-->

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Νίκος Ι. Κωσταρας : Έλληνες θαλασσομάχοι επί Τουρκοκρατίας




Έλληνες θαλασσομάχοι επί Τουρκοκρατίας


Γράφει ο Νίκος Ι. Κωσταρας
 
Οι καταδρομές των Ελλήνων κουρσάρων είχαν διαφορετική έννοια από την πειρατεία. Άλλο πειρατής κι άλλο κουρσάρος. Ο Έλληνας κουρσάρος ήταν τιμωρός και όχι άρπαγας. Μ' αυτόν τον τρόπο πρόσφερε εθνικές υπηρεσίες. Από τους αγώνες αυτούς με τους πειρατές θα μάθει τη ναυτική τέχνη και θα αναδειχθεί με τον καιρό φοβερός πειρατομάχος και κουρσάρος ο ίδιος.
 
Η θαλασσινή εποποιία των Ελλήνων καταδρομέων της προεπαναστατικής περιόδου αποδεικνύει συν τοις άλλοις και την επίδοση και ικανότητα των προγόνων μας στα θαλάσσια έργα. Το ότι στις καταδρομές διακρίνονταν και ορεσίβιοι πολεμιστές, που εύκολα μεταβάλλονταν σε ατρόμητους θαλασσομάχους κουρσάρους, προσαρμοζόμενοι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στις συνθήκες του ναυτικού επαγγέλματος, αποδεικνύει ότι η ναυτοσύνη ενυπάρχει, ως γονίδιο στο κύτταρο της φυλής μας.
 
Αρκετοί καταδρομείς κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έδρασαν στα ελληνικά πελάγη, αλλά χαρακτηριστικά θα αναφέρομε τον κορυφαίο των Ελλήνων καταδρομέων Λάμπρο Κατσώνη (1752-1804), που τον έστειλε η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη Β' για να ενεργήσει καταδρομές εναντίον της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Γεννήθηκε στη Λιβαδειά, δεν ήξερε από θάλασσα, κι όμως άμα έβαλε ποδάρι, την κατέκτησε. Μέγας καπετάνιος, άφταστος πελαγομάχος.
 

 
Έγινε πρώτος δάσκαλος του ραγιά στα έργα του θαλασσινού πολέμου. Χαρακτηρίστηκε νέος Θεμιστοκλής. Ξεκίνησε από την Τεργέστη το 1788, όπου η Ελληνική Κοινότητα τον εφοδίασε με τη θρυλική φρεγάτα Αθηνά της Άρκτου και σε λίγο χρονικό διάστημα έγινε κυρίαρχος του Αιγαίου. Πριν σταματήσει τη δράση του, πέταξε το σπαθί του στα κύματα και προφήτεψε: «Εγώ χάνομαι. Εσύ σπαθί μου στάσου στη θάλασσα, αρραβώνας του λυτρωμού της Ελλάδος». Μαζί του υπηρέτησε και ο κατόπιν ναύαρχος του Εικοσιένα Ν. Αποστόλης.
 
Άλλοι αξιόλογοι καταδρομείς ήσαν οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, που με την επικράτηση του Αλή Πασά συγκρότησαν καταδρομικό στολίσκο με εβδομήντα μαύρα καράβια με έδρα τη Σκιάθο. Επικεφαλής του στόλου ο Γιάννης Σταθάς με συνεργάτες τους ορεσίβιους Νικοτσάρα, Βλαχάβα, Καζαβέρνη, Λαζαίους, Τσαχίλα, Μπιζιώτη, Σύρο, Ρομφέη και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Αναφέρθηκαν αυτοί οι ορεσίβιοι γιατί έγιναν άριστοι θαλασσινοί καταδρομείς και αντικατέστησαν τη ρωσική σημαία με την πρώτη κυανόλευκο! Δεν δίστασαν να τα βάλουν και με τα πολεμικά του Καπουδάν πασά. Το Αιγαίο ήταν γεμάτο στην προεπαναστατική περίοδο από ελληνοκουρσάρικα που αντιμάχονταν στα οτζακλίδικα αρμαμέντα. Αυτά ήταν οι πρόδρομοι και δάσκαλοι της γιγαντωμένης ναυτιλίας μας που κυριάρχησε στη Μεσόγειο, εκμεταλλεύθηκε τον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό και θεμελίωσε τη θαλάσσια κυριαρχία μας.
 
Και ο κατόπιν πάμπλουτος εθνικός ευεργέτης Ιωάννης Βαρβάκης αρχικά ήταν κουρσάρος, αλλά η συνθήκη του 1774 σταμάτησε την κουρσάρικη σταδιοδρομία του. Μέγας φιλάνθρωπος ευεργέτης, δεν ξέχασε το παλιό του επάγγελμα και δώρισε ένα σημαντικό ποσό για να ιδρυθεί Ναυτική Σχολή στην Ελλάδα.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ τ.333/1996

Η πειρατεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

 
 

 Η πειρατεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
 
Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας ιδιαίτερη έξαρση παρουσιάζει η πειρατεία στη Μεσόγειο και εξελίσσεται σε αληθινή μάστιγα για τους πληθυσμούς των νησιών και των παραλίων των ελληνικών θαλασσών. «Το Αιγαίον υπήρξε το θέατρον μακραίωνος σειράς πειρατικών φρικαλεοτήτων, εναλλασσομένων προς περιόδους αγρίων πολεμικών επιδρομών Βανδάλων, Αράβων, Ενετών και Τούρκων». Σκληρότεροι από όλους τους διεθνείς αυτούς πειρατές υπήρξαν οι Αφρικανοί των τριών Οτζακίων (Τριπολίτιδας, Τύνιδας, Αλγερίου) που συνοπτικώς καλούνταν «Μπαρμπαρέζοι με τα οτζακλίτικα αρμαμέντα». Οι αλλεπάλληλοι βενετοτουρκικοί πόλεμοι όχι μόνο ενθάρρυναν τους πειρατές, αλλά και τους αποθράσυναν, καθώς και οι δύο αντιμέτωπες δυνάμεις χρησιμοποίησαν ευρύτατα στις επιχειρήσεις τους τόσο αυτούς, όσο και άλλα τυχοδιωκτικά στοιχεία, προσφέροντας τους ελευθερία συστηματικής οργανώσεως. Έτσι, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 15ο και 16ο αι., η πειρατεία παρουσιάζεται με οργανωμένη και συστηματική μορφή. Οι βορειοδυτικές ακτές της Αφρικής εξαρτώνταν οικονομικά από τους πειρατές, ενώ οι μισθοφόροι ναύαρχοι των μεγάλων δυνάμεων της εποχής δεν δίσταζαν να επιδίδονται σε επιδρομές και πειρατικές ενέργειες από το δέλεαρ του κέρδους.
 
Ήδη από το 1416-1420, όταν ο Ιταλός μοναχός Μπονοντελμόντι περιηγήθηκε τα νησιά του Αιγαίου, πολλά από αυτά ήταν ακατοίκητα και στα υπόλοιπα οι κάτοικοι ζούσαν στην αθλιότητα και τον τρόμο. Στη Σύρα τρέφονταν με ψωμί από χαρούπια και κρέατα τράγου. Στη Σίφνο οι άνδρες ήταν ελάχιστοι, ένας άνδρας αντιστοιχούσε σε 16 γυναίκες. Στην Άνδρο και στη Νιο οι κάτοικοι διανυκτέρευαν μέσα σε πύργο ή φρούριο για το φόβο των επιδρομών.
 
 
Το 1475 οι Γενουάτες της Χίου αποφάσισαν τη μεταφορά των πληθυσμών της Σάμου και των Ψαρών στη Χίο. Οι υπερβάσεις των πειρατών είχαν γίνει τόσο αφόρητες ώστε οι Σαμιώτες συμφώνησαν στη μαζική μεταφορά. Εκατό χρόνια έμεινε έρημη η Σάμος. Το 1479, οι 400 ξεκληρισμένες οικογένειες της Σαντορίνης κατέφυγαν στην Κρήτη, μη μπορώντας να υποφέρουν τους σεισμούς και τις πειρατικές επιδρομές. Το 1502, 30 τουρκικές φούστες λεηλάτησαν την Αίγινα. Μεταξύ 1503 και 1537, 140 κρητικά πλοία λεηλατήθηκαν ή αιχμαλωτίσθηκαν από πειρατές. Μόνο το 1521 ο Καραμαμέθ καταδίωξε 46 πλοιάρια στο Αρχιπέλαγος. 
 
Ανώνυμοι και επώνυμοι Τούρκοι πειρατές δρούσαν στον ελληνικό χώρο. Ανάμεσα τους οι Κεμάλ Ρεϊς, Καρακασάν, Καραδορμής και οι αδελφοί Κούρτογλου. Η άσκηση της πειρατείας, προϋπέθετε όμως κεφάλαια για την απόκτηση κωπηλατών πλοίων: γαλιότες, φούστες, μπριγκαντίνια. Τα πλοία έπρεπε να κατασκευαστούν σε ταρσανάδες, να εφοδιασθούν με αρματωσιές, με κουπιά και μεγάλο αριθμό ανδρών.
 
Αποτέλεσμα των συνθηκών αυτών ήταν η επικράτηση σε ολόκληρη τη Μεσόγειο μιας κατάστασης ακήρυκτου πολέμου που επέτρεπε στους αδίστακτους θαλασσοπόρους να πλουτίζουν εις βάρος των εμπορικών πλοίων και της οικονομίας των παραλιακών και των νησιωτικών πόλεων. Οι αρχιπειρατές της Μεσογείου, τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι χριστιανοί, δεν ήταν απλοί ληστές, αλλά συχνά και πραγματικοί ηγεμόνες, ικανότατοι στη διπλωματία, στη διοίκηση και στη στρατιωτική τέχνη. Έτσι οι πληθυσμοί των ελληνικών παραλίων και ιδιαίτερα οι Κυκλάδες έζησαν κατά την κρίσιμη περίοδο της Τουρκοκρατίας υπό καθεστώς τριπλής κυριαρχίας: Τούρκων, Λατίνων και πειρατών. Η σχεδόν ελεύθερη κίνηση των πειρατών στις ελληνικές θάλασσες δεν ήταν βέβαια νοητή χωρίς τη σύμπραξη συνεργατών από κάθε νησί, πληροφοριοδοτών, πρακτόρων και κλεπταποδόχων. Έτσι στην ανάπτυξη της πειρατείας συνέτεινε και η κερδοσκοπία των τοπικών εμπόρων, που αναλάμβαναν να ανταλλάξουν τα πειρατικά λάφυρα με εφόδια και χρυσάφι, προσφέροντας εξευτελιστικές τιμές κατά την εκποίηση των λαφύρων από τους πειρατές.
 
 
Από τους μουσουλμάνους πειρατές περίφημος ήταν ο Χαϊρεδίν Μπαρμπαρόσα, που άφησε πίσω του ένα θρύλο για τις αγριότητες του. Από όλους τους Τούρκους πειρατές μόνο οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα (Βαρβαρόσσα), οι Αρούτζ, Ηλίας και Εζρ, αντελήφθηκαν από την αρχή το πρόβλημα και έγκαιρα διέρρηξαν την εξάρτηση από τοπικούς παράγοντες και από την Πύλη.
 
Οι τρεις αδελφοί Βαρβαρόσσα, Ελληνες εξωμότες από τη Μυτιλήνη, γιοι τσουκαλά και ίσως εγγονοί παπά, αρχικά άσκησαν πειρατεία στον ελληνικό χώρο. Ο Αρούτζ με τον νεότερο αδελφό τους  Ηλία έδρασε έξω από την Αίγυπτο και την Τρίπολη, ενώ ο Εζρ, ο μετέπειτα Χαϊρεδίν, στράφηκε στα μέρη της Θεσσαλονίκης αλλά έφθασε και στις εκβολές του Σάρου ποταμού. Στο διάστημα των επιδόσεων τους οι δύο αδελφοί και τα πλοιάρια τους αιχμαλωτίστηκαν από κουρσάρικα των ιπποτών της Ρόδου όπου παρέμειναν σκλάβοι.
 
Όταν περί το 1503 κατόρθωσαν να διαφύγουν ο Εζρ κατέφυγε στον Κορδούς, διοικητή της Αττάλειας, προστάτη και χρηματοδότη των πειρατών, ο οποίος τον εφοδίαζε με φούστα 18 πάγκων. Συγκρούστηκε με πλοία της Ρόδου και στράφηκε στις ακτές της Ιταλίας, όπου αποκόμισε πλούσια λάφυρα. Ο Αρούτζ, ο επιλεγόμενος Βαρβαρόσσας επειδή είχε μαλλιά και γένια κόκκινα, με μια γαλιότα που του παραχώρησε ο καδής της Σμύρνης αποφάσισε να ανακαλύψει ευρύτερο πεδίο δράσης. Εγκατέλειψε για πάντα τις ελληνικές θάλασσες. Το 1504 κοντά στη νήσο Ελβα συνέλαβε με δόλο δύο πλούσιες γαλέρες του Πάπα Ιουλίου Β'. Τυχαία συναντήθηκαν οι δύο αδελφοί και αποφάσισαν να συνεργαστούν. Ηλθαν σε συμφωνία με τον μπέη της Τύνιδας που τους επέτρεψε να αποθηκεύουν και να διαθέτουν εκεί τα προϊόντα της πειρατείας τους, αποδίδοντας του ποσοστό 20% των εισπράξεων. Τα κατορθώματα του Αρούτζ ήταν ανοιχτή πρόσκληση στους τυχοδιώκτες και εξωμότες της Μεσογείου. Το 1516 εκπρόσωποι των Μαυριτανών του Αλγερίου ζήτησαν από τον Αρούτζ να τους απελευθερώσει από την εξουσία των Ισπανών. Με ένα συνονθύλευμα αγύμναστων ληστών που ο ίδιος εκπαίδευε, κατέλαβε το Αλγέρι και την εξουσία δημιουργώντας ένα ανεξάρτητο πειρατικό κράτος που διατηρήθηκε 300 χρόνια. 
 

 
Τον Αρούτζ που πέθανε το 1518, διαδέχθηκε ο Εζρ / Χαϊρεδίν ο οποίος ήταν πιο διπλωμάτης από τον αδελφό του και δήλωσε υποταγή στον Σουλτάνο Σελίμ Α'. Αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του σουλτάνου, βγήκε από την απομόνωση και είχε την προστασία της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διορίστηκε μπεηλέρμπεης του Αλγερίου. Άσκησε με επιτυχία ευρείας έκτασης πειρατεία στη δυτική Μεσόγειο με τους συντρόφους του και αποκόμισε τεράστια κέρδη. Μάλιστα το 1520 ο Σουλεϊμάν Α' τον αναγνώρισε ως τον σπουδαιότερο στυλοβάτη της ναυτικής δύναμης της αυτοκρατορίας και του απένειμε τον τίτλο του Καπουδάν πασά και τον ονόμασε «κυρίαρχο των θαλασσών». Με τα χνάρια των δικών του πλοίων ναυπήγησε νέο στόλο και επικεφαλής αυτού, ως αρχηγός του οθωμανικού ναυτικού αλλά με πειρατική τακτική, το 1537-1538, στο διάστημα του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου, κατέστρεψε το νησιωτικό κράτος της Βενετίας στο Αρχιπέλαγος. Στα Κύθηρα, την Αίγινα, τις Κυκλάδες, τις Σποράδες λεηλάτησε, έσφαξε, άρπαξε 1.000 νεαρά κορίτσια, 1.500 αγόρια και λάφυρα αξίας 400.000 χρυσών νομισμάτων κατά τον Χατζή Κάλφα. Το 1538 στη ναυμαχία της Πρέβεζας ο Μπαρμπαρόσα νίκησε τον συνασπισμένο χριστιανικό στόλο υπό τον Γενουάτη ναύαρχο Αντρέα Ντόρια και έγινε θρύλος για τους μουσουλμάνους.
 
Από τους Λατίνους πειρατές οι πιο επικίνδυνοι ήταν οι Ιωαννίτες Ιππότες με έδρα τους τη Ρόδο και από το 1530 είχαν ορμητήριο τη Μάλτα. Αξιόλογοι ακόμη ήσαν οι Ιππότες του Αγίου Στεφάνου με έδρα την Πίζα και ναυτική βάση το Λιβόρνο (ο Κόζιμος Μέδικος). Από το 1573 χριστιανοί πειρατές και κουρσάροι ξεχύθηκαν στις θάλασσες της Ανατολής που δεν τολμούσαν πριν να πλησιάσουν. Έπαυσαν να φοβούνται τους Τούρκους. Έφθαναν κατά κύματα Μαλτέζοι, Φλωρεντινοί, Σικελοί, Ναπολιτάνοι, Ισπανοί, Κορσικανοί. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και οι Άγγλοι, που ασκούσαν συγχρόνως εμπόριο, πειρατεία και λαθρεμπόριο.
 
 
Οι επιδρομές εντατικές και αλλεπάλληλες επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο. Κύριος στόχος τους ήταν η καραβάνα, νηοπομπή εμπορικών πλοίων που επέστρεφε κάθε χρόνο από την Αίγυπτο, κομίζοντας το χαράτσι και τα προϊόντα ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης και άλλων αστικών κέντρων. Οι επιτυχείς επιδρομές προκάλεσαν ύψωση στις τιμές των αγαθών. Το 1608 τα λάφυρα μόνον των 8 ιστιοφόρων της Φλωρεντίας ανέρχονταν σε 1.000.000 δουκάτα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μ. Δούκισσα της Τοσκάνης, πριγκίπισσα Χριστίνα της Λωραίνης, επένδυσε τα χρήματα της προίκας της σε πειρατικά ιστιοφόρα και ανέθεσε στον Γάλλο πειρατή Ζακ Πιέρ να τα ταξιδεύει και να κουρσεύει με τα εμβλήματα της. 
 
Οι Έλληνες επωφελήθηκαν από τον πειρατικό πυρετό για να ασκήσουν οι ίδιοι πειρατεία μικρής έκτασης και τοπικού χαρακτήρα, γιατί δεν διέθεταν κεφάλαια και σημαία προστασίας.
 
Από τους Έλληνες πειρατές φημισμένοι υπήρξαν οι Μανιάτες. Λόγοι καθημερινών αναγκών και η εξαιρετική θέση της Μάνης οδήγησαν τους ριψοκίνδυνους και αδάμαστους κατοίκους της σ' αυτό τον τρόπο ζωής... Το Οίτυλο ονομαζόταν «Μεγάλο Αλγέρι». Ενώ η Ίος «Μικρή Μάλτα». Ξακουστός ήταν ο Μήλιος πειρατής Ιωάννης Κάτρης (1677-1680) επικεφαλής ολοκλήρου στολίσκου πειρατικών.
 
«Το 1677 εσκέφθη να στεφθή και επισήμως βασιλεύς της Μήλου. Επί μίαν τριετίαν εκυβέρνησεν το μικρόν του βασίλειον ως καλός και φιλάνθρωπος ηγεμών. Το έτος 1680 συνελήφθη αιχμάλωτος και απηγχονίσθη εις την πόλιν». Δραστήριος ήταν και ο Μανιάτης Γερακάρης Λυμπεράκης, που η Τουρκία τον είχε διορίσει μπέη της Μάνης και η Βενετία τον αναγόρευσε Ιππότη του Τάγματος του Αγίου Μάρκου. Εκτός από τη Μάνη και τα Σφακιά της Κρήτης είχαν αποβεί κέντρο των Ελλήνων πειρατών. Ονομαστοί κουρσάροι υπήρξαν επίσης οι Κερκυραίοι Πέτρος Λάντζας, Χ. Κοντοκάλλης, Π. Μπούας, Στ. Χαλικιόπουλος, ο Σφακιώτης Μ. Σπανόπουλος, οι Κρητικοί: αδελφοί Μακρή, Ν. Φασιδώνης, Π. Καράβελος, Μανούσος Θεοτοκόπουλος, αδελφός του μεγάλου ζωγράφου. Οι Άγγλοι τους προσέλαβαν ως καταδρομείς στα μέσα του 18ου αι. και περιώνυμος έγινε ο από τη Μαγιόρκα Έλληνας Παναγιώτης.
 
 
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η πειρατεία εντάθηκε γιατί οι Τούρκοι, εξαιτίας των συνεχών πολέμων, αδυνατούσαν να ελέγχουν τις θάλασσες. Έτσι οι πειρατές κάθε εθνικότητας λυμαίνονταν τα ελληνικά πελάγη. Οι Μουσουλμάνοι, Λατίνοι και Έλληνες πειρατές δρούσαν στην Ανατολική Μεσόγειο και ιδίως στο Αιγαίο και στο Ιόνιο έχοντας πολλές φορές υπό τον έλεγχο τους τους θαλάσσιους δρόμους που οδηγούσαν από την Ανατολή στη Δύση και αντίστροφα ενώ συγχρόνως αποτελούσαν μόνιμη πληγή για τα εμπορικά πλοία που ταξίδευαν στις περιοχές αυτές. «Ο Ενετός πρόξενος εν Θεσσαλονίκη αναφέρει την 28.8.1770 ότι απειρία κουρσάρων ελυμαίνετο το Αρχιπέλαγος, το δε πλείστον τούτων ήσαν Σφακιανοί, Υδραίοι και Σπετσιώτες. Ένα μάλιστα σκάφος αυτών επετέθη περί την Κασσάνδραν εναντίον εμπορικού σκάφους του οποίου πάντες οι επιβάτες εληστεύθησαν και το φορτίον ανηρπάγη», γράφει ο Κ. Μέρτζιος. Και όπως παρατηρεί ο ιστορικός Δ. Κόκκινος: «Αναπτυχθέντες κατά καιρούς που εμαίνετο η πειρατεία υπέστησαν την επίδρασιν αυτού του ανωμάλου καθεστώτος. Συνηθισμένοι ν' αντιμετωπίζουν κρουσάρους, ξεχνούσαν και αυτοί ενίοτε το εμπόριον και έβγαιναν στο "κουρσός"». Οι κάτοικοι των παραλίων και των νησιών, για να αποφύγουν τη λεηλασία και την αιχμαλωσία, έκτιζαν κάστρα μακριά από τις ακτές.
 
Για την αντιμετώπιση της πειρατείας, οι Έλληνες καραβοκύρηδες αρμάτωναν τα καράβια τους, ενώ δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που συμμετείχαν ενεργά στις επιχειρήσεις για την εκκαθάριση του Αιγαίου και των άλλων θαλασσών. Ακόμη ήταν επωφελής για τη ναυτιλία μας διότι ναυπηγούσαν μεγαλύτερα και ταχύπλοα σκάφη. Τα όπλιζαν με την έγκριση της Οθωμανικής Διοικήσεως και τα επάνδρωναν με πολυάριθμο και γυμνασμένο προσωπικό. Ακόμη «πολλά ελληνικά καράβια προσέλαβον σημαιοπλοιάρχους ή Άγγλους εκ Μάλτας, οίτινες, τυπικώς, επιβαίνοντες, είχον το δικαίωμα να επαίρωσιν αγγλικήν σημαίαν και να εφοδιάζωνται δι' αγγλικών ναυτιλιακών εγγράφων», γράφει ο Τρ. Κωνσταντινίδης.
 
Κατά τα μέσα του 18ου αι. και ο Καπουδάν πασάς έβγαινε στη Μεσόγειο «κάθε χρόνο με τρία γαλιόνια» με ελληνικά πληρώματα για να καταδιώξει τους πειρατές. Αυτό συντελούσε στην απόκτηση πλούσιας εμπειρίας, που αποδείχθηκε πολύτιμη αργότερα στους ναυτικούς αγώνες των Ελλήνων. «Εκείνοι, λοιπόν, οι κουρσάροι που στάθηκαν κατάρα και ανάθεμα κάνανε ένα καλό στην πατρίδα μας. Δίχως αυτούς και ξαρμάτωτα θα 'ταν τα καράβια μας και ανίδεοι οι ναυτικοί μας στον πόλεμο. Και χωρίς φλότα δε βλέπανε στο Εικοσιένα λευτεριά» (Δ. Φωτιάδης). Έτσι δημιουργήθηκε ένα ανθρώπινο υλικό εμπειροπόλεμο, που χρησιμοποιήθηκε αργότερα στους αγώνες για την Ελευθερία.
 
Πηγές
https://anemourion.blogspot.com/2018/06/blog-post_93.html
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ τ.333/1996 (από άρθρο του Νίκου Κωσταρα)

Οι ιστορίες των τραυματιών και των λιμοκτονούντων του 1821


Για τους τραυματίες των μαχών οι ιατρικές πράξεις και διαδικασίες, όπως είναι η χορήγηση αναισθησίας, η μετάγγιση αίματος, η ασηψία, η αντισηψία ήταν παντελώς άγνωστες.
 
Η λιγότερο γνωστή πτυχή του 1821: Οι ιστορίες των τραυματιών και των λιμοκτονούντων
 
Στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 οι περισσότεροι θάνατοι προήλθαν από επιδημίες και όχι στο πεδίο των μαχών. 
 
Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου μετά την εξάντληση των αποθεμάτων τροφίμων αναγκάστηκαν να καταναλώσουν όλα τα κατοικίδια ζώα που υπήρχαν, ενώ κάποιοι στην απόγνωσή τους κατέφυγαν στη νεκροφαγία. Έπιναν νερό από δεξαμενές που ήταν γεμάτες πτώματα. Για τους τραυματίες των μαχών οι ιατρικές πράξεις και διαδικασίες, όπως είναι η χορήγηση αναισθησίας, η μετάγγιση αίματος, η ασηψία, η αντισηψία ήταν παντελώς άγνωστες. Για τη συρραφή τραυμάτων, που εξωτερικά καθαρίζονταν με ρακή, εκτός από βελόνα και κοινή κλωστή, χρησιμοποιούνταν μυρμήγκια. 
 
Οι προτεραιότητες κατά τη διεξαγωγή του αγώνα του 1821 εστιάστηκαν στην κάλυψη των στρατιωτικών και δημοσιονο­μι­κών αναγκών και ελάχιστα στην αντιμετώπιση θεμάτων δημόσιας υγείας, υγειονομικής περίθαλψης και ιατροκοινωνικής πρόνοιας. 
 
Αυτήν τη λιγότερο ειπωμένη -πολλές φορές σοκαριστική για τη σκληρότητα των περιγραφών- ιστορία του αγώνα, παρουσίασε μέσα από εκτεταμένη έρευνα που έκανε στη βιβλιογραφία ο κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ, καθ. Ιατρικής Θεόδωρος Δαρδαβέσης, ο οποίος εκφώνησε τον πανηγυρικό λόγο με τίτλο «Η δημόσια υγεία και η περίθαλψη των αγωνιστών κατά την περίοδο της Eπανάστασης του 1821», στην εκδήλωση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου για την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου. 
 
«Οι ανεπαρκείς υποδομές νοσηλευτικής φροντίδας, ο περιορισμένος αριθμός του υγειονομικού προσωπικού και οι σοβαρές ελλείψεις σε φαρμακο­επιδεσμικό υλικό, αναδεικνύουν παράλληλα τη δύναμη ψυχής των ιατρών εκείνων που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον αγώνα. 
 
Κυρίως, όμως, αναδεικνύουν την πίστη του σκλαβωμένου γένους για το όραμα της ελευθερίας, το οποίο με τις στερήσεις, τους αγώνες και το αίμα έγινε πράξη, επιβεβαιώνοντας τους στίχους: “…Η μεγαλοσύνη στα Έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και το αίμα”», είπε ο καθηγητής Δαρδαβέσης στο κλείσιμο της ομιλίας του, κατά την οποία αναφέρθηκε εκτενώς στις συνθήκες υγιεινής διαβίωσης, ένδυσης και διατροφής, της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπόδουλων Ελλήνων, που «ήταν άθλιες την περίοδο της διεξαγωγής του αγώνα, ευνοώντας την εκδήλωση σοβαρών ασθενειών, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν η δυσεντερία, η χολέρα, η πανώλη, η ευλογιά και η ελονοσία, που προκάλεσαν αθροιστικά περισ­σό­τε­ρους θανάτους, συγκριτικά με τις απώλειες στα πεδία των μαχών». 
 
«Οι συνθήκες δημόσιας υγείας»
 
Όπως ανέφερε ο κ. Δαρδαβέσης, η αγωνιώδης αναζήτηση προστασίας των κατοίκων της υπαίθρου συνεισέφερε στη συγκέντρωση πλήθους ανθρώπων σε οργανωμένες και οχυρωμένες πόλεις. Η συμβίωσή τους υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς μηχανισμούς απομάκρυνσης των απορριμμάτων, με ελλείψεις στις υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης, οδηγούσε συχνά σε εκδήλωση σοβαρών επιδημιών. Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδημία μετά την κήρυξη της επανάστασης εκδηλώθηκε στην Τρίπολη, είχε ως αιτία τον εξανθηματικό τύφο και προκάλεσε περίπου 3.000 θανάτους, ενώ επιδημία τύφου εκδηλώθηκε, αργότερα, στο Ναύπλιο και σε άλλες πόλεις που τελούσαν υπό πολιορκία. 
 
Η διατροφή των αγωνιζομένων Ελλήνων περιλάμβανε κυρίως ψωμί, παξιμάδια, βρασμένο καλαμπόκι και σπανιότερα κρέας και ψάρια. Περιλάμβανε, επίσης, κρασί και ρακή, ενώ το λάδι, φαίνεται, ότι ήταν το μόνο προϊόν διατροφής, που υπήρχε σε επάρκεια καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα. Σε περιπτώσεις πολιορκιών, όπως αυτή του Μεσολογγίου, οι πολιορκημένοι μετά την εξάντληση των αποθεμάτων τροφίμων αναγκάστηκαν να καταναλώσουν οτιδήποτε ήταν δυνατό να μασηθεί. Στην αρχή κατανάλωσαν όλα τα κατοικίδια ζώα που υπήρχαν, όπως άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, καμήλες, σκύλους, γάτες, στη συνέχεια ποντικούς και κάθε άλλο «ακάθαρτο ζώο», ενώ χρησιμοποιήθηκαν ακόμα και δέρματα ζώων για τον κορεσμό της πείνας. Στην απόγνωσή τους κάποιοι κατέφυγαν στη νεκροφαγία πτωμάτων και μάλιστα συγγενών τους. 
 
Η ακατάλληλη διατροφή προκαλούσε δυσεντερία, που εξαντλούσε ακόμη περισσότερο τους αποδυναμωμένους οργανισμούς των αγωνιστών του 1821, ενώ έκδηλα ήταν τα συμπτώματα αβιταμινώσεων, κυρίως από την έλλειψη της βιταμίνης C, που προκαλούσε σκορβούτο. Η πρόσβαση σε αποθέματα υγιεινού πόσιμου νερού ήταν συχνά προβληματική, είτε γιατί δεν επαρκούσαν οι διαθέσιμες ποσότητες για τις υφιστάμενες ανάγκες είτε γιατί ο εχθρός κυρίευε τις πηγές υδροδοσίας και ανέκοπτε την ύδρευση πόλεων και περιοχών, που τελούσαν υπό τον έλεγχο των Ελλήνων.
 
Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου έπιναν το γλυφό νερό της λιμνοθάλασσας, των λίγων πηγαδιών και των δύο δεξαμενών που ήταν γεμάτα πτώματα. Για το θέμα αυτό ο Κασομούλης αναφέρει στα «Απομνημονεύματά» του, τα εξής: «…το νερό των δεξαμενών είχεν γίνει ένα μίγμα αλλόκοτον· ότι ήθελες μέσα εύρισκες· μυαλά, εντόσθια, αίμα, κεφάλια – και οι Έλληνες έπιναν και υπέμνεσκαν με όλην την αδιαφορίαν». 
 
 Ο κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ, 
καθ. Ιατρικής Θεόδωρος Δαρδαβέσης. 
Πηγή φώτο ΑΠΕ-ΜΠΕ
 
 
«Οι επιστήμονες ιατροί κατά την επανάσταση του 1821»
 
Κατά τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου ο αριθμός των ιατρών, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες περίπου 1.000.000 κατοίκων, δεν υπερέβαινε τους 90. Μετά την επανάσταση και με την άφιξη στην Ελλάδα Ελλήνων και φιλελλήνων ιατρών από το εξωτερικό, ο συνολικός αριθμός τους ουδέποτε υπερέβη τους 500, ενώ οι υπάρχουσες ανάγκες λόγω του πλήθους των τραυματιών από τις πολεμικές διενέξεις και των ασθενών από την εκδήλωση επιδημιών υπήρξαν τεράστιες.
 
 Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όπως εξήγησε ο καθηγητής, αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, διότι κατά τον Κο­ραή «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα». Τα πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν κυρίως της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης, από τα οποία αποφοιτούντες με διπλώματα που έφεραν την αναφορά «Natione Graecus», επέστρεφαν στην υπόδουλη πατρίδα και συνέτειναν στο να αμβλύνουν τον πόνο των ραγιάδων αδελφών τους και στο να διατηρήσουν άσβεστη την πίστη στην ελευθερία. Κάποιοι εξ αυτών, ανερχόμενοι στην κλίμακα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέκτησαν αξιώματα, όπως οι γιατροί Μαυροκορδάτος και Νικούσιος που έγιναν Μεγάλοι Διερμηνείς. Ορισμένοι, όπως ο Ηπίτης οργάνωσαν φιλελληνικά κομιτάτα στην Ευρώπη. Άλλοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής κατέστησαν διαφωτιστές του έθνους ή πολιτικοί της επανάστασης, όπως ο Α. Μαυροκορδάτος και ο Ι. Κωλέττης. 
 
Τον Ρήγα Φεραίο τον πλαισίωσαν και τον στήριξαν στους αγώνες του οι ιατροί Εμμανουήλ Ιωάννης από την Καστοριά, Πολύζος Νικόλαος, Κυρίτσης Ιωάννης, Νικολαΐδης Δημήτριος, Φράγκος Πέτρος και οι φοιτητές της Ιατρικής Καρακάσης Κωνσταντίνος, Περραιβός Χριστόφορος και Σακελλάριος Γεώργιος. Στη Φιλική Εταιρεία συμμετείχαν ως μέλη δεκάδες ιατροί, ενώ αρκετοί υπήρξαν ευεργέτες του αγώνα όπως ο Αρσάκης από την Ήπειρο, ο Δελλαπόρτας από την Κεφαλλονιά, ο Σακελλάριος από την Κοζάνη και ο Φλέβας από τη Νάουσα. Τέλος, ιατρός ήταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας. 
 
Από τους επιστήμονες ιατρούς, λίγοι σχετικά, επέλεξαν να εμπλακούν στο ένοπλο σκέλος της εθνεγερσίας και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους αγωνιστές της επανάστασης. Όσοι τελικά ενεπλάκησαν, ασχολήθηκαν περισσότερο με την αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων και ελάχιστα με τη φροντίδα τραυμάτων και κακώσεων, με συνέπεια η ιατρονοσηλευτική περίθαλψη να στηριχθεί σε φιλέλληνες αλλοδαπούς ιατρούς και κυρίως στους λεγόμενους πρακτικούς ή εμπειρικούς ιατρούς, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τους κομπογιαννίτες και τους τσαρλατάνους. 
 
«Οι πρακτικοί ιατροί κατά την επανάσταση του 1821»
 
Οι πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», κυρίως στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί». Τους αποκαλούσαν, επίσης, «ιατροφαρμακοποιούς», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων που επιτελούσαν, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Οι πρακτικοί ιατροί διακρίνονταν σε εξοχότατους, σε καλογιατρούς και βοτανοπώλες και έχαιραν εκτίμησης, διότι ήταν κοντά στους απλούς ανθρώπους στους οποίους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους χωρίς ή με συμβολική αμοιβή. 
 

«Κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι»
 
Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι. 
 
Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας. Έφεραν ειδική ένδυση και κάλυπταν το κεφάλι τους με σαμαροκάλπακο στο οποίο τοποθετούσαν, εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης. Σε άλλες περιπτώσεις τοποθετούσαν τα φάρμακα σε σακούλες, τις οποίες κρεμούσαν σε εμφανή σημεία της ένδυσής τους και για το λόγο αυτό ονομάζονταν και σακουλαραίοι. Συνήθως είχαν ως συνοδεία έναν βοηθό, ο οποίος διαλαλούσε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!», ενώ μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερη συντεχνιακή διάλεκτο. 
 
Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι είχαν, επίσης, τα προσωνύμια «Βικογιατροί», όταν συγκέντρωναν βότανα από την κοιλάδα του Βίκου ή «Ματσοκάριδες» γιατί κρατούσαν ρόπαλο (mazuca), κυρίως για να αμύνονται από τις επιθέσεις των συγγενών του ασθενούς, σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας που εφάρμοζαν. 
 
Η θεραπευτική αγωγή που συνιστούσαν, απαιτούσε αφενός υλικά για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να εντοπιστούν και αφετέρου υιοθέτηση οδηγιών ιδιαίτερα πολύπλοκων στην εφαρμογή τους, ώστε σε περίπτωση κακής έκβασης της ασθένειας η ευθύνη να βαρύνει τον ασθενή και τους οικείους του.
 
«Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη»
 
Σε ό,τι αφορά παρεχόμενη υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη, κατά την περίοδο της εθνικής παλιγγενεσίας, ο κ. Δαρδαβέσης επισήμανε ότι ήταν ανάλογη με το υφιστάμενο επίπεδο των ιατρικών γνώσεων της εποχής. Ιατρικές πράξεις και διαδικασίες όπως είναι η χορήγηση αναισθησίας, η μετάγγιση αίματος, η ασηψία, η αντισηψία και άλλες, ήταν παντελώς άγνωστες και η συνεισφορά του υγειονομικού προσωπικού στην περίθαλψη των τραυματιών και των ασθενών υποτυπώδης. 
 
Στα πεδία των μαχών οι ελαφρά τραυματισμένοι ετύγχαναν φροντίδας, επί τόπου, από τους συμπολεμιστές τους, ενώ οι φέροντες βαριά τραύματα διακομίζονταν προς νοσηλεία σε μοναστήρια όπως η Μονή του Ομπλού, της Βελανιδιάς και άλλες και αργότερα σε υποτυπώδη νοσοκομεία, τα οποία εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να συγκροτούνται. Η φροντίδα των τραυμάτων περιλάμβανε καθαρισμό της εξωτερικής τους επιφάνειας με ρακή και εισαγωγή στο εσωτερικό τους αλοιφής παρασκευασμένης από λεύκωμα αυγού αναμεμιγμένου με κοινό λάδι και ρακή. Στη συνέχεια ετίθετο επί του τραύματος αλοιφή παρασκευασμένη από σαπούνι και ρακή και ακολουθούσε, κατά διαλείμματα η επίβρεξή του με ρακή, που φαίνεται ότι ήταν θεραπευτικό μέσο συνεχούς χρήσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις απολύμαναν την πληγή με καυτό λίπος, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Μακρυγιάννης: «…Της έβγαλα το παλούκι από το ποδάρι της και το ζεμάτισα με ξύγκι. Όμως έγινε τούμπανο…». 
 
Η επίδεση του τραύματος, ανεξάρτητα του βαθμού της σοβαρότητάς του, πραγματοποιείτο με ταινίες υφάσματος και μικρά καλάμια ή νάρθηκες κατασκευασμένους από ξύλο ή ναστόχαρτο. Για την αιμόσταση των μεγάλων αγγείων χρησιμοποιείτο πυρακτωμένο σίδερο, για την αιμόσταση των τριχοειδών οινόπνευμα, ενώ για τον έλεγχο των αιμοπτύσεων λόγω τραυμάτων του θώρακα χορηγείτο ζεσταμένο κρασί αναμεμιγμένο με κοινό βούτυρο. Για τη συρραφή τραυμάτων, εκτός της κλασσικής τεχνικής με τη χρήση βελόνας και κοινής κλωστής, αναφέρεται από το Στρατηγό Μακρυγιάννη στα «Απομνημονεύματά» του, η χρήση κεφαλών μυρμήγκων. 
 
Για τη συγκεκριμένη πρακτική της συρραφής των τραυμάτων ο Γιάννης Βλαχογιάννης σημειώνει τα εξής: «Η διά των κεφαλών των μυρμήγκων ραφή τραυμάτων, γνώριμος τοις εμπειρικοίς ιατροίς των χρόνων εκείνων, εγίνετο ως εξής: Προσαγόμενοι μεγάλοι ζωντανοί μέρμηγκες, έδακνον τα χείλη του τραύματος, κεκλεισμένα, αμέσως δι’ αποκοπτομένου του σώματος αυτών, έμενεν η κεφαλή σχηματίζουσα ούτω βελονιάν ικανώς ισχυράν». 
 
«Καλό βόλι» σήμαινε …και έναν γρήγορο, ανώδυνο θάνατο
 

 
Η θεραπευτική προσέγγιση παθολογικών καταστάσεων, όπως ανέφερε στην ομιλία του ο καθηγητής, είχε χαρακτήρα εμπειρικό και υποτυπώδη. Ενδεικτικά αναφέροντας, οι συστάσεις για την αντιμετώπιση των πυρετών αφορούσαν σε μαλάξεις με λάδι και για τις γριππώδεις συνδρομές χορήγηση αφεψήματος ξηρών σύκων και ξυλοκεράτων ή ζεσταμένου κρασιού με πιπέρι. Για την αντιμετώπιση των οιδημάτων και των μωλώπων χρησιμοποιείτο ζεστό βούτυρο. 
 
Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη και η εντόπισή τους είναι εύκολη στη χλωρίδα της ελληνικής υπαίθρου. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύμελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όταν είχαν τη δυνατότητα από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.
 
 Εκτός των προαναφερθέντων δρογών, φαρμακευτικών και χημικών ουσιών, παρασκευάζονταν και ορισμένα φάρμακα βασισμένα σε μυστικές συνταγές, κυρίως από διάφορους εμπειρικούς γιατρούς, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνους, οι οποίοι μετέδιδαν το μυστικό της σύνθεσης και της παρασκευής μόνο στους απογόνους τους.
Ως υπνωτικό χρησιμοποιείτο το αφιόνι, για το οποίο το ΙΕ΄ άρθρο του συμφωνητικού, που υπέγραψαν οι αρχηγοί της Φρουράς του Μεσολογγίου πριν από την ηρωική έξοδο, αναφέρει: «…Τα μικρά παιδιά όλα να τα ποτίσουν αφιόνι οι γονείς, άμα σκοτειδιάσει για να μη κλαίνε». Για τα οιδήματα των κάτω άκρων χρησιμοποιείτο αλατόνερο. Ως εμετικό χρησιμοποιούνταν «κόκοι τάταρου». 
 
Η έλλειψη φαρμάκων και υγειονομικού υλικού ήταν συχνότατη. Οι πολιορκημένοι στην Ακρόπολη Αθηνών αναφέρουν σε έγγραφό τους προς τη Διοίκηση, με ημερομηνία 17-02-1827, τα εξής: «…Οι άρρωστοι αποθαίνουν αδίκως με το να μην έχουν τα αναγκαία τους· σχεδόν τίποτε, τόσον και λαβωμένοι δεν έχουν ούτε αλοιφή ούτε ξαντό, ούτε δεσίματα, αλλά βρωμίζουν και αποθαίνουν…». Τα προαναφερθέντα αναδεικνύουν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821 στο πεδίο της υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας των αγωνιστών της ελευθερίας. Για το λόγο αυτό η ευχή «Καλό βόλι» εξέφραζε, συν τοις άλλοις, και την επιθυμία για ένα γρήγορο, ανώδυνο και ηρωικό θάνατο.
 
24/03/2019 08:00 ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σμαρώ Αβραμίδου

Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ (1843-1901)





Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ
ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ
(1843-1901)
ΚΑΙ ΤΑ ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
 
Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΤΑΡΑΧΙΑΣ
 
Μία από τις εξέχουσες οικογένειες της ομογένειας στην Κωνσταντινούπολη ήταν η οικογένεια Στεφάνοβικ-Σκυλίτση. Ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης ήταν πλούσιος έμπορος και τραπεζίτης της Πόλης, χρηστός οικογενειάρχης, ευσεβής χριστιανός και διακρινόταν για τη φιλανθρωπία και την αγάπη του για το Γένος. Κατά τα έτη 1837-1838 προσέφερε χρήματα για την ανέγερση του Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων (Κων/πολη). Επίσης το 1879 προέβη σε προσφορά 1.100 λιρών Τουρκίας για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου κτιρίου για τους φρενοβλαβείς της Πόλης.
 
Το 1864, ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης με άλλους έλληνες τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης, όπως οι Ε. Μπαλτατζής, Στ. Ζαφειρόπουλος, Κ. Ζωγράφος, Α. Ράλλης, Cammondo και Γεώργιος Ζαρίφης, ίδρυσαν το τραπεζικό ίδρυμα «Societè Generale de l’ Empire Ottoman» (Γενική Εταιρεία του Οθωμανικού Κράτους). Το 1873 ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο Χρηστάκης Ζωγράφος, ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, ο Π. Καραπάνος, ο Ε. Μπαλτατζής και άλλοι τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης ίδρυσαν την «Τράπεζα Βιομηχανικής Πίστεως» στην Αθήνα με κεφάλαιο 25 εκατομμυρίων φράγκων.
 
 
Ο Γεώργιος Ι. Ζαρίφης μαζί με άλλους έλληνες τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης (Λεωνίδας Ζαρίφης, Ευστάθιος Ευγενίδης, Χ. Μαυροκορδάτος, Αντώνιος Μαυρογορδάτος, Α. Βλαστός, Ζαννής Στεφάνοβικ, Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, Γ. Κορωνιός, Β. Νεγρεπόντης) και μερικούς ξένους (ο Εβραίος Solomon Fernandez, οι εκπρόσωποι της Oθωμανικής Tράπεζας Foster, Devaux και Von Haas, ο βρετανός τραπεζίτης Alfred Barker κ. ά.) συγκρότησαν έναν τραπεζιτικό όμιλο και επέβαλαν οικονομικό έλεγχο στα οικονομικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο παραπάνω τραπεζιτικός όμιλος κατάφερε και πέτυχε την έκδοση ενός αυτοκρατορικού διατάγματος από τον σουλτάνο και την υπογραφή σύμβασης με την οθωμανική κυβέρνηση (10/22 Νοεμβρίου 1879), που προέβλεπαν τα εξής: η οθωμανική κυβέρνηση παραχωρούσε, από την 1/13 Ιανουαρίου 1880, στον τραπεζιτικό αυτόν όμιλο και στην Οθωμανική Τράπεζα για μία δεκαετία την είσπραξη των φόρων χαρτοσήμου, οινοπνευματωδών, αλιείας, προβάτων και μεταξιού, τη διαχείριση των μονοπωλίων του αλατιού και του καπνού, καθώς και τους φόρους της Ρωμυλίας, της Κύπρου και της Βουλγαρίας, προκειμένου να καλυφθεί το εσωτερικό και εξωτερικό χρέος της Τουρκίας και να συνεχίσει η Τουρκία να πληρώνει το τοκοχρεωλύσιο του δημόσιου χρέους της, το οποίο είχε διακοπεί. Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε στο λεγόμενο «∆ιάταγμα του Μουχαρρέμ» (1881), με το οποίο διευθετήθηκε οριστικά το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας, αφού εγκαθιδρύθηκε αυστηρός οικονομικός έλεγχος στην Τουρκία, για να εξασφαλιστεί η πληρωμή 25 % του τοκοχρεωλυσίου του δημοσίου οθωμανικού χρέους. Ο οικονομικός έλεγχος στα δημόσια οικονομικά του οθωμανικού κράτους, τα οποία είχαν επιβάλλει οι έλληνες τραπεζίτες της Πόλης, καταργήθηκε το 1923 από τον Κεμάλ Ατατούρκ και τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, μετά το τέλος του μικρασιατικού πολέμου και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού.
 
Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ (1843-1901) 
 
                                                                         
                                                                                    
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης γεννήθηκε στην Κων/πολη το 1843. Πατέρας του ήταν ο πλούσιος έμπορος και τραπεζίτης της Πόλης Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης. Ο Παύλος ασχολήθηκε με την χρηματοπιστωτική πίστη και τη ναυτιλία, αλλά και με τις τραπεζιτικές και εμπορικές επιχειρήσεις του πατέρα του, τις οποίες διεύρυνε κι έτσι απέκτησε μεγάλη περιουσία. Το 1871 συμμετείχε, ως κύριος μέτοχος με τον Οίκο Ζαρίφη και άλλους έλληνες εμπόρους από την Κων/πολη, την Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο, στην εταιρεία «Η Ποντοπορία», η οποία διέθετε δύο ρυμουλκά ατμόπλοια. Το 1872 συμμετέχει στην ίδρυση της τράπεζας «Αυστροουγγρική Πίστη», με τον Χρηστάκη Ζωγράφο, τον Στ. Ράλλη, τον Γεώργιο Ζαρίφη, τον Κ. Καραπάνο, εβραίους τραπεζίτες κ. ά.
 
Πλούσιο ήταν το φιλανθρωπικό έργο και οι αγαθοεργίες του Παύλου Στεφάνοβικ - Σκυλίτση. Βοήθησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνέβαλε στην ανέγερση ενός ναού στο κοιμητήριο του Σταυροδρομίου, ενίσχυσε οικονομικά άπορες οικογένειες, ελληνικά σχολεία και ορφανοτροφεία της Κων/πολης.  Ήταν χρηματοδότης της φιλεκπαιδευτικής αδελφότητας «Αγαπάτε Αλλήλους», που ιδρύθηκε το 1881 υπό την αιγίδα του Οικ. Πατριαρχείου και «ανέλαβε την χρηματοδότηση των απόρων σχολείων, την ίδρυση σχολείων και παρθεναγωγείων όπως και την χρηματοδότηση δασκάλων». Επίσης, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης και άλλοι οικονομικοί παράγοντες της Πόλης (Γεώργιος Ζαρίφης, Χρηστάκης Ζωγράφος, Θ. Μαυρογορδάτος, Ευγενίδης, Κορωνιός κ. ά.) συνέδραμαν οικονομικά στη λειτουργία του «Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως» και στις φιλεκπαιδευτικές του δραστηριότητες.
 
Τα ονόματα του Ζαννή Στεφάνοβικ-Σκυλίτση και του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση αναγράφονται στον πίνακα ευεργετών και δωρητών που είναι αναρτημένος στην αίθουσα τελετών της «Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής».
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης συνέβαλε οικονομικά στην ανέγερση του ναού της Αγίας Τριάδας στο Ταξίμ, ο οποίος θεμελιώθηκε το 1876 και εγκαινιάστηκε το 1889. Ο σεισμός της 28ης Ιουνίου 1894 κατέστρεψε το κτιριακό συγκρότημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Με δωρεά του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση κτίστηκε εξολοκλήρου το σημερινό κτίριο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης σε σχήμα Π προς τιμήν του ιδρυτή, του οποίου το όνομα αρχίζει από Π (Παύλος), και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 6 Οκτωβρίου 1896, επί οικουμενικού πατριάρχη Ανθίμου Ζ΄ (1895-1897).
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης πέθανε στην Κων/πολη στις 23 Απριλίου 1901 και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη και της Ιεράς Συνόδου.
 

 Το άγαλμα του Βύρωνα 
προσφορά της οικογένειας Σκυλίτση
 
ΤΑ ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
 
Λίγους μήνες πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881), η οθωμανική κυβέρνηση πούλησε σε πλούσιους Έλληνες όλα τα κτήματα που περιήλθαν σ’ αυτήν από δημεύσεις. Έτσι, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης αγόρασε 26 τσιφλίκια στη Θεσσαλία, έκτασης 600.000 στρεμμάτων, περίπου. Τα τσιφλίκια, κυρίως πεδινά και λίγα ημιορεινά χωριά, τα οποία αυτός αγόρασε στη Θεσσαλία, στα τέλη του 19ου αιώνα κι αποτέλεσαν τα λεγόμενα στεφανοβίκεια κτήματα ήταν τα εξής:
 
Α. Νομός της Λάρισας :
Νιάματα· Νάματα, νοτιοανατολικά της Λάρισας.
Σαρασλάρ· Μεγάλο Μοναστήρι, 40 χλμ. νοτιοανατολικά της Λάρισας.
Κιοπέ-Ομπασί (Κιοπόμπασι)· διαλυμένος οικισμός στην περιοχή του Ριζόμυλου του Βελεστίνου.
Χατζημουσταφαλάρ· Ρεύμα, συνοικία των Νέων Καρυών, 17 χλμ. νότια της Λά-ρισας.
Κοτσμπασάν· Νέα Λεύκη, 14 χλμ. νότια της Λάρισας.
Μεγάλο Χαλίτσι· ∆ίλοφος, 26 χλμ. νότια της Λάρισας.
Χισαρλίκ (Σαρλίκι)· ο διαλυμένος οικισμός Παλαιοκκλήσι των Νέων Καρυών, 17 χλμ. νότια της Λάρισας.
Αμαρλάρ·17 Κοιλάδα, 14 χλμ. νοτιοδυτικά της Λάρισας.
Ακ-Σεράι· η συνοικία Φιλιππούπολη της Λάρισας. Οκτσιλάρ·Αγία Σοφία του Τυρνάβου, 13 χλμ. βορειοδυτικά της Λάρισας. Τσούξιανη· ∆ήμητρα της Αγιάς, 24 χλμ. βορειοανατολικά της Λάρισας. Καστρί· Καστρί της Αγιάς, 33 χλμ. ανατολικά της Λάρισας. Σέχι· Ρευματιά των Φαρσάλων, 44 χλμ. νότια της Λάρισας. Επίσης στην ιδιοκτησία του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση ανήκαν και οι αλια-κάδες (τσιφλικομερίδια):
Νεμπεγλέρ· Νίκαια, 9 χλμ. νότια της Λάρισας.
Μπεχτσιλέρ· Μοσχοχώρι, 21 χλμ. νoτιοανατολικά της Λάρισας.
Μικρό Χαλίτσι· Κοκκίνες του Κιλελέρ, 31 χλμ. νοτιοανατολκικά της Λάρισας.
 
Β. Νομός της Μαγνησίας
Χατζήμισι· Στεφανοβίκειο, 28 χλμ. βορειοδυτικά του Βόλου. Το Στεφανοβίκειο έλαβε το όνομά του από το όνομα του ιδιοκτήτη του χωριού Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση.
Ριζόμυλος· Ριζόμυλος, 23 χλμ. βορειοδυτικά του Βόλου.
 
Γ. Νομός της Καρδίτσας
Τσαμάσι· Ανάβρα των Σοφάδων, 29 χλμ. νοτιοανατολικά της Καρδίτσας. Αγο-ράστηκε αργότερα, κατά τα τέλη της δεκαετίας 1880-1890.
Ερμήτσι· Ερμήτσι του Παλαμά, 18 χλμ. βορειοανατολικά της Καρδίτσας. Κρανιά· Κρανιά, 15 χλμ. βορειοδυτικά της Καρδίτσας.
 
∆. Νομός των Τρικάλων
Φλαμούλι· συνοικία των Τρικάλων, 6 χλμ. νότια της πόλης. Ριζαριό· συνοικία των Τρικάλων, 4 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης. Λόγγος Αχμέτ Αγά· Λόγγος, 11 χλμ. νοτιοανατολικά των Τρικάλων. Στεφανουσαίοι· ∆ροσερό, 6 χλμ. νοτιοδυτικά των Τρικάλων. Μπάγια· Πετρωτό, 23 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Βοστήδι· Κρήνη, 24 χλμ. βορειοανατολικά των Τρικάλων. Βόργιανη· Αχλαδοχώρι, 32 χλμ. βορειοανατολικά των Τρικάλων. Τσιοτούλι· Παναγίτσα, 32 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Μπουχούνιστα· Μεγαλοχώρι, 7 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Υπολογίζεται ότι στα τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση, στη Θεσσαλία, κατοικούσαν 600 οικογένειες κολίγων.
 
Τρία από τα τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στη Θεσσαλία βρίσκονταν στο σημερινό νομό της Καρδίτσας. Πρόκειται για τα τσιφλίκια Τσαμάσι (Ανάβρα), Ερμήτσι και Κρανιά. Στα τέλη της δεκαετίας 1880-1890, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης αγόρασε το τσιφλίκι Τσαμάσι, έκτασης 75.000 στρεμμάτων, από τον οθωμανό ιδιοκτήτη του Αβραάμ πασά Καρακεχαγιά. Πιθανολογείται ότι στην έκταση των 75.000 στρεμμάτων περιλαμβανόταν και ένα τμήμα από το γειτονικό χωριό-τσιφλίκι Αμαρλάρ (Αχλαδιά), αφού το τσιφλίκι Τσαμάσι περιελάμβανε 31.000 στρέμματα.
 
Τον Απρίλιο του 1900 ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης επισκέφθηκε την Λάρισα, όπου διέμεινε για μερικές ημέρες. Κατά την παραμονή του στη Λάρισα προέβη σε μία σειρά δωρεών. Συγκεκριμένα, προσέφερε 3.000 δραχμές στο ναό του Αγίου Αχιλλίου, 2.000 δραχμές στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και 1.500 δραχμές στο ναό του Αγίου Νικολάου. Επίσης δώρισε 2.000 δραχμές στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο, 2.000 δραχμές στη «Λαϊκή Σχολή» και 2.500 δραχμές στους απόρους της Λάρισας.
 
Τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια των τριών παραπάνω ναών της πόλης εξέδωσαν κοινό ευχαριστήριο ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση ο δήμαρχος της Λάρισας. Ο Παύλος Στεφάνοβικ- Σκυλίτσης επισκέφθηκε και δύο από τα τσιφλίκια του στη Θεσσαλία, το Χατζήμησι (Στεφανοβίκειο) και τον Ριζόμυλο, χωριά του τότε ∆ήμου Αρμενίου, κοντά στη λίμνη Βοιβηίδα (Κάρλα), όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τους κατοίκους τους. Κατά την αναχώρησή του από την Λάρισα για τον Βόλο, τον Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση κατευόδωσαν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό ο δήμαρχος της Λάρισας Λ. Ζαρμάνης, ο δήμαρχος του Αρμενίου ∆. Ζουζούκης και κάποιοι αξιωματικοί.
 
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΓΙΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ (1893).
[Σάλπιγξ, Λάρισα, φ. 192 (Λάρισα, 8.8.1893)]
 

 
Το 1901 ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης πέθανε και τον κληρονόμησε ο αδερφός του Ιωάννης Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, ο οποίος πούλησε τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας στην ελληνική κυβέρνηση «αντί ευτελεστάτου τιμήματος», με σκοπό να διανεμηθούν αυτά στους ακτήμονες χωρικούς. Με τον νόμο ΒΩΜΓ΄ της 1ης Φεβρουαρίου 1902 επικυρώθηκαν η πώληση των κτημάτων του Ιωάννη Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στο ελληνικό ∆ημόσιο και η σύναψη δανείου 80.000 λιρών στερλινών από την Εθνική Τράπεζα για την πληρωμή του τιμήματος των κτημάτων. Τέλος, τα στεφανοβίκεια κτήματα διανεμήθηκαν στους ακτήμονες θεσσαλούς γεωργούς σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου ΓΣΒ΄ (3202) /1907, τον οποίο ψήφισε η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, και όριζε ότι αυτά διανέμονται στους επίμορτους καλλιεργητές που ζουν κι εργάζονται σ’ αυτά, καθώς και στους ομογενείς πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία, την Βουλγαρία και την Ρουμανία, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα.
 
Συγκεκριμένα, στα χωριά-τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στη Θεσσαλία εγκαταστάθηκαν, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ομογενείς από τα χωριά και τις πόλεις Σιναπλή, Βοδενά, Φιλιππούπολις, Στενήμαχος, Ακρανιά, Καβακλή, Καρυές, ∆ογάνογλου, ∆αουτλή, Μουρανταλή, Μεγάλο Μοναστήρι, Τσεκούρκεϊ (Μικρό Μοναστήρι) και Μεγ. Βογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας, καθώς και από την Βράιλα της Ρουμανίας.
 
Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.60 σ. 408-414

Διπλή Γιορτή

Διπλή Γιορτή
 
Γράφει η Σοφία Φραγκούλια
 
Όταν τότε, εδώ και ολόκληρα 198 χρόνια. Ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα 'σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Χρόνια από τότε, πού αλώθηκε η Βασιλίδα. Χωρίς να πέσει και η λεύτερη καρδιά. Κι' η ψυχή, από την πρώτη κι' όλας στιγμή, να γλυκοτραγουδά: Πάλε με χρόνια με καιρούς, πάλε δικά μας θά 'ναι. Kι' α καρτέρι κι' α καρτέρι, ως που, να την, φθάνει η χαρούμενη ημέρα.
 
25η Μαρτίου: Αναριγεί κάθε χρονιά, κάθε καρδιά Ελληνική, την άγια τούτη μέρα. Του Εθνικού Σηκωμού η καθιερωμένη αρχή. Τι κι' αν αρχίζει, δυο η τρεις μέρες μπροστά ή μετά, στην Καλαμάτα ή στην Άγια Λαύρα, η λευτεριά. Σημασία έχει ο Σηκωμός, για την νεκρανάσταση του Γένους του Ελληνικού. Σκέψου τι θα 'μασταν ακόμη, αν δεν γινόταν! Φρίκη φέρνει και μόνη του ακούσματος η ιδέα. Δίχως εθνική λευτεριά, δεν υπάρχει και ανθρώπινη  ζωή.
 
Ιστορία γνωστή. Σαν τη σπίθα, κάτω από τη στάχτη, φυλαγμένη η φωτιά η εθνική. Κρυφοκαίει και τ' αγιοκέρι στο μικρό κρυφό σχολειό. Να πλουταίνει ο ραγιάς, όπου θάλασσα και γης, να φωτίζεται  ο  νους,  ν'   αναριεύει   η   ψυχή.   Βρόντοι από καριοφίλια κι' από πάλες αστραπές, να κρατούν τα μετερίζια και τα διάσελα ανοικτά. Όρθιος σκοπός, όρθιος Ρωμιός, θάνατος ή λευτεριά, όρκος στην ατρόμητη παλληκαριά. Ως που νά 'ρθη η ευλογημένη ώρα, ν' ανεμίσουν τ' άγια λάβαρα, να φουσκώσουν και τα ράσα, γέροι, νέοι και παιδιά, με τις μάνες πιο μπροστά, να σηκώσουν μπαϊράκια, σπιθαμή τη σπιθαμή, να σαρώσουν απ’ Αγαρηνούς, λίγο τόπο πατρικό, να ξανανοίξουν και τα σπίτια, ν’ ανάψουν κι' αγιοκέρια, στην εικόνα μπρος της  Παναγιάς.
 
 
Της Παναγίας σήμερα ! Ποιος μπορεί να το ξεχάσει; Μη δεν είναι και δική Της τούτ' ημέρα, η γιορτινή; Σε πια πιστή ή άπιστη ψυχή, δεν κρυφοαντηχεί του Αγγέλου η φωνή ! Χαίρε, Κεχαριτωμένη και χαρά μεγάλη ευαγγελίζου. Τού ανθρώπου Υιό θα γέννησεις, τον Υιόν του Θεού. Εσύ, η Άμωμη Μητέρα, πού κρύβεις μέσα Σου της Γέννας όλον τον Πόνο κι' όλης της Ζωής την χαρά. Ποια μάννα δεν πονεί και δεν χαίρεται μαζί; Ποιο πρωτοκλάμα παιδικό πρωτοχαιρετισμό δεν στέλλει, στον ήλιο της χαράς; Δίχως τέκνου πνοή, ποιο νόημα μπορεί νά 'χει κι' η ζωή; Τι πώς θά 'ρθει κι' αυτό στου κόσμου τούτου τα βάσανα να μπεί, ακόμα και να σταυρωθεί; Μη δεν είναι ο αμνός, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου;
 
Υπάρχει δρόμος, πού να μην περνά από τον Γολγοθά για να φτάσει ως την Ανάσταση; Μη λυπάσαι, Δέσποινα Κυρά μου. Ο Μονογενής Σου θα γένει μια μέρα και Πολυγενής. Κι' απ' της νύχτας το σκοτάδι, θα 'ρθει και το φως της ημέρας. Έτσι, να χαρείς και Συ μιαν Ανάσταση καλή.
 
Ανάσταση! Μήνυμα τού Εικοσιένα. Άγγελμα στην Παναγιά. Του Γένους και του Ανθρώπου. Το 'να φέρνει και τ' άλλο. Κι' απαραίτητα τα δυό. Το μηνά η Γη, το μηνούν κι' οι Ουρανοί. Άπλωσε το χέρι στην Σημαία την Ελληνική και στην Παναγιά το γόνυ κλίνε ευλαβικά. Σου το παραγγέλλουν του Εικοσιένα οι νεκροί οι ηρωικοί. Το καλεί και τού ανθρώπου η ψυχή.  
 
Καλημέρα και χρόνια πολλά σε όλους τους εορτάζοντες