-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Πρόοδος και βαρβαρότητα



Πρόοδος και βαρβαρότητα

Το καλύτερο σύγχρονο βιβλίο περί προόδου ήταν -όπως αρμόζει άλλωστε στη θεματολογία του- μπροστά από την εποχή του. Γράφτηκε το 1861 από τον Ούγγρο λογοτέχνη Ιμρε Μάνταχ και έχει τίτλο «Η Τραγωδία του Ανθρώπου». Το έμμετρο αυτό έργο δεν είναι τίποτε άλλο από έναν «Χαμένο Παράδεισο» για τη βιομηχανική εποχή. Περιγράφει πώς ο νέος Αδάμ εκδιώκεται μαζί με την Εύα από τον Κήπο της Εδέμ, αποκηρύττει τον Θεό και αποφασίζει να φτιάξει τον δικό του παράδεισο. «Ο Θεός μου είμαι εγώ», λέει και προσθέτει: «ό, τι φτιάχνω με τα χέρια μου, δικαιωματικά μου ανήκει. Αυτή είναι η πηγή της δύναμης και της περηφάνιας μου».

Ο Αδάμ ξεκινά το ταξίδι του από την Αρχαία Αίγυπτο. Ανακαλύπτει όμως ότι οι υπέροχες πυραμίδες χτίστηκαν πάνω στη δυστυχία των σκλάβων. Απορρίπτει την κοινωνία της Αιγύπτου και υιοθετεί την Αρχαία Ελληνική δημοκρατία. Όταν όμως οι Αθηναίοι καταδικάζουν έναν από τους ήρωές τους, όπως έκαναν με τον Σωκράτη, ο Αδάμ καταδικάζει με τη σειρά του τη δημοκρατία και στρέφεται στις απλές χαρές της ζωής. Εξοργισμένος από τον ηδονιστικό βίο των Ρωμαίων, ανακαλύπτει τις αρετές του Μεσαιωνικού Ιπποτισμού. Κάθε μεταρρύθμιση όμως καταλήγει σε καταστροφή. Ο Αδάμ αντικαθιστά την υποκρισία του 17ου αιώνα, με τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η αναζήτηση της ισότητας όμως εκτρέπεται σε τρομοκρατία υπό τον Ροβεσπιέρο. Έτσι, ο Αδάμ αναγνωρίζει την προτεραιότητα της ατομικής ελευθερίας, η οποία όμως με τη σειρά της εκφυλίζεται από τους αχόρταγους επιχειρηματίες του Γεωργιανού Λονδίνου. Στο τέλος του χρόνου, αφού έχει βιώσει την αγριότητα του ανθρώπου, του μοναδικού ζώου που επιθυμεί μόνο τη βία, ο Αδάμ υποκύπτει. Στα πρόθυρα της αυτοκτονίας πλέον, παρακαλεί τον Διάβολο: «Μη με αφήνεις να δω κι άλλα από τη μοίρα μου, από αυτόν τον μάταιο αγώνα».

Σήμερα τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Εντούτοις, οι ιδέες της «Τραγωδίας του Ανθρώπου» ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στην κοινωνία μας. Στον ανεπτυγμένο κόσμο, η ιδέα της προόδου τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Έχει εδραιωθεί πλέον η πεποίθηση ότι μολονότι το ΑΕΠ αυξάνεται και η τεχνολογία βελτιώνεται, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα ηθικά θεμέλια των κοινωνιών μας. Αντίθετα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι επιστρέφουμε στη βαρβαρότητα. Για την Αριστερά, η λέξη «πρόοδος» συνοδεύεται συνήθως από ειρωνικά εισαγωγικά. Για τους Δεξιούς, η λέξη «προοδευτικός» έχει αρνητική φόρτιση.

Κάποτε όμως οι άνθρωποι πίστευαν στην πρόοδο. Οι θεοσεβείς ήλπιζαν ότι ο Θεός θα φτιάξει μια «Νέα Ιερουσαλήμ». Οι διανοητές του Διαφωτισμού προσέβλεπαν στην επανάσταση ή την ωρίμανση των ιστορικών συνθηκών. Ορισμένοι πίστευαν στα έθνη και άλλοι στο τέλος των εθνών. Κάποιοι στήριζαν τις ελπίδες τους στην επιστήμη, άλλοι στο εμπόριο και μερικοί στην ιδέα της αναρχίας. Για τους περισσότερους, δεν ετίθετο θέμα για το αν θα προοδεύσουμε. Το ερώτημα ήταν μόνο πώς θα προοδεύσουμε.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η προσδοκία της προόδου είναι η ραχοκοκαλιά της κοινωνίας μας. Χωρίς αυτήν, κάθε κέρδος για τον καθένα μας, θα σήμαινε απώλεια για κάποιον άλλον. Αν δεν είναι εφικτή, τότε η μόνη σκοπιμότητα της πολιτικής δεν είναι άλλη από το να φυλακίσει τον πίθηκο μέσα μας. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί η πίστη μας στην πρόοδο.

Για αιώνες, οι άνθρωποι ζούσαν κατά μέσο όρο 25-30 χρόνια, ενώ το μέσο εισόδημα στον πλανήτη ήταν αντίστοιχο με 200 σημερινά δολάρια τον χρόνο. Στον Μεσαίωνα, μόνο ένας στους δέκα ήξερε να διαβάζει. Σήμερα, με εξαίρεση κάποιες χώρες της Αφρικής και την Ινδία, το ποσοστό των αναλφάβητων έχει πέσει πολύ κάτω από το 20%. Στα περισσότερα μέρη του κόσμου, οι άνθρωποι ζουν μέχρι τα 65 και στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη οι πολίτες σκέφτονται και εκφράζονται ελεύθερα. Η παιδική θνησιμότητα έχει σχεδόν εξαφανιστεί στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πρόοδος δεν προσδιορίζεται μόνο λογιστικά. Μια περιβαλλοντική καταστροφή ή ένας πυρηνικός πόλεμος θα αρκούσε άλλωστε για να αλλάξει το θετικό πρόσημο. Επίσης, έννοιες όπως η ευτυχία και η αυτοπραγμάτωση δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν. Στο μεγάλο ταξίδι του άλλωστε, ο Αδάμ διαπίστωσε ότι η υλική πρόοδος συνοδεύτηκε από ηθική κατάπτωση. Εξάλλου, τα βασικά εργαλεία της προόδου, η οικονομία και η επιστήμη, έχουν προκαλέσει δυστυχία αντίστοιχη με τα ευεργετήματα που προσέφεραν. Υπάρχουν όμως ακόμη δύο δυνάμεις στον κόσμο που μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε. Πρόκειται για την ηθική ευαισθησία, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου και τους θεσμούς της συντεταγμένης πολιτείας. Ιδιαίτερα για τους τελευταίους, αξίζει να σημειώσουμε ότι δεν εξελίχθηκαν τελικά σε έναν καταπιεστικό Λεβιάθαν, όπως προέβλεπαν ο Τζορτζ Οργουελ και ο Αλντους Χάξλεϊ.

Για τη Δεξιά βέβαια, οι συντεταγμένες κυβερνήσεις προκάλεσαν περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσαν. Για την Αριστερά, απέτυχαν να γλιτώσουν τα θύματα της αγοράς από το φάσμα της φτώχειας. Ωστόσο, παρά τις αδυναμίες τους, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι Πολιτείες μας αντιπροσωπεύουν την ηθική πρόοδο του είδους μας. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ίδιες έχουν επιλέξει να κρίνονται από εμάς όταν δεν επιτυγχάνουν τους υψηλούς στόχους που έχουν θέσει.


The Economist

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Ροσσέτου Φακιολά : Έλληνες τεχνοκράτες της διασποράς



Έλληνες τεχνοκράτες της διασποράς
 
Άρθρο του Ροσσέτου Φακιολά
Ομότιμου Καθηγητή Οικονομικών στο
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π)
 
Οι απόδημοι πτυχιούχοι (High skilled) υπολογίζονται σε 500.000 και παρουσιάζουν ανοδικό ρυθμό, ως αποτέλεσμα της λειτουργίας 900  περίπου μεταπτυχιακών τμημάτων στο εκτεταμένο πλέον εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, των άνω των 30.000 μεταπτυχιακών Ελλήνων σπουδαστών σε ξένες χώρες και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης να δημιουργήσει τις κατάλληλες θέσεις για την απασχόλησή τους. 
 
Η κατάσταση είναι αντίστροφη από την προπολεμική, όταν οι εκατοντάδες χιλιάδες απόδημοι ήταν αμόρφωτοι ή και τελείως αναλφάβητοι, εργαζόμενοι στις πιο ανειδίκευτες και χαμηλού μεροκάματου δουλειές. Τώρα καταλαμβάνουν επαγγελματικές θέσεις ειδικευμένων και αμείβονται ανάλογα. 
 
Δέκα χρόνια μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο δεν λειτουργούσε καμιά μεταπτυχιακή σχολή. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν θετικές και αμφιλεγόμενες πλευρές: Η θετική είναι ότι η Ελλάδα δεν υστερεί πλέον καμιάς σχεδόν των αναπτυγμένων χωρών στο εκπαιδευτικό επίπεδο όλων των κατηγοριών και βαθμίδων, εκτός των πολύ ηλικιωμένων ατόμων που δεν βρίσκονται πια στην αγοράς εργασίας.
 
Στα αμφιλεγόμενα περιλαμβάνεται το υψηλό ποσοστό των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που απασχολείται στο εξωτερικό. Αρκετοί αναφέρονται σε Διαρροή Εγκεφάλων (brain drain), στο παράδοξο μια πτωχή χώρα να επιλέγει και να εκπαιδεύει στις ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες τα πιο δημιουργικά άτομα και κατόπιν αυτά να απασχολούνται και να αποδίδουν στην αλλοδαπή. Με την πολιτική αυτή, συνεχίζουν, η χώρα είναι καταδικασμένη να παραμείνει πτωχή. 
 
Έρευνες ειδικών της Οξφόρδης αναφέρουν ότι ή Διαρροή Εγκεφάλων κορυφώθηκε το 2012 και έκτοτε «παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με ετήσιες ροές άνω των 50.000 ατόμων». Τα χρόνια πριν από την κρίση, εξηγούν, οι Έλληνες ήταν από τους πλέον επιφυλακτικούς λαούς στην Ευρώπη στο ενδεχόμενο να φύγουν από τη χώρα τους. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά. Η αποδημία δεν περιγράφεται από τους ίδιους τους μετανάστες σαν μια τραυματική εμπειρία, όπως έχει καταγραφεί στο ιστορικό συλλογικό, αλλά σαν μια ευκαιρία να χτίσουν τη ζωή τους με καλύτερους όρους. Επιπλέον, το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον είναι πιο θετικό». Είναι πιθανόν, συμπεραίνει, το φαινόμενο να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια ανεξάρτητα από την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα μεταξύ αυτών με την υψηλότερη εκπαίδευση – αλλά και με κάποια αύξηση των ροών του επαναπατρισμού.
 
Το επιχείρημα του μη εκπατρισμού θα ήταν λογικό εάν οι αποδημούντες μπορούσαν να βρουν εργασία, ακόμη και με λίγες προσδοκίες να βρίσκονται τουλάχιστον κοντά στο αντικείμενο των σπουδών τους. Η εργασία όμως την οποία έχουν σπουδάσει ζητείται στην αλλοδαπή, όπου είναι πολύ καλύτερες της Ελλάδας τόσο η αμοιβή όσο και η επαγγελματική τους εξέλιξη.
 
Οποιαδήποτε πλευρά της σύνθετης αυτής πρότασης και αν εξεταστεί, δεν προκύπτει επιχείρημα να μην αποδημήσουν. Το «κόστος ευκαιρίας», δηλαδή ότι χάνουν εκείνοι και η χώρα αποδημώντας είναι σχεδόν μηδενικό γιατί υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άνεργοι πτυχιούχοι. (Στατιστική Επετηρίδα Ελλάδος πρόσφατων ετών ). Αποφοιτούν χιλιάδες ετησίως που η ελληνική οικονομία δεν τους απορροφά. Οι υψηλοί μισθοί των αποδήμων τούς επιτρέπουν να βοηθούν τις οικογένειές τους, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, όταν δεν έχουν δημιουργήσει δικές τους.
 
Μένοντας πολλά χρόνια στο εξωτερικό, υψηλό ποσοστό ανέρχονται σε υψηλά αξιώματα με την μόρφωσή τους και την επιμέλεια που επιδεικνύουν. Επικοινωνούν επίσης μεταξύ τους και αποκτούν επιρροή στο ευρύτερο περιβάλλον. Ο πτυχιούχος λοιπόν απόδημος εξελίσσεται σε τεχνοκράτη της διασποράς. Εμφανίζει δε πολλά χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τον ξένο τεχνοκράτη, ο οποίος επέλεξε να εμπλακεί με την Ελλάδα. Κατέχει κύκλο φίλων και συνεργατών στην Ελλάδα με τους οποίους μπορεί να χαράξει μια βιώσιμη στρατηγική. Η έγνοια για το καλό όνομά του και η ταύτιση με τη χώρα του σημαίνουν ότι η εμπλοκή με την Ελλάδα είναι μακροπρόθεσμη και τα κίνητρα της απεμπλοκής είναι λιγότερο ισχυρά. 
 
Η συνεχής παρακολούθηση των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στα ελληνικά δρώμενα επιτυγχάνεται με μικρό ή μηδαμινό κόστος για τους ελληνικούς οργανισμούς που απασχολούν τους τεχνοκράτες της διασποράς, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να αγνοήσουν το «κόστος ευκαιρίας» της μη ενασχόλησής τους με πιο προσοδοφόρες χώρες. Προς το παρόν, πάντως, η παλιννόστηση δεν είναι στα σχέδια πολλών. Σύμφωνα με την έρευνα EUMIGRE, σημειώνει ο κ. Πρατσινάκης, που πραγματοποιήθηκε το 2017 στην Ολλανδία και στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, μόνο 5% των μεταναστών που έφυγαν μετά το 2010 σχεδιάζουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, ενώ λίγοι (20%) είναι και αυτοί που θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.
 
Είναι λοιπόν προς όφελος της Ελλάδας να συνεργάζεται στενά μαζί τους στα πολλά και ποικίλα θέματα που τους απασχολούν αμοιβαίως. Με το χαμηλό κόστος των μεταφορών, η επίσκεψή τους στην πατρίδα για οποιονδήποτε λόγο είναι συχνή, ενώ η ηλεκτρονική διακίνηση ήχου και εικόνας διευκολύνει την επικοινωνία τους όλο το είκοσι τετράωρο, με μηδαμινό σχεδόν κόστος. Όπως όμως και οι λοιποί παλαιότεροι, δεν δικαιούνται να ψηφίσουν εάν δεν προσέλθουν με την ταυτότητά τους στο εκλογικό κέντρο, όπου έχουν γραφτεί από την κρατική υπηρεσία.
 
Πολλοί από τους Έλληνες τεχνοκράτες της διασποράς είναι καταξιωμένοι επαγγελματίες στις δυτικές κοινωνίες και κατέχουν ηγετικές θέσεις στους οργανισμούς τους. Ο Ανδρέας Γεωργίου*, τον οποίον αποπέμψαμε με τον χειρότερο τρόπο από την δικιά μας Στατιστική Υπηρεσία, εργάζεται ήδη ως νούμερο δύο στη διεύθυνση στατιστικής του ΔΝΤ. Μεταξύ άλλων, ηγήθηκε του προγράμματος στατιστικής του Ταμείου με σκοπό τη μεθοδολογική ανάπτυξη και εξάπλωση παγκοσμίως των νέων δεικτών για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Ο Ηλίας Μόσιαλος, ένας εξίσου εμβληματικός τεχνοκράτης, έχει δραστηριοποιηθεί στη μεταρρύθμιση της δημόσιας υγείας της Ελλάδας, ενώ έχει συμβουλεύσει, ως επικεφαλής του ερευνητικού ιδρύματος LSE Health, κυβερνήσεις πολλών χωρών, έως και της Κίνας, στο πώς μπορούν να αναδιαρθρώσουν τη δημόσια υγεία τους.
 
Υπάρχουν και τεχνοκράτες στο αντίθετο στρατόπεδο, όπως ο Κώστας Δουζίνας από το Birckbeck, ο Κώστας Λαπαβίτσας από το SOAS και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου από το Levy Institute, που έχουν υποστηρίξει αντιστοίχως την εξωκοινοβουλευτική αντίσταση στους πιστωτές της χώρας, την επιστροφή στη δραχμή και τη δημιουργία παράλληλου νομίσματος.
 
Όπως τονίζει ο Αντώνης Καμάρας, ερευνητής στο Greek Diaspora Project του SEESOX στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης «Ο τεχνοκράτης της διασποράς αποτελεί και θα αποτελεί τόσο δομικό όσο και διακριτό στοιχείο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και της πολιτικής αντιπαράθεσης που την περιβάλλει στην Ελλάδα». (εφημ. Καθημερινή, 01.09.2018 και πιο σύγχρονες εκδόσεις).
 
Το «Κείον το νόμιμο» ήταν έθιμο και νόμος στην αρχαία Κέα (Τζια). Σύμφωνα με αυτό, όσοι υπερέβαιναν το 60ό έτος της ηλικίας τους «αυτεκωνιάζοντο», αυτοκτονούσαν δηλ. με κώνειο. Ο ηλικιωμένος όταν δεν ήταν πλέον χρήσιμος στην κοινωνία λόγω γήρατος όφειλε να πάρει την άδεια της πολιτείας ώστε να εγκριθεί η αυτοκτονία του. Έπειτα από κάποια εορταστική ιεροτελεστία, εκτελούσε το χρέος του πίνοντας πρόθυμα το κώνειο. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν η ανάγκη για εξασφάλιση τροφής για τους νεότερους. Το μέτρο αυτό καταργήθηκε όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός. Το έθιμο «Κείον το νόμιμο» αναβίωσε στις ημέρες μας με το σκεπτικό ότι ο θάνατος των ηλικιωμένων θα λύσει το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα.
 
Τα δικά μας φτερά τ.176
 
·       Υπόθεση ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΊΟΥ
 

Το 2011 κατηγορήθηκε έντονα από ορισμένα μέλη του (αργότερα καταργηθέντος από τη Βουλή) πρώην συλλογικού οργάνου της ΕΛΣΤΑΤ ότι εσκεμμένα, μετά από υπόδειξη της Eurostat και αντίθετα με τα διεθνή πρότυπα, περιέλαβε, μεταξύ άλλων, το έλλειμμα των ΔΕΚΟ στο έλλειμμα του ελληνικού προϋπολογισμού 2009 ώστε αυτό να εμφανίζεται τεχνικά αυξημένο. 
 
Στις 22 Ιανουαρίου 2013 ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος εναντίον του Ανδρέα Γεωργίου και δύο άλλων στελεχών της ΕΛΣΤΑΤ μετά από αντίστοιχη παραγγελία των οικονομικών εισαγγελέων. Κατόπιν διενέργειας κύριας ανάκρισης και προτάσεων από τους αρμόδιους εισαγγελείς το 2014, και ξανά το 2015, να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο, το Συμβούλιο Εφετών στις 14 Ιουλίου 2015 με βούλευμα του αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, να μη γίνει εις βάρος του Ανδρέα Γεωργίου και των 2 άλλων στελεχών κατηγορία για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950.. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, η αντιεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης. Την 1 Αυγούστου 2016, το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποδέχθηκε την πρόταση αναίρεσης με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Γεωργίου και δύο άλλα στελέχη της ΕΛΣΤΑΤ να παραπέμπονται και πάλι για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών για το κακούργημα της ψευδούς βεβαίωσης.
 
Την 1η Αυγούστου 2017 το Τριμελές  Εφετείο Πλημμελημάτων καταδίκασε τον Ανδρέα Γεωργίου σε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικού, για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος σχετικά με το έλλειμμα του 2009
 


Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Συνοικία το Όνειρο και "Βρέχει στη φτωχογειτονιά"




Συνοικία το Όνειρο
 
Μια θρυλική συνοικία, μια καταραμένη αλλά εμβληματική ταινία του λεγόμενου παλαιού ελληνικού κινηματογράφου, άμεσα επηρεασμένη από τον ιταλικό νεορεαλισμό και ένα τραγούδι που έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
 
«Αυτή η ταινία δεν με αφορά, δεν με αντιπροσωπεύει. Για μένα τελείωσε στη λογοκρισία της». Είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία που ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας ταινίας τόσο σημαντικής για την Ιστορία της χώρας μας όσο η «Συνοικία το Όνειρο» (1961) αναφερόταν σε αυτήν πάντοτε με λύπη. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ξέφυγε ποτέ από τη μαύρη σκιά της «σφαγής» που ακολούθησε τη δημιουργία της δεύτερης και τελευταίας ταινίας που σκηνοθέτησε. Μιας ταινίας του 1961 που εφέτος κλείνει 58 χρόνια από τη δημιουργία της.  
 
«Αυτή η ταινία δεν με αφορά, δεν με αντιπροσωπεύει. Για μένα τελείωσε στη λογοκρισία της». Είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία που ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας ταινίας τόσο σημαντικής για την Ιστορία της χώρας μας όσο η «Συνοικία το Ονειρο» (1961) αναφερόταν σε αυτήν πάντοτε με λύπη. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ξέφυγε ποτέ από τη μαύρη σκιά της «σφαγής» που ακολούθησε τη δημιουργία της δεύτερης και τελευταίας ταινίας που σκηνοθέτησε.  
 
 
Σε μια εποχή όπου η ακροδεξιά έκανε πάρτι στην Ελλάδα, η «Συνοικία το Όνειρο» λογοκρίθηκε έχοντας προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων επειδή « δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας ». Τι ήταν όμως αυτό που είχε προκαλέσει το μένος του κράτους και των αρχών; Ήταν η «ενοχλητική» εικόνα μιας φτωχογειτονιάς της Αθήνας, του Ασύρματου. Μιας παραγκούπολης ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Άνω Πετράλωνα. Το κέντρο του κόσμου για τους κατοίκους της, οι οποίοι με κάθε τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια, χωρίς ωστόσο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους.
 
Ανάμεσά τους ο Ρίκος (Αλεξανδράκης), πρώην κατάδικος, νυν μικροκομπιναδόρος, αλλά με καλή καρδιά. Η αγαπημένη του Στεφανία ( Αλίκη Γεωργούλη ), που φλερτάρει με πλούσιους και με την ιδέα να ξεφύγει μια και καλή από τη φτωχογειτονιά. Ο ασκητικός «Νεκροθάφτης» ( Μάνος Κατράκης ), που σέρνεται ενώ προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό, όπου ακούς μωρά να κλαίνε και επιθετικές γυναίκες να φωνάζουν. Μια τουαλέτα και ένα τηλέφωνο υπάρχουν για ολόκληρη την περιοχή. Νερό, στου διαόλου τη μάνα… Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ΄60.
 
Αναζητώντας τον Ασύρματο
 
 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η τότε σύντροφός του Αλίκη Γεωργούλη αναζητούσαν μια φτωχή περιοχή για τα γυρίσματα της ταινίας τους. Δεν γνώριζαν τον Ασύρματο, μια συνοικία που ονομαζόταν έτσι επειδή εκεί ήταν τοποθετημένος ο ασύρματος των Γερμανών επί Κατοχής. Κάποιος είπε στον Αλεξανδράκη να δει την περιοχή. Το έκανε και είδε στις παράγκες, τις φτιαγμένες από κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, το ιδανικό σκηνικό του. Θα μπορούσες να πεις ότι βρήκε το ντεκόρ της ταινίας… στο πιάτο. Το ίδιο συνέβη και με τους κομπάρσους. Οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής, αυτοί που διέμεναν στις παράγκες, έπαιξαν στη «Συνοικία».
 
«Μας έφεραν κοντά, πάνω απ΄ όλα, τα κοινά ιδανικά μας, οι κοινοί στόχοι, η πίστη του ενός στον άλλον και πρωταρχικά η συναίσθηση πως έχουμε όλοι μας την υποχρέωση να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στην ελληνική κινηματογραφία ξεκόβοντας πια από τις ανούσιες υπηρεσίες που της προσφέραμε οι περισσότεροί μας από πολλά χρόνια» αναφέρει η Αλίκη Γεωργούλη σε κείμενό της δημοσιευμένο στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» της εποχής (1961).
 
Καθώς οι βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ταινίας δεν έπαψαν ποτέ να είναι το κεφάλαιο, το θέμα και το έμψυχο υλικό, οι σεναριογράφοι Κώστας Κοτζιάς και Τάσος Λειβαδίτης άφησαν για τέσσερις μήνες κάθε άλλη δουλειά τους, ο Αλεξανδράκης σταμάτησε τις ως τότε επικερδείς κινηματογραφικές εμφανίσεις του, ο Τάσος Ζωγράφος άρχισε να προετοιμάζει τα ντεκόρ. Όσο για τη Γεωργούλη, παράλληλα με τους ρόλους της πρωταγωνίστριας και της διευθύντριας παραγωγής, ανέλαβε και καθήκοντα φροντιστή. « Είχα βγάλει έναν κατάλογο από πάρα πολλά μεταχειρισμένα και φθαρμένα ρούχα, σκεύη και έπιπλα που ήταν αδύνατον να βρεθούν αλλού εκτός από τα ίδια τα σπίτια του συνοικισμού » έγραφε η ηθοποιός στην «Ε.Τ.». « Η ποδιά με τα 100 μπαλώματα πάνω στα 100 άλλα μπαλώματα που φορά η Σαπφώ Νοταρά αποτελούσε το αναγκαίο υλικό για να δοθεί ο επιζητούμενος ρεαλισμός ».
 
Η απογοήτευση και ο θρύλος
 
 
Τα όσα συνέβησαν μετά τα γυρίσματα άνοιξαν μια πληγή που δεν θεραπεύτηκε ποτέ- απόδειξη τα λεγόμενα του ίδιου του Αλέκου Αλεξανδράκη όποτε τον ρωτούσαν για την ταινία. Τις φράσεις στην εισαγωγή αυτού του κειμένου τις είχε πει στον δημοσιογράφο Χρήστο Βασιλόπουλο με αφορμή τη μονογραφία του για τον ηθοποιό στην τηλεοπτική εκπομπή «Η μηχανή του χρόνου». Το φιλμ προβλήθηκε κατακρεουργημένο- και προφανώς ποτέ δεν τον εξέφρασε πλήρως.
 
Σε συνέντευξή του στα «Νέα» ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε πει ότι χάρη στην προσωπική παρέμβαση της Ελένης Βλάχου στον Κωνσταντίνο Καραμανλή η ταινία μπόρεσε τελικά να παιχτεί, έστω και πετσοκομμένη. Όσο για τις σκηνές που κόπηκαν, κάηκαν στην πυρά! Και πάλι όμως, η πρώτη προβολή του «Συνοικία το Όνειρο» έγινε μέσα σε επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης.
 
« Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε;» είχε ρωτήσει τον Αλέκο Αλεξανδράκη αστυνομικός διευθυντής που σταμάτησε την προβολή της ταινίας. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα ». Επίσης η «Συνοικία» δεν προβλήθηκε σε επαρχιακές πόλεις- ειδικά στις «εθνικά ευαίσθητες περιοχές» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης.
 
Σε εμένα προσωπικά ο Αλεξανδράκης είχε αναφερθεί λέγοντας απλώς ότι «έγινε με πολλούς αγώνες, με πολλά κυνηγητά και τελικά με πολλά χρέη». Όντως, η «Συνοικία το Όνειρο», μετά την προβολή της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και παρά την εύνοια της κριτικής, κατέληξε σε τρομερή αποτυχία. Κατά ένα μέρος συνέβαλε και αυτό στον θρύλο που δημιουργήθηκε γύρω της, θρύλος ο οποίος διατηρείται ακόμη και σήμερα αλώβητος.
 
Εκτός όμως από το ίδιο το θέμα της ταινίας, εκτός από το κυνηγητό που της ασκήθηκε από τη Δεξιά, για τη μυθοποίηση της «Συνοικίας» έπαιξαν ρόλο και άλλα πράγματα. Το τραγούδι που ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Τέλος, υπήρξε και το μυστηριώδες παρασκήνιο γύρω από τον Αλεξανδράκη και τη Γεωργούλη: το φιλμ σήμανε την οικονομική καταστροφή τους αλλά και το τέλος της σχέσης τους. Από τότε, μόνο δυσάρεστες θα ήταν οι αναμνήσεις και των δύο για τη «Συνοικία το Ονειρο».
 
ΔΥΟ ΝΤΟΠΙΟΙ, ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΩΝ ΓΥΡΙΣΜΑΤΩΝ, 
ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
 

Η Φωτεινή του μπίλι-μπομ
 
Γέννημα θρέμμα των Άνω Πετραλώνων και ένας από τους πιο ηλικιωμένους σήμερα κατοίκους της περιοχής, ο κ. Παναγιώτης θυμάται πολύ καλά τα γυρίσματα της ταινίας στο τέρμα της οδού Υπερίωνος: «Ακριβώς δίπλα στα σκαλάκια που οδηγούσαν στο βουνό βρισκόταν το σπίτι του αδελφού μου. Στο αριστερό σου χέρι βρισκόταν ο συνοικισμός, που ήταν το φόντο της ταινίας. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής βοήθησαν στα γυρίσματα παραχωρώντας τα σπίτια τους. Ο πατέρας της Φωτεινής που τραγουδάει στο μαγαζί του Βασίλη το “Βρέχει στη φτωχογειτονιά” πουλούσε μαστίχα μπίλι-μπίλι-μπομ. Τη λέγαμε “η Φωτεινή, του μπίλι-μπομ η κόρη”».
 
«Σεισμός» για τον Γρηγόρη
 

 
Παιδάκι δώδεκα χρόνων την εποχή της ταινίας, ο κ. Μανώλης δεν θα ξεχάσει ποτέ την εμπειρία της σκηνής στο νυχτερινό κέντρο, τότε που όλη η γειτονιά της πλατείας Μερκούρη βρέθηκε στο πόδι για να παρακολουθήσει τα γυρίσματα. Η άφιξη του Γρηγόρη Μπιθικώτση βρήκε τον Μανώλη στην απέναντι μονοκατοικία της ταβέρνας στην Καλλισθένους, όπου μαζί με την παρέα του είχε κατασκηνώσει στην ταράτσα προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από τις γρίλιες τι διαδραματιζόταν μέσα. Ο κ. Μανώλης θυμάται σαν να ήταν χθες τη φωνή τρόμου της γιαγιάς του, η οποία φοβόταν ότι από την πολυκοσμία «θα κατέβαινε το ταβάνι».
 
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με την αυθεντική λαϊκή αλλά και δραματική ερμηνεία του έγινε ένας ακόμη «ρόλος» της ταινίας προσθέτοντας δραματουργικά στο συνολικό κλίμα αρτιότητας και υψηλής αισθητικής που τη χαρακτηρίζει. Το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», ερμηνευμένο εκπληκτικά από τον Μπιθικώτση που εκείνα τα χρόνια συνεργαζόταν στενά με τον μεγάλο συνθέτη, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς αντικατοπτρίζοντας μοναδικά τη σκληρή πραγματικότητα μιας Ελλάδας που προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να επιβιώσει.
 
Το υπέροχο τραγούδι είναι σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και αρχική ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ερμηνεύτηκε και από τους Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρη Μητροπάνο, Γιώργο Νταλάρα, Γιάννη Κότσιρα αλλά και πολλούς άλλους.
 
«Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου
Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες»
 
Ο «Βασίλης» της «Φτωχογειτονιάς»
 
 
Η ταβέρνα όπου έγιναν τα γυρίσματα της σκηνής του Γρηγόρη Μπιθικώτση (επάνω), με τον Αλέκο Αλεξανδράκη να χορεύει χασαποσέρβικο φωνάζοντας «άτιμε ντουνιά!», υπάρχει ως σήμερα, αλλά με διαφορετική ονομασία. Λέγεται «Της κακομοίρας» (δεξιά), ενώ κατά την περίοδο εποχή των γυρισμάτων της «Συνοικίας» ήταν απλώς «Ο Βασίλης», από το όνομα του πρώην ποδοσφαιριστή κ. Βασίλη Δεδιώτη ο οποίος είχε τη διαχείρισή της. Τα χρώματα στην αφήγηση του κ. Δεδιώτη είναι πολύ έντονα καθώς θυμάται τον Αλέκο και την Αλίκη, «τα καλύτερα παιδιά στον κόσμο», να ξενυχτούν στο μαγαζί του, που ήταν ένα από τα στέκια της παραγωγής. «Το συνεργείο έπαιζε κουμ-καν και η ατμόσφαιρα ήταν πάντα χαρωπή» θυμάται ο κ. Δεδιώτης για τον «Βασίλη»- τη δημοφιλέστατη ταβέρνα για γυρίσματα ταινιών εκείνης της εποχής, με τον ίδιο τον εστιάτορα να εμφανίζεται σε ρόλους κομπάρσων.
 
Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ
 
 
«Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν μιλούσε ποτέ για τη Γεωργούλη, όπως και η Γεωργούλη δεν μιλούσε ποτέ για τον Αλεξανδράκη» λέει ο φωτογράφος κ. Γιώργος Καλφομανώλης, γιος της Αλίκης Γεωργούλη από τον δεύτερο γάμο της και σήμερα κάτοχος των δικαιωμάτων της ταινίας. «Αυτό που ξέρω είναι ότι η μητέρα μου και ο Αλεξανδράκης δεν είχαν παρτίδες μετά τον χωρισμό τους». Μάλιστα, στις δυο-τρεις φορές που ο Καλφομανώλης έτυχε να φωτογραφίσει τον Αλεξανδράκη, όποτε του είχε αναφέρει ότι είναι γιος της Γεωργούλη, η αντίδραση του ηθοποιού «δεν ήταν ενθουσιώδης. Νομίζω ότι είχαν μια πολύ μεγάλη διαμάχη ως προς το θέμα της παραγωγής της ταινίας» λέει. «Διότι ο Αλεξανδράκης ως σκηνοθέτης ήθελε να εμφανίζεται και ως παραγωγός, ενώ στην ουσία αυτή η δουλειά έγινε από τη Γεωργούλη. Η αριστερή που έβαλε τον Αλεξανδράκη σε αυτή την υπόθεση ήταν η μητέρα μου. Εκείνη είχε τις γνωριμίες με τον Κατράκη και τον Θεοδωράκη. Και νομίζω ότι αυτό ήταν που τους διέλυσε».
 
Από άρθρο του Γιάννη Ζουμπουλάκη στο ΒΗΜΑ 5.6.2011
 

 
 



Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Ιστορίες πνευματικού ρατσισμού



Ιστορίες πνευματικού ρατσισμού
 
Τι συνδέει τον αμερικανό ιστορικό Μπέρναρνι Λιούις, τον ινδό συγγραφέα των «Σατανικών Στίχων» Σάλμαν Ρούσντι και τον αποβιώσαντα το 1995, «αριστοκράτη των βανδάλων», γαλλορουμάνο φιλόσοφο Εμίλ Σιοράν; Το ερώτημα μοιάζει ρητορικό αλλά δεν είναι, αφού διάφορες υποθέσεις ρατσισμού, αντισημιτισμού και ιδεολογικής τρομοκρατίας συνδέθηκαν με αυτά τα τρία ονόματα.
 
 
 
Μπέρναρντ Λιούις (1916 - 2018)


Ο Μπέρναρντ Λιούις ήταν ίσως ο σημαντικότερος ισλαμολόγος και ειδικός στη μελέτη της Τουρκίας. Η μόρφωση και η πολυμάθειά του ήταν εντυπωσιακές. Μιλούσε συγχρόνως για τα οικονομικά, τα ιδεολογικά, τα πολιτικά και τον πολιτισμό των ισλαμικών χωρών σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους. Αναζητώντας τη χρήση της βίας στο αραβικό παρελθόν, ο Λιούις προέβλεψε την 11η Σεπτεμβρίου 2001 λίγα χρόνια πριν συμβεί το γεγονός με ένα προφητικό του άρθρο στο «Foreign Affairs» με τίτλο «License to Kill» («Αδεια για να Σκοτώνουν»). Ο θάνατός του στέρησε τη μελέτη του Ισλάμ από τον πιο πολύπλευρο γνώστη του.

Το δικαστήριο των Παρισίων τον Μάη του 1995 απεφάνθη, έναν μήνα μετά την ακροαματική διαδικασία ότι ο αμερικανός ιστορικός Μπέρναρντ Λιούις είναι ένοχος «πλάνης» απέναντι στον αρμενικό λαό για τις θέσεις που είχε υποστηρίξει σε συνέντευξη του στην εφημερίδα Le Monde (13 Νοεμβρίου 1993) ότι η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους, το 1915, αποτελεί «μίαν αρμενική εκδοχή της ιστορίας».
 
Το δικαστήριο καταδίκασε τον ιστορικό να καταβάλει αποζημίωση ενός γαλλικού φράγκου (περίπου πενήντα δραχμές), συν τους τόκους, στο Φόρουμ των Αρμενικών Οργανώσεων της Γαλλίας και στη Διεθνή Λίγκα εναντίον του ρατσισμού και του αντισημιτισμού, δηλαδή τις δύο οργανώσεις που είχαν προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το ποσό είναι συμβολικό αλλά αντιστρόφως ανάλογο προς την τεράστια ικανοποίηση των οργανώσεων.
 
Βέβαια το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία του θέματος, που σε τελευταία ανάλυση έχει σχέση με την θεμελιώδη ελευθερία του επιστήμονα να εκθέτει τις προσωπικές του απόψεις για τα γεγονότα. Ούτε η απόφαση του έχει σχέση με ποιοτικούς χαρακτηρισμούς του τύπου «προπαγανδιστής» ή όχι. Δικαιολόγησε όμως την καταδίκη επειδή «η αντικειμενικότητα και η σύνεση του ιστορικού αμβλύνθηκαν, αφού αυτός εκφράστηκε χωρίς αποχρώσεις για ένα θέμα τόσο λεπτό που θα αναζωπύρωνε αδίκως τον πόνο της αρμενικής κοινότητας».
 
 
 Εμίλ Σιοράν (1911 - 1995)
 
Ο θάνατος του Εμίλ Σιοράν (8 Απριλίου 1911 -20 Ιουνίου 1995) προκάλεσε μια έκρηξη (αντι)σημιτικής φιλολογίας. Οι σχολιαστές, κάθε είδους, δεν περίμεναν να συμπληρωθεί ικανό διάστημα από τους φρεσκοτυπωμένους επαινετικούς επικήδειους (κατά το νεκρός δεδικαίωται) και είχαν ήδη ερευνήσει όλο το αρχείο και τα «νεανικά παραστρατήματα» του θανόντος. Στο επίκεντρο της φιλολογίας, ένα βιβλίο του φιλοσόφου που είχε δημοσιευθεί το 1937 στο Βουκουρέστι με τίτλο «Η εξαΰλωση της Ρουμανίας», στο οποίο ο απολογητής του σκεπτικισμού διετύπωνε θέσεις αντισημιτικές και ξενοφοβικές. Το βιβλίο είχε επανεκδοθεί το 1991 στην Ρουμανία, αλλά αναθεωρημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα και χωρίς εκείνες τις νεανικές θέσεις του 1937. Ένας Γάλλος ρουμανολόγος όμως ο Πιερ-Υβ Μπουασό, κάνοντας τον συνήγορο του διαβόλου, απεκάλυψε τη φράση του Σιοράν ότι «αν ήμουν Εβραίος θα αυτοκτονούσα επί τόπου». Βέβαια το Αουσβιτς, η γενοκτονία και όλα τα δραματικά γεγονότα του πολέμου οδήγησαν τον Σιοράν να αποκηρύξει τις θέσεις αυτές και να αναγνωρίσει το «mea culpa» στο κείμενο του «Το μαρτύριο της ύπαρξης», που δημοσιεύθηκε το 1956. Γι αυτή την αλλαγή «υπεύθυνοι» πρέπει να ήταν ο φίλος του Σιοράν Μπένγιαμιν Φοντάνε, που πέθανε στο Αουσβιτς, και ο ποιητής Πάουλ Τσε-λάν, με τον οποίον είχαν μια βαθύτατη σχέση.
 

 
 Σάλμαν Ρούσντι
 
19 Ιουνίου 1947 (ηλικία 71 έτη), 
 

Την ίδια μέρα που το παρισινό δικαστήριο καταδίκαζε τον Λιούις, στο Παρίσι προετοίμαζαν την υποδοχή του υφυπουργού Εξωτερικών του Ιράν Μαχμούντ Μαεζί, ο οποίος, κατά την κοινή προσδοκία, θα έφερνε μαζί του ένα χαρτί με τις νέες, αμβλυμένες θέσεις της ιρανικής κυβέρνησης   για   την   υπόθεση Σάλμαν Ρούσντι. Στις 22 Ιουνίου 1995, ο υφυπουργός έφθασε στη γαλλική πρωτεύουσα χωρίς όμως το επίσημο έγγραφο που θα καταργούσε το διάσημο πλέον φέτφα των μουλάδων. Γιατί αυτή η διάψευση αναρωτήθηκαν οι Ευρωπαίοι, πολύ περισσότερο που η βελτίωση των σχέσεων του Ιράν με την Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ως προϋπόθεση αυτή την αλλαγή πλεύσης. Τι θα έλεγε αυτό το έγγραφο αν τελικά έφθανε στο Παρίσι; Τον γενικό τόνο του ανεπίδοτου έγγραφου τον έδωσε ο ίδιος ο αρχηγός της ιρανικής διπλωματίας, ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί. «Το κράτος δεν μπορεί να καταργήσει ένα φέτφα που έχει εκδοθεί από εκκλησιαστική αρχή. Αντίθετα οι ιρανικές αρχές θα μπορούσαν να μη θέσουν σε εφαρμογή το θρησκευτικό φέτφα που καταδικάζει σε θάνατο για βλασφημία τον συγγραφέα των «Σατανικών στίχων». Τι θα κάνουν οι Ευρωπαίοι; (Δεν είναι ασήμαντη η αγορά των 60 εκατομμυρίων Περσών ούτε η γεωστρατηγική θέση της χώρας τους). Και τι θα κάνει ο Ρούσντι; Μέχρι να αρθεί η «φετφά» το 1998 από το Ιρανικό κράτος, ο Σαλμάν μετακόμιζε συνέχεια, κρυβόταν, άλλαξε το ονοματεπώνυμο του (αλλά αρνήθηκε να αλλάξει και τα φυσικά χαρακτηριστικά του) και η γυναίκα του απομακρύνθηκε, καθώς δεν άντεξε την πίεση. Το σίγουρο όμως είναι ότι ο Σαλμάν τελικά επιβίωσε και το 2019 εκδόθηκε το νέο βιβλίο του. Όμως ένα σημαντικός αριθμός ανθρώπων των γραμμάτων πλήρωσε με την ζωή του για το βιβλίο αυτό. Ο Ιάπωνας μεταφραστής και ο εκδότης του έπεσαν νεκροί από πυροβολισμούς, ο Ιταλός εκδότης δέχτηκε μαχαιριές στο στήθος και την καρδιά και ο Τούρκος γλίτωσε από θαύμα. Ακόμα και η σατιρική εφημερίδα «Charlie Hebdo» δέχθηκε την επίθεση των ισλαμιστών για σατυρικό δημοσίευμά της για τον Μωάμεθ με αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους 12 άτομα. Ο ίδιος ο Ρούσντι, διάσημος πλέον Βρετανός συγγραφέας, αφού έζησε για κάποιο ακόμα διάστημα στη Βρετανία κατέληξε στις ΗΠΑ όπου ζει έκτοτε.
 


Από τις εφημερίδες ΒΗΜΑ και ΝΕΑ