι χρηστική και να λειτουργεί ως εργαλείο «επίλυσης προβλημάτων».
Δεν είναι, επίσης, δύσκολο να φανταστεί κανείς α-ιστορικούς (ή ανιστόρητους) ανθρώπους, πολίτες που ούτε γνωρίζουν, αλλά ούτε και ενδιαφέρονται ή επιθυμούν να μάθουν ποιο ήταν το παρελθόν, και που αισθάνονται πολύ άνετα με την κατάσταση αυτή. Τουλάχιστον τόσο άνετα, όσο και εκείνοι που δεν μπορούν να λύσουν εξισώσεις, επειδή δεν είναι μαθηματικοί ή δεν μπορούν να διαβάσουν Θουκυδίδη από το πρωτότυπο, διότι δεν είναι φιλόλογοι.
Έτσι και με την Ιστορία: η ενασχόληση με το παρελθόν, λένε, είναι ιδιαιτερότητα των ιστορικών και η γνώση του παρελθόντος είναι υποχρέωση των ειδικών.
Η σχέση της νέας γενιάς με την Ιστορία στην Ελλάδα – και όχι μόνον εδώ – είναι προβληματική και υπάρχουν λόγοι γι αυτή την εξέλιξη. Ένας από τους πιο βασικούς είναι η κατάσταση που επικρατεί με τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας στο Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Για λόγους που δεν μπορούν να συζητηθούν εδώ, η Ιστορία στο σχολείο έγινε ένα αποτυχημένο μάθημα, χωρίς να φταίει η ίδια γι αυτό και μάλλον χωρίς η αποτυχία να βαρύνει πρωτίστως τους διδάσκοντες.
Το παρελθόν, έτσι όπως το προδιαγράφουν τα αναλυτικά προγράμματα και το εμφανίζουν στους μαθητές τα σχολικά εγχειρίδια, προκαλεί φόβους και ενεργοποιεί άμυνες. Αντί να δημιουργεί έλξη και έρωτα για την ιστορία, χαρά στην απόκτηση της ιστορικής γνώσης, εσωτερική ικανοποίηση και ευφορία από την αντικατάσταση του σκότους της άγνοιας για τα συμβάντα με το φως της ιστορικής γνώσης για τη δράση ατόμων, ομάδων και οργανισμών, προκαλεί τάσεις φυγής, περιχαράκωση στο παρόν, έλξη για τις εφαρμογές και τις επιστήμες των εφαρμογών, επιθυμία απαλλαγής από την ιστορική αφήγηση.
Κάποιο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση αυτή έχει και ο ιστορικός λόγος που παράγεται έξω από τον γυάλινο πύργο της επιστημονικής κοινότητας των ιστορικών, δηλαδή η λεγόμενη δημόσια Ιστορία. Και δεν εννοώ με αυτό μόνον τις απλουστεύσεις ή τις ενίοτε δυσεξήγητα σφοδρές αντιπαραθέσεις στον δημόσιο χώρο γύρω από ιστορικά συμβάντα με τις σχετικές αρνήσεις, σιωπές, αφαιρέσεις, προσθήκες και μεταποιήσεις, όσο τη σύγχυση που προκαλούν απόψεις για την ιστορική πραγματικότητα, σύμφωνα με τις οποίες οι απεικονίσεις του παρελθόντος ούτε λίγο ούτε πολύ δεν δεσμεύονται από τα γεγονότα, ότι επομένως είναι ενδεχομενικές, εξαρτώνται ως «κατασκευές» από τη βούληση και τις επιδιώξεις του αφηγητή και κρίνονται εντέλει όχι τόσο από το αν είναι ακριβείς και περιεκτικές απεικονίσεις μιας εποχής, μιας κατάστασης ή ενός γεγονότος, αλλά από το αν υπηρετούν κάποιον πολιτικά επιθυμητό (καλό) σκοπό, όπως π.χ. την καταπολέμηση του ρατσισμού, τη συναδέλφωση των λαών, την προώθηση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων – ο κατάλογος των καλών σκοπών είναι ανοικτός.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του νέου κώδικα αξιών που αυτή πρεσβεύει και επιχειρεί να καθιερώσει όπου συναντά πρόσφορο έδαφος, ο ιστορικός σχετικισμός και αγνωστικισμός ενισχύεται από την πολιτική ορθότητα, δηλαδή από τη γνώριμη σε ολοκληρωτικά (πολιτικά ή πολιτισμικά) καθεστώτα επιβολή κανόνων λόγου, οι οποίοι να ενθαρρύνουν συγκεκριμένες αφηγήσεις και εκδοχές – μέχρι και επιλογές λεξιλογίου – και να απαγορεύουν άλλες, καταγγέλλοντάς τες ως «ρατσιστικές», «ξενοφοβικές», «οπισθοδρομικές» κλπ. Ο συνδυασμός των δύο αυτών ιδεολογικών ρευμάτων του ιστορικού σχετικισμού και της πολιτικής ορθότητας τείνει να ακυρώσει οποιαδήποτε προσπάθεια γνήσιας και ανιδιοτελούς ιστορικής παιδείας ως στοιχείου μόρφωσης και διαμόρφωσης της προσωπικότητας του μαθητή και του πολίτη.
Η υπέρμετρη ιδεολογικοποίηση της ιστορικής αφήγησης δεν δημιουργεί μόνο σύγχυση, αλλά και απώθηση της ιστορικής γνώσης. Ποιος θα αποφάσιζε να δαπανήσει χρόνο και να καταβάλει μόχθο προκειμένου να αποκτήσει θεμελιωμένες ιστορικές γνώσεις, για να πληροφορηθεί λίγο αργότερα από κάποιον ειδήμονα και επαΐοντα ότι αυτό που εκείνος θεωρεί έγκυρη γνώση δεν είναι παρά μια απλή εκδοχή για το παρελθόν, ανάμεσα σε πολλές άλλες, «αφήγημα» που προέκυψε μέσα από τις ιδεολογικές επιλογές, τη βούληση, την ταυτότητα, τους σχεδιασμούς, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις του παραγωγού της ιστορικής αφήγησης, του ιστοριογράφου, και ότι ούτε λίγο ούτε πολύ έχασε το χρόνο του αναζητώντας να ανακαλύψει κάτι που είναι αδύνατον να προκύψει: αντικειμενική απεικόνιση της δράσης των ιστορικών υποκειμένων και ρεαλιστική ερμηνεία των κινήτρων τους;
 Κάπου εδώ βρισκόμαστε, όταν διαβάζουμε και ακούμε ειδικούς και άλλους να προτείνουν την αναθεώρηση εκ μέρους του σχολείου και της κοινωνίας των μέχρι τώρα πρακτικών και παραδόσεων σχετικά με τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου ως εθνικής επετείου, αφού, όπως ισχυρίζονται, η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί κάτι δυσάρεστο – την έναρξη για την Ελλάδα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου – και όχι κάτι ευχάριστο, όπως είναι η λήξη του πολέμου με την αποχώρηση των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων από τη χώρα.
Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της (όχι και τόσο) νεωτερικής πρότασης για τη μετάθεση του σχολικού εορτασμού από την 28η Οκτωβρίου σε κάποια από τις ημερομηνίες αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων – οι ημερομηνίες είναι πολλές, και αυτό συνιστά ένα πρακτικό πρόβλημα για τον αριθμό των απελευθερώσεων που θα εορτάζονται – είναι το δηλωμένο, καθώς είναι πιθανό να υπάρχει και άδηλο ή αδήλωτο, σκεπτικό: η αλλαγή γίνεται στο όνομα κάποιας (υπερβατικής) «προόδου» και η «πρόοδος» συνίσταται στην καταπολέμηση του (υποτιθέμενου) εθνικισμού ή εθνοκεντρισμού που μαστίζει το ελληνικό σχολείο.
Ο ελληνοκεντρισμός, σύμφωνα πάντοτε με την άποψη αυτή, προτιμά συγκρουσιακά γεγονότα, όπως είναι π.χ. η ελληνο-ιταλική σύγκρουση στην Ήπειρο το 1940, ενώ το (πολιτικά) ορθό θα ήταν να δίνεται έμφαση στη συνεργασία των λαών και την ειρήνη. Να μην εορτάζεται, λοιπόν, στο σχολείο η 28η Οκτωβρίου, διότι τότε οι Ιταλοί εμφανίζονται ως «εχθροί» και διαταράσσονται οι ελληνο-ιταλικές σχέσεις, ενώ αν υπάρχουν στο σχολείο και μαθητές ιταλικής καταγωγής, η γιορτή θα δημιουργήσει αισθήματα ενοχής και ντροπής στους συγκεκριμένους μαθητές.
Το επιχείρημα για τη διατάραξη των ελληνο-ιταλικών σχέσεων εξ αιτίας του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου δεν χρειάζεται σχολιασμό, αυτοσχολιάζεται. Το επιχείρημα, όμως, της πιθανής δημιουργίας δυσάρεστων ψυχικών καταστάσεων σε μαθητές με ιταλική καταγωγή (και σε άλλες περιπτώσεις εορτασμού ιστορικών γεγονότων στο σχολείο σε μαθητές με άλλες εθνικές ή εθνοτικές ταυτίσεις) χρειάζεται κάποιον σχολιασμό, διότι αυτός είναι ουσιαστικά ο πυρήνας της παιδαγωγικής πολιτικής ορθότητας.
Δεν αποκλείεται πράγματι οι σχολικοί εορτασμοί παρόμοιων επετείων να σχεδιαστούν με τόσο αντιπαιδαγωγικό τρόπο, ώστε η συγκεκριμένη σύγκρουση να παρουσιαστεί ως εθνοτική σύγκρουση, ως πολεμική αντιπαράθεση δύο εθνών (των Ιταλών και των Ελλήνων) για την οποία πρέπει να ντρέπεται κάθε σημερινός Ιταλός και να αισθάνεται υπερήφανος κάθε σημερινός Έλληνας. Ο πρώτος, για την εγκληματική πρωτοβουλία της ιταλικής ηγεσίας να εκδηλώσει στρατιωτική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, ενώ ο δεύτερος για την απόφαση της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, να επιλέξουν ως απάντηση τη σύγκρουση, αντί της συμμόρφωσης στη βούληση της ηγεσίας του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος.
Είναι περισσότερο από προφανές ότι ο Ιταλός μαθητής στην Ιταλία ή ο μαθητής με ιταλική καταγωγή στο ελληνικό σχολείο δεν αποτελούν τη «συνέχεια» των ιταλικών δυνάμεων που με τη βοήθεια κάποιων Αλβανών ομοϊδεατών τους επιτίθενται τον Οκτώβριο του 1940 στους Φιλιάτες, τον Παρακάλαμο, το Πωγώνι και το Καλπάκι. Μόνο μια άτσαλη αντιπαιδαγωγική προσέγγιση του σχολικού εορτασμού θα μπορούσε να τον κάνει να αισθανθεί έτσι.
Άλλωστε, αν ακολουθήσουμε αυτό το σκεπτικό της δήθεν προστασίας του μαθητή από τυχόν επικίνδυνες για την ψυχική του υγεία ταυτίσεις εξ αιτίας παιδαγωγικών σφαλμάτων του σχολείου, δεν έπρεπε να μιλάμε στη Γερμανία, αλλά ούτε και στην Ελλάδα όταν υπάρχουν στην τάξη μαθητές με γερμανική καταγωγή, για το Ολοκαύτωμα ή για τα φρικτά «μέτρα εξιλέωσης» των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, από το φόβο τυχόν λανθασμένων ταυτίσεων. Το ζήτημα αυτό η παιδαγωγική επιστήμη το έχει λύσει εδώ και δεκαετίες και μόνον όσοι δεν το γνωρίζουν μπορούν να εκδηλώνουν φόβους ότι ο σχολικός εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου οδηγεί στη δημιουργία στερεοτύπων και προκατάληψης εναντίον του «άλλου».
Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως οι παραπάνω φόβοι είναι εντέλει προσχηματικοί και μήπως η πραγματική αιτία για την φερόμενη ως αναγκαία μετάθεση της ημερομηνίας εορτασμού και του αντίστοιχου συμβολισμού της είναι κάποιο ενοχλητικό παράδοξο με το οποίο συνδέεται ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου από της σκοπιά της ιδεολογίας της «προόδου». Από τη σκοπιά αυτής της ιδεολογίας δεν ταιριάζει να είναι – σε επίπεδο ηγεσίας – φορέας της ένοπλης αντίστασης κατά της ιταλικής εισβολής και εισηγητής της στρατιωτικής αναμέτρησης ένας κυβερνήτης που σκιαγραφείται κατά τα άλλα ως η απόλυτη άρνηση στην «πρόοδο». Αυτή η «ανορθογραφία» της Ιστορίας μπερδεύει, και όταν δεν μπορεί να θεραπευθεί, για λόγους ιδεολογικής ευταξίας είναι προτιμότερο να μπαίνει σε παρένθεση. Η πρόταση για μετάθεση της ημερομηνίας του εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου ίσως να κρύβει (υποσυνείδητα για ορισμένους, εντελώς συνειδητά για άλλους) και μια απόπειρα τακτοποίησης της ιστορικής μνήμης, ώστε αυτή να είναι συμβατή με την έννοια της «προόδου».
Είναι δυνατόν στην εποχή μας κάποιοι να πιστεύουν ακόμη ότι μπορούν να θεσπίσουν κανόνες μνήμης; Όπως φαίνεται, κάθε εποχή έχει τους δικούς της αιθεροβάμονες.
*καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
 
 
Το διαβάσαμε εδώ: