-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Παντελής Μπουκάλας : Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική

Παντελής Μπουκάλας : Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική

Έργο του Αλέξη Κυριτσόπουλου από την ομαδική έκθεση Χριστουγέννων «Μαγευτικές πινελιές»
 
Ένα βιβλίο για την ιαματική δημοτική μουσική
 
Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας
 
 
Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, λογοτέχνημα ή δοκίμιο, δεν ακούς μονάχα τη φωνή του συγγραφέα του. Ακούς κι άλλες φωνές, τρίτων, κοντινές ή απόμακρες, όσες ανασταίνει η αναγνωστική σου μνήμη, που δεν παύει ποτέ να συσχετίζει, να παραλληλίζει, να συγκρίνει. Η φωνή του συγγραφέα καλείται ή να συνομιλήσει μαζί τους, ώστε να αποδείξει την αυταξία της, ή και να τις πολεμήσει, ώστε ν’ ακουστεί λαγαρή, χωρίς θόρυβο.
 
Διαβάζοντας το «Ηπειρώτικο μοιρολόι» του Κρίστοφερ Κινγκ, που κυκλοφορεί στις εκδόσεις «Δώμα», με τον υπότιτλο «Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης», εξαιρετικά μεταφρασμένο από τον Αριστείδη Μαλλιαρό, εκτός από τα βιολιά, τα κλαρίνα και τα νταούλια, άκουγα και τρεις φωνές. Οχι ταυτόχρονα, αλλά με τη σειρά, η μια μετά την άλλη, όσο προχωρούσε το διάβασμα. Οσο περνούσα δηλαδή από την αρχική έκπληξη («γιά δες! ένας Αμερικάνος στην Ηπειρο») ή και επιφύλαξη («αρχαιότερη; και πώς αποδεικνύεται;») στην απόλαυση. Μιαν απόλαυση αχώριστα ζευγαρωμένη με τη γνώση, η οποία προκύπτει από το πλήθος των μουσικών, εθνογραφικών και ιστορικών πληροφοριών που προσφέρει ο συγγραφέας. Η επιστημοσύνη του Κινγκ, απόρροια και των φιλοσοφικών και μουσικολογικών του σπουδών, αποτελεί τον ισχυρό φέροντα οργανισμό του πονήματός του, που στερεώνει και νοηματοδοτεί τον ενθουσιασμό του, ακόμα κι όταν φαίνεται ότι θα ξεχειλίσει ή θα αναβαθμίσει σε αναμφίλεκτη απόδειξη μαθηματικού τύπου το ισχυρό βίωμά του, τη ρητά ομολογημένη «εμμονή» του για την Ηπειρο.
 
Η πρώτη φωνή που με επισκέφθηκε απρόσκλητη, ήρθε να μου πει μια παροιμία: «Ελα, παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου». Την είπε και την ξανάπε με μονότονη ειρωνεία, μ’ ένα τόσο ελληνικό γκρινιάρικο παράπονο, ώσπου αποσύρθηκε ηττημένη από τα βαριά ονόματα που με υποχρέωσε να της θυμίσω αμυνόμενος.
 
Ονόματα ξένων ελληνιστών ή φιλελλήνων που πρώτοι εξέδωσαν ελληνικά δημοτικά τραγούδια ή τα μετέφρασαν εγκαίρως και εγκύρως: Φωριέλ, Τομμαζέο, Κιντ, Πάσσοβ, Βίλχελμ Μύλλερ, και Γκαίτε βέβαια. Θα μπορούσα να συνεχίσω μνημονεύοντας ονόματα σημερινών άξιων μελετητών της δημοτικής μας ποίησης, αλλοδαπών, του Βάλτερ Πούχνερ ή του Γκυ Σωνιέ. Θα μπορούσα επίσης να της θυμίσω ότι και τους μισούς (τουλάχιστον) δρόμους προς την αρχαιοελληνική γραμματεία τούς άνοιξαν ξένοι φιλόλογοι, με τις κριτικές εκδόσεις και τις αναλύσεις τους. Ή να πω απλώς ότι στα πνευματικά –και οπωσδήποτε στην εκ φύσεως οικουμενική μουσική– δεν υπάρχουν αμπελοχώραφα, αποκλειστικοί νομείς, σύρματα και σύνορα. Αλλά όλα αυτά περίττευαν. Γιατί το οδοιπορικό του Κινγκ, ένα βαθιά ειλικρινές και ανυπόκριτα συγκινημένο χρονικό ετερογνωσίας αλλά και αυτογνωσίας, έδειξε από τις πρώτες του σελίδες ότι δεν έχει ανάγκη συνηγόρου. Οτι έχει να πει σπουδαία πράγματα, και να τα πει με τρόπο τερπνό.
 
 
Η δεύτερη φωνή ήταν συσχετιστική, όχι ειρωνική. Και ανακλήθηκε από την εσωτερική μου ακοή μόλις διάβασα την πρώτη υμνητική αναφορά του Κινγκ στο ηπειρώτικο τσίπουρο. Το παινεύει με τέτοιο πάθος που λίγο ακόμα και θα πιστέψεις ότι ο εκτυπωτής του λειτουργεί με απόσταγμα από το Ζαγόρι, όχι με μελάνη. Βέβαια το αποθεωμένο από τη γραφή ενός ξένου τσίπουρο που ήρθε να μου θυμίσει η φωνή ήταν από τη Ζαγορά και το υπόλοιπο Πήλιο, όχι από το Ζαγόρι. Και εκείνος ο ξένος πάντως ήταν Αμερικανός, Νεοϋορκέζος: ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Αρνολντ Σέρμαν. Ο Σέρμαν, που ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα από το 1987, εξέδωσε το 1995 το αφήγημα «Οι Κένταυροι του Πηλίου» (μτφρ. Γιάννης Σπανδωνής, εκδ. Ψυχογιός). Οι σελίδες του είχαν παραχθεί από ένα νόστιμο μείγμα μυθοπλασίας και ρεπορτάζ, σατιρικού προσανατολισμού. Ο συγγραφέας γλεντάει την τρέλα της Ελλάδας, έγραφα τον Σεπτέμβριο του 1995 στην «Κ»· γλεντάει την παραφορά της, τον ανορθολογισμό της, το καθεστώς της Υπερβολής που τη διέπει σχεδόν στα πάντα, από το φαγητό έως την τσιπουροποσία, από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις έως την ανεμελιά, μια ανεμελιά όμως που εξαλλάσσεται ταχύτατα στο αρνητικό της συμπλήρωμα: τον μελοδραματισμό.
 
Για τον Νεοϋορκέζο Σέρμαν το γλυκανισάτο τσίπουρο του Πηλίου που κατανάλωναν δίχως όρια οι Κένταυροι ήταν το ελιξίριο που τους είχε κάνει αθάνατους· ο καλπασμός τους, έπαιρνε όρκο, ακούγεται ακόμα στο θεσσαλικό βουνό. Ο Κρίστοφερ Κινγκ από τη Βιρτζίνια δεν συναντάει Κένταυρους στα πανηγύρια των Ζαγοροχωριών.
 
Συναντάει Σάτυρους που χορεύουν τον κόρδακά τους, με την τελετουργική αυστηρότητα να δίνει σχήμα στην ιερή μέθη τους. Μπαίνει στον κύκλο του χορού, στην αριστοτελική «χορεία». Δεν έχει καμία διάθεση να μείνει αμέτοχος παρατηρητής, ένας υπερόπτης τρίτος. Συγκινείται βαθιά, ριζικά, και κινείται αναπόφευκτα προς τη χορευτική ομήγυρη – κι ας μην ξέρει τα βήματα. Και, χάρη στο τσίπουρο, τη μουσική και τον χορό, ο οποίος εγκαθιδρύει την αναντίρρητη ισότητα και την πιο πλούσια συντροφικότητα, «περνάει σε μια οριακή κατάσταση μουσικού δαιμονισμού».
 
Με οξυδερκή αυτεπίγνωση, ο λαϊκός ποιητής μάς λέει ότι «και τα τραγούδια λόγια είναι, τα λεν οι πικραμένοι· / πάσχουν να βγάλουν το κακό, μα το κακό δεν βγαίνει». Μόνο με τα λόγια, δεν βγαίνει, όσο παραμυθητική κι αν θεωρήσουμε την ποίηση. Γι’ αυτό αναλαμβάνουν δράση η μουσική και ο χορός, σύμφυτα άλλωστε με τον δημοτικό ποιητικό λόγο, τριάδα ομοούσιος και αχώριστος.
 
Η εμπειρία του ηπειρώτικου τσίπουρου και του ηπειρώτικου χορού, σε όσα χωριά αντιστέκονται στις ηλεκτρικές κιθάρες και τα έκο, είναι όντως μοναδική – προσυπογράφω τη γνώμη του συγγραφέα, όχι απλώς σαν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, αλλά σαν μέτοχος. Και θυμίζω πόσο ψηλά βρίσκονταν στην εκτίμηση του Κωστή Παλαμά και του Τέλλου Αγρα τα δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου, προπάντων τα τραγούδια της ξενιτιάς, που απέχουν ελάχιστα από τα μοιρολόγια. Αλλωστε, «ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει».
 
Το όνομα του Κρίστοφερ Κινγκ δεν μου ήταν άγνωστο. Σαν ερασιτέχνης θηρευτής δημοτικών τραγουδιών, σε τυπωμένη μορφή, στα παλαιοβιβλιοπωλεία, αλλά και σε τραγουδισμένη, το είχα συναντήσει στις διαδικτυακές μου αναζητήσεις, ζευγαρωμένο με το όνομα είτε του κορυφαίου βιολιτζή Αλέξη Ζούμπα είτε του πατριάρχη κλαριτζή Κίτσου Χαρισιάδη. Βραβευμένος μουσικός παραγωγός ο Κινγκ, πρωτίστως δε μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, που δεν τους συγκεντρώνει για να τους απολαμβάνει μόνον αυτός αλλά για να τους επαναποδώσει στο ακροατήριο, ανακάλυψε στην Κωνσταντινούπολη δίσκους του Χαρισιάδη, 78 στροφών. Μαγεύτηκε ακούγοντάς τους και, απολύτως φυσικό, έγινε τακτικός επισκέπτης της Ηπείρου σαν κυνηγός της γεύσης και της γνώσης. Για να γνωρίσει, εκτός πολλών άλλων, την ιστορία του Ζούμπα και του Χαρισιάδη, δύο Ηπειρωτών Τσιγγάνων που η δουλειά τους τον έχει πείσει ότι η μουσική, η δική τους μουσική, δεν είναι απλώς ευχάριστη και διασκεδαστική· είναι ιαματική. Ακριβώς όπως τη θέλησε η αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Αλλά θα συνεχίσουμε την άλλη Κυριακή.
 
 
Σίγουρα θα ήταν παράλειψή μου αν δεν συμπεριελάμβανα εδώ και το σχόλιο ενός αναγνώστη της εφημερίδας σχετικά με το παραπάνω άρθρο. Αξίζει να το διαβάσετε :
 
 
Κύριε Μπουκάλα 
 
Επιτρέψτε με να μιμηθώ τη δομική υφή της επιφυλλίδας σας, για να σας πω ότι το κείμενο σας ξύπνησε μέσα μου πολλές "φωνές". 
 
Η πρώτη φωνή είχε να κάνει με τον πολύ πρόσφατο θάνατο, μόλις πριν από δυο ημέρες, του μεγάλου λαϊκού μουσικού Μπαμπη Χαλκια, της μεγάλης μουσικής οικογένειας Χαλκια από το Δελβινάκι της Ηπείρου, τόπου καταγωγής της γιαγιάς μου από τη μεριά της μητέρας μου. Και η φωνή αυτή έστησε διάλογο με μια άλλη φωνή, τη φωνή του Κωστή Παλαμα, τους στίχους του : 
 
Γιαννιωτικα, σμυρνιωτικα, πολιτικά
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά
πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας,
 
τραγούδια-μοιρολόγια που άκουσα μικρό παιδί και ποτέ δεν κατάλαβα, αλλα ποτέ δεν ξέχασα τον μονότονο λυπητερό τους τόνο. 
 
Και μια άλλη φωνή μου μίλησε για φαράγγια βαθειά και βουνά θεόρατα της Ηπείρου, γέρους με τις καπότες τους να τους δέρνει η βροχή και το κρύο, κι' εγώ να τους κοιτάζω από μακριά με ένα ζεστό αίσθημα ασφαλείας, γιατί ήμουν μόνο απλός περαστικός , όχι μόνιμος κάτοικος αυτού του παγερού τοπίου. 
 
Μετά ήρθε μια άλλη φωνή που συνήχησε με την πολυφωνία του κειμένου σας, τις δικές σας φωνές, και με πήρε από την Ήπειρο, την ιδιαίτερη πατρίδα μου, για να με φέρει σε χώρους μελέτης και περισυλλογής. Να μαθαίνω εκεί για θεωρίες αποκοτες, για τις λειτουργίες του νου και τα μυστήρια της ψυχής, σκυμμένος για ώρες πάνω στα βιβλία.
 
Εκεί , λοιπόν, έμαθα για την πολυφωνία του κειμένου. Μιλάτε γι' αυτή στο άρθρο σας, αλλά δεν μας το λέτε. Για κάποιο λόγο αποφεύγετε τη λέξη "πολυφωνία", θεμελιώδη όρο της θεωρίας λογοτεχνικής κριτικής του Ρώσου θεωρητικού της λογοτεχνίας Mikhail Bakhtin. Για τον Bakhtin, που ανέπτυξε τις θεωρίες του τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, η γλώσσα ( και η προσωπικότητα ) αποτελείται από αμέτρητες "γλώσσες", κάθε μια τους προϊόν μιας ξεχωριστής εμπειρίας, που στήνουν διάλογο ανάμεσα του, διεκδικώντας η κάθε μια τους αποκλειστική αντιπροσώπευση. Η γλώσσα του μυθιστοριογράφου αποτελεί προέκταση αυτής της διαλογικής πολυφωνίας.
 
Χάρηκα ιδιαίτερα το κείμενο σας. Ευχαριστώ.
 
Και εμείς ευχαριστούμε.
 
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 16.12.2018

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Φώτη Κόντογλου : Οι Αρκάδες, τα παιδιά των βουνών




Οι Αρκάδες, τα παιδιά  των βουνών.


Του Φώτη Κόντογλου


Η Αρκαδία είναι η καρδιά του Μοριά, γεμάτη βουνά θεόχτιστα και τραγουδισμένα, παλληκαρόβουνα. Απάνω σ' αυτά είναι σκληρή η ζωή, μα τ’ αγέρι και τα νερά δίνουνε στον άνθρωπο ζωή και κέφι. Για τουτο από τα παμπάλαια χρόνια τούτη η χώρα γεννούσε ανθρώπους αντρείους, δουλευταράδες και προκομμένους, κι αν πολλοί απ' αυτούς βγάλανε και κακό όνομα σαν παραδόπιστοι, από την άλλη μεριά όμως η Αρκαδία γέννησε ανθρώπους με καλή θέληση, πατριώτες, φιλόξενους, φιλότιμους, καλόκεφους, με επιθυμία να κάνουνε καλό στον τόπο τους και στους άλλους, αγαπώντας τα γράμματα, τιμώντας την παράδοση, με σέβας στη θρησκεία. Το σχολείο της Δημητσάνας δίδαξε τα γράμματα όχι μοναχά στους ντόπιους, μα σ' ολόκληρο το έθνος.

Αύτο το σχολειό πρωτοσυστήθηκε σ' ένα μοναστήρι πού υπάρχει ακόμα — μα είναι, άλίμονο, ερείπιο λησμονημένο! — κοντά στον ποταμό Λούσιο και πού λεγότανε Μονή του Φιλοσόφου, επειδη το 'χτισε ένας Ιωάννης Λαμπαρδόπουλος πού στάθηκε «πρωτασικρήτις», δηλαδή αρχιγραμματικός και συμβουλάτορας, του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, κι από την πολλή σπουδή πού είχε, τον είπανε Φιλόσοφο.

Στα κατοπινά χρόνια αυτό το σχολειό το μετέθεσε στην πολιτεία της Δημητσάνας ένας Γεώργιος Γούνας, πού είχε γίνει πλούσιος στη Σμύρνη. Τότε το σχολειό έδωσε περισσότερη λάμψη. Ο Γούνας γίνηκε καλόγερος μέ τ' όνομα Γεράσιμος και δίδαξε στη σχολή από τα 1764.

Υστερ' απ' αυτόν δίδαξε ένας άλλος καλόγερος, Αγάπιος Λεονάρδος, μαθητής του Γούνα, κι ολοένα δυνάμωνε το φως πού έβγαινε από το σχολειό και φώτιζε το Έθνος, πού κειτότανε το κακόμοιρο στο σκοτάδι. Τρακόσα παλληκάρια Ελληνόπουλα από κάθε μεριά της Ελλάδας ως τη Μικρά Ασία, πήγανε για να μάθουνε τα ελληνικά γράμματα και να τα μεταδώσουνε ατούς άλλους.

Μεγάλος δάσκαλος ύστερ' από τα 1769 στάθηκε ο Αγάπιος Αντωνόπουλος. Σιγά - σιγά κάνανε και μια μεγάλη βιβλιοθήκη, με τυπωμένα βιβλία και με χειρόγραφα.

Πολλοί από τους νέους πού ξεσκολίζανε από τη σχολή, σκορπούσανε σαν τους αποστόλους σ' όλα τα μέρη του Έθνους και μεταλαμπαδεύανε την παιδεία· Οι πιο πολλοί απ' αυτούς ήτανε παπάδες και καλόγεροι, κατά το σύστημα εκείνου του καιρού. Οι περισσότεροι ήτανε ντόπιοι. Εβδομήντα γραμματισμένοι δεσποτάδες βγήκανε από το σχολειό. Έξι γινήκανε πατριαρχάδες, δύο στην Πόλη, οικουμενικοί: ο Κύριλλος Καράκαλος κι ο Γρηγόριος ο Ε', και τέσσερες στα Ιεροσόλυμα: ο Γερμανός, ο Σωφρόνιος ο Δ', Θεοφάνης ο Καράκαλος κι ο Παΐσιος Λαμπάρδης. Ανάμεσα στους δεσποτάδες είναι κι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Άλλα, κοντά στην παιδεία, οι Αρκάδες σταθήκανε κι αγωνιστές από τους πρώτους. Η Αρκαδία γέννησε τους Κολοκοτρωναίους, τους Ντεληγιανναίους, τους Αντωνόπουλους, τους Σταματελόπουλους και πλήθος άλλους. Φυλή ακατάλυτη, πού η φωτιά της δε στομωσε από τότε πού πρωτοφανήκανε άνθρωποι στ' άγρια βουνά της Λυσοκούρας, από τον Αρκάδα κι από τον Λυκάονα, ως τα σήμερα.

Για να φανεί καλά αυτό πού λέγω, ακούστε την ιστορία δύο -τριών απ' αυτούς τους βουνοθρεμμένους δράκους:

Ήτανε ένας Δημητρης Καρούτσος, από το χωριό Άκοβο. Δυο άνθρωποι από την Κορώνη ονειρευτήκανε πώς θα βρούνε θησαυρό κοντά στο ‘ρημοκκλησι τ' Άη - Γιώργη, μισή ώρα από το Άκοβο, άλλα πώς έπρεπε να πάρουνε μαζί τους και τον Καρούτσο. Πλην δεν τον ειδοποιήσανε, άλλα ρωτήσανε κ' ηύρανε σε ποιό μέρος ήτανε το ‘ρημοκκλησι, και πήγανε μοναχοί τους και ξεχώσανε τον θησαυρό και τον φορτώσανε στα μουλάρια, για να φύγουνε κρυφά, να πάνε στην Κορώνη. Την ώρα πού ξεκινήσανε, έπιασε βροχή, κι ως πού να περάσει, τους πήρε ο ύπνος, γιατί δεν είχανε κοιμηθεί ολότελα, και τα μουλάρια πήρανε το δρόμο φορτωμένα, τραβήξανε στο Άκοβο και πήγανε και σταματήσανε απ' όξω από την αυλή του Καρούτσου.

Βλέποντας τα ζώα φορτωμένα μπροστά στο σπίτι του χωρίς άνθρωπο μαζί τους, απόρησε. Σε λίγη ώρα είδε να 'ρχουνται από μακριά τους δυο Κορωναίους. Αυτοί, σαν ξυπνήσανε κ' είδανε πώς είχανε φύγει τα ζώα, πήρανε από πίσω τα σημάδια τους και φτάξανε στο σπίτι του Καρούτσου και, επειδή φοβηθήκανε μην πάθουνε κανένα κακό, αφού τα μουλάρια πήγανε μονάχα τους στου Καρούτσου, του είπανε όλη την ιστορία και μοιράσανε σε τρία μέρη τον θησαυρό. Ύστερα τραβήξανε για την Κορώνη.

Όπως είναι χτισμένο το Άκοβο σε βουνό, τ' απάνω σπίτια βλέπουνε τ' από κάτω και μέσα στις αυλές τί γίνεται. Κάποιοι λοιπόν από τα σπίτια πού ήτανε απάνω από του Καρούτσου είδανε τι έγινε, και πήγανε στον γείτονα τους και ζητήσανε μερίδιο από τα φλουριά, ειδεμή είπανε πώς θα τον καταδώσουνε στους Τούρκους. Αλλά ό Καρούτσος δεν το παραδέχτηκε, κ' έχωσε τα φλουριά στο κατώγι του σπιτιού του. Τότες οι γειτόνοι του τον προδώσανε, και τον πιάσανε οι Τούρκοι και τον τυραννούσανε να μαρτυρήσει πού έχει τα λεφτά. Άλλα αυτός δεν τα μαρτυρούσε και τον βάλανε στη φυλακή και τον παιδεύανε, πλην ματαίως.

Εικοσιεννιά χρόνια έκανέ φυλακωμένος με βασανιστήρια σκληρά. Κάθε τρεις μέρες του δίνανε λίγο ψωμί και νερό, κι αυτά όσο να ζει μοναχά. Το κορμί του έβγαλε τρίχες σαν την προβιά του κριαριού.

Στα εικοσιεννιά χρόνια εβγήκε φιρμάνι, να σκοτωθεί ανήμερα του άγιου Γιώργη. Οι Τούρκοι πού τον φυλάγανε του λέγανε να μαρτυρήσει, μα αυτός δεν έδινε απόκριση.
Την παραμονή της μέρας πού θα τον θανατώνανε, τον ζορίσανε ακόμα περισσότερο και τον τυραννήσανε, άλλα ο Καρούτσος δέν ξεκλείδωνε το στόμα του. Τη νύχτα, ξημερώνοντας του αγίου Γεωργίου, έκανε την προσευχή του και τον παρακάλεσε με δάκρυα να τόνε λευτερώσει, τάζοντας του πώς, αν λευτερωθεί, να σφάζει κάθε χρόνο ένα βόδι στη γιορτή του και να το τρώνε μοναχά οι ξένοι, χωρίς ν' αγγίξει στο κρέας κανένας ντόπιος. Άξαφνα ένα δυνατό φώς γέμισε το κελλί του κι ανοίξανε οι πόρτες της φυλακής, κι ο Καρούτσος έβγηκε κ' έφυγε, χωρίς να πάρουνε είδηση οι γενίτσαροι πού φυλάγανε.

Σαν ξημέρωσε, πήγανε να τον πάρουνε για να τον αποκεφαλίσουνε, μα δεν τον βρήκανε, κι απορήσανε πώς οι κλειδαριές ήτανε απείραχτες. Τότε πέσανε από πίσω του με τα λαγωνικά πού είχανε, και περάσανε τη Φραγκόβρυση, τ' Άνεμοδούρι, χωρίς να τον πιάσουνε. Τέλος, κοντά στο χωριό Σπανέϊκα, τον ζυγώσανε πολύ κοντά, και θα τον πιάνανε. Μα ο Καρούτσος τους είδε χωρίς να τον δούνε, και κρύφτηκε σ' ένα κούφιο δέντρο. Σε λίγο άκουσε να γαβγίζουνε οι σκύλοι και να μυρίζουνε κοντά στο δέντρο. Κείνη την ώρα, πάλι τον γλύτωσε ο άγιος. Γιατί, πριν να φτάξουνε οι Τούρκοι, ένας κόρακας πήγε και κάθησε στα κλαριά του δέντρου, κ' οι Τούρκοι, ακούγοντας τα σκυλιά να γαβγίζουνε γύρω στο δέντρο, νομίσανε πώς γαβγίζουνε για τον κόρακα, ρίξανε με τα τουφέκια απάνω του κ' υστέρα φύγανε.

Έτσι γλύτωσε ο Καρούτσος και τράβηξε πάρα πέρα, κ' ηύρε έναν παπά πού δούλευε στο χωράφι. Μα, μόλις τον είδε ο παπάς, έφυγε γρήγορα, γιατί τόνε πήρε για φάντασμα, τόσο άγριος ήτανε. Τότε του φώναξε ο Καρούτσος να μη φοβηθεί πώς είναι φάντασμα, άλλα πώς είναι άνθρωπος, και τέλος γύρισε πίσω ο παπάς και πήγε κοντά του, κι ο Καρούτσος του είπε την ιστορία του.

Ό παπάς τονε πήρε στο σπίτι του και τον κούρεψε, τον έπλυνε, τον ξεψείριασε και τον έντυσε με καινούργια ρούχα. Κι αφού κάθησε στου παπά λίγες μέρες, γύρισε τέλος στο σπίτι του στο Άκοβο.

Οι συγχωριανοί του τρομάξανε να τον γνωρίσουνε ύστερ' από τριάντα χρόνια. Δόξασε λοιπόν τον θεό πού τον γλύτωσε, και θα περνούσε τη ζωή του ήσυχος. Μα στο σπίτι του καθόντανε άνθρωποι ξένοι, κάποιοι χαλκωμάτηδες. Σαν τους είπε πώς ήτανε δικό του το σπίτι, αυτοί τον κοροϊδεύανε και γελούσανε. Κ' επειδής ο Καρούτσος επίμενε, του ζητήσανε σημάδια πώς είναι δικό του το σπίτι. Τότες ο Καρούτσος αποφάσισε και τους είπε πώς είχε χωμένα λεφτά στην αυλή του, και τα ξεχώσανε, κ' έτσι φύγανε οι χαλκιάδες από το σπίτι, κι απόμεινε μοναχός μέσα, ύστερ' από τόσα βάσανα.

Έζησε εκεί μέσα ως πού πέθανε, χωρίς να τον πειράξει κανένας, και κάθε χρόνο έκανε το τάμα του στον άη - Γιώργη, σφάζοντας στη μνήμη του μιαν αγελάδα, πού την τρώγανε οι ξένοι. Και, πριν πεθάνει, άφησε παραγγελία στους κληρονόμους του να μην ξεχάσουνε το τάμα του, κ' έτσι γινότανε μέχρι προ λίγα χρόνια. Το είχανε μάθει σ' όλη την περιφέρεια, και κάθε χρόνο του αγίου Γεωργίου μαζευόντανε κάμποσοι ξένοι στο πανηγύρι, για να φάνε από το κουρμπάνι.

Κατά την επανάσταση του Εικοσιένα φανερωθήκανε πλήθος γενναίοι άνθρωποι στα βουνά της Αρκαδίας.

Ήτανε ένας Νικόλας Τρίγκας, φίλος στενός του οπλαρχηγού Ζαχαρία, πού τον βγάλανε Νικηταρά για την παλληκαριά του πριν από τον Τουρκοφάγο. Παραβγαίνανε με τον Ζαχαρία ποιος τρέχει περισσότερο και πηδούσανε μέσα σ' έναν μεγάλον λάκκο πού τον λένε Γούβες.

Ο Νικόλας είχε κ' έναν αδερφό Σωτήρη, ίσον στη δύναμη μ' αυτόν. Τα δυό αδέρφια ήτανε σαν δράκοι. Τα μαλλιά τους φτάνανε ως τον αστράγαλο, κ' είχανε κ' οι δυό μικρές ουρές πού τους μποδίζανε να καθήσουνε.

Ο Νικόλας ήτανε παρόν και στον σκοτωμό του Ζαχαρία, τότε πού τον φωνάξανε οι Τούρκοι, να του δώσει τάχα ο πασάς αμνηστία. Ο Τρίγκας τον μπόδιζε να πάγει, αλλά ο Ζαχαρίας δεν τον άκουγε. Την ώρα πού μπήκε στο Διοικητήριο πρώτος ο Ζαχαρίας και τον ακολουθούσε ο Τρίγκας, οι Τούρκοι παραφυλάγανε και κόψανε το κεφάλι του, και το κορμί του πήδηξε στον αγέρα κ' έπεσε έξω από τη μάντρα. Οι Τούρκοι θελήσανε να σφάξουνε και τους άλλους Γραικούς, άλλα ο Τρίγκας πολέμησε με μεγάλη παλληκαριά και σκότωσε δυό - τρεις από τους Τούρκους, κ' έτσι γλυτώσανε. Μα ύστερ' από λίγες μέρες σκοτωθηκανε κι αυτοί από ένα απόσπασμα σιμά στο χωριό Σέλιτσα της Καλαμάτας.

Ο άλλος ο Νικηταράς, πού τον λέγανε Τουρκοφάγο, γεννήθηκε κι αύτος στο χωριό Τουρκολέκα, κ' ήτανε ανίψι -του Κολοκοτρώνη, λεγόμενος Σταματελόπουλος. Από μικρός ήτανε αντρειωμένος και χεροδύναμος. Άκουγε τ’ αντραγαθήματα του Νικηταρά Τρίγκα και ήθελε να γίνει κι αυτός ξακουσμένος. Έτρεχε πιο γρήγορα από τ' άλογο, και πηδούσε απάνω από έναν αραμπά με θημωνιές. Οι Τούρκοι θελήσανε να τον σκοτώσουνε, μα μπόρεσε και ξέφυγε. Του ρίξανε τρεις μπαταρίες, χωρίς να τον χτυπήσουνε, μοναχά άναψε η φουστανέλα του και πρόφταξε κ' έπεσε σ' έναν μικρόν βάλτο κ' έσβησε η φωτιά. Από τότες ορκίστηκε να εκδικηθεί τους Τούρκους, και γίνηκε αληθινός Τουρκοφάγος.

Ό Κολοκοτρώνης τονε πήρε κοντά του για πρωτοπαλλήκαρο. Υστερώτερα όμως ο Νικηταράς έκανε δικό του αρματολίκι, με εκατό και παραπάνω κλέφτες αντρειωμένους. Για λημέρι είχανε τους βράχους κοντά στο χωριό τους.

Είχε κ' έναν αδερφό, κι αυτός παλληκάρι. Τον λέγανε Νικόλα και σκοτώθηκε στο Δερβενάκι. Αυτός ήξερε και κάτι λίγα γράμματα, μα δεν είχε την εξυπνάδα και τη σβελτωσύνη του Νικηταρά.

Πολέμησε ο Νικηταράς σε όλες τις μάχες πού γινήκανε στον Μοριά, έκτος από το Βαλτέτσι, επειδή τον είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης σε άλλο μέρος. Για την παλληκαριά του του κάνανε πολλά τραγούδια και ξακούστηκε σ' όλη την Ελλάδα.

Ποιος είναι κείνος πόρχεται στης Μαρμαριάς τον κάμπο;
Πόχει τη σέλλα τη χρυσή, το άλογο το γρίβο;
Αυτός είν' ο Νικηταράς από του Τουρκολέκα.
Φέρνει τους χίλιους Τσάμηδες, χίλιους απ' το Μοριά μας
και χίλιους της Αρβανιτιάς, τους κάνει τρεις χιλιάδες.
Μέσα στους Μύλους τρώει ψωμί, στο Άργος μεσημέρι,
και πάει και ρίχνει το ορδί κοντά στο Δερβενάκι.


Ας πάρουμε κ' έναν από τους πιο κατοπινούς απόγονους των οπλαρχηγών, πού ξενιτεύουνται από μικροί και πάνε στα πέρατα του κόσμου. Για παράδειγμα ας πάρουμε τον Δημήτρη Μωραΐτη, πού πέθανε προ λίγα χρόνια.
Καταγότανε από τη Δημητσάνα.

Ο παππούς του Διγενόπουλος έφυγε καταδιωγμένος από τους Αρβανίτες ύστερ' από την επανάσταση του Όρλώφ, και πήγε στην Άντρο, κ' εκεί από στεριανός έγινε θαλασσοπούλι. Κι αυτός κι ο γυιός του είχανε καράβια δικά τους. Τους λέγανε Μωραΐτες.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε μέσα στη θάλασσα. Πολύ νέος γίνηκε καπετάνιος, και στα 1891 αγόρασε δικό του παπόρι. Από τότε απόχτησε και κυβέρνησε πολλά παπόρια, κι από τα 1895 άρχισε να σκαρώνει παπόρια με δικά του χρήματα και με ξένα κεφάλαια, πού του τα μπιστευόντανε έχοντας μεγάλη πεποίθηση στην τιμιότητα του και στην αξιωσύνη του. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε βαθύπλουτος, ένας από τους πρώτους εφοπλιστές.

Κάποια φημερίδα εκείνου του καιρού έγραφε: «Ό Δ. Μωραΐτης εναυπήγησεν εσχάτως και εν μέγα ατμόπλοιον, δι' ού θα εξυπηρέτηση, πρώτος Έλλην αυτός, απ' ευθείας την υπερωκεάνειον συγκοινωνίαν Τουρκίας - Πειραιώς - Αμερικής. Εντός του 1907 περατουται η ναυπήγησις και δευτέρου υπερωκεανείου, δι' ου θά πυκνωθώσιν οι πλόες χάριν των μεταναστευτικών ρευμάτων. Η ελληνική ατμήρης ναυτιλία, η εις πειρασμούς εμβάλλουσα και αυτήν την θαλασσοκράτειραν Αγγλίαν, έχει εν τώ προσώπω του Δ. Μωραΐτου αληθές έγκαλλώπισμα.»


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Ντίνου Χριστιανόπουλου : Οι ψευτομορφωμένοι



 
«Οι ψευτομορφωμένοι»
 
Ένα υπέροχο κείμενο του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου για την ημιμάθεια και την υποκρισία
 
ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ό,τι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι` αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ`όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τούς κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση.
 
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΛΕΓΑΜΕ «ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων», νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι.
 
ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ κατά βάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν τη χρησιμοποιεί σωστά.
 
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕ γλώσσα των κουλτουριάρηδων είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ` ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δεν βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»;
 
ΡΩΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΑ ΤΙΣ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ` αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δεν λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»;
 
ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ και γι` αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννοούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε. Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται.
 
ΒΕΒΑΙΑ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΩΤΑ στο μυαλό. Πάντως μ` αυτά και μ` αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.
 
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς;
 
Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πώς είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν;
 
ΒΕΒΑΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξήλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλλας, που γράφουν ό,τι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.
ΚΑΠΟΙΟΙ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΠΩΣ ΕΤΣΙ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΕΤΑΙ η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη.
 
Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές της Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;
 
Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΥ οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δεν θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ` όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ` όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης.
 
ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΥΤΟ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΣ, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη» και τα συναφή. Μέσα σ` αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι.
 

 
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20 Μαρτίου 1931). Είναι Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομά του είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Το 2011 αρνήθηκε να παραλάβει το Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011. «Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Η απάντησή του έκανε μεγαλύτερο θόρυβο από το ίδιο το βραβείο σε μια κοινωνία που δεν ακούει πια τους ποιητές της.
 

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019

George Carlin Hoax : Μερικές καλές συμβουλές ΚΑΙ Το παράδοξο των καιρών μας



George Carlin Hoax : Μερικές καλές συμβουλές ΚΑΙ Το παράδοξο των καιρών μας

O George Carlin υπήρξε ένας σπουδαίος, ιρλανδικής καταγωγής, Αμερικανός κωμικός που ξεκίνησε την καριέρα του το 1956 σαν disc jockey του ραδιοσταθμού KJOE όταν υπηρετούσε ακόμα στην Αμερικανική Αεροπορία.

Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης στις 12 Μαΐου 1937. Ανατράφηκε σαν καθολικός και πέθανε στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια στις 22 Ιουνίου 2008 σε ηλικία 71 ετών. Ήταν δυο φορές παντρεμένος. 

Η πρώτη σύζυγός του ήταν η Brenda Hosbrook με την οποία απέκτησε μια κόρη την Kelly Carlin McCall. Η πρώτη σύζυγός του απεβίωσε από καρκίνο στις 11 Μαΐου 1997. Παντρεύτηκε πάλι στις 24 Ιουνίου 1998. Η δεύτερη σύζυγός του ονομάζεται Sally Wade

O George Carlin υπήρξε ένας άνθρωπος με πηγαίο χιούμορ που δεν άφησε κανένα τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας ασχολίαστο. Η αθυροστομία του και το καυστικό μαύρο χιούμορ του περιέλαβε τον αμερικανικό τρόπο ζωής, την φιλοσοφία, την θρησκεία, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ναρκωτικά, τον θάνατο.
Θεωρείται ως ο δεύτερος stand comedian όλων των εποχών και έχει βραβευθεί επανειλημμένα με το βραβείο Grammy (5 φορές) καθώς επίσης και με το American Comedy Award.

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε το έργο του μπορούμε να μείνουμε στα λόγια της κόρης του κατά την κηδεία του :

«Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τον George Carlin σαν τον εκφραστή της κωμωδίας και σαν ένα υπερασπιστή της ελευθερίας του λόγου. Τον ξέρω σαν μπαμπά ..και τι μπαμπάς ήταν. Μου δίδαξε την αξία του να μιλάς με αλήθειες σε ένα κόσμο που δεν θέλει πάντοτε να τις ακούει και μου πρόσφερε το δώρο του γέλιου. Αγαπήθηκε και είχε το σεβασμό των πολλών και πέρα από κάθε λέξη θα μας λείψει … αλλά δεν θα ξεχασθεί ποτέ».

Αν σήμερα αναφερόμαστε σε αυτό τον μεγάλο καλλιτέχνη είναι γιατί στο διαδίκτυο κυκλοφορούσαν, από την εποχή που ζούσε (αλλά συνεχίζουν να κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα) κάποιοι αστικοί μύθοι (HOAX) που είχαν διαψευσθεί από τον ίδιο.

Στην Wikipedia στο σχετικό λήμμα που αναφέρεται στη ζωή του διαβάζουμε:

Πολλά από τα πλαστά επισυναπτόμενα σε e-mail αρχεία, περιέχουν υλικό που δεν συμφωνεί με τις απόψεις του Carlin καθώς μερικά από αυτά διάκεινται δυσμενώς απέναντι σε φυλετικές ομάδες, στους ομοφυλόφιλους, στις γυναίκες, στους άστεγους κλπ. Όταν ο ίδιος ενημερωνόταν για την κυκλοφορία τους στο διαδίκτυο τα αντιμετώπιζε μέσα από την ιστοσελίδα του γράφοντας ότι «Τίποτα από αυτά που βλέπετε στο διαδίκτυο δεν είναι δικό μου εκτός και εάν προέρχεται από δικά μου Άλμπουμ, βιβλία, αφιερώματα στον ΗΒΟ ή είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα μου». Και συμπλήρωνε « Με ενοχλεί που μερικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν ότι εγώ είμαι ικανός να γράψω τέτοια πράγματα».

Σήμερα στο διαδίκτυο και μεταξύ των Ελλήνων κυκλοφορούν, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε μετάφραση, τα παρακάτω δύο κείμενα που παρουσιάζονται σαν κείμενα του George Calin. Κανένα από αυτά δεν έχει ρατσιστικό περιεχόμενο αντιθέτως μάλιστα περιέχουν αλήθειες που όλοι τις αναγνωρίζουμε και που θα μπορούσε να τις είχε διατυπώσει και ο Calin. Όμως σε καμιά πηγή του διαδικτύου - από αυτές στις οποίες μας παραπέμπει ο George Calin - ή στην ιστοσελίδα του δεν εντοπίστηκαν τα κείμενα αυτά. Ιδιαίτερα για το δεύτερο κείμενο που υπάρχει τόσο στο Scribd όσο και στην ιστοσελίδα http://nekthl.blogspot.com/2010/01/george-carlin-h.html θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν πρόκειται για κείμενο του Carlin. Σχετικά με το θέμα αυτό υπάρχει εκτενής αναφορά στην ιστοσελίδα http://www.snopes.com/politics/soapbox/paradox.asp. Εκεί γίνεται εκτενής αναφορά ότι το συγκεκριμένο κείμενο ανήκει στον πάστορα Dr. Moorehead και εμφανίστηκε το 1995 στο περιοδικό Words Aptly Spoken

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τα δύο κείμενα που παρουσιάζονται σαν κείμενα του George Calin.


ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Μερικές καλές συμβουλές
Χαρείτε τη βόλτα. Δεν υπάρχει εισιτήριο επιστροφής!
Οι απόψεις του George Carlin's για τα γηρατειά

Έχετε αντιληφθεί ότι η μόνη περίοδος της ζωής μας που μας αρέσει να μεγαλώνουμε είναι όταν είμαστε παιδιά;
Εάν είσαι κάτω των 10 ετών, είσαι τόσο ενθουσιασμένος που μεγαλώνεις  που σκέφτεσαι τμηματικά.
«Πόσων ετών είσαι;», «Είμαι τέσσερα και μισό!» Ποτέ δεν είσαι τριάντα έξι και μισό. Είσαι τέσσερα και μισό, και περπατάς στα πέντε! Αυτό είναι το κλειδί.
Μπαίνεις στην εφηβεία, και τώρα κανείς δεν μπορεί να σε συγκρατήσει. Πηδάς στον επόμενο αριθμό, ή ακόμη και μερικούς αριθμούς μπροστά.
«Πόσων ετών είσαι;» «Θα γίνω 16!» Μπορεί να είσαι 13, αλλά έ, θα γίνεις 16! Και τότε έρχεται η καλύτερη μέρα της ζωής σου! Γίνεσαι 21. Ακόμα και οι λέξεις ακούγονται σαν ιεροτελεστία. ΓΙΝΕΣΑΙ 21.. ΝΑΙΙΙΙΙΙΙ !!!
Αλλά τότε περνάς στα 30. Ωωωω, τί έγινε εδώ; Ακούγεσαι σαν χαλασμένο γάλα! Αυτός ΠΕΡΑΣΕ, έπρεπε να τον πετάξουμε. Δεν έχει πλάκα πια, είσαι απλά ένας ξινισμένος λουκουμάς. Τι πάει στραβά; Τί άλλαξε;
ΓΙΝΕΣΑΙ 21, ΠΕΡΝΑΣ στα 30, και τότε ΠΕΡΠΑΤΑΣ στα 40. Ουάου! Πάτα φρένο, όλα σου ξεγλυστρούν. Πριν να το καταλάβεις, ΦΘΑΝΕΙΣ τα 50 και τα όνειρά σου χάνονται...
Αλλά! για περίμενε!!! ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙΣ ΩΣ τα 60. Δεν πίστευες ότι θα τα έφθανες!
Οπότε ΓΙΝΕΣΑΙ 21, ΠΕΡΝΑΣ στα 30, ΠΕΡΠΑΤΑΣ στα 40, ΦΘΑΝΕΙΣ τα 50 και ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙΣ ΩΣ τα 60.
Έχεις αναπτύξει τόσο μεγάλη ταχύτητα που ΧΤΥΠΑΣ τα 70! Μετά απ'αυτό, η κατάσταση είναι μέρα με τη μέρα. ΧΤΥΠΑΣ την Τετάρτη!
Μπαίνεις ! στα 80 και κάθε μέρα είναι ένας πλήρης κύκλος. ΧΤΥΠΑΣ το γεύμα. ΠΕΡΝΑΣ στις 4:30. ΦΘΑΝΕΙΣ την ώρα του ύπνου. Και δεν τελειώνει εκεί. Στα 90 σου, αρχίζεις να οπισθοδρομείς. «Ήμουν ΜΟΛΙΣ 92».
Και τότε κάτι παράξενο συμβαίνει. Εάν καταφέρεις να ξεπεράσεις τα 100, ξαναγίνεσαι μικρό παιδί. «Είμαι 100 και μισό!».
Μακάρι να φθάσετε όλοι στα υγιή 100 και μισό!!

                 ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΤΕ ΝΕΟΙ
1. Πετάξτε τους ασήμαντους αριθμούς. Αυτό συμπεριλαμβάνει την ηλικία, το βάρος και το ύψος. Αφήστε τους γιατρούς να νοιάζονται γι' αυτά. Γι' αυτό τους πληρώνετε άλλωστε.
2. Κρατήστε μόνον τους ευχάριστους φίλους. Οι γκρινιάρηδες σας ρίχνουν.
3. Να μαθαίνετε συνεχώς! Μάθετε περισσότερα για τους υπολογιστές, τις τέχνες, την κηπουρική, οτιδήποτε, ακόμη και για το ραδιόφωνο. Να μην αφήνετε ποτέ τον εγκέφαλο ανενεργό. «Ένα ανενεργό μυαλό είναι το εργαστήρι του Διαβόλου». Και το επίθετο του διαβόλου είναι Αλτζχάιμερ.
4. Απολαύστε τα απλά πράγματα.
5. Γελάτε συχνά, διαρκώς και δυνατά. Γελάστε μέχρι να σας κοπεί η ανάσα.
6. Τα δάκρυα τυχαίνουν... Υπομείνετε, πενθήστε, και προχωρήστε παραπέρα. Το μόνο άτομο, που μένει μαζί μας για ολόκληρη τη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Να είστε ΖΩΝΤΑΝΤΟΙ ενόσω είστε εν ζωή.
7. Περιβάλλετε τον εαυτό σας με ό,τι αγαπάτε, είτε είναι η οικογένεια, τα κατοικίδια, η μουσική, τα φυτά, τα ενδιαφέροντά σας, οτιδήποτε. Το σπίτι σας είναι το καταφύγιό σας.
8. Να τιμάτε την υγεία σας: Εάν είναι καλή, διατηρήστε την. Εάν είναι ασταθής, βελτιώστε την. Εάν είναι πέραν της βελτιώσεως, ζητήστε βοήθεια.
9. Μην κάνετε βόλτες στην ενοχή. Κάντε μια βόλτα στα μαγαζιά, ακόμη και στον διπλανό νομό ή σε μια ξένη χώρα αλλά ΜΗΝ πηγαίνετε εκεί που βρίσκεται η ενοχή.
10. Πείτε στους ανθρώπους που αγαπάτε ότι τους αγαπάτε, σε κάθε ευκαιρία.
ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ:
Η ζωή δεν μετριέται από τον αριθμό των αναπνοών που παίρνουμε, αλλά από τις στιγμές που μας κόβουν την ανάσα
Κι αν δεν στείλετε το παρόν σε τουλάχιστον 8 άτομα - ποιος νοιάζεται; Αλλά μοιραστείτε το με κάποιον. Όλοι χρειαζόμαστε να ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο κάθε μέρα!!
Το ταξίδι της ζωής δεν είναι για να φθάσουμε στον τάφο με ασφάλεια σ' ένα καλοδιατηρημένο σώμα, αλλά κυρίως για να ξεγλιστρούμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας
«...ρε γαμώτο....τί βόλτα!».


ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


 GEORGE CARLIN
(Η γυναίκα του "έφυγε"*...και ο George την ακολούθησε την ίδια χρονιά, τον Ιούλιο τού 2008).

Στον George Carlin (όσοι δεν τον γνωρίζουν, ήταν κωμικός στις δεκαετίες τού '70 και τού ΄80) η πλούσια ψυχική του διάθεση τού επέτρεπε να γράφει δυναμικά αλλά και διαχρονικά μηνύματα όπως το παρακάτω επειδή ό,τι έλεγε και έγραφε έβγαινε σαν... χείμαρρος μέσα από την καρδιά του.
 
Το μήνυμα τού George Carlin.

Το παράδοξο των καιρών μας είναι, ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεση μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι.
Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, είμαστε στενόμυαλοι και οι αντιλήψεις μας πιο στενές κι' από ένα σοκάκι.
Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα.
Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τ' απολαμβάνουμε λιγότερο.
Ενώ έχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.
Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι ανύπαρκτος.
Ενώ υπάρχουν περισσότερα διπλώματα, και περισσότερες γνώσεις, η κοινή λογική είναι δυσεύρετη όπως λιγότερη είναι και η κρίση.
Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματα είναι περισσότερα.
Ενώ υπάρχουν περισσότεροι γιατροί, η υγεία τού σύγχρονου ανθρώπου (πνευματική και σωματική) είναι αρρωστημένη και εξαρτάται από κάθε είδους φάρμακα και ψυχοφάρμακα.
Πίνουμε πολύ, καπνίζουμε πολύ, ξοδεύουμε σπάταλα, αλλά τσιγκουνευόμαστε το γέλιο.
Οδηγούμε γρήγορα, αλλά σκαφτόμαστε αργά, Η κάθε είδους πείνα μας εξοργίζει και μας κάνει να οδηγάμε απερίσκεπτα με τα ηχεία στο... διαπασών.
Ξενυχτάμε, τάχα, για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωί ξυπνάμε πιο κουρασμένοι και κακό- κέφι.. Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση και πολύ λίγο για να προσευχηθούμε.
Έχουμε πολλαπλασιάσει την περιουσία μας εις βάρος των αξιών.
Πολυλογούμε, ακατάπαυστα, αγαπάμε σπάνια και μισούμε.... συχνότατα.
Έχουμε μάθει πως να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.
Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια.
Πήγαμε -ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά υπάρχει πρόβλημα προκειμένου να διασχίσουμε τον δρόμο για να συναντήσουμε τον νέο μας γείτονα.
Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας.
Κάνουμε μεγαλύτερα πράγματα, αλλά όχι καλύτερα.
Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, έχοντας δηλητηριασμένη την ψυχή μας.
Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι τις προκαταλήψεις μας.
Γράφουμε περισσότερο, αλλά μαθαίνουμε λιγότερα.
Σχεδιάζουμε περισσότερα, αλλά επιτυγχάνουμε λιγότερα.
Μάθαμε να βιαζόμαστε, αλλά όχι να υπομένουμε και να... επιμένουμε.
Κατασκευάσαμε περισσότερα computers για να αποθηκεύουμε πληροφορίες, να παράγουμε περισσότερα αντίγραφα, αλλά επικοινωνούμε όλο και λιγότερο.
Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και της αργής χώνευσής τους.
Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα. έχουμε μεγάλα έσοδα και επιφανειακές σχέσεις.
Ζούμε στην εποχή των δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων, πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπίτια.
Ταξιδεύουμε περισσότερο, αλλά τα ταξίδια είναι πολύ σύντομα.
Χρησιμοποιούμε σερβιέτες τής μιας χρήσης, αλλά έχουμε πετάξει στα σκουπίδια την ηθική ενώ οι γνωριμίες μας διαρκούν μια βραδιά.
Οι περισσότεροι πάσχουν από παχυσαρκία και προσπαθούν με χάπια να βρουν τη χαρά, την ησυχία, μα και τον θάνατο.
Είναι η εποχή της επίδειξης, μα όχι της σύνεσης.
Στις μέρες μας η τεχνολογία μπορεί να σου φέρει αυτό το γράμμα στην οθόνη τού Υπολογιστή σου όπου και μπορείς να επιλέξεις αν θα το κρατήσεις ή θα το πετάξεις στα σκουπίδια διαγράφοντάς το μ' ένα "κλικ".
Μην ξεχνάς, να διαθέτεις περισσότερο χρόνο για τους αγαπημένους σου επειδή δεν πρόκειται να είναι για πάντα κοντά σου.
Μην ξεχνάς, να λες μια καλή κουβέντα στο μικρό που σε θαυμάζει, διότι σύντομα αυτό το μικρό παιδί θα μεγαλώσει και θα είναι ο... διπλανός σου.
Μην ξεχνάς ν' ανοίγεις τη ζεστή σου αγκαλιά σε όποιον βρίσκεται δίπλα σου επειδή αυτή είναι ο μόνος θησαυρός που μπορείς να δώσεις από τα βάθη της καρδιά σου χωρίς να σου κοστίσει μια... δεκάρα.
Να θυμάσαι να λες, πάντα στον σύντροφό σου «Σ' αγαπώ» και σ' όποιον αγαπάς, με ζέστη και αίσθηση. ένα φιλί κι' ένα αγκάλιασμα "μαντάρει" κάθε σχίσιμο που βγαίνει από μέσα από την πληγωμένη σου ψυχή.
Να θυμάσαι να κρατάς το χέρι τού αγαπημένου σου και να απολαμβάνεις τη στιγμή επειδή κάποια μέρα το πρόσωπο αυτό δεν θα βρίσκεται δίπλα σου.
Διέθετε χρόνο για την αγάπη και τον καλό λόγο, όπως επίσης και για κάθε καλή σκέψη που σου έρχεται στο μυαλό.
 
ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΤΕ, Ο,ΤΙ!
 
Η ζωή δεν μετριέται με τον αριθμό των αναπνοών που παίρνουμε, αλλά από τις στιγμές που αυτές.... "κόβονται".
Αν δεν στείλεις αυτό το μήνυμα, τουλάχιστον σε 8 συνανθρώπους σου... κανένας δεν πρόκειται να σε κακολογήσει επειδή κανείς δεν γνωρίζει ότι το έλαβες!
George Carlin


*Μια παρατήρηση από τον kgrek: Η σύζυγος του George Carlin δεν έχει πεθάνει!!!

 Πηγές :