-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

H Σίβα είναι πάντα μια όαση στην έρημο


Εκεί που οι ιερείς του Άμμωνα αποκάλεσαν τον Μέγα Αλέξανδρο θεό
 
 
H Σίβα είναι πάντα μια όαση στην έρημο
 
 
Του Βασίλη Αγγελικόπουλου
 
 
«Η Σίουα δεν έχει όμορφες γυναίκες, στη Μάρσα Ματρούχ έχει! Αχ η Μάρσα Ματρούχ!». Ο Ομαρ είναι ένας ψηλόλιγνος 30άρης Σιουανός, που το πρωί εργάζεται σ' ένα γραφείο ασφαλειών, το απόγευμα κάνει τον προπονητή ποδοσφαίρου και το βράδυ πλήττει. Είναι πάντως από τους λίγους κατοίκους της όασης της Σίβας, της Σίουα όπως τη λένε οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι, που ανοίγεται εύκολα σ' έναν ξένο - και μπορεί να μιλήσει στ' αγγλικά μαζί του.
 
Διαφωνώ και του το λέω: Όσα κοριτσίστικα πρόσωπα είδαμε στη Σίβα ήταν πανέμορφα. Δεν είδαμε βέβαια πολλά. Γιατί γυναίκα δεν βλέπεις να κυκλοφορεί στους δρόμους της Σίουας - τις βλέπεις μόνο καθισμένες ανακούρκουδα επάνω στα τοπικά «ταξί», κάτι μικρά κάρα που τα σέρνουν γαϊδουράκια και τα οδηγούν 15χρονοι ηνίοχοι. Κι εκεί πάλι μπουμπουλωμένες κάτω από τις μαύρες μπούργκες τους - μόνο τα ανύπαντρα κορίτσια επιτρέπεται να δείχνουν το πρόσωπό τους, φορώντας κι αυτές, εννοείται, μαντίλα σφιχτή στο κεφάλι.
 
Αποφεύγουν τα ξένα βλέμματα
 

 
Ναι, σ' αυτή την ακόμα πολύ απομονωμένη νησίδα ζωής καταμεσής στη λιβυκή έρημο, τα ήθη είναι αυστηρά, πολύ αυστηρότερα απ' ό,τι στην υπόλοιπη Αίγυπτο. Πού, εδώ, τα ζωηρά, εξωστρεφή, αιτητικά για επικοινωνία βλέμματα που συναντάς σχεδόν παντού στην υπόλοιπη χώρα. Εδώ ακόμα και οι άντρες αποφεύγουν το βλέμμα του ξένου. Μόνη εξαίρεση όσοι είναι εξ επαγγέλματος υποχρεωμένοι να έρχονται σε επαφή με τους τουρίστες - οι λιγοστοί καταστηματάρχες του «κέντρου» δηλαδή, τα νεαρούδια των κάρων-ταξί και οι οδηγοί των τζιπ που σε πάνε «σαφάρι» στη γύρω έρημο, στα εκπληκτικά βουνά άμμου, τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αμμολόφων στον κόσμο. Γιατί σχεδόν όλοι οι άλλοι των «τουριστικών επαγγελμάτων», λ.χ. το πάσης φύσεως προσωπικό των ξενοδοχείων, είναι άνθρωποι από πόλεις και κωμοπόλεις του Δέλτα. Ξενομερίτες είναι και τα στελέχη των δημόσιων υπηρεσιών, αστυφύλακες, στρατιωτικοί κ.λπ.
 
Οι Σιουανοί, γεωργοί κατά το πλείστον, ζουν μ' έναν τρόπο που δεν φαίνεται να αλλάζει γρήγορα. Φορούν όλοι κελεμπία, μιλούν δική τους διάλεκτο, τη σιούι, και διοικούνται ακόμη από το συμβούλιο των αρχηγών των εννέα φυλών τους, που όλες προέρχονται από τη βερβέρικη φυλή Ζανάτα, μεγάλο μέρος της οποίας ζει στη Λιβύη. 
 

 
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής αργοφτάνει εδώ. Μέχρι πριν από δυο-τρεις δεκαετίες δεν είχαν ηλεκτρικό και τηλέφωνο. Και η τηλεόραση είναι ακόμα είδος εν μεγάλη ανεπαρκεία, αν κρίνουμε από τα δεκάδες κεφάλια που στοιχίζονται κάθε βράδυ στους πάγκους του στενού καφενείου προσηλωμένα στη μικρό κουτί. Κι ακόμα δεν έχουν αξιωθεί αεροδρόμιο, ούτε καν ένα δρόμο που να συνδέει τον τόπο τους απευθείας με το Κάιρο. Κάπου 500 χιλιόμετρα άμμου χωρίζουν, κατ' ευθείαν γραμμή, την όαση της Σίουα από το Κάιρο. Αλλά διασχίζεις τουλάχιστον 800 για να πας εκεί. Γι' αυτό το ταξίδι στη Σίουα γίνεται συνήθως από την Αλεξάνδρεια κι όχι από το Κάιρο.
 
Μέσα σ' ένα βύθισμα του εδάφους -18 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας- βρίσκεται η όαση της Σίουα. Περισσότερες από 300 πηγές νερού γεμίζουν λίμνες και λιμνούλες της κατάφυτης αυτής περιοχής, με τους αναρίθμητους φοίνικες και τις ελιές, αλλά και τα καλοποτισμένα χωράφια με πολλά κηπευτικά. Την κατοικούν περίπου 15.000 άνθρωποι - στο κεντρικό χωριό και τους δυο-τρεις οικισμούς του που είναι διασκορπισμένοι ολόγυρα, σε μια ακτίνα τριών χιλιομέτρων.
 
Λάσπη και φοινικόδεντρα
 
 
Ο πηλός της γης τους και τα φοινικόδεντρα έδιναν πάντα στους Σιουανούς τις πρώτες ύλες για βασικές τους ανάγκες - από κατασκευή σπιτιών έως καύσιμη ύλη. Σπίτια του πηλού με δοκάρια από κορμούς φοινίκων είναι ακόμη τα περισσότερα στη Σίουα. Από το φοινικόδεντρο τίποτα δεν πάει χαμένο: κορμός για δοκούς, κολόνες και ξυλεία, φύλλωμα πλεχτό σε στέγες, υπόστεγα, σκιάδια ή φράχτες, στελέχη της βάσης των φύλλων για καύσιμη ύλη, βέργες για επιπλοκατασκευές, ψάθινα κ.λπ. - και φυσικά οι καρποί τους, οι εύγευστοι χουρμάδες.
 
Από λάσπη και φοινικόδεντρα ήταν φτιαγμένο και το περίφημο Σάλι, το σύμβολο της Σίουα, που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Ένα φρούριο από πηλό ήταν, για να προστατεύει τα σπίτια τους από τις επιδρομές των Βεδουίνων της ερήμου. Άρχισαν να το φτιάχνουν το 1203, μετά μια φοβερή σφαγή. Με τους αιώνες αυτό το σύμπλεγμα κατοικιών από λάσπη έπαιρνε ύψος, γιατί δεν τολμούσαν να χτίσουν σπίτια έξω από αυτό. Έφτασε έτσι στις αρχές του 20ού αιώνα να έχει έως και έξι επίπεδα σπιτιών, σ' ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα. Ως το 1926, οπότε έβρεξε. Κι έβρεξε πολύ. Τρεις ημέρες καταρρακτώδους βροχής, αρκετές για να κάνουν το Σάλι να λιώσει κυριολεκτικά, αφήνοντας άστεγους τους κατοίκους του. Από τότε άρχισαν να χτίζουν κατά πλάτος πλέον τα σπίτια τους, ολόγυρα στο Σάλι, που μένει πια ως ένα εντυπωσιακό αξιοθέατο - ένα λιωμένο, σαν έργο του Νταλί, φρούριο στο κέντρο της πόλης.
 
 
Ένας ήσυχος ασφαλτόδρομος (ελάχιστα αυτοκίνητα υπάρχουν στη Σίουα) ξεκινάει από το «κέντρο» του χωριού και οδηγεί, βορειοανατολικά, σ' έναν ιερό τόπο φημισμένο στα πέρατα του κόσμου κατά την αρχαιότητα: το Μαντείο του Άμμωνος Διός. Αυτό που, για να το συμβουλευθεί ο Μεγαλέξανδρος, έκανε ένα ταξίδι 8 ημερών μέσα στην έρημο, το 321 π.Χ. Στην οχυρή θέση Αγκούρμι βρισκόταν ο αρχαίος οικισμός, κατεστραμμένος σήμερα σχεδόν ολοσχερώς, κι ανάμεσά του, στο υψηλότερο σημείο, το Μαντείο του Αμούν (Αμμωνα). Ανασκάφηκε το 1970 και έχει αναστηλωθεί προσεκτικά. Δεν είναι εύκολο ίσως να υποβάλει κάτι από το χαμένο για πάντα μυστήριο που το περιέβαλλε, αλλά προσφέρει πανοραμικές εικόνες της όασης.
 
Έξω, στην είσοδο, καμιά δεκαριά πανέμορφες κοπελούδες ψιλοπειράζουν τους λίγους τουρίστες, προσπαθώντας ταυτόχρονα να τους πουλήσουν ψάθινα, πήλινα και κάτι φτηνά υφάσματα, πλουμισμένα ωστόσο με ευφάνταστες συνθέσεις από δεκάδες κουμπιά, πούλιες και κεντίδια - μνήμες της κεντητικής-διακοσμητικής των υφασμάτων τέχνης που άκμαζε παλαιότερα εδώ.
 
 
Παίρνοντας ένα μονοπάτι προς τα νότια, ανάμεσα σε φοίνικες, χωράφια και νερά, φτάνεις πρώτα στο σημείο που ώς το 1896 σωζόταν ένας ναός του Αμμωνα - τότε τον ανατίναξαν για να πάρουν το οικοδομικό υλικό του. Καταστράφηκε ολοσχερώς. Μόνο ένα μικρό κομμάτι τοίχου με ανάγλυφα στέκει σήμερα. Συνεχίζοντας τη βόλτα, φτάνεις στην πιο διάσημη πηγή της Σίουα, την πηγή της Κλεοπάτρας. Μεγάλη στρογγυλή στέρνα με πέτρινο τοίχο, όπου κάνουν βουτιές και κολυμπούν ολοχρονίς νεαροί Σιουανοί και τολμηροί τουρίστες. Ένα στοιχειώδες καλυβάκι με ωραιότατες πλεχτές πολυθρόνες από βέργες φοίνικα προσφέρει στη δροσιά τσάι και καφέ.
 
Μια άλλη γοητευτική γωνιά της Σίουα είναι το κατάφυτο νησάκι επάνω στη λίμνη Φατνάς, τη μόνη αλμυρή της όασης. Βρίσκεται έξι χιλιόμετρα στα δυτικά της πόλης, πάει άσφαλτος - ιδανική βόλτα αν θες και με τα πόδια, κι ακόμη πιο ιδανικό σημείο να απολαύσεις, μ' έναν καφέ ή τσάι, ένα μοναδικό ηλιοβασίλεμα.
 
Πολύ διασκεδαστική εμπειρία, και ολίγον κοψοχολιαστική, είναι τα φοβερά ανεβοκατεβάσματα των μεγάλων αμμολόφων της ερήμου έξω από την όαση με τζιπ που τρέχουν σαν τρελά σε σχεδόν κάθετες πλαγιές άμμου! Δεν χρειάζεται όμως να πει κανείς τίποτα για τη μαγεία του τοπίου! Άσε την έκπληξη που, ενώ τρέχεις καταμεσής στην έρημο, βρίσκεσαι ξαφνικά μπροστά σε μια πλούσια νερομάνα που ξεπηδάει μέσα από τη γη, σχηματίζοντας λίγο πιο κάτω μια λίμνη!
 
Όταν στη Σίουα ακούσουν ότι είσαι «Greeκ» ή «Γιουνάνι», αμέσως θα σου πουν για έναν Έλληνα που έχει χτίσει σπίτι εκεί, παραδοσιακό και πήλινο φυσικά. Είναι ο Βασίλης Φιλιππάτος, διευθυντής του παραρτήματος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στην Αλεξάνδρεια. «Είναι εδώ αυτό τον καιρό;», ρωτάμε τον Σινουσί (άκου όνομα!), τον Σιουανό οδηγό του τζιπ που μας πήγε στους αμμολόφους. «Νo. Μister Lakis is very quiet man. He comes here whethere are not tourists»
 
Οι τουρίστες στη Σίουα
 
 
Τουρίστες στη Σίουα έρχονται κυρίως τις εποχές αιχμής - Πάσχα και Χριστούγεννα, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου από Νοέμβριο έως Απρίλιο. Από Απρίλιο έως Οκτώβριο, και ιδίως το καλοκαίρι, πρέπει να είσαι τρελός για να πας εκεί. Εμείς, την πρώτη φορά που πήγαμε εκεί, πριν από έξι χρόνια, ήταν Ιούνιος! Αντέχαμε να κυκλοφορούμε έξω (στο φούρνο) μόνο έως τις 10 το πρωί και μετά τις 7 το απόγευμα. Τώρα, Δεκέμβρης μήνας, την ημέρα το κλίμα ήταν υπέροχο, ζεστό και εύκρατο, αν και το βράδυ έκανε ψύχρα - αλλά το βράδυ πού να πας στη Σίουα; Τσάι με την παρέα που σας προσκάλεσε ανοιχτόκαρδα να κάτσετε μαζί τους -να που κι εδώ συμβαίνει!- και μια επίσκεψη με τον αδιόρατα θλιμμένο Ομάρ σε ένα «μπαρ», μέσα στους φοίνικες, που διατηρεί ένας χρόνια εγκαταστημένος εκεί Ολλανδός. Πιο κει κάθεται, και μας περιεργάζεται διακριτικά, αλλά επίμονα, ένας μεσήλικας Γερμανός που ζει καιρό εκεί και που τα παιδιά των αποκαλούν γελώντας, ποιος ξέρει γιατί, «Αλί Μπάμπα»
 
Έντυπη Καθημερινή
 
Πηγές : 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

E. L. WOODWARD : Γιατί διαβάζουμε Ιστορία;


Γιατί διαβάζουμε   Ιστορία;
Μια ενδιαφέρουσα ερώτηση
Του  E. L. WOODWARD* 
ΠΡΙΝ ΛΙΓΑ χρόνια έμενα σ' ένα μικρό Ιταλικό ξενοδοχείο και έτρωγα στο ίδιο τραπέζι μ’ έναν ευχάριστο Αμερικανό κληρικό. Ταχτικά του πρόσφερα ένα ποτήρι κρασί, μα αυτός ποτέ δε δεχόταν να πιει. Μια μέρα μου είπε: «Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί πίνετε αυτό τό κρασί:» Εγώ του απάντησα «Το πίνω γιατί μ’ αρέσει». Με κοίταξε με έκπληξη και μου είπε : «Είστε ο πρώτος άνθρωπος πού μου δίνει μια τόσο ειλικρινή απάντηση».
Αυτή η παρατήρηση μ’ έκανε να σκεφτώ άλλα πράγματα· αν τύχαινε να με ρωτήσει «γιατί ασχολείστε με την ιστορία;» Θα ξαναπαντούσα «γιατί μ' αρέσει». Θα θεωρούσε και τότε επαρκή την απάντηση μου; Για ποιο λόγο, αλήθεια, η κοινωνία με υποστηρίζει όταν μελετώ Ιστορία; Μήπως γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στους οποίους απλώς «αρέσει» και γι’ αυτό ακριβώς νομίζουν πώς οποίος ασχολείται με την ιστορία είναι άξιος για υποστήριξη; Ή με κοροϊδεύουν και πρέπει να μελετούμε την ιστορία για κανένα βαθύτερο σκοπό πού μου διαφεύγει; άραγε η μελέτη της Ιστορίας ωφελεί;
Ξέρω πώς μερικοί άνθρωποι θα χαρακτήριζαν την ιστορία σαν ένα οδηγό για τα σημερινά γεγονότα. Θυμάμαι πώς κάποτε εξέταζα στην ιστορία μερικούς φλογερούς και καλά μελετημένους νέους. Ρώτησα τον πρώτο γιατί σπούδαζε ιστορία. «Γιατί», μου απάντησε, «η γνώση του παρελθόντος είναι πράγμα απαραίτητο για την κατανόηση του παρόντος». Την ίδια ερώτηση έκανα και στο δεύτερο και πήρα την ίδια απάντηση. Και ο τρίτος και ο τέταρτος μου είπαν τα ίδια. Όταν μπήκε στην αίθουσα για να εξεταστεί o πέμπτος, θέλησα ν' αλλάξω την ερώτηση και του είπα:
«Νομίζετε πώς η γνώση του παρόντος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του παρελθόντος;» Εκείνος τότε μου έριξε μια ματιά σα να ήθελε να μου δώσει να καταλάβω πώς είπα κάτι πού δεν ήταν σωστό- ωστόσο πολλοί απ' τους μεγαλύτερους ιστορικούς έχουν δώσει καταφατική απάντηση σ' αυτή μου την ερώτηση. Μάλιστα ο Gibbon έγραψε για τη λιγόχρονη στρατιωτική του υπηρεσία πως «ο λοχαγός των Γρεναδιέρων του Hampshire θα χρησίμευε πολύ στον ιστορικό πού θα μελετούσε την ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Ακόμα ένας διάσημος Γάλλος ιστορικός πού χρημάτισε για λίγα χρόνια πρωθυπουργός της Γαλλίας είπε πως πριν να αποκτήσει κάποια πείρα από το κυβερνητικό έργο δεν είχε καταλάβει το μεγαλείο του Ναπολέοντα.
Υπάρχει λοιπόν λόγος να μελέτα κανείς το παρελθόν αν θέλει να κατανοήσει το παρόν; Γιατί να μην αφήσει κατά μέρος τις σημειώσεις και τα αρχεία και να μελετήσει τους ανθρώπους και όχι τα βιβλία; Ή αν θέλει να διαβάζει βιβλία πλάι στη φωτιά τη νύχτα, γιατί να μη διαλέξει βιβλία γραμμένα με βαθειά κατανόηση των ανθρώπων, όπως π.χ. τα έργα του Σαίξπηρ; Ποιο ιστορικό βιβλίο μπορεί να πει περισσότερα για τα ανθρώπινα πράγματα ή την ανθρώπινη μοίρα — κι’ ακόμα για τον ίδιο σου τον εαυτό —από τα σπαρακτικά λόγια της Κλεοπάτρας όταν άκουσε το θάνατο του Αντώνιου: «Δεν έμεινε πια τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο κάτω απ' το διαβατικό φεγγάρι», ή απ’ τα λόγια πού λέει ο Μάκβεθ στο τέλος της περιπέτειας, πού τον οδήγησε στο έγκλημα και την καταστροφή:
«Τό αύριο, τό αύριο, τό αύριο...... Κι’ όλες οι μέρες  πού  πέρασαν ήτανε  για  να  δείξουν στους τρελούς το σκονισμένο δρόμο του θανάτου.» Μπορεί να διαβάσεις εκατό βιβλία για την  Ιταλική  αναγέννηση, και όμως όλα αυτά τα βρίσκεις συγκεντρωμένα σε δυο γραμμές του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας:
«Τ’ άστρα της νύχτας σβήσανε, και η χαρούμενη μέρα μες στις θαμπές βουνοκορφές στέκεται τώρα ανάλαφρη.» Όλα αυτά είναι αληθινά, υπάρχουν όμως κι’ άλλα πράγματα πού μας δίνει η ιστορία συγκεντρωμένη έρευνα των διανοουμένων— για να κατανοήσουμε το παρόν. Και αυτά τα ίδια τα έργα του Σαίξπηρ γίνονται πιο αληθινά αν γνωρίζουμε την εποχή πού διαδραματίστηκαν. Αν ξέρεις την εποχή, μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα σχετικά με τον τρόπο της ζωής των Εγγλέζων του τέλους του 16ου αιώνα: τη διοίκηση της χώρας, τη θέση της Αγγλίας στην Ευρώπη, τη σημασία των τελευταίων θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων, το επίπεδο της διανόησης και την οργάνωση του εμπορίου. Η προσπάθεια της κατανόησης μιας εποχής απομακρυσμένης από την εποχή μας είναι αυτό καθ’ εαυτό ενα είδος απελευθέρωσης του μυαλού, μια επέκταση της πείρας, μια διαφυγή από την τυραννία του άμεσου παρόντος. Αλλά και αν δεν καταλάβουμε όλη την εποχή, η απλή γνώση των γεγονότων του παρελθόντος έχει αξία και μερικές φορές μάλιστα μεγάλη πρακτική αξία.
Η ιστορία ασχολείται τόσο με το περιβάλλον των ανθρώπων όσο και με τους ανθρώπους σαν άτομα, με τη μελέτη των θεσμών όσο και με τα γεγονότα. Είναι αδύνατο να συλλάβουμε τη σημασία του Κοινοβουλίου στη σημερινή εθνική ζωή αν δε γνωρίζουμε την αφορμή της δημιουργίας και της εξέλιξης του θεσμού της αντιπροσώπευσης του λαού· έχει πραγματική σημασία να πληροφορηθούμε ως ποιο σημείο η διατήρηση και η διαμόρφωση του Αγγλικού Κοινοβουλίου είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς ιστορικών γεγονότων πού οφείλονται πρώτα απ’ όλα στις παραχωρήσεις των βασιλέων πού ήτανε από τη καταγωγή τους πιο πολύ Νορμανδοί και Γάλλοι. Όταν μελετάς έναν θεσμό εξελικτικά, μελετάς πάντα μια μεταβολή : «Τα χρόνια οργώνουν τη γη σα μεγάλα μαύρα βώδια.» Από πρακτική άποψη δεν αρκεί να δεχτούμε τη γενική ρευστότητα των πραγμάτων. Όποιος θέλει να παρακολουθήσει την πορεία της μεταβολής —και η ανθρώπινη πράξη δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο —θα κάνει σωστά αν κοιτάξει για μια στιγμή το ρεύμα του παρελθόντος και να δει πως φτάσανε να γίνουν τα πράγματα όπως είναι σήμερα. Ο ιστορικός θα πέσει έξω αν νομίσει πως το παρόν δεν είναι παρά μια προώθηση του παρελθόντος προς τα μπρος· ωστόσο οι άνθρωποι πού δεν έχουν ιστορικές γνώσεις ξεχνούν πως αυτό πού ονομάζουμε παρόν δεν είναι παρά μια στιγμή στον ατέλειωτο κύκλο της μεταβολής Οι άνθρωποι μιλούν για ορισμένους θεσμούς σαν αυτοί οι θεσμοί να υπήρχαν από πάντα, και σάνα ου μεταβολές πού θέλουν να κάνουν θα είναι κάτι το μόνιμο. Μια τέτοια ιδέα έχει το «καπιταλιστικό σύστημα» για «το εθνικό καθεστώς». Κανένας απ' αυτούς τους θεσμούς του περιβάλλοντος μας δεν είναι πολύ παλιός.
Καθένας απ' αυτούς δημιουργήθηκε από κάποιους ιστορικούς λόγους. Δεν είναι εύκολο να ανακαλύψουμε η ν" απομονώσουμε αυτούς τους λόγους, αλλά μόνο να διαπιστώνουμε συχνά την πορεία της εξέλιξης τους έστω και αν η εξήγηση της είναι αδύνατη.
"Αν πάλι από το άλλο μέρος η ιστορία μας δείχνει πως στο πολιτικό ή κοινωνικό μας περιβάλλον τίποτα δεν έχει κάποιο στοιχείο μονιμότητας, πρέπει να συμπεράνουμε πως δεν μπορούμε να βρούμε σε καμιά εποχή ούτε  κοντινή   ούτε μακρινή, κάτι το αμετάβλητο.
Άραγε το μόνο πού μας διδάσκει η ιστορία — έκτος από τις γνώσεις για ορισμένα γεγονότα —είναι αυτή η αδιάκοπη μεταβολή; Μεταβολή χωρίς βελτίωση; Η σπουδή της ιδέας της προόδου μέσα στην ιστορία είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μελέτες πού μπορεί να αναλάβει ένας ιστορικές. Σε όλους τους αιώνες της ιστορίας πού είναι γνωστοί από γραπτά μνημεία, οι άνθρωποι ονειρεύονταν σαν κάτι περασμένο και πολύ μακρινό, μια χρυσή εποχή όπου οι θεοί περπατούσαν στη γη. Ωστόσο η ιδέα πως το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρελθόν, είναι πάντα ζωντανή στην ανθρώπινη σκέψη. Μήπως αυτή   η   ιδέα  είναι  λαθεμένη; Μπορεί η ιστορία να δώσει μια συγκεκριμένη, μαρτυρημένη απάντηση σ' αυτό το σημείο; Πρέπει να πούμε ότι οι γνώμες των συγχρόνων ιστορικών δεν συμφωνούν σ' αυτό το βασικό ζήτημα.
Γενικά, οι περισσότεροι σύγχρονοι Άγγλοι ιστορικοί έχουν παραδεχτεί την ιδέα της προόδου — όχι με την έννοια του εκφυλισμού— άλλα σα μια σταθερή κίνηση για κάτι καλύτερο. Στην πολιτική βλέπουν την πρόοδο στον έλεγχο της δύναμης· αυτό π.χ. παραδεχόταν ο λόρδος Acton. Σε όλους είναι γνωστά τα λόγια του: «κάθε δύναμη διαφθείρει· και η απόλυτη δύναμη, διαφθείρει απόλυτα.» Η πρόοδος λοιπόν στην πολιτική με την έννοια της βελτίωσης πρέπει να ερμηνευτεί σαν μια αύξηση της ελευθερίας: δηλαδή σαν ένας περιορισμός της κυριαρχίας των ανθρώπων πάνω σε άλλους ανθρώπους.
Εγώ συμφωνώ με τον Acton, αλλά θα έδινα περισσότερη σπουδαιότητα στην υλική πρόοδο, σα μια απαραίτητη προϋπόθεση της προόδου σε μια πιο ευγενική μορφή. Έχει γίνει μόδα στις πιο εύπορες τάξεις να απολαμβάνουν κάθε υλική πρόοδο· αυτή η μόδα σαν όλες τις άλλες είναι κάτι το επιπόλαιο. Είναι αληθινά σωστό πως η υλική πρόοδος μπορεί να οδηγήσει σε κακά αποτελέσματα — η επισφράγιση αυτής της αλήθειας μας δόθηκε απ' τους Γερμανούς· ωστόσο είναι το ίδιο αληθινό, πως χωρίς αυτή την πρόοδο — χωρίς τη σειρά των ανακαλύψεων και εφευρέσεων πού άρχισαν με την υποταγή της φωτιάς και τη χρήση του τροχού — η ζωή θα ήταν όπως λέει ο Hobbes, «έρημη, φτωχή, βάρβαρη, τιποτένια, σύντομη».
Είπα σχεδόν όλα όσα ένας ιστορικός μπορεί να πει απαντώντας στις ερωτήσεις πού γίνονται καμιά φορά για το σκοπό της ζωής πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη. Θα μπορούσα να προσθέσω πως η πορεία της εξακριβωμένης ιστορίας —όσο και αν είναι μικρή —μας δείχνει φανερά πόσο ακριβά πληρώνεται κάθε παράβαση του ηθικού νόμου. Στην ιστορία των εθνών και του πολιτισμού ο Θεός δεν ξεγελιέται.
Θα μπορούσα να προχωρήσω κι' άλλο, ωστόσο θα είχα να πω συλλογισμούς το περισσότερο, παρά μια πραγματικότητα πού θα μπορούσα να αποδείξω. Άρχισα λέγοντας πως διαβάζω ιστορία επειδή μου αρέσει. Γιατί μου αρέσει; Για πολλούς λόγους κι’ απ' αυτούς ίσως πολλοί δεν είναι αξιόλογοι. Διαβάζω από απλή περιέργεια. Όταν διασχίζω τους δρόμους του Λονδίνου, θέλω να ξέρω γιατί το Pall Mall λέγεται Pall Mall. Ποιος ήταν ο Somerset πού γι’ αυτόν έγινε το Somerset House. Ποιο μοναστήρι έδωσε το άνομα του στο Covent Garden. Μου αρέσει το σύστημα της ιστορικής έρευνας, πού θα το έλεγα γαλήνιο ερεθισμό της διανοητικής ανακάλυψης.
Μου φαίνεται, νομίζω, ότι υπάρχει και ένας άλλος λόγος πού αισθάνομαι τόσο μεγάλη επιθυμία για να γνωρίσω το παρελθόν. Η προσπάθεια του ιστορικού να ανακαλύψει το παρελθόν, μου φαίνεται ότι εξυψώνει την προσωπικότητα του καθώς προχωρεί στο έργο του· μια προσωπικότητα όμως περιορισμένη σε τόπο και χώρο. Λίγα χρόνια πριν παρακολουθούσα την επιδιόρθωση ενός κτιρίου του 15ου αιώνα και ανακάλυψα πως σ’ ένα μέρος του τοίχου η λάσπη είχε ενισχυθεί με άχυρα. Τα άχυρα ήταν ακόμα εκεί και τα κρατούσα μέσα στα χέρια μου ξερά πια, από το θέρισμα ενός καλοκαιριού εδώ και 500 χρόνια. Ένα θέρισμα πού είχε γίνει από ανθρώπους πού είχαν ακούσει με τ’ αυτιά τους τα νέα του Agincourt· αυτοί οι θεριστές και οι χτίστες ήταν πεθαμένοι πριν πολλά χρόνια: ωστόσο μπροστά στα μάτια μου είχα τον καρπό, μπροστά στα μάτια μου είχα τη δουλειά τους.
Μέσα στις γνώσεις μου για το παρελθόν της Αγγλίας αυτή η χούφτα τα σταχτόμαυρα άχυρα, έγινε για μένα ένα σύμβολο. Δε μπορώ να εκφράσω πιο καθαρά τη μορφή του παρά λέγοντας «ένα σύμβολο της εκμηδένισης του χρόνου» — ένα σύμβολο αν θέλετε, πού δείχνει αυτή την αιώνια μεταβολή κι’ αυτό το αιώνιο ταίριασμα πού είναι στην ουσία τους το θέμα της ιστορίας. H ιστορία είναι για μένα ένα είδος ποίησης και διαβάζω ιστορία όπως διαβάζω την ποίηση, γιατί δε μπορώ να κάνω αλλιώς..
 * Sir Ernest Llewellyn Woodward (1890–1971)
Ο Sir Ernest Llewellyn Woodward (1890-1971) ήταν Βρετανός ιστορικός. Σπούδασε στην Σχολή Merchant Taylors και στο Corpus Christi College της Οξφόρδης και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε καθηγητής στη σύγχρονη ιστορία και fellow του All Souls College από το 1919 έως το 1944 και συνεργάτης στο New College από το 1922 έως το 1939. Αργότερα ήταν ο Montague Burton καθηγητής Διεθνών Σχέσεων (1944-1947) και στη συνέχεια καθηγητής της σύγχρονης ιστορίας στην Οξφόρδη. Αργότερα δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Princeton στις Ηνωμένες Πολιτείες (1951-1962). Το πεδίο έρευνας και διδασκαλίας του ήταν εντυπωσιακά ευρύ και υπήρξε πολυγραφότατος.  
Ανατύπωση από το  «Listener»
Εκλογή Ιαν. 1946 
 
Πηγή:
 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

ΚΡΗΤΗ : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Το λιμάνι του Χάνδακα τον 19ο αιώνα.
Λιθογραφία από το βιβλίο "Περιηγήσεις στην Αίγυπτο και την Κρήτη" του C.Rochfort Scott.
"Χορός είτε με λύρα, είτε με βόλι, πάντα χορός, ο δρόμος των Ελλήνων" Κ. Παλαμάς
 
 
Υστερα από 450 χρόνια ενετοκρατίας (1211-1669), η Κρήτη υποδουλώνεται στους Οθωμανούς το 1669. Στις 4 Οκτωβρίου ο Αχμέτ Κιοπρουλής προήλαυνε θριαμβευτικά σε μια άδεια ερημωμένη και κατεστραμμένη πολιτεία του Χάνδακα (σημερινού Ηρακλείου). Αυτή η προέλαση σηματοδοτεί την έναρξη της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί με σκληρά κατασταλτικά μέτρα, όπως δυσβάσταχτη φορολογία του χριστιανικού πληθυσμού και μαζικούς εξισλαμισμούς. Εξάλλου, την εποχή αυτή παρατηρείται το φαινόμενο του κρυπτοχριστιανισμού, καθώς πολλοί Κρήτες διατηρούσαν κρυφά τη χριστιανική τους πίστη.

Παράλληλα, αναπτύσσονται αντάρτικες ομάδες (Χαϊνηδες) που θα αποτελέσουν αργότερα τη βάση για τη συγκρότηση της κρητικής αντίστασης. Με την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, εξέχουσας προσωπικότητας των Σφακίων, τον Απρίλιο του 1770, εγκαινιάζεται η χορεία των κρητικών επανα-στάσεων που θα ξεσπάσουν διαδοχικά σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το Μάρτιο του 1821 ξεσπά η μεγάλη εθνική επανάσταση των Ελλήνων, που φτάνει στην Κρήτη τρεις μήνες αργότερα: "Οι κάτοικοι της νήσου Κρήτης, πλήρεις από υψηλόν και ευγενές της ελευθερίας αίσθημα, έλαβον κατά της Οθωμανικής τυραννίας τα όπλα περί τας 14 του μηνός Ιουνίου εν έτει 1821".

Επίσημη προκήρυξη της Γενικής Συνελεύσεως των Κρητών Επαναστατικά κινήματα αναπτύσσονται σε όλο το νησί. Ο αγώνας διήρκησε για 10 σχεδόν χρόνια μέσα από συνεχείς αναζωπυρώσεις και σκληρές απόπειρες καταστολής. Σιγά σιγά οι ηρωικές μορφές πληθαίνουν και όλο και περισσότερα τραγούδια δημιουργούνται για τα κατορθώματα των πολεμιστών. Όμως, το πρωτόκολλο των Μεγάλων Δυνάμεων του 1830 ορίζει ότι η Κρήτη περνάει στη δικαιοδοσία του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου ως δώρο για τη βοήθειά του προς το Σουλτάνο. Ο αγώνας των Κρητών για την ένταξή τους στο νέο ελληνικό κράτος δε δικαιώνεται: Φωνάζουν κλαίν οι Χριστιανοί "Αφέντη κουμαντάτε να ιδείς πουλιά πετούμενα στσοι δρόμους να περνούσι τα κόκκαλα των Χριστιανώ στα ντόδια να βαστούσι. Όσοι καταλυθήκανε στα όρη κ' εις τα δάση, ποιος είν' απού θα σου τσοι πη και θα τσοι λογαριάση.

Το 1840 με τη συνθήκη του Λονδίνου η Κρήτη αποδίδεται ξανά στο Σουλτάνο. Τα επόμενα 20 χρόνια οι Κρήτες απέχουν από κάθε επαναστατική δραστηριότητα. Η άρνηση όμως του Σουλτάνου να εφαρμόσει στην Κρήτη τις μεταρρυθμίσεις του Χάττι Χουμαγιούν που προέβλεπαν σημαντικά προνόμια στους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας του σε συνδυασμό με τα σκληρά μέτρα του Γενικού Διοικητή της νήσου Ισμαήλ πασά, οδήγησαν τους Κρήτες στην αιματηρή επανάσταση του 1866 - 1869 για την ένωσή τους με την Ελλάδα. Το σύνθημα των Κρητών "Ένωσις ή Θάνατος" κατά το παλαιότερο "Ελευθερία ή Θάνατος" εκφράζει τον πόθο των Κρητών για ελευθερία και εθνική αποκατάσταση και δικαίως χαρακτηρίζει τον αγώνα τους ως "δεύτερο '21".

Κορυφαίο γεγονός της περιόδου αυτής είναι η πολιορκία και το ολοκαύτωμα της μονής του Αρκαδίου, όπου αυτοπυρπολήθηκαν οι πολιορκημένοι από τους Τούρκους επαναστάτες με παράγγελμα του ηγουμένου Γαβριήλ, στις 8 Νοεμβρίου 1866. Αυτή η πράξη αυταπάρνησης προκάλεσε ισχυρή συγκίνηση στην παγκόσμια κοινή γνώμη: "Η ηρωική Μονή, η δίκην φρουρίου αγωνισαμένη αποθνήσκει ως ηφαίστειον! Τα Ψαρά δεν είναι επικώτερα, το Μεσολόγγι δεν ίσταται υψηλότερον" Β. Ουγκώ Άγιος Βασίλης έρχεται χλωμός και λυπημένος και στο ραβδί εκούμπησε σαν κι ήταν κουρασμένος. βαστούσε πέννα και χαρτί και το χαρτί του λέγει και το διαβάζει γι Άγιος και πικραμένα κλαίγει. "Φέτο να μη γιορτάσετε σαν πρώτα τη γιορτή μου, καλά να με γλυκάνετε, να 'χετε την ευχή μου... Από την Κρήτη πέρασα απ' τα πιστά παιδιά μου... Εκεί 'ναι το περήφανο, το Άγιον Αρκάδι, εις σε σωρό κατάμαυρον, καθώς τον μαύρον Άδη. εκεί πεινούν οι ζωντανοί και κλαίν' οι πεθαμένοι, είναι στον κόσμο άθαφτοι, στον κάμπο ξαπλωμένοι έχει και νιες, έχει και νιους, παιδιά σαν αγγελούδια που τα θερίζει το σπαθί του Τούρκου σαν πουλούδια. Για άλλη μια φορά η επιθυμία των Κρητών για ελευθερία μένει απραγματο-ποίητη, αφού η ευρωπαϊκή διπλωματία στρέφεται υπέρ της Τουρκίας με τον όρο όμως να παραχωρήσει διοικητικά προνόμια στους Κρήτες.

Τελικά, τον Οκτώβριο του 1878 υπογράφεται η σύμβαση της Χαλέπας που προβλέπει μεταξύ άλλων το διορισμό χριστιανού Γενικού Διοικητή Κρήτης και μετατρέπει το νησί σε ένα είδος ημιαυτόνομης επαρχίας με ιδιαίτερα προνόμια. Τα θετικά αποτελέσματα της σύμβασης, όμως, σκιάζουν τα εσωτερικά κομματικά πάθη των Κρητών που οδηγούν στην επιπόλαιη και άκαιρη επανάσταση του 1889 η οποία ακυρώνει τα χριστιανικά προνόμια της Σύμβασης και επαναφέρει την τουρκική τρομοκρατία περασμένων καιρών, ιδιαίτερα κατά το διάστημα 1889-1894.

Το 1895 γεννιέται η ιδέα μιας αυτόνομης ή ημιαυτόνομης πολιτείας με εμπνευστή της το Σφακιανό πολιτευτή Μανούσο Κούνδουρο, πράγμα που αντιμετωπίζεται αρνητικά από τους Τούρκους. Μετά από σειρά νικηφόρων μαχών και τουρκικών ωμοτήτων ο Σουλτάνος-με παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων-επαναφέρει τις ρυθμίσεις της Σύμβασης της Χαλέπας. Η αντίδραση όμως του μουσουλμανικού στοιχείου στη Σύμβαση οδηγεί σε νέες συγκρούσεις στο νησί με αποτέλεσμα οι επαναστάτες των Χανίων με ηγέτη το Ελευθέριο Βενιζέλο (καθώς και άλλες επαναστατικές οργανώσεις) να υπογράψουν στις 15 Ιανουαρίου 1897 στο Ακρωτήρι Ψήφισμα που κηρύττει την κατάλυση της τουρκικής κατοχής και την ένωση με την Ελλάδα καλώντας το βασιλιά της Ελλάδας να καταλάβει το νησί. Κάτω από την πίεση αυτή, οι Μεγάλες Δυνάμεις προτείνουν τη λύση της αυτονομίας, την οποία οι Κρήτες και η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζονται να τη δεχθούν μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Θέτουν όμως, ως απαράβατο όρο την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από την Κρήτη.

Το νησί τίθεται υπό ευρωπαϊκή προστασία. Ωστόσο, κατά τη μετάβαση στο νέο καθεστώς της αυτονομίας πραγματοποιούνται βιαιότητες κατά των Κρητών αλλά και των Άγγλων από εξαγριωμένους Τούρκους στις 25 Αυγούστου 1898 στο Ηράκλειο με φόνους, εμπρησμούς και λεηλασίες. Το γεγονός αυτό επισπεύδει τη λύση του Κρητικού Ζητήματος με την αποδοχή εκ μέρους των Μ. Δυνάμεων της απομάκρυνσης του τουρκικού στρατού.  
Στις 2 Νοεμβρίου του 1898 οι τελευταίοι Τούρκοι στρατιώτες αποχωρούν οριστικά από το νησί. Εσιγανέψαν οι καιροί κι επάψαν οι γι-ανέμοι, πάψαν και σένα οι στράτες σου, σουλτάνο, απού την Κρήτη. Στην Κρήτη μπλιο σου δεν πατείς, στην Κρήτη δε διαβαίνεις. Ένα μήνα αργότερα, το Δεκέμβριο του 1898, ο πρίγκηπας Γεώργιος, Ύπατος Αρμοστής Κρήτης αποβιβάζεται στα Χανιά.

Η σημαία της νέας Κρητικής Πολιτείας υψώνεται στο κάστρο του Φιρκά. Το φρενήρη ενθουσιασμό του κρητικού λαού στο λιμάνι των Χανίων, απομνημονεύει ο Νικόλαος Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά: Κι αν ήταν κάθε άνθρωπος να διαλέει την Παράδεισό του στον ουρανό σύμφωνα με τα γούστα του - έτσι πρέπει! αυτό θα πει Παράδεισο! - εγώ θα 'λεγα του Θεού: "Θεέ μου, να ναι η Παράδεισό μου μια Κρήτη γεμάτη μερτιές και σημαίες. και να βαστά αιώνια η στιγμή που πατάει ο πρίγκηπας στην Κρήτη". Ο Ύπατος Αρμοστής απευθύνει το πρώτο του διάγγελμα προς τον κρητικό λαό: "Θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν υπέρ της ευημερίας σας, θα φροντίσω να διοικηθήτε καλώς, δικαίως και αμερολήπτως, ν' αποκτήσετε ανεξαιρέτως ασφάλειαν αληθή, ην εγγυάται μόνον το κράτος του νόμου και θεσμοί λυσιτελείς".

Τον Απρίλιο του 1899 σχηματίζεται η πρώτη κυβέρνηση της Κρήτης, με υπουργούς το Βενιζέλο, το Φούμη, τον Κούνδουρο, το Γιαμαλάκη και Γενιτσαράκη. Αμέσως επιδίδεται στο έργο της εσωτερικής ανασυγκρότησης του νησιού. Πολύ σύντομα, όμως, αναδύονται οι πρώτες εσωτερικές διαφωνίες που έμελλε να λάβουν διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης μεταξύ του πρίγκηπα Γεώργιου και του Ελ. Βενιζέλου. Ο πρώτος παραμένει πιστός στο καθεστώς της αυτονομίας, ενώ ο δεύτερος υποστηρίζει τη δυναμικότερη προώθηση της ένωσης. Τα πράγματα έφτασαν στα άκρα και στις 10 Μαρτίου του 1905 ξεσπά επανάσταση στο Θέρισο εναντίον της Αρμοστείας με επικεφαλής το Βενιζέλο. Αίτημα η απομάκρυνση των ξένων στρατευμάτων από τις κρητικές πόλεις και η αντικατάστασή τους από Κρήτες πολιτοφύλακες. Χωροφυλακή και αγήματα των ξένων δυνάμεων κινούνται εναντίον των επαναστατών που όμως κρατούν σθεναρά.

Σχηματίζεται επαναστατική κυβέρνηση με πρόεδρο το Βενιζέλο και επεκτείνει την επιρροή της σε όλο το νησί αναγκάζοντας τις Μ. Δυνάμεις να δεχτούν τη νέα κατάσταση. Ο πρίγκηπας Γεώργιος παραιτείται στις 12 Σεπτεμβρίου του 1906 και τη θέση του αναλαμβάνει ο Αλέξ. Ζαϊμης. Εκλέγεται πρόεδρος της Ελληνικής Συνελεύσεως των Κρητών και έπειτα πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η Κρητική Κυβέρνηση εκδίδει επίσημο ψήφισμα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1908: "Η Κυβέρνησις της Κρήτης διερμηνεύουσα το αναλλοίωτον φρόνημα του κρητικού λαού, κηρύσσει την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την ένωσιν αυτής μετά της Ελλάδος, όπως μετ' αυτής αποτελέση αδιαίρετον και αδιάσπαστον Συνταγματικόν Βασίλειον. Παρακαλεί την Αυτού Μεγαλειότητα, το Βασιλέα ν' αναλάβη τη διακυβέρνηση της νήσου". Η ελληνική σημαία υψώνεται στο φρούριο του Φιρκά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ζητούν επιτακτικά την υποστολή της και επειδή κανένας Κρητικός δε θέλησε να την κατεβάσει, ένα άγημα των Μ. Δυνάμεων μεταβαίνει στο φρούριο του Φιρκά και κόβει τον ιστό. Η Κρητική Κυβέρνηση παραιτείται και η Κρήτη διοικείται από προσωρινές επιτροπές περιμένοντας τη διαμόρφωση μιας ακόμη ευνοϊκής συγκυρίας προκειμένου να οριστικοποιηθεί η ένωση.

Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει το Σεπτέμβριο του 1910 την πρωθυπουργία της Ελλάδας. Στο πλαίσιο της διπλωματικής του στρατηγικής δεν επέτρεπε την αποδοχή των Κρητών βουλευτών από το ελληνικό κοινοβούλιο. Η επιλογή του αποδείχτηκε σοφή, καθώς η έκρηξη των βαλκανικών πολέμων το 1912 ανέτρεψε το διεθνές πολιτικό σκηνικό. Οι Κρήτες βουλευτές γίνονται πανηγυρικά δεκτοί στην αίθουσα της βουλής, αλλά ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να συνδέει την οριστική ρύθμιση του κρητικού ζητήματος με τον τερματισμό του πολέμου.

Με το άρθρο 4 της συνθήκης του Λονδίνου στις 30 Μαίου 1913 ο Σουλτάνος παραιτείται απ' όλα τα δικαιώματά του στην Κρήτη, η οποία εντάσσεται στην ελληνική επικράτεια ως οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της. Αυτή τη φορά η ελληνική σημαία κυματίζει μόνη της στο φρούριο του Φιρκά, χωρίς κανένας να έχει το δικαίωμα να ζητήσει την υποστολή της.

Στο ίδιο μέρος όπου άλλοτε κυμάτιζε η τουρκική σημαία, στήνεται μαρμάρινη επιγραφή:

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΚΡΗΤΗ 1669-1913 ΗΤΟΙ, 267 ΕΤΗ, 7 ΜΗΝΕΣ, 7 ΗΜΕΡΑΙ ΕΤΗ ΑΓΩΝΙΑΣ



Μουσική και χοροί των Κρητών
 

Πήλινο ομοίωμα του 15ου π.χ. αιώνα από το Παλαίκαστρο της Σητείας αποδίδει
ανοιχτό κυκλικό χορό με τρεις γυναίκες που κρατιούνται από τα χέρια, ενώ μια άλλη παίζει τη λύρα.
(Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)
Ο Κρητικός από την απώτατη αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας συνδέει κάθε στιγμή του κοινωνικού του βίου με τη μουσική και το χορό. Στη συγκομιδή, στην ανάπαυλα, στις ιερές τελετουργίες και γιορτές, στο γάμο, στη γέννηση, στο θάνατο και στο μοιρολόι, σε κάθε ευκαιρία ο Κρητικός τραγουδά. Τραγουδά και χορεύει τις χαρές, τις λύπες, την κακοτυχιά, το σεβντά, την ανδρεία. Ιστορικά και λογοτεχνικά, αποδεικνύεται ότι η μουσική και ο χορός διατηρούν το δυναμισμό τους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Τα τραγούδια και οι χοροί της Κρήτης ποικίλλουν. Διαφέρουν από νομό σε νομό, από επαρχία σε επαρχία, ακόμη και ανάμεσα στα χωριά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μουσικά όργανα.

α. Μουσικά όργανα



Τα μουσικά όργανα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις περιστάσεις. Για μεγάλα γλέντια, πανηγύρια και γάμους χρησιμοποιείται η λύρα ή το βιολί συνοδεία λαγούτων ή και κιθάρας. Στην ανατολική Κρήτη χρησιμοποιείται ως συνοδευτικό όργανο το νταουλάκι και τα γερακοκούδουνα (μικρά κουδουνάκια στερεωμένα στο παλαιϊνό χοντρό κρητικό δοξάρι της λύρας). Η λύρα έχει τρεις βασικές μορφές. Οι δύο πρώτες είναι αχλαδόσχημες. Το λυράκι με μικρό ρηχό σκάφος και οξύ ήχο, το οποίο απαντάται και στα Δωδεκάνησα, στη Θράκη και στη Μακεδονία και η βροντόλυρα με μεγάλο βαθύ σκάφος και έντονο βαρύ ήχο. Ακόμη, σύντομη πορεία είχε η εμφάνιση -στα χρόνια του μεσοπολέμου- της βιολόλυρας η οποία παίζεται σπανίως σήμερα.

Η λύρα που έχει επικρατήσει και ακούγεται σήμερα στην Κρήτη, οφείλει το σχήμα και την απόδοσή της στο Μανώλη Σταγάκη ο οποίος κατασκεύασε γύρω στα 1940 τη σημερινή κρητική λύρα, η οποία καθιερώθηκε το 1950. Οι λύρες κατασκευάζονται από ξύλο μαύρης μουρνιάς, καρυδιάς ή ασφεντάμου. Για τις μικρότερες "καθιστικές" παρέες ή για τα "κλειστά" οικογενειακά γλέντια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το μαντολίνο ή η μαντόλα. Τα όργανα αυτά εξυπηρετούν την εκτέλεση χιλιάδων αυτοσχέδιων "μαντινάδων" (διστίχων) στο ρυθμό της κοντυλιάς (Σιγανού χορού-Πεντοζάλη) ή του Αργού τραγουδιστικού Συρτού. Πρέπει να αναφερθεί και το μπουλγαρί, το οποίο σήμερα σπανίζει στις κρητικές μουσικές βραδιές.

Το πιο διαδεδομένο όργανο στην Κρήτη, που χρονολογείται από την εποχή του Ερωτόκριτου και έφτασε έως σήμερα με ορισμένες παραλλαγές, πρέπει να θεωρηθεί το λαγούτο. Ο ίδιος ο Ερωτόκριτος: "Ήπαιρνε το λαγούτον του και σιγανοπορπάτει /κ' εχτύπα ν-το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο παλάτι. Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή 'χε σαν τ' αηδόνι /κάθε καρδιά να του γροικά κλαίει κι αναδακρυώνει Κι αυτόνος ο τραγουδιστής κι αυτός ο λαγουτάρις /είναι μεγάλη δύναμις, είναι μεγάλη χάρις" Αλλά ας μην λησμονούμε την ασκομαντούρα (άσκαυλος), όργανο αρχαιότατο κυρίως ποιμενικό, το οποίο σήμερα τείνει να εξαφανιστεί. Το ίδιο συμβαίνει με τα θιαμπόλια ή σφυροχάμπιολα (ποιμενικοί αυλοί). Στο μοναστήρι του Αγίου Φανουρίου βρίσκεται αγιογραφία του 15ου αιώνα μ.Χ. που εικονίζει τον Άγιο Φανούριο να παίζει ασκομαντούρα.

Τα όργανα που προαναφέρθηκαν εξυπηρετούν επαξίως όλες τις μουσικοχορευτικές ανάγκες του νησιού και σφυρηλατήθηκαν μέσα στο χρόνο σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της ψυχοσύνθεσης του Κρητικού. Είναι πολύ εύκολο να "στελιώσει" ένα γλέντι στην Κρήτη. Καλοί μεζέδες, άφθονο κρασί και τσικουδιά, οι πρόθυμοι οργανοπαίκτες, οι αυτοσχέδιοι στιχοπλόκοι, "μαντιναδολόγοι", οι καλλίφωνοι τραγουδιστές των ριζίτικων, και η παρέα έδεσε. Μέχρι το πρωί ανταλλάσσονται μαντινάδες ή ριζίτικα που περιέχουν χιλιάδες πρωτότυπα θέματα. Η κυριότερη τάση της παρέας ρέπει προς το σεβντά με ή χωρίς ανταπόκριση, καθώς και στις ικανότητες των συνδαιτυμόνων στη δουλειά, στο κυνήγι, στα άρματα κλπ. Τα ριζίτικα είναι τραγούδια που αιώνες ζουν στην Κρήτη και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα από το λαό της, παραδεδομένα από στόμα σε στόμα, και αποτελούν την ιερή παρακαταθήκη και τον άρρηκτο σύνδεσμο της ελληνικότητάς μας. Μερικά έχουν τις ρίζες τους στα υστεροβυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια. Έχουν περιεχόμενο ιστορικό, θρησκευτικό και κοινωνικό, φυσιολατρικό και ερωτικό και με σκοπούς λιτούς, βυζαντινούς και δωρικούς, ατενίζουν τη ζωή και το θάνατο με το πάθος και τη μεγαλοπρέπεια της κρητικής φυλής. Το στόμα από ένα σημείο και έπειτα δεν μπορεί να περιγράψει τις ψυχικές εντάσεις της βραδιάς και τότε αλλάζει ο κώδικας. Μιλά ο χορός.


Στη φωτογραφία αυτή του 1939 άνδρες και γυναίκες χορεύουν γύρω από τους καθισμένους μουσικούς.
(Φωτ. Γκιζίκη)
β. Χοροί


Πεντοζάλης. Σιγανός και γρήγορος πεντοζάλης Ο Σιγανός Πεντοζάλης αποτελεί την ήρεμη, σεμνή και τελετουργική εισαγωγή των χορευτών στον ορμητικό και θυελλώδη γρήγορο Πεντοζάλη. Χορολογικώς, πρόκειται για συρτό χορό με δίσημο μέτρο (2/4), ο οποίος παρουσιάζει αρκετή ομοιότητα με τους Συρτούς στα Τρία της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο σιγανός Πεντοζάλης παρουσιάζει σχετικές παραλλαγές ,ανάλογα με τον τόπο όπου τον συναντάμε, τόσο ως προς τα βήματα όσο και ως προς τις λαβές.

Στην Ανατολική Κρήτη επικρατεί η λαβή απ' τους ώμους, ενώ στο Ρέθυμνο επικρατεί η λαβή από τα χέρια με τους πήχεις και τους βραχίονες να εφάπτονται, παρόμοια προς το Τσακώνικο. Στην κωμόπολη Μοίρες και στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσαράς Ηρακλείου, καθώς και σ' αρκετές περιοχές του νομού Λασιθίου, ο σιγανός Πεντοζάλης είναι ο χορός της Νύφης, που χορεύεται ως προέκταση της Γαμήλιας ιερής Τελετουργίας, στον περίβολο της Εκκλησίας, αμέσως μετά τη στέψη του ανδρόγυνου.

Παρουσιάζει ένα θέαμα άκρως τελετουργικό με λαβή σταυρωτή (δέσιμο χιαστί, όπως στην "Τράτα" των Μεγάρων), όπου τα χέρια των χορευτών πλέκονται σφιχτά μεταξύ τους, συμβολίζοντας τους στενούς πλέον δεσμούς των δύο οικογενειών. Ο γρήγορος Πεντοζάλης θεωρείται ο παλαιότερος, ο κυριότερος και ο δημοφιλέστερος πηδηχτός χορός της Κρήτης. Αρκετοί μελετητές ανάγουν την προέλευσή του στις ανατολικές επαρχίες, σήμερα όμως έχει καθιερωθεί και χορεύεται με πάθος σ' όλο το νησί. Μαρτυρείται ότι παλαιότερα χορευόταν μόνο από άντρες, συνήθως οπλισμένους, γεγονός που οδηγεί στη συσχέτιση του με τους αρχαίους πολεμικούς χορούς. Την ονομασία του την οφείλει στα πέντε βήματα που τον αποτελούν, τα οποία στην Κρήτη ονομάζονται "ζάλα".

Συρτός. Ο Συρτός χορός έχει επικρατήσει και με το όνομα Χανιώτης ή Χανιώτικος, ένεκα της θεωρούμενης προέλευσής του από την ευρύτερη περιοχή του νομού Χανίων. Στηριζόμενος στο μουσικό μέτρο των 2/4, παρουσιάζει πάμπολλες παραλλαγές και ιδιομορφίες από περιοχή σε περιοχή, ως προς τις μελωδίες, τα βήματα και το ύφος. Έτσι έχουμε τα Κισσαμίτικα, Σελινιώτικα, Αποκορωνιώτικα, Ρεθυμνιώτικα, Μεσσαρίτικα συρτά, καθώς και άλλα που μπορεί να προσδιορίζονται μόνο από το χωριό καταγωγής του εμπνευστή τους που στη συνέχεια καθιερώθηκαν π.χ. Λουσακιανός και Εννιαχωριανός, Κολυμπαριανός, Καλεργιανός, Κεφαλοβρυσανός, Γαβαλοχωριανός κ.ά.

Η τοιχογραφία της χορεύτριας από το διαμέρισμα της βασίλισσας στο ανάκτορο της Κνωσσού.
(Αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου, περίοδος: 1500-1450 π.χ.)
Mαλεβυζιώτης. Στην Κρήτη και ιδιαιτέρως στην ανατολική επικρατούν οι γρήγοροι και έντονα φορτισμένοι πηδηχτοί χοροί. Ο πιο διαδεδομένος πηδηχτός χορός είναι ο Μαλεβυζιώτης ή Καστρινός ή Ηρακλειώτικος Πηδηχτός. Την πρώτη ονομασία οφείλει στην ομώνυμη επαρχία Μαλεβυζίου, όπου και χορεύεται με ιδιαίτερη τέχνη και από όπου προέρχονται πλείστοι καλοί χορευτές. Στο Μαλεβυζιώτη ο χορευτής παρουσιάζει όλη του τη σβελτάδα και την ταχύτατη δεξιοτεχνία με την οποία εναλλάσσει τις φιγούρες των ποδιών, χτυπώντας ταυτόχρονα και ρυθμικά τα χέρια του σ'αυτά. Σε παλαιότερες εποχές υπό τη μουσική του Μαλεβυζιώτη συνήθιζαν να αμιλλώνται στον όσο πιο ανάλαφρο χορό.

Έτσι χόρευαν πάνω στην "πλάτη" μιας καρέκλας ή στον ώμο του λυράρη με τέτοια ταχύτητα και αλαφράδα ώστε να μην τον βαραίνουν αλλά και να μη χάνουν την ισορροπία τους. Εκτός από το Μαλεβυζιώτη, υπάρχει και ο Σητειακός Πηδηχτός, που εκτελείται ως επί το πλείστον με βιολί, καθώς και ο Μεσσαρίτικος. Στα Χανιά οι πηδηχτοί ονομάζονται Σούστες (π.χ. Καστρινή Σούστα) και ενώ δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένοι, εξαιρετικώς στο χωριό Ρούματα της επαρχίας Κισσάμου χορεύεται από άνδρες μια παραλλαγή του πηδηχτού, η Ρουμαθιανή Σούστα.

Σούστα. Η Σούστα, χορός πηδηχτός που χορεύεται σε ζευγάρια, παρά την απλή της βηματική φόρμα παρουσιάζει δεκάδες παραλλαγές ως προς τις φιγούρες και το ύφος αναλόγως προς το ζευγάρι που τη χορεύει. Θεωρείται χορός αστικής προέλευσης, και ομοιάζει με τους ζευγαρωτούς χορούς του Μεσαίωνα. Στην περιοχή της Ρεθύμνης, όπου και έχει ιδιαιτέρως επικρατήσει η Σούστα, ξεκινά σε μορφή κύκλου απ' όπου εν συνεχεία αποσπώνται ένα-ένα τα ζευγάρια, χορεύοντας σε στοίχους ή ελεύθερα.

Τις εποχές όπου οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων ήταν ελεγχόμενες έως αδύνατες, η Σούστα, ως ο μόνος ζευγαρωτός χορός του νησιού, αποτελούσε την καλύτερη ευκαιρία συνάντησης των νέων των παραδοσιακών κοινωνιών. Η παρατήρηση του χορού μας δίνει την εντύπωση μάχης, με χορευτικές επιθέσεις των ανδρών έναντι των γυναικών που αμύνονται. Την πρωτοβουλία στο χορό διαθέτει ο άνδρας με τα μάτια και με το σώμα. Όσο δε περισσότερες και πoλυπλoκότερες φιγούρες των ποδιών και διακλαδώσεις των χεριών επιτύχει, τόσο πιο άξια θα αναδειχτεί νικητής.
ΚΡΗΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ


Γιώργος Κόρδης. Η Τζόγια
(Αυγοτέμπερα σε ξύλο)
 

Το Κρητικό θέατρο αναπτύχθηκε τον 16ο αιώνα στην Βενετοκρατούμενη αστική κοινωνία των Κρητών. Οι οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που συντελέστηκαν στην Κρήτη στο δεύτερο μισό κυρίως του 16ου αιώνα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να διαμορφωθεί στις κρητικές πόλεις μια κοινωνία με βασικά χαρακτηριστικά την κοινωνική συνοχή αλλά και τη χειραφέτησή της από τη στενή θρησκευτικότητα του Μεσαίωνα. Σ' αυτήν την πνευματικά ελεύθερη κρητική κοινωνία του αναγεννησιακού και ελληνικού πνεύματος ακμάζει το λογοτεχνικό είδος του θεάτρου.

Ένας απ' τους εκφραστές του ήταν ο ευγενής Βιτσέντζος Κορνάρος που συνέγραψε το έξοχο ερωτικό μυθιστόρημα του "Ερωτόκριτου": "...όποιος του πόθου εδούλεψε εισέ καιρό κιανένα ας έρθη για να αφουκραστεί ότι' ναι εδώ γραμμένα... "Κ' ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μια καρδιά π' ορίζει σαν την νικήση ουδέ καλό ουδέ πρεπό γνωρίζει". Η ομορφιά της νιότης, του Έρωτα, της Θάλασσας, των αλόγων των φορεμάτων και του αγώνα συνδυάζονται στο αριστούργημα της ώριμης κρητικής λογοτεχνίας, τον Ερωτόκριτο. Δημιουργός αυτού του έμμετρου ερωτικού μυθιστορήματος ο Βιτσέντζος Κορνάρος την εποχή της Βενετοκρατίας (1600 - 1610).

Η γλώσσα του έργου είναι έντονα ιδιωματική με στοιχεία απ' τη νεοελληνική κοινή και χαρακτηρίζεται από ενάργεια, εκφραστική δύναμη και λυρική γοητεία. Σκοπός του ποιητή είναι να παρουσιάσει έναν ποιητικό κόσμο εξιδανικευμένο, μακριά από το καθημερινό, αντίστοιχο προς τον ιπποτικό κόσμο των μεσαιωνικών παραδόσεων της Δυτικής Ευρώπης σε συγκερασμό με στοιχεία απ' τον ελληνικό πολιτισμό.

Υπόθεση Ερωτόκριτου. Ο ποιητής μέσα σε 10.000 στίχους εξιστορεί τις φάσεις που πέρασε η αγάπη των νέων, της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου, ώσπου να καταλήξει στο ευτυχισμένο τέλος, το γάμο. Κατά την εξιστόρηση αυτή δίνεται η ευκαιρία στο ποιητή να αφηγηθεί και τις "ταραχές των αρμάτων" και "τση φιλιάς τη χάρη". Η βασιλοπούλα Αρετούσα αγάπησε ένα απ' τα αρχοντόπουλα του παλατιού, τον Ερωτόκριτο. Η κοινωνική διαφορά όμως εμποδίζει το γάμο και ο Ερωτόκριτος εξοργίζεται. Πριν φύγει ο νέος αρραβωνιάζεται μυστικά με την Αρετούσα και ορκίζονται αιώνια αγάπη και πίστη.

Ο πατέρας της, ο βασιλιάς της Αθήνας, Ηράκλης, θέλει να παντρέψει την κόρη του με το ρηγόπουλο του Βυζαντίου, αλλά η Αρετούσα αρνιέται, και ο πατέρας της την κλείνει σε μια σκοτεινή φυλακή μαζί με τη Νένα που την ανάθρεψε. Στον τρίτο χρόνο απάνω ο βασιλιάς των Βλάχων εισβάλλει στο βασίλειο του Ηράκλη και προκαλεί καταστροφές. Ο Ερωτόκριτος μεταμορφωμένος σε Σαρακηνό σπεύδει να βοηθήσει το βασιλιά, τον σώζει από βέβαιη αιχμαλωσία και αλλάζει την πορεία του πολέμου. Οι δυο βασιλιάδες αποφασίζουν να κριθεί η τύχη του πολέμου με μονομαχία. Διαλέγονται από τους Βλάχους ο Άριστος και από τους Αθηναίους ο Ερωτόκριτος (μεταμορφωμένος).

Στην άγρια και σκληρή πάλη σκοτώνεται ο Άριστος αλλά και ο Ερωτόκριτος πληγώνεται βαριά. Οι εχθροί νικημένοι αποχωρούν. Για τις υπηρεσίες του Ερωτόκριτου ο βασιλιάς πρότεινε να του χαρίσει το μισό βασίλειο. Ο Ερωτόκριτος όμως δε δέχεται και ζητά σε γάμο την Αρετούσα . Αυτή αρνιέται. Όταν όμως φανερώνεται ποιος είναι, παντρεύονται με τη συγκατάθεση του βασιλιά και τη χαρά όλων.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ 
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΗΝ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ
Το αφιέρωμα στη Κρήτη ήταν ένα δύσκολο, επίμοχθο αλλά και γοητευτικό εγχείρημα. Δύσκολο, λόγω της μύησης στο γλωσσικό κρητικό ιδίωμα αλλά και στον επιδέξιο και περίτεχνο κρητικό χορό. Επίμοχθο, γιατί η μύηση αυτή επέβαλε συστηματική προσπάθεια και δουλειά ...απ΄ όλους. Τέλος, γοητευτικό, γιατί μέσα από τη ζωντάνια και την πηγαία λυρική έκφραση οι μαθητές βίωσαν αισθητικά και πνευματικά ένα αξιόλογο κομμάτι της νεοελληνικής πολιτιστικής παράδοσης. 


Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου,
μα πλιά μακρά και πλιά καλά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου,
εκείνη βλέπει στα μακρά και στα κοντά γνωρίζει
και σ' ένα τόπο βρίσκεται κ' εισέ πολλούς γυρίζει.
 
Είναι βαθιά ελκυστική και συνάμα γόνιμη η μέθεξη με την ψυχή και το πνεύμα του πολιτισμού μας.
Η βιωματική επαφή με τη λαογραφία και τη λογοτεχνία του τόπου μας αποκαλύπτει τη δυναμική πολυμορφία του Ελληνικού Πολιτισμού που μέσα από τη μακραίωνη πορεία του,
μπορεί με την ίδια αναλλοίωτη και άφθαρτη ορμητικότητα να πλουτίζει τη νόησή μας και να ενισχύει,
όχι μόνο την εθνική, αλλά και την ανθρωπιστική συνείδησή μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

* Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών, τόμοι ΙΓ΄, ΙΔ΄, ΙΕ΄.
* Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Γ΄ τάξης ενιαίου λυκείου (Θεωρητικής κατεύθυνσης), Ο.Ε.Δ.Β.
* Λίτσα Χατζοπούλου, Κρήτη Ανδρών Κρηταγενών Χώρα, εκδ. Υπουργείου Εθνικής Αμύνης - Επιτελείου Υπουργού (ΕΠΥΕΘΑ)
* Γ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ΄ - δημοτική ποίηση, Αθήνα 1971
* Εφημερ. Έθνος, περιοδ. "Πατριδογνωσία", 20 Απριλίου 2003, τεύχος 62
* Εφημερ. Καθημερινή, "Επτά ημέρες",17 Οκτωβρίου 1999
* Παναγιωτάκης Ιωάννης, κείμενα από αφιέρωμα της Πανεπιστημιακής Λέσχης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για την Κρήτη.
* Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ γυμνασίου, Ο.ΕΔ.Β.
* Ιωάννης Θεμ. Τσουχλαράκης, ΄΄Οι χοροί της Κρήτης - Μύθος, Ιστορία, Παράδοση΄΄, Κέντρο Σπουδής Κρητικού Πολιτισμου
* Χρυσούλα Τζομπανάκη, ΄΄Θαλασσινή Τριλογία του Χάνδακα΄΄.
* Γιώργος Κόρδης, ΄΄Τσ΄ αγάπης το καμίνι΄
* Ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου. Τα μάτια δεν καλοθωρού στο μάκρεμα του τόπου, μα πλιά μακρά και πλιά καλά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου, εκείνη βλέπει στα μακρά και στα κοντά γνωρίζει και σ΄ ένα τόπο βρίσκεται κ΄ εισέ πολλούς γυρίζει.


ΑΦΙΕΡΩΜΑ: 1913-2003 : 90 χρόνια από την επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα

Πηγή:
http://www.manesis.gr/kriti/kriti.htm

Το διαβάσαμε εδώ :