-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Παντελής Μπουκάλας : Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική

Παντελής Μπουκάλας : Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου από την ομαδική έκθεση Χριστουγέννων «Μαγευτικές πινελιές»
 
Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική
 
Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας
 
 
Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, λογοτέχνημα ή δοκίμιο, δεν ακούς μονάχα τη φωνή του συγγραφέα του. Ακούς κι άλλες φωνές, τρίτων, κοντινές ή απόμακρες, όσες ανασταίνει η αναγνωστική σου μνήμη, που δεν παύει ποτέ να συσχετίζει, να παραλληλίζει, να συγκρίνει. Η φωνή του συγγραφέα καλείται ή να συνομιλήσει μαζί τους, ώστε να αποδείξει την αυταξία της, ή και να τις πολεμήσει, ώστε ν’ ακουστεί λαγαρή, χωρίς θόρυβο.
 
Διαβάζοντας το «Ηπειρώτικο μοιρολόι» του Κρίστοφερ Κινγκ, που κυκλοφορεί στις εκδόσεις «Δώμα», με τον υπότιτλο «Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης», εξαιρετικά μεταφρασμένο από τον Αριστείδη Μαλλιαρό, εκτός από τα βιολιά, τα κλαρίνα και τα νταούλια, άκουγα και τρεις φωνές. Οχι ταυτόχρονα, αλλά με τη σειρά, η μια μετά την άλλη, όσο προχωρούσε το διάβασμα. Οσο περνούσα δηλαδή από την αρχική έκπληξη («γιά δες! ένας Αμερικάνος στην Ηπειρο») ή και επιφύλαξη («αρχαιότερη; και πώς αποδεικνύεται;») στην απόλαυση. Μιαν απόλαυση αχώριστα ζευγαρωμένη με τη γνώση, η οποία προκύπτει από το πλήθος των μουσικών, εθνογραφικών και ιστορικών πληροφοριών που προσφέρει ο συγγραφέας. Η επιστημοσύνη του Κινγκ, απόρροια και των φιλοσοφικών και μουσικολογικών του σπουδών, αποτελεί τον ισχυρό φέροντα οργανισμό του πονήματός του, που στερεώνει και νοηματοδοτεί τον ενθουσιασμό του, ακόμα κι όταν φαίνεται ότι θα ξεχειλίσει ή θα αναβαθμίσει σε αναμφίλεκτη απόδειξη μαθηματικού τύπου το ισχυρό βίωμά του, τη ρητά ομολογημένη «εμμονή» του για την Ηπειρο.
 
Η πρώτη φωνή που με επισκέφθηκε απρόσκλητη, ήρθε να μου πει μια παροιμία: «Ελα, παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου». Την είπε και την ξανάπε με μονότονη ειρωνεία, μ’ ένα τόσο ελληνικό γκρινιάρικο παράπονο, ώσπου αποσύρθηκε ηττημένη από τα βαριά ονόματα που με υποχρέωσε να της θυμίσω αμυνόμενος.
 
Ονόματα ξένων ελληνιστών ή φιλελλήνων που πρώτοι εξέδωσαν ελληνικά δημοτικά τραγούδια ή τα μετέφρασαν εγκαίρως και εγκύρως: Φωριέλ, Τομμαζέο, Κιντ, Πάσσοβ, Βίλχελμ Μύλλερ, και Γκαίτε βέβαια. Θα μπορούσα να συνεχίσω μνημονεύοντας ονόματα σημερινών άξιων μελετητών της δημοτικής μας ποίησης, αλλοδαπών, του Βάλτερ Πούχνερ ή του Γκυ Σωνιέ. Θα μπορούσα επίσης να της θυμίσω ότι και τους μισούς (τουλάχιστον) δρόμους προς την αρχαιοελληνική γραμματεία τούς άνοιξαν ξένοι φιλόλογοι, με τις κριτικές εκδόσεις και τις αναλύσεις τους. Ή να πω απλώς ότι στα πνευματικά –και οπωσδήποτε στην εκ φύσεως οικουμενική μουσική– δεν υπάρχουν αμπελοχώραφα, αποκλειστικοί νομείς, σύρματα και σύνορα. Αλλά όλα αυτά περίττευαν. Γιατί το οδοιπορικό του Κινγκ, ένα βαθιά ειλικρινές και ανυπόκριτα συγκινημένο χρονικό ετερογνωσίας αλλά και αυτογνωσίας, έδειξε από τις πρώτες του σελίδες ότι δεν έχει ανάγκη συνηγόρου. Οτι έχει να πει σπουδαία πράγματα, και να τα πει με τρόπο τερπνό.
 
 
Η δεύτερη φωνή ήταν συσχετιστική, όχι ειρωνική. Και ανακλήθηκε από την εσωτερική μου ακοή μόλις διάβασα την πρώτη υμνητική αναφορά του Κινγκ στο ηπειρώτικο τσίπουρο. Το παινεύει με τέτοιο πάθος που λίγο ακόμα και θα πιστέψεις ότι ο εκτυπωτής του λειτουργεί με απόσταγμα από το Ζαγόρι, όχι με μελάνη. Βέβαια το αποθεωμένο από τη γραφή ενός ξένου τσίπουρο που ήρθε να μου θυμίσει η φωνή ήταν από τη Ζαγορά και το υπόλοιπο Πήλιο, όχι από το Ζαγόρι. Και εκείνος ο ξένος πάντως ήταν Αμερικανός, Νεοϋορκέζος: ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Αρνολντ Σέρμαν. Ο Σέρμαν, που ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα από το 1987, εξέδωσε το 1995 το αφήγημα «Οι Κένταυροι του Πηλίου» (μτφρ. Γιάννης Σπανδωνής, εκδ. Ψυχογιός). Οι σελίδες του είχαν παραχθεί από ένα νόστιμο μείγμα μυθοπλασίας και ρεπορτάζ, σατιρικού προσανατολισμού. Ο συγγραφέας γλεντάει την τρέλα της Ελλάδας, έγραφα τον Σεπτέμβριο του 1995 στην «Κ»· γλεντάει την παραφορά της, τον ανορθολογισμό της, το καθεστώς της Υπερβολής που τη διέπει σχεδόν στα πάντα, από το φαγητό έως την τσιπουροποσία, από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις έως την ανεμελιά, μια ανεμελιά όμως που εξαλλάσσεται ταχύτατα στο αρνητικό της συμπλήρωμα: τον μελοδραματισμό.
 
Για τον Νεοϋορκέζο Σέρμαν το γλυκανισάτο τσίπουρο του Πηλίου που κατανάλωναν δίχως όρια οι Κένταυροι ήταν το ελιξίριο που τους είχε κάνει αθάνατους· ο καλπασμός τους, έπαιρνε όρκο, ακούγεται ακόμα στο θεσσαλικό βουνό. Ο Κρίστοφερ Κινγκ από τη Βιρτζίνια δεν συναντάει Κένταυρους στα πανηγύρια των Ζαγοροχωριών.
 
Συναντάει Σάτυρους που χορεύουν τον κόρδακά τους, με την τελετουργική αυστηρότητα να δίνει σχήμα στην ιερή μέθη τους. Μπαίνει στον κύκλο του χορού, στην αριστοτελική «χορεία». Δεν έχει καμία διάθεση να μείνει αμέτοχος παρατηρητής, ένας υπερόπτης τρίτος. Συγκινείται βαθιά, ριζικά, και κινείται αναπόφευκτα προς τη χορευτική ομήγυρη – κι ας μην ξέρει τα βήματα. Και, χάρη στο τσίπουρο, τη μουσική και τον χορό, ο οποίος εγκαθιδρύει την αναντίρρητη ισότητα και την πιο πλούσια συντροφικότητα, «περνάει σε μια οριακή κατάσταση μουσικού δαιμονισμού».
 
Με οξυδερκή αυτεπίγνωση, ο λαϊκός ποιητής μάς λέει ότι «και τα τραγούδια λόγια είναι, τα λεν οι πικραμένοι· / πάσχουν να βγάλουν το κακό, μα το κακό δεν βγαίνει». Μόνο με τα λόγια, δεν βγαίνει, όσο παραμυθητική κι αν θεωρήσουμε την ποίηση. Γι’ αυτό αναλαμβάνουν δράση η μουσική και ο χορός, σύμφυτα άλλωστε με τον δημοτικό ποιητικό λόγο, τριάδα ομοούσιος και αχώριστος.
 
Η εμπειρία του ηπειρώτικου τσίπουρου και του ηπειρώτικου χορού, σε όσα χωριά αντιστέκονται στις ηλεκτρικές κιθάρες και τα έκο, είναι όντως μοναδική – προσυπογράφω τη γνώμη του συγγραφέα, όχι απλώς σαν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, αλλά σαν μέτοχος. Και θυμίζω πόσο ψηλά βρίσκονταν στην εκτίμηση του Κωστή Παλαμά και του Τέλλου Αγρα τα δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου, προπάντων τα τραγούδια της ξενιτιάς, που απέχουν ελάχιστα από τα μοιρολόγια. Αλλωστε, «ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει».
 
Το όνομα του Κρίστοφερ Κινγκ δεν μου ήταν άγνωστο. Σαν ερασιτέχνης θηρευτής δημοτικών τραγουδιών, σε τυπωμένη μορφή, στα παλαιοβιβλιοπωλεία, αλλά και σε τραγουδισμένη, το είχα συναντήσει στις διαδικτυακές μου αναζητήσεις, ζευγαρωμένο με το όνομα είτε του κορυφαίου βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα είτε του πατριάρχη κλαριτζή Κίτσου Χαρισιάδη. Βραβευμένος μουσικός παραγωγός ο Κινγκ, πρωτίστως δε μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, που δεν τους συγκεντρώνει για να τους απολαμβάνει μόνον αυτός αλλά για να τους επαναποδώσει στο ακροατήριο, ανακάλυψε στην Κωνσταντινούπολη δίσκους του Χαρισιάδη, 78 στροφών. Μαγεύτηκε ακούγοντάς τους και, απολύτως φυσικό, έγινε τακτικός επισκέπτης της Ηπείρου σαν κυνηγός της γεύσης και της γνώσης. Για να γνωρίσει, εκτός πολλών άλλων, την ιστορία του Ζούμπα και του Χαρισιάδη, δύο Ηπειρωτών Τσιγγάνων που η δουλειά τους τον έχει πείσει ότι η μουσική, η δική τους μουσική, δεν είναι απλώς ευχάριστη και διασκεδαστική· είναι ιαματική. Ακριβώς όπως τη θέλησε η αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Αλλά θα συνεχίσουμε την άλλη Κυριακή.
 
 
Σίγουρα θα ήταν παράλειψή μου αν δεν συμπεριελάμβανα εδώ και το σχόλιο ενός αναγνώστη της εφημερίδας σχετικά με το παραπάνω άρθρο. Αξίζει να το διαβάσετε :
 
 
Κύριε Μπουκάλα 
 
Επιτρέψτε με να μιμηθώ τη δομική υφή της επιφυλλίδας σας, για να σας πω ότι το κείμενο σας ξύπνησε μέσα μου πολλές "φωνές". 
 
Η πρώτη φωνή είχε να κάνει με τον πολύ πρόσφατο θάνατο, μόλις πριν από δυο ημέρες, του μεγάλου λαϊκού μουσικού Μπαμπη Χαλκια, της μεγάλης μουσικής οικογένειας Χαλκια από το Δελβινάκι της Ηπείρου, τόπου καταγωγής της γιαγιάς μου από τη μεριά της μητέρας μου. Και η φωνή αυτή έστησε διάλογο με μια άλλη φωνή, τη φωνή του Κωστή Παλαμα, τους στίχους του : 
 
Γιαννιωτικα, σμυρνιωτικα, πολιτικά
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά
πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας,
 
τραγούδια-μοιρολόγια που άκουσα μικρό παιδί και ποτέ δεν κατάλαβα, αλλα ποτέ δεν ξέχασα τον μονότονο λυπητερό τους τόνο. 
 
Και μια άλλη φωνή μου μίλησε για φαράγγια βαθειά και βουνά θεόρατα της Ηπείρου, γέρους με τις καπότες τους να τους δέρνει η βροχή και το κρύο, κι' εγώ να τους κοιτάζω από μακριά με ένα ζεστό αίσθημα ασφαλείας, γιατί ήμουν μόνο απλός περαστικός , όχι μόνιμος κάτοικος αυτού του παγερού τοπίου. 
 
Μετά ήρθε μια άλλη φωνή που συνήχησε με την πολυφωνία του κειμένου σας, τις δικές σας φωνές, και με πήρε από την Ήπειρο, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, για να με φέρει σε χώρους μελέτης και περισυλλογής. Να μαθαίνω εκεί για θεωρίες αποκοτες, για τις λειτουργίες του νου και τα μυστήρια της ψυχής, σκυμμένος για ώρες πάνω στα βιβλία.
 
Εκεί , λοιπόν, έμαθα για την πολυφωνία του κειμένου. Μιλάτε γι' αυτή στο άρθρο σας, αλλά δεν μας το λέτε. Για κάποιο λόγο αποφεύγετε τη λέξη "πολυφωνία", θεμελιώδη όρο της θεωρίας λογοτεχνικής κριτικής του Ρώσου θεωρητικού της λογοτεχνίας Mikhail Bakhtin. Για τον Bakhtin, που ανέπτυξε τις θεωρίες του τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, η γλώσσα ( και η προσωπικότητα ) αποτελείται από αμέτρητες "γλώσσες", κάθε μια τους προϊόν μιας ξεχωριστής εμπειρίας, που στήνουν διάλογο ανάμεσα του, διεκδικώντας η κάθε μια τους αποκλειστική αντιπροσώπευση. Η γλώσσα του μυθιστοριογράφου αποτελεί προέκταση αυτής της διαλογικής πολυφωνίας.
 
Χάρηκα ιδιαίτερα το κείμενο σας. Ευχαριστώ.
 
Και εμείς ευχαριστούμε.
 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 16.12.2018

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Τάκη Καμπύλη : Φωνές και «φωνές» από το 1821

Φωνές και «φωνές» από το 1821
 
Του Τάκη Καμπύλη 
 
 «Όταν έφτασαν τα πρώτα νέα στη Σμύρνη για την επανάσταση στον Μοριά, μέναμε στον Κουκλουτζά (σ. σ. χωριό με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό σε απόσταση «μίας ώρας με τα πόδια» από τη Σμύρνη). Ο ξάδελφός μας ο γραμματέας ήρθε μία μέρα και μας ενημέρωσε. Δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου. Η χαρά των φίλων μας όταν έμαθαν τα νέα ήταν μεγάλη, () αν και είχε επικρατήσει η πεποίθηση, η οποία ωστόσο διαψεύστηκε, ότι οι Έλληνες της Σμύρνης δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι το όλο σχέδιο, λόγω της κατάστασής μας στην Ασία, καθώς και ότι δεν ήμασταν άξιοι εμπιστοσύνης ώστε να μας εμπιστευθούν το μυστικό τους».
 
Ο Πέτρος Μέγκους (Mengous) ήταν τότε 19 χρόνων. Και μας έδωσε μια μέχρι πρόσφατα μάλλον άγνωστη μαρτυρία για την Επανάσταση του 1821. Η μοναδικότητά της έγκειται επίσης στο γεγονός πως προέρχεται από έναν απλό πολεμιστή - σε αντίθεση με τις μαρτυρίες αξιωματούχων και προεστών της εποχής.
 
Η μαρτυρία εκδόθηκε στις ΗΠΑ, το 1830, στα αγγλικά. Ένα αντίτυπο (το τελευταίο;) εντοπίστηκε από έναν μικρό (αλλά με αξιόλογες εκδόσεις) εκδοτικό οίκο, το «Ισνάφι» στα Γιάννενα, και θα ξανακυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία σε μετάφραση του Βαγγέλη Κούταλη.
 
Ο Μέγκους είχε τύχει καλής μόρφωσης (όχι σε «κρυφό σχολειό»). Ήταν μαθητής στην Ακαδημία των Κυδωνιών, όπου δίδασκε ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ενώ στη Σμύρνη θα έρθει σε επαφή με τον Διαφωτισμό παρακολουθώντας τα κηρύγματα και το διδακτικό έργο του Κωνσταντίνου Οικονόμου. (Αργότερα στη Σμύρνη, η αδελφή του θα παντρευτεί τον Αμερικανό ιεραπόστολο Jonas King, ο οποίος αργότερα στη σύγκρουσή του με την ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία θα γίνει ο πατέρας της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας).
 
Η Οδύσσεια του Πέτρου Μέγκους δεν είναι ομηρική. Είναι πραγματική. Από τη Σμύρνη μέσω Τεργέστης φθάνει στο ελεύθερο Μεσολόγγι του Μαυροκορδάτου, του Μπότσαρη και άλλων. «Στο Μισολόγγι γνωρίστηκα με έναν Γερμανό ονόματι Meyer ο οποίος ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος (σ. σ. πρόκειται για τον Ελβετό επαναστάτη Johanan Jacob Meyer, ο οποίος εξέδιδε στο Μεσολόγγι τα Ελληνικά Χρονικά). Γνώρισα επίσης κι ένα Κεφαλλονίτη, ονόματι Ιωάννης, ο οποίος μου μίλησε για όσα είχε δει να συμβαίνουν μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Βλαχία, από όπου είχε πρόσφατα αφιχθεί».
 
Σε πολλά σημεία της αφήγησης, ο Πέτρος Μέγκους με τη ματιά του Μικρασιάτη αναδεικνύει λεπτομέρειες που στην πορεία -μετά την Επανάσταση- θα αποδειχτούν καθοριστικές. Θα μιλήσει για τον σκεπτικισμό απέναντι στους Φιλέλληνες με αφορμή τις συχνές (αιματηρές) μονομαχίες μεταξύ τους, έθιμο ακατανόητο στην οθωμανική επικράτεια. Όταν μπαρκάρει στο μπρίκι του Μιαούλη, θα εντυπωσιαστεί από τις πλουμιστές φορεσιές τους και τα όπλα τους, αλλά όχι και από τη γλώσσα και την καταγωγή των Υδραίων (αρβανίτικη). Θα γνωρίσει στο Αργος τον Χατζή-Χρήστο και θα εντυπωσιαστεί από τη ρώμη του αλλά όχι και από τη βουλγαρική καταγωγή του. Ο Βούλγαρος αξιωματικός με πολλούς άλλους Βούλγαρους και Σέρβους θα πολεμήσουν με τους Έλληνες και στη συνέχεια θα εκπροσωπήσει στην Εθνική Συνέλευση Θρακοβούλγαρους και Σέρβους. (Σχετική έρευνα έχει γίνει και από τον Νικολάι Τοντόρωφ - όπως υπέδειξε ο Δημήτρης Σταματόπουλος, που διδάσκει ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.)
 
Στον 19ο αιώνα, η «εθνική ταυτότητα» ήταν μια πολύ ρευστή έννοια. Χωρίς να αμφισβητείται η έννοια της «εθνικής επανάστασης» (όπως λέει χαρακτηριστικά ο Δ. Σταματόπουλος, «όλες οι τάξεις συμμετείχαν στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων»), ωστόσο η εκ των υστέρων επίσημη δογματική ανάγνωσή της μόνο συγχύσεις δημιουργεί. Ο γερμανικός ρομαντισμός της πολιτισμικής ενότητας και ο γαλλικός διαφωτισμός της πολιτικής ενότητας ήρθαν σε μία αξιοπερίεργη επιμειξία στα χώματα του Μοριά.
 
Για παράδειγμα, θα υπενθυμίσει ο Δ. Σταματόπουλος, την κοινή απόφαση Κολοκοτρώνη και Τούρκων προεστών το 1809 (της οποίας την πατρότητα διεκδίκησαν και οι «εχθροί» του, Ι. και Κ. Δηλιγιάννης) για κοινή εξέγερση εναντίον του τοπάρχη Βελή, γιου του Αλή Πασά, και τη δημιουργία ενός εκτελεστικού οργάνου από 12 Ελληνες και 12 Τούρκους και με κοινή σημαία με τον Σταυρό και την Ημισέληνο!
 
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρευστότητας της έννοιας «ταυτότητα» ήταν το αστείο που έκαναν οι αλβανόφωνοι ναύτες του Μιαούλη στον Μέγκους, όταν τους ρώτησε πώς και η γλώσσα τους δεν είχε αλφάβητο: «Παλιά τόχαμε γράψει σε αμπελόφυλλο αλλά το έφαγε ένας γάιδαρος».
 
Ακόμη και στο θέμα της θρησκείας υπήρξε αξιοσημείωτη συζήτηση. Ο Κοραής (όπως αναφέρει η Ελπίδα Βόγλη - διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο) με αφορμή τους Εβραίους είχε προτείνει να μην αποκλειστούν οι διαφορετικού θρησκεύματος πολίτες από το νέο ελληνικό κράτος.
 
Ο ιστορικός Λάμπρος Μπαλτσιώτης θυμίζει: «Το πρώτο ελληνικό κράτος ήταν (και) συνταγματικά το κράτος των χριστιανών και μάλιστα των ορθοδόξων - ας μην ξεχνάμε ότι οι καθολικοί εντάχθηκαν με αναταράξεις στον εθνικό κορμό. Όσοι μουσουλμάνοι είχαν απομείνει, είτε λόγω σφαγών είτε γιατί σταδιακά αναχωρούσαν, έπρεπε να φύγουν και αυτοί ή αλλιώς να βαφτιστούν (οι λεγόμενοι «νεοφώτιστοι»). Κι όμως, κάποιοι επιλέγουν να μείνουν συγκροτώντας ελάχιστες μικρές κοινότητες, όπως της Χαλκίδας και της Αταλάντης. Τελικά γίνονται «ανεκτοί» από τους συντοπίτες τους, ο Καποδίστριας και οι «κακοί δυτικοί» (Βαυαροί, Φαναριώτες) επιμένουν με αλλεπάλληλες διαταγές σε κάτι παράξενα πράγματα, όπως σεβασμός και θρησκευτική ελευθερία».
 
Είναι κρίμα ότι από τότε απέμειναν μύθοι, όπως ο «χορός του Ζαλόγγου» (που ούτως ή άλλως συνέβη -αν συνέβη- 16 χρόνια πριν από την Επανάσταση) ή τα στιχάκια του Αθανασίου Διάκου (τα οποία επίσης προϋπήρξαν μερικούς αιώνες πριν από το 1821) και σήμερα δύο αιώνες μετά να αρνούμαστε σε χιλιάδες συμπολίτες την ιθαγένεια που πρότεινε ο Τρικούπης ως υπουργός Εξωτερικών το 1833 αρκεί να «είχαν τη βούληση να θεωρηθούν Έλληνες»
 
http://www.kathimerini.gr/713745/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/fwnes-kai-fwnes-apo-to-1821

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

John Donat : Στην Κρήτη, ως... θεραπεία


Στην Κρήτη, ως... θεραπεία
 
Ένα άλμπουμ με φωτογραφίες του 1960 από τον Τζον Ντόνατ
 
Το 1960 ο Tzov Ντόνατ, Βρετανός αρχιτέκτονας, βρίσκεται πρώτη φορά στην Κρήτη. Ταξιδεύει για προσωπικούς λόγους. «Ήμουνα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και κάτω από ιατρική παρακολούθηση», λέει σήμερα και θυμάται τη συμβουλή του γιατρού του: «Φύγε για τουλάχιστον τρεις βδομάδες, αλλιώς αρνούμαι να σε ξαναδεχτώ» του είχε πει. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το ταξίδι, η φωτογραφική του μηχανή, μια Hassebland
 

 
Tυχαία βρίσκεται στα Χανιά. Μαγεύεται από τη φύση, την αρχιτεκτονική της πόλης και τους ανθρώπους. Ταξιδεύονιας στην ύπαιθρο γοητεύεται από τα παλιά βυζαντινά τοιχογραφημένα εξωκλήσια, από τις γραμμές των λόφων , τους ελαιώνες μετά τη βροχή, τα καφενεία, το καζάνι της τσικουδιάς, το ελαιοτριβείο και με πάθος αλλά και ευαισθησία απαθανατίζει όλα με το φακό της φωτογραφικής μηχανής του.
 
Σαράντα χρόνια μετά το πρώτο ταξίδι του στην Κρήτη και με τη βοήθεια της ιστορικού Bυzαντινής Τέχνης Mαρίας Βασιλάκη, η «ματιά» του εμπνευσμένη και καθαρή- αποτυπώνεται σ' ένα καλαίσθητο δίγλωσσο λεύκωμα που κυκλοφορεί από τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης» με τίτλο: «John Donat Κρήτη 1960». 
 

 
Στην έκδοση παρουσιάζονται 140 φωτογραφίες που ο Ντόνατ τράβηξε σε δύο διαδοχικά ταξίδια του στην Κρήτη, το 1960 και το 1961.
 
Οι φυσιογραφίες του δεν ξεχωρίζουν μόνο για την αισθητική τους αξία ή για την καλλιτεχνική τους ποιότητα αλλά και για την ιδιαίτερη προσωπική ματιά και τη σεμνότητά του απέναντι σ' ένα κόσμο πρωτόγνωρο για εκείνον. 
 
Ο Ντόνατ καταγράφει με μοναδικό τρόπο, όπως σημειώνει η Μαρία Βασιλάκη, τα χαρακτηριστικά σοκάκια και σπίτια της παλιάς πόλης των Χανίων, το γραφικό κουρείο του Πίπη στην Ιεράπετρα, το σκαμμένο από τα χρόνια πρόσωπο μιας γριάς γυναίκας, τις στιβαρές κορμοστασιές των Κρητικών, τα έξυπνα βλέμματα των παιδιών και σχεδόν κινηματογραφικά την ταβέρνα του Μπουζουνιέρη: τους θαμώνες της, τους ναύτες που χορεύουν ζεϊμπέκικο, το τζουκ μπόξ με τις φωτογραφίες του Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας. Στο Καλό Χωριό παρακολουθεί τις προετοιμασίες για ένα γάμο. Μια όμορφη κοπέλα, που μόλις έχει στρώσει το κρεβάτι του γάμου, ευχαριστημένη, φτιάνει τα μαλλιά της και ποζάρει διακριτικά στο φακό του. 
 

 
Το λεύκωμα παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2000 στο Μουσείο Μπενάκη, παρουσία του Tzov Ντόνατ, του σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ και του ζωγράφου Tzov Kράξτον, που γνωρίστηκε με τον Ντόνατ στα Χανιά, και οι οποίοι συμμετέχουν με κείμενά τους στην έκδοση. Tο βιβλίο προλογίζει η Μαρία Βασιλάκη. Στην παρουσίαση μίλησαν επίσης ο Γρηγόρης Σηψάκης από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Αγγελος Δεληβορριάς. 
 
«Υπήρχε πάντοτε ένας ειδικός δεσμός -που συχνά φτάνει σε παθιασμένη σχέση- μεταξύ της Κρήτης και των Βρετανών» επισήμανε ο σερ Μάικλ Λιουέλιν Σμιθ και πρόσθεσε: «Από τον Robert Pashley , το σκαπανέα περιηγητή του 19ου αιώνα, στον John Pendlebury , τον αρχαιολόγο, και τόσους άλλους, οι ταξιδιώτες βρίσκουν κάτι το μοναδικό και ευχάριστο στα χρώματα, τις μυρωδιές, τα γυμνά τοπία και τον υπερήφανο λαό της Κρήτης». 
 
«ελευθεροτυπία»

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Τα αγαπημένα βιβλία του Αδόλφου Χίτλερ




Τα αγαπημένα βιβλία του Αδόλφου Χίτλερ

Σε ηλικία πενήντα έξι ετών, είχε δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη 16.000 τόμων

Όπως εύστοχα σημειώνει στον πρόλογό του βιβλίου του ο Τίμοθι Ράιμπακ (Timothy Ryback), ο Αδόλφος Χίτλερ «ασφαλώς ήταν περισσότερο γνωστός ως άνθρωπος που έκαιγε παρά συνέλεγε βιβλία». Κι όμως, μέχρι που πέθανε, σε ηλικία πενήντα έξι ετών, είχε δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη περίπου δεκαέξι χιλιάδων τόμων. Το περιεχόμενο αυτής της βιβλιοθήκης εξετάζει στο δικό του βιβλίο «Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ - Τα βιβλία που επηρέασαν τη ζωή του».
Μπορεί λοιπόν να διέταξε να καούν εκατοντάδες βιβλία, ο ίδιος όμως διέθετε μια αξιοζήλευτη συλλογή με πρώτες εκδόσεις έργων από φιλοσόφους, ιστορικούς, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς και μυθιστοριογράφους, ενώ κατέτασσε τον «Δον Κιχώτη», μαζί με τον «Ροβινσώνα Κρούσο», την «Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά» και τα «Ταξίδια του Γκάλλιβερ», στα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αντιφατικό; Ίσως. Το βέβαιο είναι ότι έως τώρα ποτέ κανένας δεν αποπειράθηκε να προσεγγίσει την προσωπικότητα του Χίτλερ από αυτή τη σκοπιά, υπακούοντας στο αξίωμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν (ενός ιδιοφυούς Εβραίου στοχαστή που αυτοκτόνησε εξαιτίας του Αδόλφου) ότι «μπορεί κανείς να καταλάβει πολλά για έναν άνθρωπο από τα βιβλία που διατηρεί στη βιβλιοθήκη του». Καταλήγει σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα ο Ράιμπακ; Η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες αυτής της ιδιότυπης μελέτης.  


Τον τελευταίο μισό αιώνα, τα απομεινάρια της βιβλιοθήκης του Αδόλφου Χίτλερ καταλαμβάνουν ράφια στον σκοτεινό, κλιματιζόμενο χώρο του Τμήματος Σπάνιων Βιβλίων της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.
Οι χίλιοι διακόσιοι τόμοι που διασώθηκαν, οι οποίοι κάποτε κοσμούσαν τα ράφια στις τρεις κομψές βιβλιοθήκες του Χίτλερ -ξύλινη επένδυση, παχιά χαλιά, μπρούντζινα φωτιστικά, αφράτες πολυθρόνες- σε ιδιωτικές κατοικίες στο Μόναχο, το Βερολίνο και το Ομπερζάλτσμπεργκ κοντά στο Μπερχτεσγκάντεν, βρίσκονται πλέον στοιβαγμένοι σε μεταλλικά ράφια σε έναν απέριττο, μισοφωτισμένο αποθηκευτικό χώρο του Κτιρίου Τόμας Τζέφερσον στην κεντρική Ουάσιγκτον, πολύ κοντά στο Ουάσιγκτον Μολ, απέναντι από το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι τένοντες συναισθηματικής λογικής που κάποτε διέτρεχαν αυτή τη συλλογή -ο Χίτλερ άλλαζε διαρκώς θέση στα βιβλία του και επέμενε να τα τοποθετεί ο ίδιος στα ράφια- έχουν διαρραγεί. Το προσωπικό αντίγραφο της γενεαλογίας του Χίτλερ βρίσκεται στριμωγμένο ανάμεσα σε μια δεμένη συλλογή άρθρων από εφημερίδες με τίτλο Κυριακάτικοι στοχασμοί και σε μια συλλογή πολιτικών γελοιογραφιών από τη δεκαετία του 1920. Μια καλαίσθητα δεμένη έκδοση με πιστά αντίγραφα επιστολών του Φρειδερίκου του Μεγάλου, ειδικά σχεδιασμένη για τα πεντηκοστά γενέθλια του Χίτλερ, βρίσκεται σε ένα ράφι για υπερμεγέθη βιβλία κάτω από έναν εξίσου ογκώδη τόμο που παρουσιάζει την πόλη του Αμβούργου και μια εικονογραφημένη ιστορία του Γερμανικού Ναυτικού κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το αντίτυπο του Χίτλερ με τα κείμενα του θρυλικού Πρώσου στρατηγού Καρλ φον Κλάουζεβιτς, στον οποίο ανήκει η περίφημη ρήση ότι ο πόλεμος είναι πολιτική με άλλα μέσα, μοιράζεται το ίδιο ράφι με ένα γαλλικό βιβλίο χορτοφαγικών συνταγών αφιερωμένο στον «Monsieur Hitler vigitarien».
Ο Χίτλερ ήταν εμβριθής μελετητής των Αγίων Γραφών και διέθετε έναν ιδιαίτερα καλαίσθητο τόμο του «Worte Christi, ή Λόγια του Χριστού», με χρυσά ανάγλυφα στο εξώφυλλο από μπεζ βιδέλο, που ακόμη και σήμερα παραμένει απαλό σαν μετάξι. Επίσης διέθετε μια γερμανική μετάφραση της αντισημιτικής μπροσούρας του Χένρυ Φορντ με τίτλο «Ο διεθνής Εβραίος: Το κυρίαρχο πρόβλημα στον κόσμο», καθώς κι ένα εγχειρίδιο για τα δηλητηριώδη αέρια, το οποίο περιείχε ένα κεφάλαιο που κατέγραφε λεπτομερώς τις ιδιότητες και τη δράση του πρωσικού οξέος, του θανατηφόρου ασφυξιογόνου που κυκλοφόρησε με την εμπορική ονομασία Zyklon B.
Αρκετές δεκάδες από τα σωζόμενα βιβλία του Χίτλερ περιέχουν σημειώσεις στο περιθώριο. Εδώ συνάντησα έναν άνθρωπο που φημιζόταν ότι δεν άκουγε ποτέ κανέναν, για τον οποίο η συζήτηση ήταν συνώνυμη του αδυσώπητα σχοινοτενούς λόγου, ενός αδιάκοπου μονολόγου, και ο οποίος σταματούσε την ανάγνωση για να κατανοήσει καλύτερα το κείμενο, να υπογραμμίσει λέξεις και φράσεις, να σημειώσει ολόκληρες παραγράφους, να προσθέσει ένα θαυμαστικό δίπλα σε κάποιο απόσπασμα, ένα ερωτηματικό σε κάποιο άλλο, και συχνά έντονες παράλληλες γραμμές στο περιθώριο δίπλα σε συγκεκριμένα αποσπάσματα. Όπως τα χνάρια στην άμμο, έτσι κι αυτά τα σημάδια μάς επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε την πορεία του ταξιδιού αλλά όχι απαραίτητα τον σκοπό, τι του τραβούσε την προσοχή, πότε προχωρούσε βιαστικά παρακάτω και πού τελικά σταματούσε.

Είχε στην κατοχή του τα άπαντα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σε γερμανική μετάφραση από έκδοση του 1925 του Γκέοργκ Μίλερ, ως μέρος μιας σειράς που είχε σκοπό να φέρει το ευρύ κοινό σε επαφή με την κλασική λογοτεχνία. Ο έκτος τόμος περιλάμβανε τα έργα «Όπως σας αρέσει», «Δωδέκατη νύχτα», «Αμλετ», «Τρωίλος και Χρυσηίδα». Ολόκληρη η συλλογή είναι δερματόδετη – χειροποίητο μαροκινό δέρμα με ανάγλυφο χρυσό αετό και με τα αρχικά του εκατέρωθεν στη ράχη.
Θεωρούσε τον Σαίξπηρ ανώτερο του Γκαίτε και του Σίλερ από κάθε άποψη. Ενώ ο Σαίξπηρ είχε πυροδοτήσει τη φαντασία του με τις πρωτεϊκές δυνάμεις της αναδυόμενης βρετανικής αυτοκρατορίας, οι δύο αυτοί θεατρικοί συγγραφείς και ποιητές της τευτονικής κατασπατάλησαν το ταλέντο τους σε ιστορίες για την κρίση της μέσης ηλικίας και για αδελφικές αντιζηλίες.
Για ποιο λόγο άραγε, αναρωτήθηκε κάποτε, ο γερμανικός Διαφωτισμός παρήγαγε το «Νάθαν ο σοφός», την ιστορία του ραββίνου που συμφιλιώνει χριστιανούς, μουσουλμάνους και Εβραίους, ενώ ο Σαίξπηρ μπόρεσε να δώσει στον κόσμο τον «Έμπορο της Βενετίας» και τον Σάιλοκ;
Φαίνεται πως ρούφηξε σαν σφουγγάρι τον «Άμλετ». Το «να ζει κανείς ή να μη ζει» ήταν αγαπημένη του φράση, καθώς και το «Τι ’ναι για μένα η Εκάβη». Αγαπούσε ιδιαίτερα τον «Ιούλιο Καίσαρα.
Σε ένα μπλοκ ζωγραφικής του 1926 σχεδίασε ένα λεπτομερές σκηνικό για την πρώτη πράξη της σαιξπηρικής τραγωδίας, με βαριές προσόψεις να περικλείουν τη ρωμαϊκή αγορά όπου δέχεται την επίθεση ο Καίσαρας.
«Οψόμεθα εις Φιλίππους» απείλησε κάποιον αντίπαλο περισσότερες από μία φορές, αντιγράφοντας τη φασματική απειλή εναντίον του Βρούτου μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Λέγεται ότι φύλαγε τις «Ειδούς του Μαρτίου» για βαρυσήμαντες αποφάσεις.
Διατηρούσε τους τόμους του Σαίξπηρ στο γραφείο του, στον δεύτερο όροφο του αλπικού καταφυγίου του στη νότια Γερμανία, όπως και μια δερματόδετη έκδοση ενός άλλου αγαπημένου του συγγραφέα, του μυθιστοριογράφου περιπετειών Καρλ Μάυ.


Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Χίτλερ δεν είχε καν εφόδια μέσης εκπαιδεύσεως, ότι ήταν δηλαδή απελπιστικά αυτοδίδακτος, η μανία του για αυτοδιδαχή προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία. Σήμερα πια -όπως διαπιστώθηκε απ’ τον έλεγχο κάποιων διασωθέντων χειρογράφων του- γνωρίζουμε ότι ακόμη και στα τριάντα πέντε του αγνοούσε τη βασική ορθογραφία και γραμματική της γερμανικής γλώσσας. Ο Ράιμπακ, βέβαια, δεν σκοπεύει σ’ εύκολες επικρίσεις, που δεν θα είχαν, άλλωστε, κανένα νόημα. Οπότε και το στρατήγημά του προσλαμβάνει ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα μορφή: παρακολουθώντας τόσο την κατοχή συγγραμμάτων όσο και τη γνωριμία του Αδόλφου με συγγραφείς (κυρίως αντισημίτες), καταφέρνει να παραλληλίσει τις βασικές αναγνώσεις του με τις καίριες αποφάσεις και τους σημαδιακούς σταθμούς της ζωής του. 

Από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του Ηλία Μαγκλίνη και από άρθρο του Κωστή Παπαγιώργη στο lifo.gr


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Susan Sontag «Η γοητεία του φασισμού»



Προσωπεία του φασισμού


Η Σούζαν Σόνταγκ επιχειρεί να ερμηνεύσει μια σκοτεινή πραγματικότητα


Της Τιτίκας Δημητρούλια


Το 2002, η Λένι Ρίφενσταλ (1902-2003), αγαπημένη σκηνοθέτης του Χίτλερ, «η τέλεια Γερμανίδα του» όπως την αποκαλούσε, δήλωνε ότι ποτέ δεν είχε κάνει κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται. Μια πενταετία νωρίτερα, ο Στήβεν Μπαχ, στη βιογραφία της με τον τίτλο «Λένι» (Knopf, 1997), είχε ακυρώσει την προσπάθεια δεκαετιών της Ρίφενσταλ να αποκατασταθεί ως μια απολίτικη δημιουργός, ερωτευμένη με την ομορφιά, που κινηματογράφησε, όπως έλεγε, στο ντοκιμαντέρ «Ο θρίαμβος της θελήσεως» το Συνέδριο του ναζιστικού κόμματος το 1934 και τις ερωτευμένες με τον ηγέτη μάζες με την ουδετερότητα που θα κινηματογραφούσε «φρούτα και λαχανικά». Πέρα από τις αναφορές στην προσωπική της ζωή, θύμιζε τα ονόματα των Εβραίων συντελεστών της ταινίας της «Γαλάζιο φως» που απαλείφθηκαν για ευνόητους λόγους, την παρουσία της σε εβραϊκά πογκρόμ, τους τσιγγάνους των στρατοπέδων που έπαιξαν σε ταινίες της και μετά εκτελέστηκαν, τις σχέσεις της με τον ίδιο τον Χίτλερ αλλά και όλα τα ηγετικά στελέχη ναζιστικού κόμματος.

Τριάντα χρόνια νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 1975, η εβραϊκής καταγωγής Σούζαν Σόνταγκ (1933-2004), η πιο Ευρωπαία Αμερικανίδα διανοούμενη, «αδιόρθωτη εστέτ, εμμονική ηθικολόγος και φανατική της σοβαρότητας» όπως περιέγραφε η ίδια τον εαυτό της, ήδη διάσημη για τον λόγο, τις πράξεις και τον βίο της, με το πολύκροτο άρθρο της «Η γοητεία του φασισμού» υπονόμευε το εγχείρημα της απενοχοποίησης της Ρίφενσταλ μέσα από μια οξυδερκή αποδόμηση του έργου της σε συνάρτηση με τον λόγο και την τέχνη του ναζισμού, φωτίζοντας παράλληλα τον «ομαλό και ανεπαίσθητο» τρόπο με τον οποίο οι δυτικές κοινωνίες επαναφομοιώνουν πρόσωπα στιγματισμένα και περιθωριοποιημένα από την Ιστορία - έναν τρόπο πολύ πιο επικίνδυνο από τις χοντροκομμένες παρεμβάσεις της Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας. Κυρίως όμως, η Σόνταγκ αποδομούσε τις ίδιες της τις θέσεις, τον ειρωνικό, ακραία στυλιζαρισμένο αισθητισμό που δέκα χρόνια νωρίτερα είχε υποστηρίξει στο «Notes on camp», έναν δανδισμό στην εποχή της μαζικής κουλτούρας, στον οποίο προφανώς χωρούσε η Ρίφενσταλ και η απλοϊκή και μνημειακή ναζιστική τέχνη. Γράφει: «Η τέχνη που φαινόταν κατ’ εξοχήν άξια υπεράσπισης πριν από δέκα χρόνια για τον λόγο ότι εξέφραζε μια μειοψηφική ή εναντιωματική τάση δεν φαίνεται υπερασπίσιμη σήμερα, διότι τα ηθικά και πολιτιστικά ζητήματα που εγείρει έχουν γίνει δύσκολα και επιπλέον επικίνδυνα όσο ποτέ προηγουμένως» […] «Η αισθητική προτίμηση, το γούστο, αποτελεί μια συνάφεια, ένα πλαίσιο, και το πλαίσιο έχει τώρα αλλάξει». Το ίδιο και οι ιδέες της: το συγκεκριμένο κείμενο σηματοδοτεί μια από τις πρώτες, μείζονες αναθεωρήσεις που θα σφραγίσουν τη σκέψη της και θα αποτελέσουν ένα από τα πιο προκλητικά γνωρίσματά της, τη δύναμή της δηλαδή να επανέρχεται στις θέσεις της, να διαφοροποιείται διαρκώς, θεωρώντας ότι «η πνευματική ζωή στηρίζεται στην ικανότητα της αναθεώρησης, της επανεπινόησης των ιδεών». Από τον Ουάιλντ στον Σαρτρ, η Σόνταγκ επιζητεί πλέον να συνδυάσει τον φορμαλισμό με την ηθική και με την πολιτική - ένα αίτημα που παραμένει σήμερα πιο επίκαιρο παρά ποτέ.


Η μορφή ως περιεχόμενο


Και τα δύο δοκίμια στο πολύ επιμελημένο μεταφραστικά και εκδοτικά τομίδιο των εκδόσεων Υψιλον, αναφέρονται στον ναζισμό, στη γερμανική ενοχή, αλλά και στην ηθική του δημιουργού και της ίδιας της εικόνας, στην οποία η εξιδανίκευση συγκρούεται με την αναζήτηση της αλήθειας. Με εργαλεία όπως η ανάλυση λόγου, με τη δική της ιδιαίτερη εκδοχή της εσωτερικής κριτικής, με την εξαιρετική συνδυαστική της ικανότητα, η Σόνταγκ, κινηματογραφίστρια η ίδια, διαβάζει τη μορφή ως περιεχόμενο τόσο στις ταινίες της Ρίφενσταλ όσο και στο λεύκωμα με τις φωτογραφίες των (μαύρων, σημειωτέον) Νούμπα που είχε κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή: από τη μια επισημαίνει τη συνέχεια των ναζιστικών ιδεωδών μέσα από ζεύγη όπως καθαρό-ακάθαρτο, αδιάφθορο-ρυπαρό, σωματικό-πνευματικό, μέσα από την εξύμνηση του στοιχειώδους και του πρωτόγονου, τη συνύπαρξη του εγωτισμού με την πιο ακραία δουλικότητα, τη λατρεία της σωματικής δύναμης και του θανάτου· από την άλλη καταδεικνύει τις ψευδαισθητικές δυνάμεις της εικόνας και του λόγου, που επιβάλλουν τα ιδεώδη αυτά μέσα από χρησιμοποίηση του κοινού και οικείου. 

 Αντιπαραθέτοντας λοιπόν την ουτοπική ηθική του κομμουνισμού στην ουτοπική αισθητική του ναζισμού (διαφορά καθόλου αμελητέα εντέλει) και σχολιάζοντας, όπως και στο επόμενο άρθρο, τη ρητορική του ρομαντισμού που δανείστηκε και αλλοίωσε ο ναζιστικός πολιτικός λόγος, η Σόνταγκ καταλήγει σε ένα μείζον συμπέρασμα: δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον φασισμό με την κτηνωδία και τον τρόμο, αλλά να τον αναζητούμε κάτω από τα πολλαπλά προσωπεία του, καθώς αφομοιώνει ιδεώδη κοινά και ευρέως αποδεκτά: τον φετιχισμό του θάρρους, τη λατρεία της ομορφιάς, την ανδροκρατούμενη οικογένεια και, κυρίως, τη λατρεία της κοινότητας - που εκφράζεται ποικιλοτρόπως σε όλες τις εποχές (σήμερα και με την κοινωνική δικτύωση λόγου χάρη) και όπως είδαμε και στη γερμανική ταινία «Το Κύμα» πριν από δύο χρόνια εύκολα οδηγεί στη μαζοποίηση και την πραγμοποίηση του ανθρώπου. Αυτή η κοινότητα, οι μάζες, απεικονίζονται στη ναζιστική τέχνη στυλιζαρισμένες, μαγεμένες και υποταγμένες από τον ηγέτη, ενώ «όταν το μήνυμα του φασισμού ουδετεροποιείται από μια αισθητική θεώρηση της ζωής, τα διάφορα διακοσμητικά μπιχλιμπίδια του αποκτούν σεξουαλικά χαρακτηριστικά». Το άρθρο κλείνει έτσι με την «κρυφή γοητεία» του σαδομαζοχισμού (είναι η εποχή του «Σαλό» του Παζολίνι, των «Καταραμένων» του Βισκόντι, του «Θυρωρού της νύχτας» της Καβάνι). Στη συνέχεια, η Σόνταγκ θα υπογραμμίσει επανειλημμένα το γεγονός ότι η βία, στα βασανιστήρια όσο και στην πορνογραφία, αποτελεί οργανικό στοιχείο της αμερικανικής ψυχαγωγικής κουλτούρας, με όσες στρεβλώσεις αυτό συνεπάγεται.


Άρνηση της ενοχής


Πολύ πιο ειδικό, το δεύτερο κείμενο της Σόνταγκ, γραμμένο μια πενταετία αργότερα, δεν αφορά την άρνηση της ενοχής και τη συγκάλυψη της ναζιστικής ιδεολογίας από τον δημιουργό, αλλά αντίθετα την προσπάθεια καταγραφής της ενοχής αυτής στην επτάωρη, πειραματική ταινία του ανατολικογερμανού Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ «Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία». Ο αναγνώστης, ασχέτως αν έχει δει την ταινία, αντιλαμβάνεται την καινοτόμο επιλογή του Ζύμπερμπεργκ να αντιπαλέψει τον γκροτέσκο ρομαντισμό του ναζισμού συναιρώντας περίτεχνα τη ρομαντική μελαγχολία με τη μοντερνιστική ειρωνεία και συνδέοντας τη μελαγχολία αυτή με την άρνηση του πένθους ως άρνηση της ενοχής από την πλευρά της γερμανικής κοινωνίας.

Στην κατ’ εξοχήν μεταβατική εποχή που διανύουμε, εποχή μετασχηματισμού των εννοιακών πλαισίων, τα δύο υποδειγματικά στη συντομία, τη σαφήνεια και την επιχειρηματολογική τους διάρθρωση αυτά κείμενα μας θυμίζουν ότι η ουσία δεν κρύβεται μόνο στο τι αλλά και στο πώς του λόγου και της πράξης και επαναλαμβάνουν με όρους επείγοντος το μήνυμα της Σόνταγκ: «Να είστε σοβαροί και παθιασμένοι. Ξυπνήστε». Αποδομήστε τους σαγηνευτικούς, σύγχρονους φασισμούς, επανερμηνεύστε τη σκοτεινή πραγματικότητα, επανεπινοήστε την αξία του ανθρώπου.

Susan Sontag «Η γοητεία του φασισμού» μετ. Γερ. Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Υψιλον

Πηγή:

Το διαβάσαμε εδώ: