-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Τάκη Καμπύλη : Φωνές και «φωνές» από το 1821

Φωνές και «φωνές» από το 1821
 
Του Τάκη Καμπύλη 
 
 «Όταν έφτασαν τα πρώτα νέα στη Σμύρνη για την επανάσταση στον Μοριά, μέναμε στον Κουκλουτζά (σ. σ. χωριό με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό σε απόσταση «μίας ώρας με τα πόδια» από τη Σμύρνη). Ο ξάδελφός μας ο γραμματέας ήρθε μία μέρα και μας ενημέρωσε. Δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου. Η χαρά των φίλων μας όταν έμαθαν τα νέα ήταν μεγάλη, () αν και είχε επικρατήσει η πεποίθηση, η οποία ωστόσο διαψεύστηκε, ότι οι Έλληνες της Σμύρνης δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι το όλο σχέδιο, λόγω της κατάστασής μας στην Ασία, καθώς και ότι δεν ήμασταν άξιοι εμπιστοσύνης ώστε να μας εμπιστευθούν το μυστικό τους».
 
Ο Πέτρος Μέγκους (Mengous) ήταν τότε 19 χρόνων. Και μας έδωσε μια μέχρι πρόσφατα μάλλον άγνωστη μαρτυρία για την Επανάσταση του 1821. Η μοναδικότητά της έγκειται επίσης στο γεγονός πως προέρχεται από έναν απλό πολεμιστή - σε αντίθεση με τις μαρτυρίες αξιωματούχων και προεστών της εποχής.
 
Η μαρτυρία εκδόθηκε στις ΗΠΑ, το 1830, στα αγγλικά. Ένα αντίτυπο (το τελευταίο;) εντοπίστηκε από έναν μικρό (αλλά με αξιόλογες εκδόσεις) εκδοτικό οίκο, το «Ισνάφι» στα Γιάννενα, και θα ξανακυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία σε μετάφραση του Βαγγέλη Κούταλη.
 
Ο Μέγκους είχε τύχει καλής μόρφωσης (όχι σε «κρυφό σχολειό»). Ήταν μαθητής στην Ακαδημία των Κυδωνιών, όπου δίδασκε ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ενώ στη Σμύρνη θα έρθει σε επαφή με τον Διαφωτισμό παρακολουθώντας τα κηρύγματα και το διδακτικό έργο του Κωνσταντίνου Οικονόμου. (Αργότερα στη Σμύρνη, η αδελφή του θα παντρευτεί τον Αμερικανό ιεραπόστολο Jonas King, ο οποίος αργότερα στη σύγκρουσή του με την ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία θα γίνει ο πατέρας της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας).
 
Η Οδύσσεια του Πέτρου Μέγκους δεν είναι ομηρική. Είναι πραγματική. Από τη Σμύρνη μέσω Τεργέστης φθάνει στο ελεύθερο Μεσολόγγι του Μαυροκορδάτου, του Μπότσαρη και άλλων. «Στο Μισολόγγι γνωρίστηκα με έναν Γερμανό ονόματι Meyer ο οποίος ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος (σ. σ. πρόκειται για τον Ελβετό επαναστάτη Johanan Jacob Meyer, ο οποίος εξέδιδε στο Μεσολόγγι τα Ελληνικά Χρονικά). Γνώρισα επίσης κι ένα Κεφαλλονίτη, ονόματι Ιωάννης, ο οποίος μου μίλησε για όσα είχε δει να συμβαίνουν μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Βλαχία, από όπου είχε πρόσφατα αφιχθεί».
 
Σε πολλά σημεία της αφήγησης, ο Πέτρος Μέγκους με τη ματιά του Μικρασιάτη αναδεικνύει λεπτομέρειες που στην πορεία -μετά την Επανάσταση- θα αποδειχτούν καθοριστικές. Θα μιλήσει για τον σκεπτικισμό απέναντι στους Φιλέλληνες με αφορμή τις συχνές (αιματηρές) μονομαχίες μεταξύ τους, έθιμο ακατανόητο στην οθωμανική επικράτεια. Όταν μπαρκάρει στο μπρίκι του Μιαούλη, θα εντυπωσιαστεί από τις πλουμιστές φορεσιές τους και τα όπλα τους, αλλά όχι και από τη γλώσσα και την καταγωγή των Υδραίων (αρβανίτικη). Θα γνωρίσει στο Αργος τον Χατζή-Χρήστο και θα εντυπωσιαστεί από τη ρώμη του αλλά όχι και από τη βουλγαρική καταγωγή του. Ο Βούλγαρος αξιωματικός με πολλούς άλλους Βούλγαρους και Σέρβους θα πολεμήσουν με τους Έλληνες και στη συνέχεια θα εκπροσωπήσει στην Εθνική Συνέλευση Θρακοβούλγαρους και Σέρβους. (Σχετική έρευνα έχει γίνει και από τον Νικολάι Τοντόρωφ - όπως υπέδειξε ο Δημήτρης Σταματόπουλος, που διδάσκει ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.)
 
Στον 19ο αιώνα, η «εθνική ταυτότητα» ήταν μια πολύ ρευστή έννοια. Χωρίς να αμφισβητείται η έννοια της «εθνικής επανάστασης» (όπως λέει χαρακτηριστικά ο Δ. Σταματόπουλος, «όλες οι τάξεις συμμετείχαν στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων»), ωστόσο η εκ των υστέρων επίσημη δογματική ανάγνωσή της μόνο συγχύσεις δημιουργεί. Ο γερμανικός ρομαντισμός της πολιτισμικής ενότητας και ο γαλλικός διαφωτισμός της πολιτικής ενότητας ήρθαν σε μία αξιοπερίεργη επιμειξία στα χώματα του Μοριά.
 
Για παράδειγμα, θα υπενθυμίσει ο Δ. Σταματόπουλος, την κοινή απόφαση Κολοκοτρώνη και Τούρκων προεστών το 1809 (της οποίας την πατρότητα διεκδίκησαν και οι «εχθροί» του, Ι. και Κ. Δηλιγιάννης) για κοινή εξέγερση εναντίον του τοπάρχη Βελή, γιου του Αλή Πασά, και τη δημιουργία ενός εκτελεστικού οργάνου από 12 Ελληνες και 12 Τούρκους και με κοινή σημαία με τον Σταυρό και την Ημισέληνο!
 
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρευστότητας της έννοιας «ταυτότητα» ήταν το αστείο που έκαναν οι αλβανόφωνοι ναύτες του Μιαούλη στον Μέγκους, όταν τους ρώτησε πώς και η γλώσσα τους δεν είχε αλφάβητο: «Παλιά τόχαμε γράψει σε αμπελόφυλλο αλλά το έφαγε ένας γάιδαρος».
 
Ακόμη και στο θέμα της θρησκείας υπήρξε αξιοσημείωτη συζήτηση. Ο Κοραής (όπως αναφέρει η Ελπίδα Βόγλη - διδάσκει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο) με αφορμή τους Εβραίους είχε προτείνει να μην αποκλειστούν οι διαφορετικού θρησκεύματος πολίτες από το νέο ελληνικό κράτος.
 
Ο ιστορικός Λάμπρος Μπαλτσιώτης θυμίζει: «Το πρώτο ελληνικό κράτος ήταν (και) συνταγματικά το κράτος των χριστιανών και μάλιστα των ορθοδόξων - ας μην ξεχνάμε ότι οι καθολικοί εντάχθηκαν με αναταράξεις στον εθνικό κορμό. Όσοι μουσουλμάνοι είχαν απομείνει, είτε λόγω σφαγών είτε γιατί σταδιακά αναχωρούσαν, έπρεπε να φύγουν και αυτοί ή αλλιώς να βαφτιστούν (οι λεγόμενοι «νεοφώτιστοι»). Κι όμως, κάποιοι επιλέγουν να μείνουν συγκροτώντας ελάχιστες μικρές κοινότητες, όπως της Χαλκίδας και της Αταλάντης. Τελικά γίνονται «ανεκτοί» από τους συντοπίτες τους, ο Καποδίστριας και οι «κακοί δυτικοί» (Βαυαροί, Φαναριώτες) επιμένουν με αλλεπάλληλες διαταγές σε κάτι παράξενα πράγματα, όπως σεβασμός και θρησκευτική ελευθερία».
 
Είναι κρίμα ότι από τότε απέμειναν μύθοι, όπως ο «χορός του Ζαλόγγου» (που ούτως ή άλλως συνέβη -αν συνέβη- 16 χρόνια πριν από την Επανάσταση) ή τα στιχάκια του Αθανασίου Διάκου (τα οποία επίσης προϋπήρξαν μερικούς αιώνες πριν από το 1821) και σήμερα δύο αιώνες μετά να αρνούμαστε σε χιλιάδες συμπολίτες την ιθαγένεια που πρότεινε ο Τρικούπης ως υπουργός Εξωτερικών το 1833 αρκεί να «είχαν τη βούληση να θεωρηθούν Έλληνες»
 
http://www.kathimerini.gr/713745/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/fwnes-kai-fwnes-apo-to-1821

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ


 
ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
Ο ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ
 
Η λατρεία της Αρτέμιδος στην αρχαία Έφεσο. — Πως οι Εφέσιοι θέλησαν να τιμήσουν την πολιούχο τους.—Το εύρημα ενός βοσκού. —Πως βρέθηκε το υπέροχο μάρμαρο, από το όποιο χτίστηκε ο ναός της Αρτέμιδος. — Η μεγαλοπρέπεια του και ο πλούτος του.— Οι εορτές της Αρτέμιδος στην Έφεσο. — Το προσκύνημα όλων των Ελλήνων.—Η τρέλα και τα έγκλημα του Ηροστράτου. — Η πυρπόληση του ναού.— Η ανοικοδόμησή του και ο νέος του εμπρησμός. κτλ. κτλ.


 
Από τα περισσότερο θαυμαστά καλλιτεχνικά μνημεία της αρχαιότητας, ήταν και ο ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο.
 
Η πλούσια αυτή Ελληνική πόλις της Μικράς Ασίας, θεωρούσε ανέκαθεν την Αρτέμιδα, ως προστάτιδα της. Υπήρχε λοιπόν εκεί πλήθος ναών, βωμών και ιερών της θεάς αυτής, και πολυάριθμοι ιερείς και ιέρειες πού της προσέφεραν καθημερινά θυσίες.
 
Κατά το 620 π. Χ. όμως οι Εφέσιοι έκριναν ότι οι ναοί και τα ιερά που είχαν αφιερώσει ως τότε στην Αρτέμιδα, δεν ήσαν αρκετά μεγαλοπρεπή για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς την προστάτιδα τους θεά, και απεφάσισαν να ανεγείρουν προς τιμήν της ένα ναό πού θα ήταν ο μεγαλύτερος και ο ωραιότερος του κόσμου.
 
Και αμέσως, χωρίς να χάνουν καιρό, πλούσιοι καθώς ήσαν, άρχισαν να πραγματοποιούν τη σκέψη τους αυτή.
 
Έριξαν πράγματι τα θεμέλια του καινούργιου ναού και οι αρχιτέκτονες συζητούσαν για τα υλικά πού θα χρησιμοποιούσαν και για τον τρόπο με τον όποιον θα χτιζόταν το οικοδόμημα, όταν μια ευτυχής σύμπτωση τους έβγαλε από την αμηχανία τους.
 
Ένας νεαρός βοσκός, ονομαζόμενος Παξίδωρος, παρακολουθούσε μια μέρα στο βουνό μια αγρία μονομαχία μεταξύ δυο τράγων του κοπαδιού του.
 
Οι τράγοι χτυπιόντουσαν λυσσαλέα με τα κέρατα τους, ο ένας απ' αυτούς, καθώς όρμησε να χτυπήσει τον αντίπαλο του, αστόχησε και το κέρατο του πήγε και χτύπησε σ' ένα βράχο του οποίου έσπασε ένα κομμάτι. Ο βοσκός πήρε το κομμάτι αυτό και είδε πώς ήταν ένα θαυμάσιο μάρμαρο, σκληρό σαν σίδερο και αστραφτερό σαν χιόνι πού το λούζει ο ήλιος. Τρελός από τη χαρά του. ο Παξίδωρος άφησε στο βουνό το ποίμνιο του κι' έτρεξε στην Έφεσο για να δείξει το εύρημα του στους άρχοντες. Αμέσως αυτοί έβαλαν εργάτες πού έσκαψαν το βουνό στο μέρος απ' το όποιο είχε αποσπαστεί το κομμάτι και βρήκαν εκεί ένα πλουσιότατο στρώμα από θαυμάσιο μάρμαρο. Από το μάρμαρο λοιπόν αυτό χτίστηκε ό ναός της Αρτέμιδος.
 
 
Το θαύμα αυτό της Ελληνικής αρχιτεκτονικής ορθωνόταν πάνω σ' ένα τεχνητό ύψωμα κατασκευασμένο στη μέση της Εφέσου. Στο ναό έμπαινε κάνεις από μια μεγαλοπρεπέστατη σκάλα, στολισμένη με αγάλματα. Το κτίριο του κυρίως ναού είχε μάκρος 130 μέτρων και πλάτος 66. Τον στόλιζαν 127 κολώνες ιωνικού ρυθμού, η κάθε μια από τις οποίες είχε ύψος 20 μέτρων.. Οι κολώνες αυτές ήσαν δώρα των ηγεμόνων και των μεγιστάνων των γειτονικών χωρών και νήσων, οι όποιοι έσπευσαν να προσφέρουν τον φόρο της λατρείας τους στην ισχυρά Αρτέμιδα των Εφεσίων. Από την βάση ως στη στέγη του, ο ναός ήταν ολόκληρος από λευκό μάρμαρο. Κατά τις όμορφες μικρασιατικές νύχτες η σελήνη, δηλαδή η ίδια η Άρτεμις έριχνε πάνω- στον λευκό αυτόν όγκο λάμψεις φαντασμαγορικές. Και οι Εφέσιοι συλλογιζόντουσαν με υπερηφάνεια ό'τι καμιά άλλη Ελληνική πόλις δεν είχε τιμήσει μ' ένα τόσο λαμπρό τρόπο την πολιούχο της.
 
Στην είσοδο του ναού της Αρτέμιδος, υψωνόταν το άγαλμα της ίδιας της θεάς. Ήταν καμωμένο από συμπαγές χρυσάφι και ο θρύλος έλεγε ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Η μυστηριώδης αύτη προέλευση του προκαλούσε τη μέχρι προλήψεως λατρεία όλου του κόσμου.    Έτσι άνθρωποι από πολύ μάκρυνα μέρη, ξεκινούσαν και πήγαιναν για προσκύνημα στην "Έφεσο, κατά την εποχή των μεγάλων εορτών πού γινόντουσαν κάθε χρόνο προς τιμήν της Αρτέμιδος.
 
Οι δρόμοι της Εφέσου, παρουσίαζαν τότε, για λίγες μέρες, μιαν ασυνήθιστη κίνηση. Άρχοντες, πλούσιοι έμποροι, φτωχοί χωρικοί, άνθρωποι όλων των τάξεων, τους πλημμύριζαν νοιώθοντας όλοι να τους ενώνει το ίδιο θρησκευτικό αίσθημα, ένα αίσθημα αδελφοσύνης πού τους το προκαλούσε η λατρεία της θεάς.
 
 
Η πομπή πού περνούσε από τους δρόμους της Εφέσου, κατά την διάρκεια των εορτών αυτών, ήταν μια από τις πιο μεγαλοπρεπείς της αρχαιότητας. Όσοι συμμετείχαν σ' αυτή συγκεντρωνόντουσαν από την αυγή στην είσοδο τού ναού κι' από κει ξεκινούσαν όλοι μαζί. Μπροστά βάδιζαν οι αυλητές και οι κιθαρωδοί, ύστερα ακολουθούσαν οι οπλίτες, με την ασπίδα και το δόρυ των, και οι ιππείς με τις επίσημες στολές τους, υπό την οδηγία των αρχηγών τους. Αμέσως κατόπιν προχωρούσε μεγαλόπρεπα το άρμα της Αρτέμιδος, συρόμενο από βουβάλια, φοράδες και ασπρόσκυλα. Δεξιά και αριστερά απ' το άρμα βάδιζαν οι ιερείς οι αφιερωμένοι στη λατρεία και οι κιθαρωδοί έπαυαν να παίζουν, οι ιερείς άρχιζαν να ψέλνουν υμνώντας την θεά.
 
Συρόμενα από τους «θύτας» ερχόντουσαν κατόπιν τα ζώα τα προορισμένα για την επίσημη θυσία με την οποίαν τελείωνε ή τελετή. Τα ζώα αυτά ήσαν ταύροι με χρυσωμένα κέρατα και χήνες ζωσμένες με λουλούδινες γιρλάντες και με κορδέλες. Λίγο πιο πίσω βάδιζαν γέροντες με τις άσπρες γενειάδες τους, κρατώντας κλάδους ελιάς. Ύστερα ακολουθούσαν νέοι και νέες πού κρατούσαν λουλούδια και φρούτα και τέλος τα πλήθη τού λαού.
 
Αφού η πομπή διέτρεχε τους πιο μεγάλους και ωραίους δρόμους της πόλης, επέστρεφε στο σημείο του ξεκινήματος της. Το άγαλμα της Αρτέμιδος τοποθετιόταν πάλι στο βάθρο του, και άναβαν οι βωμοί για τις θυσίες. Ύστερα οι προσκυνητές, αφού τελείωναν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, χωριζόντουσαν και επέστρεφαν στα σπίτια τους, όχι όμως δίχως να στείλουν προηγουμένως στους ιερείς ένα χρηματικό ποσό, όσο το δυνατόν πιο σεβαστό, για τα έξοδα της λατρείας.
 
Χάρις στις εκούσιες αυτές προσφορές πού στέλλονταν απ' όλα τα μέρη της αρχαίας Ελλάδας, είχε χτιστεί ο ναός της Αρτέμιδος. Και χάρις σ' αυτές πάλι, εξασφαλιζόταν η πλούσια συντήρηση του. Ο ναός της Αρτέμιδος ήταν ένα είδος πανελληνίου ιερού για τη συντήρηση του όποιου συνέβαλλαν όλοι οι Έλληνες.
 
Φαντάζεται λοιπόν, κανείς, τι φόβος και τι κατάπληξη κυρίευσε τους Εφέσους, όταν ξαφνικά, μια νύχτα, διαδόθηκε ότι ο ναός της Εφέσου καιγότανε. Ένας τρελός, ο Ηρόστρατος, είχε σκεφτεί να κάψει το πιο όμορφο μνημείο της Εφέσου, και ένα από τα ωραιότερα της αρχαιότητος, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο ν' αποθανατίσει στον αιώνα τον άπαντα το όνομά του. Οι Εφέσιοι έτρεξαν αμέσως στον τόπο της καταστροφής και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να σώσουν τον ναό, αλλ' εν τω μεταξύ η πυρκαγιά είχε λάβει τόση έκταση, ώστε όλες οι προσπάθειες τους πήγαν χαμένες και το θαύμα αυτό της αρχαιότητας έγινε στάχτη. Ωστόσο. υστέρα από ένα χρόνο, οι Εφέσιοι ξανάχτισαν το ναό. Και ο καινούργιος ναός δεν ήταν λιγότερο όμορφος από τον πρώτο, και επί καιρό πολύ, άπειροι πιστοί πήγαιναν και τον προσκυνούσαν. Άλλα κατά τον 3ον μ. Χ. αιώνα, οι βάρβαροι Σκύθες επιδρομείς, επανέλαβαν το έγκλημα του Ηροστράτου. Αφού δηλαδή λεηλάτησαν πρώτα τον ναό, τον παρέδωσαν κατόπιν στις φλόγες. Τέλος, ύστερα από ένα αιώνα οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες του Βυζαντίου, τον ξεθεμελίωσαν εντελώς θεωρώντας τον ως ένα ειδωλολατρικό μνημείο.
 
Ιέρειες και θυσίες
 

 
Η γονιμότητα στη γεωργία και την κτηνοτροφία αποτελούσε την κυρία έγνοια του αρχαίου κόσμου και να πλούτιζαν από τις προσφορές αυτών που ήθελαν να εξασφαλίσουν καλές σοδειές και μεγάλα κοπάδια. Η ισχυρή λατρεία της Εφέσιου Αρτέμιδος οδήγησε στην εμφάνιση μιας ολόκληρης σειράς εργαστηρίων, στα οποία τεχνίτες έφτιαχναν και πωλούσαν μινιατούρες του παράξενου λατρευτικού αγάλματος ως αναθήματα ή αναμνηστικό. Ο Στράβων, ο Έλληνας συγγραφέας, μας αφηγείται πολλά σχετικά με τις τελετουργίες που συνδέονταν με το ναό.
 
Ο αρχιερέας ήταν ένας ευνούχος ονόματι Μεγάβυζος  (μια περσική λέξη που σημαίνει αυτός που απελευθέρωσε ο θεός). Στα καθήκοντα του τον βοηθούσε μια ομάδα από παρθένες, η οποία χωριζόταν σε δοκιμές, ιέρειες και τέως ιέρειες. Με το ναό σχετίζονταν και άλλα μυστηριώδη σώματα ιερέων, όπως οι 20 ακροβάτες, οι οποίοι εκτελούσαν τις θυσίες.
 
Μάθαμε περισσότερα για τις τελετουργικές θυσίες που γίνονταν στο ναό από τις πρόσφατες ανασκαφές Αυστριακών αρχαιολόγων. Ο ναός ανακαλύφθηκε πριν από έναν αιώνα περίπου, αλλά η τοποθεσία του περίφημου βωμού διακοσμημένου με αγάλματα του μεγάλου Έλληνα γλυπτή Πραξιτέλη, δεν εντοπίστηκε μέχρι το 1965. Όπως οι περισσότεροι ελληνικοί βωμοί, βρισκόταν σε μια ανοικτή αυλή, μπροστά από το ναό και όχι μέσα σ’ αυτόν. Τα ζώα θυσιάζονταν σε έναν ογκώδη βράχο μπροστά από ένα μεγάλο λατρευτικό άγαλμα της θεάς. Η σάρκα των ζώων ψηνόταν και μοιραζόταν στην κοινότητα των ιερέων.
 
Οι Αυστριακοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μεγάλες αποθέσεις οστών ζώων που θυσιάστηκαν σε βωμό γύρω στο 650 π.Χ. Τα οστά από κατσίκες και πρόβατα, προσφοράς των φτωχών. Ήταν τα περισσότερα και ακολουθούσαν τα οστά αγελάδων και βοδιών, ζώα που είχαν τη δυνατότητα να θυσιάζουν μόνον οι πλούσιοι. Υπήρχαν επίσης κόκαλα από αλόγα, σκύλους και έναν όνο.
 
Οι Ανθρωποθυσίες
 
 
Μια πιο φρικιαστική ένδειξη είχαμε με την ανακάλυψη ανθρώπινων οστών ανακατεμένων στα κοκάλα των ζώων. Ο ποιητής Ιππωναξ, ο οποίος έζησε στην Έφεσο τον 5ο αιώνα π Χ., έγραψε για ένα αρχαίο τελετουργικό της γονιμότητας, κατά το οποίο ένας εγκληματίας ή αιχμάλωτος μεταφερόταν από την πόλη και ελιθοβολείτο μέχρι θανάτου. θα μπορούσαν άραγε αυτά τα ανθρώπινα κόκαλα να αποτελούν ένδειξη μιας τέτοιας τελετουργίας;
 
Οι θυσίες αυτές γίνονταν στα παλιότερα χρονιά. Μια σειρά από μικρούς ναούς, που χρονολογούνται από το 700 π.Χ. εντοπίσθηκαν στα θεμέλια του νεότερου κτιρίου. Ο πρώτος ναός της Αρτέμιδος, που συγκαταλεγόταν στα μεγαλύτερα ιερά του ελληνικού κόσμου, ήταν αυτός που χτίστηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π Χ, από τον Χερσίφωνα και τον Μεταγένη, Κρήτες αρχιτέκτονες, με τη βοήθεια του Κροίσου, του Λυδού βασιλιά, περίφημου για τα πλούτη του. Η ίδια η Αρτέμιδα βοήθησε τον Χερσίφωνα να υψώσει τη μεγάλη μαρμάρινη υπέρθυρο δοκό. Αλλά δυο αιώνες αργότερα το κτίσμα είχε τραγικό τέλος, καμένο από την τρέλα του Ηρόστρατου.
 
Ο Μέγας Αλέξανδρος προσκύνησε στο νέο ναό, που ίσως ήταν ακόμα μισοτελειωμένος, το 334 π.Χ., μετά την πρώτη νίκη του επί των Περσών.  Αμιλλώμενος τον Κροίσο, προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει ολόκληρο το κόστος της ανοικοδόμησης.  Επέμεινε όμως να γράψει το όνομα του στην αφιέρωση. Η πόλη απάντησε πως ένας θεός δεν μπορεί να λατρεύσει έναν άλλο θεό. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε την κολακεία και κράτησε τα χρήματα του.
 
Ο Παύλος στην Έφεσο
 
 
Η φήμη του ναού ήταν στο ζενίθ της όταν ο Απόστολος Παύλος έφθασε στην Εφεσο, πιθανώς το 53 μ.Χ. και προκάλεσε αναταραχή. Σύμφωνα με το βιβλίο των Πρά­ξεων των Αποστόλων, ο Παύλος έμεινε στην πόλη και κήρυττε επί δύο χρόνια, αλλά ο Δημήτριος, ένας αργυροχόος «αργυρόκοπος» κατά τις Πράξεις, συνειδητοποί­σε ότι τα κηρύγματα για τον Χριστιανισμό απειλούν αυτούς, των οποίων τα προς το ζην εξαρτώνται από την παλιά λατρεία. Προειδοποίησε τους συναδέλφους του ότι η διδασκαλία του Παύλου που κήρυττε ότι θεοί που φτιάχνονται με τα χέρια δεν είναι θεοί, μπορεί να καταστρέψει το εμπόριο τους και την Αρτέμιδα.
 
Αναταραχή ξέσπασε στην πόλη και πλήθη κατέκλυσαν το θέατρο, φωνάζοντας –Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσιών– μέχρις ότου οι αρχές της πόλης τους έπεισαν να διαλυθούν. Ο Παύλος αναχώρησε λίγο αργότερα από την Έφεσο, αλλά η τελική νίκη ήταν της Χριστιανοσύνης.  Το 401 μ.Χ.. ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως ανακοίνωσε πως δεν θα ανεχόταν πλέον αυτό το σύμβολο των παλιών θεών και ο μεγάλος ναός της Εφέσιου Αρτέμιδος τελικά καταστράφηκε.
 
Έναν αιώνα αργότερα, τα ερείπια του χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή μιας υπέροχης βυζαντινής βασιλικής στο νεανικό λόφο. Τελικά, η εκκλησία μετατράπηκε σε τζάμι, το οποίο, με τη σειρά του, καταστράφηκε μετά το χτίσιμο ενός νέου τζαμιού, τον 14ο αιώνα, το οποίο κληρονόμησε μια παράδοση θρησκευτικής λατρείας 3.000 ετών στον ίδιο (ή περίπου στον ίδιο) τόπο.
 
Κάτω στην πεδιάδα, η Έφεσος σταδιακά εγκαταλείφθηκε, καθώς το λιμάνι της γέμισε με λάσπες και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Οι ίδιες λάσπες κατάπιαν και το Αρτεμίσιο. Σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, το ερείπια έμειναν θαμμένα πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της ελώδους πεδιάδας, χωρίς ούτε ένας κίων να εξέχει και να φανερώνει την τοποθεσία αυτού του θαύματος του κόσμου.
 
Η ωραία περιπέτεια
 

 
Η ιστορία της ανακάλυψης του είναι μια από τις ωραιότερες περιπέτειες της αρχαιολογίας. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Τζον Γουντ, ένας 42χρονος αρχιτέκτονας, συνέλαβε την ιδέα να εντοπίσει το ναό και να ανασκάψει τα ερείπια του. Αυτό έμελλε να γίνει το πάθος του για τα 11 επόμενα χρόνια. Η πρώτη του προσπάθεια απέτυχε όταν το Βρετανικό Μουσείο αρνήθηκε να του δώσει κεφάλαια. Ευτυχώς ο Γουντ είχε δικά του μέσα για τις ανασκαφές, οι οποίες άρχισαν τελικά τον Μάιο του 1863.
 
Ο στόχος του ήταν εξαιρετικά δύσκολος.  Η λάσπη είχε καλύψει κάθε ίχνος του ναού. Οι αναφορές των Ρωμαίων συγγραφέων περιείχαν μόνο πολύ αόριστες ενδείξεις για την τοποθεσία του, παρόλο που έχοντος διαβάσει τον Στράβωνα, ο Γουντ ήξερε πως ο ναός πρέπει να βρίσκεται έξω από τα ερείπια της Εφέσου.
 
Τελικά, η καλή τύχη και η επιμονή οδήγησαν τον Γουντ στην επιτυχία. Τα πρώτα χρονιά ήταν δύσκολα. Τα μικρά και άθλια τούρκικα χωριά, κοντά στο χώρο της αρχαίας πόλης, δεν παρείχαν τις ευκολίες που ζητούσε ένας Ευρωπαίος και ο Γουντ αναγκάστηκε να μένει σε ένα ξενοδοχείο που απείχε τέσσερις ώρες από εκεί. Η μέρα του άρχιζε στις 6 το πρωί και τελείωνε στις 8 το βράδυ, αλλά, από όλες αυτές τις ώρες, μόνο έξι περνούσε επιβλέποντος επιτόπου τη δουλειά των Τούρκων εργατών.
 
Το ζεστό καλοκαίρι του 1863, ο Γουντ έσκαψε 100 βαθιά χαντάκια κοντά στην Εφεσο χωρίς να έχει τίποτα ως σημείο αναφοράς. Ήταν σαν να ζητούσε βελόνα στα άχυρα. Όταν τα λεφτά του εξαντλήθηκαν στις αρχές του επομένου χρόνου, δεν είχε ακόμα πλησιάσει στον στόχο του. Τότε ακριβώς ήταν που το Βρετανικό Μουσείο άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να προσφέρει κεφάλαια για την ανασκαφή.
 
Και πάλι όμως, πέρασαν τέσσερα χρόνια πριν έλθει στο φως το -κλειδί- για την τοποθεσία του ναού. Επρόκειτο για μια επιγραφή που καθοδηγούσε τη μεγάλη πομπή προς μια μεγαλοπρεπή τελετή για τα γενέθλια της θεάς, υποδεικνύοντας της να φύγει από τον ναό ακολουθώντας την ιερά οδό και περνώντας στο θέατρο, από τη Μαγνήσια Πύλη.
 
Εφοδιασμένος με αυτή τη νέα πληροφορία, ο Γουντ έπρεπε απλώς να εντοπίσει τη Μαγνήσια Πύλη και να ακολουθήσει την αρχαία οδό μέχρι το ναό. Ακόμα και τώρα η τύχη ήταν εναντίον του. Χρειάστηκε άλλος ένας χρόνος σκληρής δουλειάς πριν οι πρώτες πέτρες του ναού έρθουν στο φως, ενάμισι χιλιόμετρο από την πύλη της πόλης και πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της πεδιάδας.
 
Ο Γουντ πέρασε άλλα τέσσερα χρόνια ανασκάπτοντας τα ερείπια του ναού και στέλνοντας πολλά από τα γλυπτά που ανακάλυπτε στο Βρετανικό Μουσείο, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα.
 
Οι κατοπινές ανασκαφές, οι τελευταίες των οποίων έγιναν από τους Αυστριακούς, πρόσθεσαν πολλές λεπτομέρειες σχετικά με την ιστορία της τοποθεσίας – αλλά δεν βελτίωσαν πολύ την εμφάνιση της. Ο μεγάλος ναός της Αρτέμιδος εμφανίζει σήμερα το θλιβερό θέαμα ενός σωρού από πέτρες και σπονδύλους κιόνων που συχνά μετατρέπεται σε λίμνη, όταν ανεβαίνει η στάθμη των υδάτων. Το δάσος των κιόνων έδωσε τη θέση του σε καλαμώνες γεμάτους υδρόβια πουλιά και μόνο το μέγεθος των ερειπίων θυμίζει στον επισκέπτη, πως εδώ βρισκόταν κάποτε ο λαμπρότερος ναός του ελληνικού κόσμου.
 
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
 


 
Η ΕΦΕΣΟΣ είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και μεγάλους αρχαιολογικούς χώρους της δυτικής Τουρκίας και πολλά από τα διακοσμημένα κτίρια της είναι αναγνωρίσιμα ακόμα και σήμερα, μετά από εκτεταμένες επιχειρήσεις αποκατάστασης. Στη διάρκεια του καλοκαιριού, πούλμαν από τα γύρω θέρετρα φέρνουν χιλιάδες επισκέπτες στο χώρο αυτό.
 
Τα ερείπια του ναού βρίσκονται σε απόσταση περίπου ενάμισι χιλιομέτρου, κοντά στο χωριό Σελτσούκ. Δεν τα επισκέπτονται πολλοί και τούτο είναι μάλλον κατανοητό. Μόνο μία στήλη, που στην κορυφή της έχει κάνει τη φωλιά του ένας πελαργός, έχει αποκατασταθεί από το σωρό των σπονδύλων των κιόνων που βρίσκεται στο ελώδες έδαφος.
 
Τα θεμέλια του άλλοτε υπέροχου βωμού βρίσκονται μέσα σε μια μικρή λίμνη, στη μια άκρη του αρχαιολογικού χώρου λίγο πιο πέρα από το ναό. Ο λόφος πάνω από το βάλτο κοσμείται από υστερότερα αλλά επίσης αρχαία κτίσματα, που για την οικοδόμηση τους χρησιμοποιήθηκαν υλικά του Ναού. 
 
Τα μόνα ερείπια που δίνουν μια ιδέα για τη λαμπρότητα του χαμένου ναού βρίσκονται σε μουσεία. Υπάρχει ένα θαυμάσιο μουσείο στο Σελτσουκ, όπου εκτίθενται πολλά αντικείμενα απ’ το ναό και την πόλη, περιλαμβανομένων δυο εντυπωσιακών αγαλμάτων της Αρτέμιδος με τους πολλούς μαστούς. Ερείπια από τις πρώτες ανασκαφές του ναού εκτίθενται στο Βρετανικό Μουσείο.
 
Περιλαμβάνουν έναν από τους περίφημους διακοσμημένους κίονες, στον οποίο αναπαρίσταται ο μύθος της Αλκηστης, της πιστής συζύγου που θέλησε να πεθάνει στη θέση του συζύγου της, ο οποίος προσέβαλε τους θεούς, παραλείποντας μια θυσία. Οι θεοί αντάμειψαν την πίστη της και επέτρεψαν στον Ηρακλή να την σώσει την από τον Άδη.
 
Πηγή:
Tα Νέα, 24 Αυγούστου 1991
ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ 1937