-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

Ένας ξεχασμένος ήρωας ο Ταγματάρχης Δημήτριος Κωστάκης, ο θρυλικός κανονιέρης του '40



Ένας ξεχασμένος ήρωας ο Ταγματάρχης Δημήτριος Κωστάκης, ο θρυλικός κανονιέρης του '40

Επιμέλεια: Χρήστος Μουρατίδης, δάσκαλος

Ο ταγματάρχης Δημήτριος Κωστάκης γεννήθηκε το 1891 στο χωριό Μπεστια Λάκκας Σουλίου. Αποφοίτησε από το Σχολαρχείο Άνω Πεδινών και υπηρέτησε ως δάσκαλος σε χωριά της Λάκκας Σουλίου (τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας), ενώ έπειτα μετανάστευσε στην Αίγυπτο. Επέστρεψε τον Ιανουάριο του 1913 στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Πρέβεζα, οπού κατετάγη εθελοντής μόλις ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των Τούρκων. Πήρε μέρος σε όλες τις μάχες κι έλαβε το πρώτο παράσημο ανδρείας.
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε μόνιμος υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Το 1919 μετείχε με το ελληνικό εκστρατευτικό Σώμα στην καταστολή της Οκτωβριανής Επανάστασης και προήχθη σε ανθυπασπιστή επ' ανδραγαθία.
Στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας πολέμησε στο Εσκί-Σεχίρ και στο Αφιόν-Καραχισάρ. Αφ’ ότου γύρισε στην "Ελλάδα, παντρεύτηκε στα Ιωάννινα και απέκτησε τέσσερεις κόρες και έναν γιο. Ως ανθυπολοχαγός, ανέλαβε διοικητής πυροβολαρχίας και το 1937 υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες πυροβολικού με τον βαθμό του Ταγματάρχη.

Μαρτυρίες

Δεκανέας Παναγιώτης Ντεκάσης: «Όταν μαθαίναμε πως πίσω μας βρίσκονταν τα κανόνια τού Κωστακη, κάναμε φτερά».
Νικήτας Ντέλας από τα Λαγκάδια της Γορτυνίας: «Όταν άρχισε ο πόλεμος ο Κωστάκης έγινε με μιας σύμβολο ηρωισμού, λεβεντιάς και ανθρωπιάς. Ως πολεμιστής ήταν προικισμένος με αισιοδοξία, ψυχραιμία, στρατηγική ιδιοφυία και άφθαστο ηρωισμό. Αψηφούσε τον κίνδυνο και πίστευε στην νίκη. Τα κανόνια της μοίρας πού διοικούσε είχαν πάντα τέτοια ευστοχία στους στόχους ώστε δεν πήγε στον βρόντο ούτε μία οβίδα. Η πυροβολαρχία έριχνε τα βλήματα όλα πάνω στον στόχο με πρώτη οβίδα μέσα στο καζάνι των Ιταλών.
Ο Δασάρχης Σεραφείμ Τσιτσάς: Υπηρετούσα από το 1939 στα Γιάννενα ως το 1945. Από τις πρώτες ήμερες του πολέμου κυκλοφορούσαν οι απίστευτοι άθλοι του πυροβολητή Κωστάκη. Μια μέρα. από το Καλπάκι, είδε με το κιάλι του κάποιους Ιταλούς αξιωματικούς σκυμμένους στους χάρτες, δίπλα σ' ένα ελληνικό ηρώο των Βαλκανικών πολέμων, «θα τους φυτέψω μία οβίδα δίχως να πειράξω το μνημείο», είπε. Την άλλη μέρα πού κατελήφθη η περιοχή είδαμε ότι πραγματικά είχε διαλύσει την ομάδα των Ιταλών και μόνο δύο κάγκελα από το κιγκλίδωμα του μνημείου είχε θίξει η οβίδα, δίχως εκείνο να πειραχτεί.
Όταν κατέρρευσε το μέτωπο τον Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί έφεραν τους γενναίους τού Μουσολίνι στα Γιάννενα όπου και τους εγκατέστησαν κυρίαρχους όλης της Ηπείρου. Τις πρώτες κιόλας ημέρες ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής ανεζήτησε και κάλεσε στο γραφείο του τον θρυλικό Κωστάκη πού είχε γίνει ο μέγας εφιάλτης των Ιταλών! Έφεδρος εκ μονίμων ο Κωστάκης είχε μεν στοιχειώδη μόρφωση, αλλά σπάνιο όμως ταλέντο στην ευστοχία της βολής. Ρωτήθηκε τότε από τον Ιταλό στρατηγό σε ποιες ανώτατες στρατιωτικές ακαδημίες του εξωτερικού ειδικεύτηκε. Και όταν εκείνος αντέταξε στους τριγωνομετρικούς υπολογισμούς της βολής την πρακτική μέτρηση με τα δάχτυλα της δεξιάς, ο Ιταλός έμεινε άναυδος, άφωνος. Τον ρώτησε ύστερα πως έκρινε τις βολές του ιταλικού πυροβολικού και εκείνος τού απάντησε: «Οι βολές είναι σαν αυτές πού ρίχνουμε στον γάμο τού Καραγκιόζη». Κουράστηκε πολύ ο διερμηνέας για να αποδώσει την αινιγματική ελληνική έκφραση, στην οποία συνοψιζόταν η πολεμική κριτική τού ιταλικού πυροβολικού. Εκτός από τον Στρατηγό κι άλλοι αξιωματικοί τού εχθρού ζητούσαν εκείνη την εποχή να γνωρίσουν τον Έλληνα πολέμαρχο πού σκόρπιζε τον όλεθρο στις μονάδες τους.
Μαρτυρία Ιερέως Νικολάου Λιαροστάθη: Περπατήσαμε όλη την νύχτα από το θεογέφυρο και ξημερωθήκαμε στους Κουκλιούς. Εκεί συλλάβαμε ένα σύνταγμα πάνω από 1200 αιχμαλώτους χωρίς μάχη. Καθώς τους φέρναμε ο Ιταλός Συνταγματάρχης είπε «Θα ήθελα να δώ τον περιβόητο Κωστάκη». Ο Κωστάκης πού ήταν μαζί μας τού είπε «"Εγώ είμαι». Τότε ο Ιταλός Συνταγματάρχης πήδηξε από το άλογο του και γονάτισε μπροστά του σημείο παραδοχής. Ο Κωστάκης τον σήκωσε και συνέχισαν τον δρόμο. Εγώ κάποια στιγμή τον ρώτησα «Τι σού έλεγε μπάρμπα-Μήτσο». «Ήθελε να με γνωρίσει, ήθελε να με δει τίποτα άλλο», είπε. Ή παρουσία του Κωστάκη στην πρώτη γραμμή του μετώπου τόνωνε το ηθικό των μαχητών και έδιωχνε τον φόβο από τις καρδιές τους.
Ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Παπαχρήστου σε αναφορά του γράφει: "Ενώ βαδίζαμε φοβισμένοι συναντήσαμε έφιππον τον διοικητή της Μοίρας μας ταγματαρχη Κωστάκη Δημήτριο όστις δια της βροντώδους φωνής του μας συνέφερε εκ του φόβου ο οποίος μας κατείχε όλους. Χιλιάδες φανταράκια στο μέτωπο τον έβλεπαν στα ταραγμένα όνειρα τους σαν τον Άι-Γιώργη τον καβαλάρη να σκοτώνει το θεριό, τον φασισμό, και άλλοι σαν τον Κολοκοτρώνη με περικεφαλαία να τους φωνάζει: «Μη σκιάζεστε, ο θεός έχει βάλει την υπογραφή του. Θα τους πετάξουμε στην θάλασσα.

Όλοι αυτοί σαν γύρισαν στις πόλεις και τα χωριά τους, τον έπλασαν από στόμα σε στόμα γίγαντα με υπερφυσικές διαστάσεις, ημίθεο πού δεν τον έπιαναν τα βόλια του εχθρού, λαϊκό ανάγνωσμα σαν τον Μακρυγιάννη και παραμύθι που διηγείται ο παππούς στα εγγόνια του καθισμένα στα γόνατα του.
-Μία φορά κι έναν καιρό ήταν στην Αλβανία στον πόλεμο, ένα παλικάρι πού το έλεγαν Κωστάκη...-.
Ένας φαντάρος εξιστορεί την ανθρωπιά του Κωστάκη: Ήταν Σεπτέμβρης του ‘40 (δηλαδή πριν από τον πόλεμο), μία μέρα μπήκαμε στην γραμμή για συσσίτιο. Η πυροβολαρχία μας βρισκόταν στην Αγία Μαρίνα, κοντά στο Καλπάκι. Ο αείμνηστος Μεταξάς ετοίμαζε τον στρατό μας για τον μεγάλο πόλεμο τον οποίο περίμενε. Βλέπουμε τον ταγματάρχη μας Κωστάκη να στέκεται τελευταίος στην ουρά με την καραβάνα στο χέρι.
-Εσείς κύριε Ταγματάρχα στην ουρά: Περάστε τουλάχιστον μπροστά γιατί είναι ντροπή μας να είσαστε πίσω από εμάς, είπαν οι στρατιώτες.
-Ήρθα αργά και αύτη είναι η σειρά μου. Ενώπιον της πατρίδος δεν υπάρχει διάκριση στρατιωτών και αξιωματικών, είμαστε όλοι ίσοι, είπε ο Κωστάκης.
Με τέτοιο Ταγματάρχη έπρεπε να είμαστε αντάξιοι του στρατιώτες και γίναμε. Όταν αργότερα μπήκαμε στην Αλβανία, πήγαμε σ' έναν μύλο και η γυναίκα τού μυλωνά μας μαγείρεψε τραχανά. Θυμήθηκα τότε τις συμβουλές του Κωστάκη, -«όταν παίρνετε κάτι από φτωχούς Αλβανούς να το πληρώνετε». Θυμάμαι κάποτε πού έδωσε φαγητό σε γέρο Αλβανό αν και ήξερε πως τα δύο του παιδιά ήταν στον ιταλικό στρατο. –«Σάμπως θέλανε κι αυτα τον πολεμο;» απάντησε ο Κωστάκης.
Ο Άγγελος Τερζάκης, γνωστός μας λογοτέχνης, ήταν εθελοντής στον πόλεμο του '40. Μας έδωσε με την πένα του την πιο δυνατή εικόνα του Ήρωα Ταγματάρχη πυροβολικού Δημητρίου Κωστάκη. Αναφέρει ο Τερζάκης: "Από καιρό προτού ακόμη μπούμε στα αλβανικά χώματα μάς παρακολουθούσε η φήμη ενός γέρο-ταγματάρχη τού πυροβολικού, έφεδρου εκ μονίμων (με την μαγκούρα πήγαινε, αλλά είχε ψυχή ηρωικότατη). Είχε την διοίκηση μίας μοίρας ορειβατικού, σκαρφάλωνε στα άξενα βουνά, έστηνε τις πυροβολαρχίες του μονονυχτίς στις πιο απίθανες κορφές πού μονάχα ο ίδιος τις έβλεπε και χαράματα την άλλη μέρα ράντιζε τον σαστισμένο εχθρό με φωτιά και με σίδερο και του βούλωνε τα κανόνια. Ο τρόπος πού ήξερε να μεταχειρίζεται το πυροβολικό του χωρίς να χάνει ούτε βολή, η λεβέντικη παλικαριά του πού ήταν δυσανάλογη με τα χρόνια πού τον βάρυναν (ήταν γέρος), άλλες ακόμα πολεμικές αρετές συνδυασμένες με βαθιά συναδελφικότητα για τον φαντάρο (τους είχε παιδιά του), τον έφερναν στην ολόπρωτη γραμμή των αρχηγών τού αγώνα. Οι συνάδελφοι μας. του πεζικού, όταν τον άκουγαν να βροντάει πίσω από τις θέσεις τους, νιώθανε πως ακουμπάνε σε ατράνταχτο αντιστύλι. Ήταν εγγύηση η συνεργασία του Ταγματάρχη Κωστάκη σε μία οποιαδήποτε επιχείρηση. Τον ακούγαμε. Δεν τον είχαμε δει. Τον καιρό πού το φύσημα της τύχης με είχε φέρει έμενα στο στρατηγείο, ο Κωστάκης πρησκότανε μαζί με τις πυροβολαρχίες του στην Χειμάρρα. Ξάφνου ο αρχηγός του πυροβολικού πού ήταν συμπολεμιστής του και φίλος αποφάσισε να τον ξεκουράσει. Τον μετακάλεσε λοιπόν στο στρατηγείο για ένα διάστημα. Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία.


«Έρχεται ο Κωστάκης!».
Περιέργεια, ανυπόμονη συγκίνηση γέμισε όλους εμάς πού τον καρτερούσαμε να φτάσει και μία μέρα το βήμα του βαρύ, αντρίκιο ακούστηκε να ανεβαίνει την σκάλα της Διοίκησης Πυροβολικού. Τον συνόδευε αντίλαλος ρυθμικός το χτύπημα μίας μαγκούρας στα σκαλοπάτια. Ήταν ένας μάλλον ψηλός γέροντας με δίκοχο λεβέντικο, στραβό στο ψαρό του κεφάλι, πρόσωπο χαρακωμένο από τα χρόνια και τις κακουχίες, μάτι ζωηρό, ριχτό μουστάκι. Οι κινήσεις του, τα βάδισμα του πρόδιδαν μία ζωντάνια ασυνήθιστη σ' αυτήν την ηλικία. Βροντούσε περπατώντας την αχώριστη μαγκούρα του με νταηλίκι. Στο πρόσωπο του υπήρχε μία παλικαριά βουνίσια και μία φαιδρότητα γεμάτη θυμοσοφία παιδική.
-Γειά σας παιδιά».
Σταθήκαμε με προσοχή να περάσει όμως στα χείλη μας σαν από ψυχορμητική μαντική συμπάθεια σχεδιάστηκε κιόλας ένα χαμόγελο φιλικό. Ο γέροντας αυτός με την κολοκοτρωναίικη θωριά, την κόψη του οπλαρχηγού ήταν ανώτερος μας· όμως όχι και διαφορετικός. Τα αίματα μας το έβλεπες με το πρώτο συγγένευαν. Ο ταγματάρχης Κωστάκης ερχόταν ολόισα από τα σπλάγχνα του λαού. Χωρατατζής και χαροκόπος, είχε ωστόσο μία προσήλωση φανατική στα θεία. Γκόλφι (εγκόλπιο, φυλακτό) του οι προφήτες και η Αποκάλυψη, θρησκεία του κεφαλιού του αυθεντικά προσωπική που, δίχως και ο ίδιος να το ξέρει πως, την είχε χτίσει κατ' εικόνα και ομοίωση του εαυτού του.
-Ο Θεός είναι ρωμιός μωρέ!- σου έλεγε καμιά φορά βροντώντας απειλητικά τήν μαγκούρα του.
- «Ο Θεός είναι ρωμιός μωρέ».
Μία μέρα περνώντας με το αυτοκίνητο την κοιλάδα του Δρίνου παίρνει το μάτι του κάπου σε χωράφι έναν ξύλινο σταυρό. Προστάζει να σταματήσουν. Κατέβηκε, ήταν ο πρόχειρος τάφος κάποιου ανώνυμου πυροβολητή. Στάθηκε σκεπτικός ο Κωστάκης μπροστά στον τάφο. Στα σκαμμένα μαγουλά του κύλησαν δύο χοντροί κόμποι δάκρυα. Την άλλη μέρα ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο μαζί με τον παπά του στρατηγείου τούτη την φορά, τραβάει τον ίδιο δρόμο και φτάνοντας στον ξύλινο σταυρό σταματάει πάλι. Κατεβαίνει και βάζει τον παπά να ψάλει τρισάγιο. Θα πίστευε ίσως πως συμπληρώνει ένα θρησκευτικό του χρέος, όμως για σένα που τον ήξερες η πράξη τούτη είχε κι άλλο νόημα, ήταν το μνημόσυνο ενός πατέρα στον τάφο του παιδιού του.

 Σελίδα από το πολεμικό του ημερολόγιο

Μία άλλη μέρα, λιακαδερή, πρωί της Άνοιξης, μία παρέα στρατιωτικοί και δημοσιογράφοι είχαν προσκληθεί σε τραπέζι από τον Κωστάκη ψηλά στο μέτωπο, σ' ένα παρατηρητήριο του Βαρέως Πυροβολικού. Το φαγοπότι είχε αρχίσει, τα ποτήρια τσουγκρίζονταν όταν ο εχθρός επεσήμανε το παρατηρητήριο με το Πυροβολικό του. Ξαφνικά αρχίζει ένας βομβαρδισμός άγριος, κεραυνογκρέμισμα (τους χτύπησαν οι Ιταλοί). Άλλοι ρίχνονταν μπροστά με τα μούτρα χωμένα στο χώμα. άλλοι χάνουν ολότελα το λογικό τους και τρέχουν όπου λάχει να κρυφτούν. Κακό μεγάλο γίνεται γύρω. Τα χώματα και οι πέτρες τινάζονται από τις εκρήξεις. Μονάχα εκείνος στεκόταν όρθιος. Χλωμός, πολύ χλωμός, διατηρούσε ωστόσο την ψυχραιμία του, το ύφος του πολέμαρχου, και έσφιγγε στο χέρι του τ' αχώριστο βιβλίο, την Άγια Γραφή. Ο γέροντας πού σφίγγει την Άγια Γραφή στο χέρι και στέκεται χλωμός άλλα πεισματερά όρθιος μέσα στο χαλασμό μένει για μένα σύμβολο (γράφει ο Τερζάκης).
Ο γέροντας Χαράλαμπος Βασιλόπουλος υπήρξε βαθμοφόρος στους τσολιάδες κατά τον αγώνα τού 40'. Στο βιβλίο του «Το θαύμα των Ελλήνων τού 40» στη σελ. 30. μας περιγράφει: Ξεκινάμε για το Καλπάκι απόβραδίς, πορεία ολονύχτια, προχωρούσαμε για τον Ελαφότοπο πού ήταν παραπλεύρως στο Καλπάκι. Με τις πρώτες ακτίνες τού ηλίου πλησιάζαμε την γραμμή του πυρός. Οι δικοί μας για να αντιμετωπίσουν τας λυσσώδεις επιθέσεις των Ιταλών τους χτυπούν δι' όλων των όπλων και τα αντιαεροπορικά έβαζαν ακόμη ευθεία βολή. Στην γραμμή μας με τα πρόχειρα ορύγματα έπεφταν σαν χαλάζι τα εχθρικά πυρά και οργώνανε τους χώρους. Οι Έλληνες όμως αμύνονταν σθεναρά, γενναία και ακατάβλητα. Τώρα ο γενναίος αξιωματικός Κωστάκης με το πυροβολικό του έκανε θραύση. Πίσω από το μοναστήρι της Βελλάς ήταν η μονάδα του. Άφηνε λοιπόν τον εχθρό, όπως μού διηγιόταν κατόπιν ο ίδιος και περνούσε ανενόχλητα την γέφυρα στους Αγιούς, που ήταν μπροστά από την γραμμή Αμύνης τού Καλπακίου. Ή τοποθεσία Αγιούς είναι μικρό εκκλησάκι των Άγιων Απόστολων κοντά στην γέφυρα. Το ιταλικό ανακοινωθέν έλεγε: «Εκυριεύσαμε την πόλη Αγιούς! Σκεφθείτε τα ψέματα τους για να τονώσουν τους δικούς τους. Τότε όμως ο Κωστάκης, με τους θαυμάσιους υπολογισμούς του, χτυπούσε με το πυροβολικό του και έκοβε την γέφυρα. Έπειτα τους άρχιζε τον χορό. Μία οβίδα έριχνε μπροστά, μία πίσω, μία στο μέσον. τους τρέλαινε, τους αποδεκάτιζε. Η σύγχυση τον Ιταλών γινόταν απερίγραπτη. Οι νεκροί κάλυπταν τον κάμπο και εκείνος έγινε ένα απέραντο νεκροταφείο. Το ιταλικό παρατηρητήριο βρισκόταν τότε σε πλεονεκτική θέση. Είχε ανέβει ο παρατηρητής στο καμπαναριό ενός εξωκκλησιού. Η θέσις του ήταν τόσο καλή ώστε έδινε ακριβή στοιχεία στους Ιταλούς και οι βολές τού Πυροβολικού ζαλίζανε τους δικούς μας.
-  «Κύριε Ταγματάρχα», φώναξαν οι πυροβολητές τού Κωστάκη, στο καμπαναριό είναι ο πυροβολητής, να τού ρίξουμε:»
- «Όχι παιδιά. Εκκλησία δεν χτυπάω εγώ· είπε ο πιστός αξιωματικός. Το κακό όμως είχε παραγίνει. Καυτό σίδερο ξερνούσε το ιταλικό πυροβολικό. Τοτε ο Κωστάκης κοίταξε το καμπαναριό και καθόρισε συντεταγμένες. Με τα δάχτυλα του υψωμένα έκανε τον τελευταίο υπολογισμό και μία οβίδα έκοψε το καμπαναριό μονάχα, γκρεμίζοντας και εξολοθρεύοντας τον παρατηρητή. Το εκκλησάκι εξακολουθούσε να μένει ανέπαφο. Στην ερημιά ήταν ένα σύμβολο, γκρεμίστηκε το καμπαναριό αλλά όχι η Εκκλησία. Γίνονται θυσίες αλλά η πίστη μένει. Παροιμιώδης υπήρξε η ευστοχία τού ελληνικού πυροβολικού και θρύλος έγινε το όνομα τού Κωστάκη με τις επιτυχίες αυτές.
Όταν παίρνανε συσσίτιο οι Ιταλοί, εκείνος έριχνε τις οβίδες του μέσα στο καζάνι. Αργότερα είπε: Τους λυπόμουνα ως άνθρωπος, άλλα τι να έκανα. Όταν έβλεπα να τους τινάζουν οι οβίδες στον αέρα, ράγιζε η καρδιά μου. Αλλά να τους αφήσω να περάσουν, να μας σκλαβώσουν, να ατιμάσουν τις γυναίκες και τις νέες μας, να μας κάνουν Φράγκους και να χάσουμε την Ορθοδοξία μας;! Αυτό ήτο αδύνατο! Δεν το ήθελε ο Θεός.»


Εξήντα χρόνια μετά τον πόλεμο στήνεται η προτομή του Κωστάκη στην γενέτειρα του  την Μπεστιά Λάκκας Σουλίου στον νομό Ιωαννίνων. Κατά το στήσιμο της προτομής μίλησε ο Κωνσταντίνος Τούσης ο οποίος είπε: Αμέσως μετά την συνθηκολόγηση του 1941 συλλαμβάνεται και αποστέλλεται ως όμηρος στην Ιταλία και ακολούθως στην Γερμανία και την Πολωνία. Απελευθερώνεται το 1945 από τα ρωσικά στρατεύματα. Είναι ακριβώς η εποχή πού στην πατρίδα μας υψώνονται μαύρα σύννεφα, ο διχασμός είναι προ των πυλών. Οι Έλληνες δεν προλαβαίνουν να χαρούν την νίκη τους και να ανοικοδομήσουν την κατεστραμμένη πατρίδα τους, όπως έπραξαν οι άλλοι λαοί της Ευρώπης. Είναι έτοιμοι να συνεχίσουν έναν εμφύλιο πόλεμο. Ο Κωστάκης διαισθανόμενος τι επρόκειτο να επακολουθήσει και αρνούμενος να σκοτώσει «τα παιδιά του» (έτσι αποκαλούσε τους  στρατιώτες του), δήλωσε Έλλην και δεν δέχθηκε να ενταχθεί σε καμία παράταξη. Έμεινε ουδέτερος. Το γεγονός αυτό άλλα και η αλαζονεία ορισμένων συναδέλφων του πού ήθελαν όλη την δόξα του πολέμου για τον εαυτό τους παραγκώνισαν τον Κωστάκη. Αποστρατεύεται με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη χωρίς να του απονείμουν ούτε έναν βαθμό, ούτε και τα παράσημα πού προταθήκαν κατά την διάρκεια τού Αλβανικού Έπους. Έκτοτε η επίσημη πολιτεία τον ξέχασε.
Έζησε ήσυχα και ενάρετα με την οικογένεια του και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. Δεν περηφανεύθηκε για το όνομα του. Ποτέ δεν παραπονέθηκε ούτε απαίτησε κάτι από την πατρίδα. Η στάση του αυτή δείχνει ακόμη μία φορά το μεγαλείο της ψυχής του. Πέθανε ήσυχα στις 3 Νοεμβρίου 1961. Τον αποχαιρέτησαν η οικογένεια του, οι φίλοι του και οι γείτονες, οι απλοί άνθρωποι πού τον αγάπησαν και τον θαύμαζαν τόσο.

Περιοδικο Ρωμνιός τ. 26/2016
https://www.slideshare.net/enromiosini/26-2016-117859014


Πηγή :
 

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

28η Οκτωβρίου 1940 : ΕΤΣΙ ΠΟΛΕΜΗΣΑΜΕ


Ο αγωνιστής λοχίας Χαρίλαος Πολύμερος
του Β' Συντάγματος Βαρέος Πυροβολικού Λάρισσας


Βιώματα και μνήμες 
από έναν μαχητή της Νίκης του 1940 

Σήμερα που όλα γύρω μας είναι σκοτεινά, θολά και αβέβαια, έχει ιδιαίτερη σημασία να θυμούμαστε και να τιμούμε τους ήρωες αγωνιστές μας που θυσίασαν τη ζωή τους υπερασπίζοντας τα σύνορά μας από την απρόκλητη και άνανδρη επίθεση του φασιστικού ιταλικού στρατού του δικτάτορα Μουσολίνι.

Η ημέρα αυτή, η 28η Οκτωβρίου του 1940, πρέπει να είναι ο φάρος που να φωτίζει -αν χρειαστεί- τα βήματα του στρατού και του λαού της πατρίδας μας.

Ο όποιος αποπροσανατολισμός "με λεονταρισμούς" -για εδάφη, χαμένες πατρίδες και άλλα- αποδυναμώνει τη μαχητικότητα της νεολαίας μας, ιδιαίτερα στα στρατευμένα παιδιά μας, και τους οδηγούμε σε λάθος δρόμο.

Η Ελλάδα μας δεν είναι σημερινή και δεν χρειάζεται άλλα δείγματα γραφής.

Εδώ γεννήθηκε ο αρχαίος πολιτισμός, η φιλοσοφία, τα γράμματα και οι τέχνες, οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι του κόσμου. Από εδώ μεταλαμπαδεύτηκε η μαχητικότητα των Ελλήνων αγωνιστών για την υπεράσπιση, την επιβίωση όλων των περγαμηνών της.

Πρόσφατα δείγματα αγωνιστικότητας δείχνουν τα 400 χρόνια σκλαβιάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μπροστά στα μάτια των Οθωμανών οργανώθηκε η Ελληνική Επανάσταση το 1821.

Και πιο πρόσφατα η Ελλάδα των έξι εκατομμυρίων δεν δίστασε νικηφόρα να αμυνθεί και να ξεφτιλίσει μια ολόκληρη ιταλική αυτοκρατορία των 50-55 εκατομμυρίων του φασίστα Μουσολίνι. Οι 186 μέρες αντίστασης και νίκης, η Ελλάδα μας, ο λαός και ο στρατός της έχουν πολλά να δείξουν και να διδάξουν σε όλους τους λαούς του κόσμου, πως όταν αγωνίζεσαι και μάχεσαι για την υπεράσπιση της πατρίδας σου, πάντα νικάς.

Όταν μάλιστα ο αντίπαλος είναι πολύ πιο ισχυρός στην πανοπλία, σαν τις στρατιές του φασίστα Μουσολίνι, σίγουρος πια ότι σε 24 ώρες θα έπινε καφέ στην Αθήνα που τον είχαν ετοιμάσει οι ντόπιοι πεμπτοφαλαγγίτες ανθέλληνες.

Είναι γνωστό ότι οι Ιταλοί είχαν καταλάβει την Αλβανία το 1939 διώχνοντας τον βασιλιά της, τον Αχμέτ Ζιώγου. Είχαν όλη την ευκαιρία να γνωρίσουν και να οργανώσουν πολύ καλά την επίθεσή τους και την άμυνά τους εναντίον μας, αυτός ήταν και ο στόχος τους - η ολοκληρωτική κατάληψη της Ελλάδας. Για σίγουρη επιτυχία εισβολής στην Ελλάδα μας είχε παρατάξει τις πιο επίλεκτες φασιστικές μεραρχίες αλπινιστών μελανοχίτωνες καταδρομής κ.ά. Οι Ιταλοί είχαν την ευκαιρία να γνωρίζουν πολύ καλά όλη την περίμετρο των αλβανοελληνικών συνόρων, 600-700 χιλιομέτρων περίπου, και να εγκαταστήσουν στα οχυρά τους τα πιο σύγχρονα βαριά και ελαφρά όπλα τους.
Το κλίμα της εποχής εκείνης διεθνώς δεν μας ευνοούσε.

Ο Χίτλερ σάρωνε και καταλάμβανε χώρες τη μία μετά την άλλη. Ο κυβερνήτης της Ελλάδας μας, δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, ήταν μεταξύ σφύρας και άκμονας, με το συμμαχικό αγώνα ή με τους δικτάτορες. Αν ακολουθούσε τον δεύτερο δρόμο, έπρεπε να μετράει τη ζωή του με ώρες. Το "Όχι" του ελληνικού λαού και στρατού τον κράτησε στο συμμαχικό στρατόπεδο, Αγγλία, Αμερική κ.λπ.
Ας φύγω από αυτές τις εκτιμήσεις και να έρθω σε μας τους νέους στρατεύσιμους του 1940.

Αφού ανδρωθήκαμε πλέον εννιά μήνες στον στρατό, νιώθαμε τον αέρα του άντρα "παλικαρά".

Το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη του 1940, σε ημερησία διαταγή του Βλαχάβα, διοικητή του Β' Συντάγματος Βαρέος Πυροβολικού Λάρισας. Εντός τριών ημερών, από μαγειρεία, αποθηκάριο, ρούχων και πυρομαχικών, απαξάπαντες στον χώρο του Συντάγματος - πυροβόλα αυτοκίνητα και όποια άλλη μηχανή διέθετε το Σύνταγμά μας. Δέκα η ώρα το πρωί έτοιμοι για αναχώρηση: Η κεφαλή της μονάδας έφθανε στην πλατεία Λάρισας και το τελευταίο όχημα ακόμη στο στρατόπεδο. Τα χειροκροτήματα και οι ευχές και κλάματα από χιλιάδες κόσμο, από πόλεις και χωριά που περνούσαμε, μας έδιναν ιδιαίτερη ικανοποίηση και χαρά, τις τρεις μέρες που χρειαστήκαμε για να φθάσουμε στην Κρυσταλοπηγή και στους πρόποδες του όρους Μουράβα, που ήταν και τα σύνορά μας. Εκεί βρήκαμε τις κατάλληλες θέσεις για καταυλισμούς και για θέσεις των πυροβόλων μας. Των 105 και 155 χιλιοστών, κάτω από τα αόρατα αεροπλάνα των Ιταλών που περνούσαν κάθε μέρα από πάνω μας.

Πρέπει να σας πω πως οι σχέσεις όλων των πυροβολητών και υπαξιωματικών με τους αξιωματικούς μας ήταν πατρικές, αδερφικές, φιλικές. Αυτή η αγάπη και η εξοικείωση κατωτέρου προς ανώτερο μας έδινε περισσότερη δύναμη και κουράγιο.

Κατά σύμπτωση ο διοικητής μας συνταγματάρχης Βλαχάβας κατεβαίνοντας από το τζιπ -μόλις φθάσαμε- στραμπούλιξε το πόδι του και ούτε τον είδαμε ξανά στο Σύνταγμά μας. Ανέλαβε τη διοίκηση του Συντάγματος ο υποδιοικητής Κων/νος Τουρίκης, ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος πολύ αγαπητός στο Σύνταγμα, αλλά και φανατικό πολέμιος του φασισμού. Ας μην περιττολογούμε, τις αρχές του Οκτώβρη -με την τακτοποίηση όλων και ο καθένας στο πόστο του-, μια ομάδα με τον διοικητή μας, δύο αξιωματικούς, δύο υπαξιωματικούς και τέσσερις οπλίτες παρατηρητές και τις πινακίδες, διόπτρες, όλα τα μηχανήματα σκόπευσης, με οδηγούς δύο συναδέλφους του πεζικού, ξεκινήσαμε για τις παρυφές του Μουράβα, όπου θα στήναμε τα μηχανήματά μας. Ύστερα από έξι ώρες διαδρομή φθάσαμε στα ορύγματα των πεζικάριων.

Εμείς επιλέξαμε τις κατάλληλες θέσεις να στήσουμε τις πινακίδες, χαριτολογώντας ο διοικητής μας Τουρίκης λέει να χωριστούμε σε δύο συνεργεία, αν μας βομβαρδίσουν μην μας καθαρίσουν όλους και αφήσουμε τα πυροβόλα μας τυφλά. Πάντα από τη θέση αυτή, έως τις 6 Απριλίου όπου και η επιστροφή μας.

Συνοπτικά και από τις 29 του Οκτώβρη με τις πρώτες και εύστοχες βολές των πυροβόλων μας, από Αρσέκα, Ματίγλιστα, Κορυτσά, πήραν τα πρώτα μαθήματα οι Ιταλοί. Την επίθεσή τους την αρχική την καταστείλαμε.

Όταν είδαν τις οβίδες των 105 και 155 να πέφτουν στα μαγειρεία και στις αποθήκες τους, σε 5 μέρες φθάσαμε στην Κορυτσά χωρίς να βρούμε Ιταλό. Από την Κορυτσιά φύγαν νύχτα όταν είδαν τις οβίδες να πέφτουν στο αεροδρόμιο. Αυτά από μαρτυρίες των Ελλήνων της Κορυτσάς.
Η προέλασή μας ήταν ακάθεκτη όταν για λίγες ώρες μάθαμε ότι κάποιο αδύνατο σημείο της γραμμής μας στην Πίνδο διέτρεξαν οι ιταλικές φασιστικές δυνάμεις. Εκεί έπρεπε να είναι για να ιδούν οι ανθέλληνες ηττοπαθείς που διέδιδαν και διαδίδουν ακόμα ότι δεν πολεμούσαν οι Ιταλοί.

Για εκατοντάδες μέτρα οι εισβολείς δεν άφησαν τίποτε όρθιο. Εκατοντάδες αποτρόπαια εγκλήματα, σφαγιασμένα μικρά, γέροι, γριές και στρατιώτες, δεν υπήρχε ζωντανός κανένας Έλληνας.

Αυτή και μόνον η πράξη του πιστού φασιστικού στρατού του δικτάτορα Μουσολίνι μάς εμψύχωσε περισσότερο γιατί είχαμε να κάνουμε με έναν εχθρό όμοιο του Χίτλερ. Με μάχες και δυσκολίες από χιόνια -και από τον μόνιμο εχθρό, τις ψείρες- φτάσαμε Πρεμετή. Με χιόνια ενός μέτρου στα πεδινά και στους δρόμους στις 15-20 Γενάρη του 1941 φτάσαμε προ της Κλεισούρας. Το πεζικό μας ήδη είχε φτάσει και πήρε μέρος δεξιά και αριστερά των βράχων της Κλεισούρας, περίμενε τις πρώτες βολές των πυροβόλων μας για να διαπιστώσουν πού βρίσκονται οι Ιταλοί. Πέρα από τα στενά της Κλεισούρας υπάρχει η μεγάλη πεδιάδα του Χάνι Μπαλαμπάν, αρκετά μεγάλη περίμετρο χιλιάδων μέτρων. Από τα στενά της Κλεισούρας ξεκινούσε το μεγάλο όρος, η Τρυπισίνα, 1.500 - 2.000 μέτρων. Ύστερα από μάχες και σκληρά χτυπήματα των πυροβόλων μας, οι Ιταλοί εγκατέλειψαν τα στενά, πέρασαν τον κεντρικό δρόμο της πεδιάδας του Χάνι Μπαλαμπάν και σε βάθος 25-30 χιλιομέτρων φτάσαν στην κατάληξη του όρους Τρυπισίνα, Ψάρι και Δασωμένο Λόφο. Κρατούσαν το πρανές προς εμάς, ψηλά στις παρυφές του όρους Τρυπισίνα. Για να τους βγάλουμε από εκεί χρειάστηκαν τόσες οβίδες όσες είχαμε ρίξει σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Αρχές του Φλεβάρη του 1941 γίναμε κυρίαρχοι όλης της πεδιάδας του Χάνι Μπαλαμπάν -περιμέτρου 50-60 χιλιομέτρων- και της Τρυπισίνας κι εκεί στήσαμε τις πινακίδες και βλέπαμε τους Ιταλούς τόσο μακριά σε βάθος όσο έβλεπαν τα όργανά μας.

Οι θέσεις μας αυτές ήταν και το τέλος της νικηφόρου πορείας μας. Οι Ιταλοί βρήκαν τις θέσεις αυτές που ήδη τις είχαν οχυρώσει σαν βασική τοποθεσία να κάνουν την τελευταία τους νικηφόρα -βέβαια και σίγουρη γι' αυτούς- επίθεση.

Από τον Φλεβάρη του 1941 βρισκόμαστε εκεί από "άνωθεν" διαταγές με μάχες παρενόχλησης και μόνο οι Ιταλοί που είχαν άφθονο πολεμικό υλικό ρίχναν συνεχώς αδέσποτες. Τα δε αεροπλάνα τους περνούσαν ξυστά από τις κορυφές της Τρυπισίνας βάλλοντάς μας συνεχώς με τα μυδράλιά τους. Στην πεδιάδα ρίχναν τις βόμβες αδέσποτα, ανενόχλητοι, μόνο από ορισμένα φυλάκιά μας τούς έριχνε με τα μυδράλιά του το πεζικό μας. Οι αδέσποτες βόμβες των αεροπλάνων βρήκαν τον δεκανέα σκοπευτή μας, τον αείμνηστο Νίκο Σταβρίδη από τη Λάρισα. Ήταν το πρώτο και μοναδικό θύμα.

Δύο μήνες περίπου τη βγάλαμε στις ίδιες θέσεις και παίρναμε όλα τα μέτρα μας για σίγουρη επίθεση των Ιταλών εναντίον μας, που αυτοί θα επέλεγαν μέρα και χρόνο. Οι προβλέψεις μας ήταν σωστές. Ο Μουσολίνι, φέροντας βαριά αυτή την ήττα, ηγήθηκε ο ίδιος σε αυτή την επίθεση στις 15-20 Μαρτίου του 1941. Ένας δρόμος χιλιομέτρων - πίσω από το Χάνι Μπαλαμπάν. Γεμάτος κανόνια και τανκς, ό,τι είχε σύγχρονο, το διέθεσε σίγουρος ότι θα έσπαγε το συγκεκριμένο σημείο: Τρυπισίνα, Χάνι, Ψάρι και Δασωμένο Λόφο, που ήταν το μοναδικό πέρασμα και θα αιχμαλώτιζε όλες τις δυνάμεις μας.

Το δαιμόνιο πνεύμα του διοικητή μας Τουρίκη, σίγουρος ότι οι Ιταλοί θα τολμούσαν να σπάσουν το σημείο αυτό, είχε στρέψει τις κάννες 24 κανονιών ακριβώς εκεί που θα τολμούσαν να περάσουν, όπως ήταν παρατεταγμένοι σε δύο σειρές, μονάχα μια πυροβολαρχία είχαμε κατά μήκος του Δασωμένου Λόφου.

Το τι έγινε στο ξεκίνημα των Ιταλών δεν μπορεί να το συλλάβει ανθρώπινος νους. Εύστοχα όλες οι οβίδες -τα βλήματα- κάρφωναν ό,τι κινούνταν στον δρόμο αυτόν, γέμισε από σιδερικά και φωτιές. Οι δε δυνάμεις των Ιταλών που ήταν οχυρωμένες στον Δασωμένο Λόφο, -σίγουροι ότι τα τανκς και τα κανόνια τους θα έσπαγαν το βασικό και μοναδικό σημείο προσπέλασης, βγήκαν από τις θέσεις σε επίθεση και εκεί από Δασωμένος Λόφος έγινε "σπανός", με ξεφλουδισμένους κορμούς. Μετά δύο μέρες ο Λόφος γέμισε άσπρες σημαίες των Ιταλών που ζητούσαν ανακωχή για να μαζέψουν τα θύματα. Αυτό ήταν το τελευταίο μάθημα που πήραν οι Ιταλοί και ο τελευταίος σταθμός μας.

Οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει τα οχυρά μας στο Μπέλες. Και έτσι, 6-7 Μαρτίου 1941, χωρίς να μας ενοχλήσει κανείς, τα πήραμε όλα μαζί μας, όπλα, κανόνια και ψείρες. Και τα περάσαμε μέσα από τα σύνορά μας.

Για όλες αυτές τις θυσίες, τους αγώνες και τις νίκες ο λαός μας περίμενε από τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις δικαίωση. Αλλά, αντίθετα, η υποτέλεια και η δειλία να σηκώσουν το ανάστημά τους για την προσφορά μας στον συμμαχικό αγώνα και να ζητήσουν αμοιβές, ελευθερία και δημοκρατία, για όλους, τους οδήγησαν σε εμφύλιο - ελληνικό σπαραγμό, με αποτέλεσμα να αμαυρώσουν την εικόνα της νίκης και να οδηγήσουν τους ήρωες της πατρίδας σε φυλακές, εξορίες και εκτελέσεις.

Ας προσέξουν οι νεοέλληνες κυβερνώντες αυτόν τον τόπο, ο λαός έχει μνήμη και κρίση. Να σταματήσει το παζάρι των πελατειακών σχέσεων και η εξαγορά συνειδήσεων, για να δουν και οι ίδιοι τη δύναμή τους και την αξία τους.

Χαρίλαος Πολύμερος
Μαχητής του 1940

Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ" 28.10.2010
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=577521 

Το διαβάσαμε εδώ:


 

28η Οκτωβρίου 1940 : ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΙΛΗΣ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

28η Οκτωβρίου 1940 : Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΣΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ

Από το αφιέρωμα της εφημερίδας
"" Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 : 70 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ"
Προτροπή

Στη δύση της ογδοντατετράχρονης ζωής του ο Kωστής Παλαμάς δεν έπαψε να γράφει. H τελευταία αυτή παραγωγή του περιελήφθη σε δύο συλλογές με τη φροντίδα του γιου του ποιητή Λέανδρου K. Παλαμά και του Iδρύματος Kωστή Παλαμά. Eίναι οι συλλογές «Bραδυνή Φωτιά» και «Πρόσωπα και Mονόλογοι». Aπό τη δεύτερη συλλογή είναι το επίγραμμα «Στη Nεολαία μας» (γραμμένο την 1η Nοεμβρίου 1940).

«Aυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη 
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι, 
αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα, 
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Eικοσιένα»

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_24/03/2012_476917 






ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Η ώρα της Ιστορίας

(Αποσπάσματα)

Απ' την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρ­σενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φί­λοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα' ναι το τέλος του;

Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωση μας στέκεται στην αρχή. Το πώς όλοι μα­ζί κάναμε τον πόλεμο, αυτό είναι η νίκη της φυλής. Όλα τ' άλλα είναι μηχανολογία. Και δεν είναι μόνο μια πράξη τιμής ετούτη η ομόψυχη ενέργεια. Είναι ακόμα μια πράξη υγείας και μια πράξη φαντασίας. Μόνο ένας οργανισμός πλημμυρισμένος από τη χα­ρά και τη δόξα της ζωής έχει τη δύναμη να ορμά προς τη θυσία με τόσο κέφι. Και μόνο ένας λαός με ισχυρή φαντασία μπορεί να εξαρθεί πάνω από το υλικό βάρος των ατομικών συμφερόντων και να χυμήξει με τέτοια αποκοτιά, με ανοιχτές τις φτερούγες προς την αναμμένη φλόγα.

Σήμερα στεκόμαστε στην υψηλότατη κορφή της ιστορίας μας. Εκεί που ο αέρας είναι αμβροσία. Μπορούμε σήμερα να δεχτούμε τον Αισχύλο κοντά μας, δίχως να μας ταπεινώσει ο μεγάλος και ιερός ίσκιος του. Και είναι μια υπεράνθρωπη χαρά για κά­θε πνευματικό άνθρωπο, να μπορέσει να σταθεί με ασφάλεια και με επίγνωση σε τούτη την επικίνδυ­νη θέση, όπου το χώμα είναι σφραγισμένο από τα βήματα των θεών και των ηρώων. [...]

Όρθιος πάνω στη βίγλα της επίσημης ώρας, γεμάτος από ολάκερο το παρελθόν της φυλής, γεμάτος από όλο το νόημα της Ελληνικής Γης, που γέν­νημα και φύτρο της είναι ο καθένας μας, έργο του ήλιου της και του χώματος και της θάλασσας της. Να σταθεί ο καθένας μας δικαιωμένος και ήσυχος μπρος σ' οτιδήποτε κι αν πρόκειται να συμβεί. Φτά­νει αυτό να 'ναι μέσα στο Νόμο της Ιστορίας της φυλής, που αυτός προστάζει και εμείς πράττουμε. Να σταθεί ευτυχισμένος και να αναπνεύσει με όλο του το στήθος τον αέρα των ελληνικών αιώνων, που 'ναι μεθυστικός σαν κρασί, γιατί είναι γεμάτος από σπέρ­ματα ζωής, από τραγούδια και μύθους και φαντασίες.

Ο καθένας να σταθεί έτσι με τη ψυχή γυμνή μπροστά στο Θεό, ώσπου να αισθανθεί την ασή­μαντη μονάδα της ύπαρξης του απόλυτα ενσωμα­τωμένη μέσα στην αιώνια μορφή της φυλής, αιώνιος κι αυτός μαζί της.

Γιατί σήμερα μέσα στον καθένα μας υπάρχει ο­λάκερη η Ελλάδα, ζει μέσα μας με όλους τους αιώνες της ιστορίας της, κοιτάζει μες' από τα μάτια μας με όλους τους ήρωες της, λατρεύεται στην προσευχή μας με όλους τους θεούς της, χορεύει μέσα στη φα­ντασία μας με όλα τα χρώματα, τους ήχους και τις γραμμές της. Αν όλοι μπορέσουμε να φωτίσουμε την πράξη του πολέμου που πολεμούμε με αυτό το ήρεμο και σταθερό φως, δεν υπάρχει φόβος να λυγίσει κα­νένα γόνατο, ως το τέλος. Αυτό το φως, το «ιλαρόν φως», που λέει η εκκλησία, είναι κείνο που έκαμε και κάνει όλους τους ήρωες της πανανθρώπινης ιστορίας να τραβάνε χαμογελαστοί το δρόμο της αποστολής τους, με τόση ασφάλεια, με τόση χάρη.

Στρατής Μυριβήλης.
Περιοδικό «Νέα Εστία», 15 Νοεμβρίου 1940
28 Οκτωβρίου 1940    70 Χρονιά Μετά

Τα διαβάσαμε εδώ: