-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Απριλίου 2019

Κώστας Γαβράς : Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη


 
Κώστας Γαβράς : Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη
 
Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Κώστα Γαβρά είναι η συνέπεια του. Η σχέση του με την πολιτική δεν είναι διανοητική αλλά «χειρωνακτική». Ακαταπόνητος, εργάζεται εδώ και πέντε σχεδόν δεκαετίες, αποκαλύπτοντας, προκαλώντας, αφυπνίζοντας. Χωρίς να στρατεύει την τέχνη του, περνάει από την άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, από τον χιτλερικό ναζισμό στον νέο αμερικανικό φασισμό, ασχολείται με το παλαιστινιακό πρόβλημα, τον ανθρώπινο πόνο, την επώδυνη διαδικασία της μνήμης, το κόστος της ανεργίας, τις κομπίνες των αγορών. 
 
Στη νέα του ταινία το θέμα του πραγματεύεται την ιστορία μιας χώρας και του λαού της που παγιδεύονται από ένα δίκτυο υπερεξουσίας που τους επιβάλλεται παρά την θέλησή τους. Στην ταινία του παρουσιάζει επίσης τον φαύλο κύκλο των συναντήσεων του Eurogroup που επέβαλε τη δικτατορία της λιτότητας στην Ελλάδα, πίσω από τις κλειστές πόρτες εκεί όπου παίχτηκε μια αρχαία ελληνική τραγωδία στη σύγχρονη εποχή. Τίτλος της ταινίας «Αdults in the room». 
 
 
Μιλώντας σε αποκλειστική συνέντευξη του στην Εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου αποκάλυψε ότι η νέα του ταινία θα αναφέρεται στην Ευρώπη ως προς την Ελλάδα μέσα στα χρόνια της κρίσης και παρατήρησε :
 
«Η ελληνική κρίση με έπληξε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Φυσικά και έχουν ευθύνη οι κυβερνήσεις της δεξιάς και της αριστεράς που επέτρεπαν, επί τριάντα χρόνια, να αυξάνεται ασταμάτητα το χρέος. Ωστόσο, ευθύνη φέρουν και οι ηγέτες της ΕΕ οι οποίοι γνώριζαν τα πάντα και δεν είπαν ποτέ «Στοπ!». [..] Όταν το μπαλόνι παραφούσκωσε το είπαν, αλλά ήταν πλέον αργά. Μόλις, δε, εμφανίστηκε αυτό το νέο κόμμα και η νέα ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αλλάξει τα πράγματα, η Ευρώπη έπιασε από τον λαιμό τους ηγέτες μας και επέβαλε αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Ακόμη και σήμερα έχουν αυτό το ασφυκτικό περιλαίμιο και υποφέρει η πλειοψηφία των Ελλήνων. Εξαιτίας αυτών των πολιτικών της ΕΕ έχουμε σήμερα όλο και περισσότερους φτωχούς ανθρώπους, ενώ ο πολιτισμός και η παιδεία αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής».
 
Ο Κώστας Γαβράς από τότε που ξεκίνησε να κάνει ταινίες έχει στο μυαλό του την Ελλάδα αλλά προ πάντων τον ΑΝΘΡΩΠΟ. Έτσι στη προ-προηγούμενη ταινία του ασχολήθηκε με ένα μεγάλο θέμα την  μετανάστευση και τους μετανάστες, τους περιπλανώμενους του 21ου αιώνα ανθρώπους με όνειρα ή χωρίς και με μόνη φιλοδοξία, κατ’ αρχάς, να επιβιώσουν. Ο Παράδεισος τους μπορεί να περιμένει…
 
Δημοκρατία, η αξιοπρέπεια του μετανάστη
 
 
«Τρέφω βαθύ σεβασμό προς τον άνθρωπο που μεταναστεύει», υπογραμμίζει σε συνέντευξή του. «Το να εγκαταλείπεις τη χώρα σου, το να πηγαίνεις προς το άγνωστο, συνιστά μια τρομερή δοκιμασία που απαιτεί μια ψυχική και σωματική αντοχή απέναντι σε όλες τις πιθανές ταλαιπωρίες. Χρειάζεται οξεία αντίληψη, αντίληψη ζωής. Θελήσαμε, με τον Jean Claude Grinberg (σ.σ.: συν-σεναριογράφο), να συνυπογράψουμε ένα φόρο τιμής στους πατέρες μας, στους παππούδες μας και σε εκείνους της γενιάς μας που ήλθαν στη Γαλλία παρά τις ενέδρες και τις τρικυμίες. Νάτοι, να ’μαστε! “We stand”, όπως λένε και οι Αμερικανοί, δηλαδή “στεκόμαστε”. Μου αρέσει πολύ αυτή η απλή έκφραση. Υπάρχει περηφάνια στο να στέκεται κανείς απλώς εκεί, όρθιος».
 
Ο Ηλίας ο πρωταγωνιστής της ταινίας του είναι νέος, αποφασισμένος και απελπισμένος. Και στέκεται όρθιος. Ο σκηνοθέτης χειρίζεται ένα θέμα σκοτεινό και ζοφερό, με χιούμορ, αισιοδοξία, ισορροπώντας ανάμεσα στον ήπιο, αν και πικρό, ρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό. Χωρίς απροκάλυπτα καταγγελτικούς τόνους, αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια του ξένου και τον βιωμένο κυνισμό της Γηραιάς Ηπείρου. Απ’ όπου κι αν περνάει ο Ηλίας, το καλό και το κακό που συναντάει, το ηθικό και το ανήθικο που αντιμετωπίζει, είναι όψεις μιας πραγματικότητας δημοκρατικά δομημένης αλλά και μιας δημοκρατίας διόλου δεδομένης. 
 
Πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση, υποστηρίζει με κάθε πλάνο του ο Κ. Γαβράς, όχι μόνο σε αυτήν την ταινία αλλά από το 1969 και το θρυλικό «Ζ». Έκτοτε, η πολιτική σκέψη έχει το προβάδισμα, η εξουσία (κάθε μορφής) είναι στο στόχαστρο του, η αποκατάσταση ενός αισθήματος δικαίου στον θεατή, «η ικανοποίηση της επιθυμίας του για δικαιοσύνη», όπως έχει γράψει η κριτική, η βασική μέριμνα του.
 
«Θα ξαναγυρίζατε σήμερα το “Ζ” αναφερόμενος σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα;», ρωτήσαμε τον σκηνοθέτη. «Δεν θα είχε νόημα», απάντησε. «Οι στρατιωτικοί δεν είναι πια απειλητικοί. Αντίθετα, μάλιστα, τους συμβαίνει να είναι επικοινωνιακοί και να ασκούν ανθρωπιστικό έργο! Ωστόσο, η γνώμη μου είναι ότι τα ερωτήματα παραμένουν. 
 
Μερικά χρόνια πριν, ο Πιερ Ζοξ, υπουργός Εσωτερικών επί Μιτεράν μου πρότεινε να κάνω μια ταινία για την “μπλε μπανάνα”. Όταν απόρησα, μου εξήγησε ότι είναι η Ευρώπη τη νύχτα φωτογραφημένη από δορυφόρο. Πρόσθεσε ότι τα επόμενα χρόνια πάνω από 25 εκατ. άνθρωποι υπολογίζεται πως θα μετακινηθούν σε αυτήν την μπλε μπανάνα. Όταν βλέπουμε μια μητέρα να απειλείται με απέλαση επειδή ο γιός της πέθανε και χωρίς αυτόν χάνει το δικαίωμά της να παραμείνει στη Γαλλία και κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση ενός υπουργού, οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στη δημοκρατία μας. Σε μια δημοκρατία που εξαρτάται από την καλή θέληση ενός υπουργού! Πού είναι η δημόσια συζήτηση; Πού είναι η δημοκρατική ζωή όταν πρόκειται για μετανάστη;».
 
 
Ο Ηλίας, τον οποίο υποδύεται ο Ιταλός ηθοποιός Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, θυμίζει αγρίμι, μιλάει ελάχιστα –οι φράσεις του είναι μετρημένες στην ταινία– και σε μια γλώσσα άγνωστη. Ηχεί σαν σημιτική, κατασκευάστηκε ειδικά για την ταινία γιατί, κατά τον σκηνοθέτη, «η γλώσσα χαρακτηρίζει αυτομάτως τους ανθρώπους, σχηματίζουμε αμέσως μια γνώμη για τον συνομιλητή μας και αναλόγως τον αποδεχόμαστε ή τον απορρίπτουμε. Θα ήθελα, λοιπόν, ο θεατής να μην έχει μια προκατασκευασμένη άποψη για τον Ηλία».
 
Παρακολουθούμε από κοντά τον ήρωα της ταινίας στην αγωνιώδη προσπάθειά του να πραγματοποιήσει το όνειρό του να φθάσει στο Παρίσι, την Εδέμ του. Βλέπουμε να διακατέχεται από ένα κράμα ουτοπίας, αθωότητας και φόβου. Βλέπουμε την αργή μεταμόρφωση του Ηλία, την ευστροφία, την ανάγκη του να βρει μιαν άλλη εστία. Όμως παράλληλα διαπιστώνουμε την «διακριτική» αλλά καίρια παρουσία της αστυνομίας, μιας διαρκούς μορφής ελέγχου, την οποία συναντάει σε κάθε του βήμα και με διαφορετικούς τρόπους. Είναι η έκφραση μιας διαρκούς απειλής την οποία ο Κ. Γαβράς εγκαθιστά σε αυτόν τον ιδιότυπο «παράδεισο», όπου ο μετανάστης είναι «ξένο σώμα». Σώμα, πάνω στο οποίο εγγράφεται συχνά η ταπείνωση, η απόρριψη, η αποστροφή. «Όταν οι αστυνομικοί σας λένε “Ε, εσύ, έλα εδώ” είναι ήδη μια ταπείνωση. Επειδή δεν είμαι “εσύ”, είμαι “εσείς”. 
 
Όταν ο Ηλίας κοιτάζει μια σαγηνευτική βιτρίνα και νιώθοντας ακατανίκητη έλξη χτυπάει το μέτωπο στο τζάμι, ο ιδιοκτήτης με μια χειρονομία του κάνει σαφές το εξής: “τσακίσου από εδώ! Ούτε να κοιτάς τη βιτρίνα μου δεν είσαι άξιος!”. Είναι κι αυτό επίσης ένας είδος απαράδεκτης βίας, η οποία με το να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα καθίσταται όλο και πιο τετριμμένη στα μάτια μας. Αλλά δημοκρατία σημαίνει ακριβώς αυτό: να αρνείσαι να χάνουν οι άνθρωποι την αξιοπρέπειά τους».
 
Η ταινία είχε ευμενή σχόλια στον ελληνικό τύπο όμως τα περισσότερα γαλλόφωνα έντυπα με εξαίρεση τον “Nouvel Observateur” και την “Liberation”, υποδέχτηκαν την ταινία αδιάφορα και κάποιες απορριπτικά, θεωρώντας ότι ο Γαβράς έπιασε ανώδυνα ένα πολύ οδυνηρό θέμα. Πιθανόν όμως να ενοχλήθηκαν για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, δηλαδή για τον έντονο ρατσισμό που στηλιτεύει ο Γαβράς στην ταινία του, σε μια εποχή που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες διακατέχονται από πολλές ανασφάλειες. Ο ίδιος σε συνέντευξή του απάντησε στην κατηγορία ότι η ταινία του είναι επιφανειακή λέγοντας ότι η δραματική εκδοχή για την παράνομη μετανάστευση έχει αποδοθεί από άλλους και μάλιστα από πολλούς. Εκείνος -είπε- ήθελε να δώσει τη δική του γλυκόπικρη και φαινομενικά ανάλαφρη σκοπιά, γιατί όντας και ο ίδιος μετανάστης, είχε προσωπικά βιώματα για το όλο ζήτημα και ήξερε «κάτι παραπάνω από τους Γάλλους συναδέλφους του»
 
Η ταινία έκλεισε το φεστιβάλ Βερολίνου 2009 όπου προβλήθηκεεκτός συναγωνισμού. Βραβεύθηκε με το βραβείο των κριτικών τον Απρίλιο του 2009 στο φεστιβάλ «City of Lights, City of Los Angeles”
 
kgr

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Τάσος Βουρνάς : ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΕΥΘΥΜΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
 



ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
 
Μιλούν ο Μάρκος Αυγέρης και  η «Μικρά Κούλα» των «Τραγουδιών του Θεού»
 
Γράφει ο Τάσος Βουρνάς
 
Ο Παπαδιαμάντης! Το Όνομά του και μόνο μας φέρνει πίσω στις παιδικές μας μνήμες, στο αναγνωστικό των νέων ελληνικών, πού οι σκυθρωπές, κατά τ' άλλα, σελίδες του φωτίζονταν από το ανέσπερο φως του «Φτωχού Αγίου», του βοσκού που οι «Αγαρηνοί αλαλάζοντες» τον έσφαξαν—μάρτυρα αυτόν του γένους — κοντά στα μπεντένια του παλιού χωρίου, του Κάστρου της Σκιάθος. Και το ανυπέρβλητο, το πνευματικό αυτό τοπίο, το καθαγιασμένο με το αίμα του «πτωχού αιπόλου (γιδοβοσκού)», μας ξαναφέρνει στη μνήμη τη μορφή του δημιουργού του. Ό κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα εταστικά (διερευνητικά) μάτια, περνά, ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθήσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια  του  θεού».
 
Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων   γενεών   η   ειδή (μορφή)   του   Παπαδιαμάντη.
 
Ασκητικός,   πτωχαλαζών (πτωχός και αλαζόνας),   αμίλητος   με   την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.  Φέτος πε­νήντα χρόνια από το θάνατο του η μνήμη μας τον ανακαλεί εντονώτερα κ' η ανανέωση της επαφής  μας  με το έργο του γίνεται  πνευματική   ανάγκη.
 
Αναμνήσεις τον Μάρκου Αυγέρη
Περνούν τα χρόνια.  Απ' όσους τον γνώρισαν λίγοι ζουν ανάμεσα μας. Οι περισσότεροι έφυγαν για τον ασφόδελον λειμώνα, όπου απέδρα πάσα λύπη, πόνος και στεναγμός. Η ζωή προχωρεί αμείλιχτη, δεν έχει συναισθηματισμούς. Η τρελλή νεότητα της εποχής του Παπαδιαμάντη έφυγε για πάντα και μόνο μερικοί σεβάσμιοι πρεσβύτες σαν τον Μάρκο Αυγέρη, το «γιατρό» των γραμμάτων μας, βρίσκονται ακόμα -ευτυχώς! -ανάμεσα μας για να μας ανιστορήσουν την επική εκείνη εποχή για την πνευματική μας παράδοση.
 
Βρήκαμε το γιατρό ένα πρωί στο σπίτι του, ζωηρό, γιομάτο πνευματικές ανησυχίες και με το αιώνιο νεανικό του κέφι. Ακούγοντας το σκοπό της επίσκεψης μας - αναμνήσεις από τον Παπαδιαμάντη! - παίρνει φωτιά με  το  πρώτο.
 
Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και ή μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη πού τον ήξαιρα από το έργο του και  από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα  πολλές φορές στη Δεξαμενή, άλλα δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο πού ξεμάλλιαζε τις πελώριες λευκές της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κύρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατα του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού πού έμοιαζε   με   πατερίτσα   Ιερατική.
 
- Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένοιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.
Αύτη ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλωσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κι όλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» πού είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσοκόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης  τάχε διαβάσει.
 
Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό  και  πάντα σύμφωνα   με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό  με συμπαθούσε  και   με  καλούσε  να  τον  συντροφεύω   στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια, από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε  με κάποιο δέος.
 
Ένα επεισόδιο με το Βάρναλη
 
—Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ό Παπαδιαμάντης, πού τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί καθώς πήγα να τον καλημερίσω  στο   καφενείο.
 
-Διάβασες το  χρονογράφημα  του Μίλτου στο «Άστυ»;
 
Δεν το είχα διαβάσει. Μού ‘δωσε την εφημερίδα κ' εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:
 
— Ε,  δεν είναι έκτακτο;
 
Δεν μου είχε πολυαρέσει, ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα  μαζί του.
 
—Ωραίο είναι!
 
—Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία,  ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.
 
—Τι  διαβάζεις;   με ρώτησε.
 
Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας  ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά   αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!
 
—Γκέον, γκέον, γκέον! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον   είδα   έτσι  οργισμένο.
 
—Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.
 
—Γνωστός    μου...ψέλισα...ποιητής!...
 
Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε!
 
— Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... Και  απομακρύνθηκε  αγαναχτησμένος.
 
Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», πού όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αύτη η αδίστακτη μποεμαρία της Δεξαμενής, πού δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους τού λαού, πού κάθονταν στο τραπέζι του — ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τόπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
 
Η «μικρά Κούλα» και τα «Τραγούδια του Θεού»
 Η «μικρά Κούλα» και η μητέρα της Πολυξένη Μπούκη, 
την εποχή πού πέθανε ο Άλ. Παπαδιαμάντης (1911).


Σ’ ένα ταπεινό και πρόσχαρο σπιτάκι της λαϊκής συνοικίας των Πετραλώνων συναντήσαμε μια ηρωίδα του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι υπόθεση φανταστική όσα θα σας αφηγηθώ εδώ, είναι πραγματικότητα πού ξεπερνά και το  πιο   θαυμαστό   παραμύθι.
 
Δεν υπάρχει αναγνώστης και φίλος του έργου του Παπαδιαμάντη πού ν’ αγνοεί το μικρό και τρυφερό διήγημα του «Τα τραγούδια του Θεού». Ως τώρα πιστεύαμε όλοι ότι το αφήγημα εκείνο περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός πού συνέβη μέσα στο στενό φιλικό κύκλο του Σκιαθίτη διηγηματογράφου. Είναι γνωστό πώς ο Παπαδιαμάντης συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς με τον κυρ Νίκο το Μπούκη, έμπορο-μανάβη της Λαχαναγοράς και τη γυναίκα του Πολυξένη. Απλοί και ταπεινοί άνθρωποι, ενορίτες στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισαίου στό Μοναστηράκι, όπου ο Παπαδιαμάντης έψελνε, είχαν γνωριστεί μαζύ του κ’ είχαν δεθεί με θερμή φιλία. Στο σπίτι του Νικόλα του Μπούκη εύρισκε ο Παπαδιαμάντης τη θερμή οικογενειακή ατμόσφαιρα που του έλειπε.
 
Στο ταπεινό σπιτάκι τους μέσα σ’ ένα αδιέξοδο δρομάκι της οδού Σαλαμίνος φιλοξενούνταν συχνά. Εκεί έτρωγε, εκεί έγραφε, εκεί ξεκουραζόταν.
 
Το ζευγάρι των λαϊκών αυτών ανθρώπων είχε και μια κορούλα, εφτά χρονών τότε, την «μικράν Αγγελικούλαν». Αλλα και το «θυγάτριον μικράν Κούλαν», που ο Παπαδιαμάντης τη λάτρευε    κυριολεκτικά.     Άλλα    και     το    «θυγάτριον» έτρεφε αισθήματα αγάπης στο μπάρμπα-Αλέξαντρο που τραγουδούσε «τα τραγούδια του Θεού», όπως έλεγε την ψαλτική του Παπαδιαμάντη στην παιδική της γλώσσα.
 
Του   μικρού αυτού  κοριτσιού το θάνατο και το    ξόδι    έχει    περιγράψει    με   σπαραγμό ο Παπαδιαμάντης   στο   διήγημα   του   «Τα   τραγούδια του Θεού»  και  όλοι  ως  τώρα πιστεύαμε ότι   πραγματικά  το   κοριτσάκι   εκείνο πέθανε.  Έ, λοιπόν, η «μικρά Αγγελικούλα» του  Μπούκη ζει και βασιλεύει!   Είναι Η κυρία Αγγελική  Κ.   μητέρα  ενός  φίλου και  συνεργάτη  μας.   Ζωηρή,   λιγνή   και   κοντακιανή   γριούλα, εξήντα   ενός  χρόνων   σήμερα,   με   δέχτηκε  στο απλό σπιτικό των Πετραλώνων όπου ζει με το μικρότερο γιό της και τη νύφη της και με πολλή   προθυμία   μας   αφηγήθηκε   τις   αναμνήσεις της από τον   Παπαδιαμάντη.
 
Η «μικρά Κούλα» το 1961
—Ώστε  ζείτε,  κυρία   Αγγελική!
 
— Όπως   βλέπετε...Ζω   και   γερνάω!
 
—Ο κυρ Αλέξαντρος, λοιπόν, σας πέθανε στο χαρτί, σε ηλικία εφτά χρονών. . .
 
Η συμπαθέστατη κυρία Αγγελική χαμογελάει:
 
—Όσο θυμάμαι τη φασαρία πού του έκανε   η   μακαρίτισσα   η   μάνα   μου...
 
—Αφηγηθείτε μας, λοιπόν, την παράδοξη αυτή  Ιστορία...
 
—Ήταν, όπως άκουσα από τη μάνα μου ένα πρωινό χειμωνιάτικο. Η μακαρίτισσα καθόταν    στην    αυλή    του    σπιτιού    και    καθάριζε χόρτα, όταν χτυπάει η πόρτα και καταφθάνει μια κουμπάρα μας από τα Σεπόλια, η Αγγελική η Βίδαινα. Ο πατέρας μου κ’ η μάνα μου είχαν πολλές τέτοιες κουμπαριές στα γύρω της Αθήνας. Μπήκε, λοιπόν, ή κουμπάρα σαστισμένη και κοιτούσε γύρω-γύρω σαν κάτι νάψαχνε. Ή μάνα μου παραξενεύτηκε !
 
—Καλό στην κουμπάρα, κάθησε. Πώς κι’ αυτό;
 
— Ε, κάνει η άλλη με μισή φωνή, πέρασα να  σάς   δω...Τι   κάνετε;
 
—-Καλά, απαντάει  η  μάνα .
 
—Τί κάνει η Κούλα; ρωτάει δειλά η κουμπάρα.
 
—Καλά είναι, όπου νάναι θάρθει από τα σχολειό.
 
Η κουμπάρα καθόταν στα καρφιά. Απάνω στην ώρα χτυπάει πάλι ή πόρτα και φανερώνεται  άλλη  κουμπάρα.
 
—Κουμπάρα μου, καλώς σάς βρήκα, κάνει κι αυτή με ψεύτικο χαμόγελο. Πώς τα πάτε; Καλά, λέει η μάνα μου και σαστίζει περισσότερο. 
 
—Τι κάνει το παιδί;
 
—Καλά, όπου νάναι θάρθει! . .
 
Πήγε ή μακαρίτισσα μέσα να της φέρει καρέκλα κ’ οι δυο κουμπάρες έσκυψαν τα κεφάλια τους και κάτι μουρμούριζαν η μια στην άλλη. Το αυτί της μάνας μου άρπαξε τις λέξεις!
 
—Τόχασε, φαίνεται, το μυαλό από τη λύπη  την πολλή!...
 
—Δε μου λέτε, εσείς, τις ρώτησε νευριασμένη   πια,   τι  πάθατε;   Τι   συμβαίνει;
 
—Κουμπάρα, κάνει η μια κομπιάζοντας, είσαι  βέβαιη  ότι  το παιδί  είναι  καλά;
 
—Χριστός και Παναγιά, λαχτάρισε ή μακαρίτισσα, έπαθε τίποτα στο σχολείο και μου το κρύβετε;
 
—Ποιο σχολείο;   Δεν. . .   πέθανε χτες;
 
—Κουνήσου, χριστιανή μου, από τη θέση σου!   Τι σου ήρθε;
 
 Το σπίτι των Μπούκη στο αδιέξοδο της οδού Σαλαμίνος


—Έμενα  μου ήρθε; νεύριασε η άλλη. Δεν κοιτάς τι γράφει στην εφημερίδα ο μπαρμπ' Αλέξαντρος; της ξεδίπλωσε την εφημερίδα «Ομόνοια» όπου ο Παπαδιαμάντης δημοσίευε το διήγημα του «Τα τραγούδια του θεού».
 
Η  μάνα μου γίνηκε  μπαρούτι.
 
—Μπα που να φάει το κεφάλι του, ό καταραμένος!  Μπα, πού μου πέθανε το παιδί! . . .
 
Κατά τη μία το μεσημέρι ήρθε στο σπίτι ο Παπαδιαμάντης. Η μακαρίτισσα τον έπιασε απ' τα μούτρα.
 
—Τι σ' έπιασε, χριστιανέ μου, στα καλά καθούμενα, κ' έγραψες στις 'φημερίδες Ότι μάς πέθανε το παιδί;  Τρελλάθηκες;
 
Ο    Παπαδιαμάντης   χαμογέλασε:
 
—Μη φοβάσαι Πολυξένη! Το παιδί δεν παθαίνει τίποτα! Ζει και θα ζήσει πολλά χρόνια!   Άκου  με πού στο λέω!
 
Με τα πολλά μαλάκωσε τη μακαρίτισσα. Ωστόσο για πολλές μέρες έφταναν στο σπίτι συγγενείς και φίλοι να συλλυπηθούν τη μάνα μου για το. . . θάνατο μου. Και κάθε φορά ή μακαρίτισσα νεύριαζε και τάβαζε με το μπαρμπ' Αλέξαντρο.
 
—Από τις παιδικές σας αναμνήσεις έχετε να  μας  πείτε τίποτα για τον   Παπαδιαμάντη;
 
 Ή μικρή αυλή όπου έγραφε ο Παπαδιαμάντης όταν έγινε το επεισόδιο με  το τόπι.


—Βέβαια, λέει η κυρία Αγγελική. Θυμάμαι ένα πρωινό στην αυλή μας εγώ έπαιζα τόπι κι ο μπαρμπ' Αλέξαντρος έγραφε. Το τόπι τον ενοχλούσε και δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί. 
 
—Πάψε,  Κούλα!   μου κάνει.
 
Μαζεύτηκα.   Πέρασε   λίγη   ώρα,   ξεθάρρεψα και  ξανάρχισα.
 
— Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. . . Και κοπανούσα το τόπι  στις πλάκες.
 
—Πάψε,  Κούλα!
 
Πάλι μαζεύτηκα. Άλλα, σε λίγο, ξανάρχισα.
 
-Σκάσε, λοιπόν, Κούλα! μου κάνει θυμωμένος.
 
Η μάνα μου, που παιδευόταν στην κουζίνα, το άκουσε και της κακοφάνηκε.
 
—Να σκάσεις εσύ μπαρμπ’ Αλέξαντρε! του λέει  θυμωμένη.
 
Ο μπάρμπ' Αλέξαντρος αιφνιδιάστηκε από την κουβέντα της μάνας μου. Σηκώθηκε μάζεψε τα χαρτιά του, φόρεσε το καπέλλο του δρασκέλισε την πόρτα και έφυγε.
 
Η μάνα μου τάχασε με το φευγιό του και για να ξεσπάσει μ’ άρπαξε εμένα και άρχισε να  μου δίνει  της  χρονιάς  μου.
 
Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι ο Παπαδιαμάντης ξαναγύρισε. Ταπεινός, μετανοιωμένος για το φέρσιμο του, χριστιανός στα αισθήματα του, πήγε και ζήτησε συγγνώμη της μάνας μου, αφού πρώτα, εννοείται, με απόσπασε από τα χέρια της. Κ’ εκείνη, πού του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, συγκινήθηκε αφάνταστα και άρχισε να τον παρακαλεί αύτη πιά να τη συχώρεσε για την κουβέντα της. Ήταν μια σκηνή, που την έζησα και δεν θα την ξεχάσω ποτέ».
 
ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ (1961)
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ/ τ. 73-74 / Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1961

Μίχαελ Μάρτενς: Η τρόικα έβλεπε μόνο τα Excel


 
Μίχαελ Μάρτενς: Η τρόικα έβλεπε μόνο τα Excel
 
Γράφει ο TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ
Το ραντεβού με τον Μίχαελ Μάρτενς, τον ανταποκριτή της Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ) δεν δίνεται στο Κολωνάκι ή πέριξ του Συντάγματος. «Το αγαπημένο μου στέκι είναι στην πλατεία Κάνιγγος, πάμε εκεί;», είπε στο τηλέφωνο. Και πήγαμε. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, από το 2004, όταν άρχισε να καλύπτει την Ελλάδα και τη Σερβία από το Βελιγράδι. Στα 45 του χρόνια και έπειτα από 25 χρόνια δουλειάς, παραμένει ένας άνθρωπος με περιέργεια. «Είναι ωραίο να έχεις ακόμα περιέργεια και να πληρώνεσαι γι’ αυτό». Ο Μάρτενς λατρεύει αυτή τη νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης –όχι μόνο την Ελλάδα– και στον λογαριασμό του στο τουίτερ υπογράφει ως Αντριτς, από το όνομα του Γιουγκοσλάβου λογοτέχνη και διπλωμάτη που πήρε το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1961.
 
– Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των χωρών των δυτικών Βαλκανίων και της Ελλάδας;
 
– Τώρα έκανα τον γύρο της Βόρειας Μακεδονίας με το αυτοκίνητο και σε τέσσερις μέρες είχα πάει σε κάθε γωνιά της χώρας. Αλλά ακόμα και αυτή η μικρή χώρα έχει μια τεράστια ποικιλία. Όταν είσαι στην αγορά του Κουμάνοβο νομίζεις ότι είσαι στο Αφγανιστάν. Όταν είσαι στο κέντρο της Στρούμιτσα νομίζεις ότι είσαι σε μια βουλγαρική πόλη. Αυτή την ποικιλία δεν την έχω συναντήσει στην Ελλάδα. Έχεις τη Ροδόπη, αλλά ο πληθυσμός της χώρας είναι πολύ πιο ομοιογενής.
 
– Το πρώτο σου ρεπορτάζ στην Ελλάδα;
 
– Το πρώτο που θυμάμαι ήταν το εξής: Είχα μια λίστα με τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών. Σε ένα μικρό νησί της Δωδεκανήσου, ίσως το πιο μικρό, είχε πάρει 33% το ΚΚΕ, όχι ένα αριστερό κόμμα αλλά ένα μετασταλινικό κόμμα. Πήρα την εφημερίδα και μου είπαν «Κάντε το». Ήταν χειμώνας και δεν υπήρχε ακτοπλοϊκή σύνδεση με το νησί. Έφτασα πρωί στην Πάτμο, ήταν Φλεβάρης, έκανε διαβολεμένο κρύο, το νησί ήταν άδειο και μόνο μερικοί Πακιστανοί φύλαγαν τα άδεια σπίτια. Από εκεί πήρα τη βάρκα του ταχυδρομείου και πήγα στους Αρκιούς. Στη βάρκα ήταν ο βαρκάρης και μία ακόμα γυναίκα. Κρύωνα όσο ποτέ – όποιος λέει ότι δεν κρυώνει κανείς τον χειμώνα στην Ελλάδα δεν ξέρει απλά τη χώρα. Όταν έφτασα στο μεγαλύτερο νησί βρήκα ένα ξενοδοχείο και έναν τρόπο να πάω στο μικρότερο, το Μαράθι. Φτάνω εκεί, ήταν σαν την Ελλάδα σε κλισέ, σε ένα ωραίο κλισέ. Ένα σπιτάκι, ο καθαρός ουρανός και η θάλασσα. Και ένας γενειοφόρος κάθεται εκεί μπροστά στην ταβέρνα και καπνίζει. Μιλάμε αγγλικά επί ώρα. Μιλάμε και πίνουμε. Πίνουμε ούζο στις 10 το πρωί – και τι δεν δίνει κανείς για μια καλή ιστορία. Κάποια στιγμή σηκώνομαι, αντιλαμβάνομαι πόσο έχω πιει και λέω μέσα μου «και τώρα πρέπει να του μιλήσεις για το θέμα». Και του λέω, έχω μια ερώτηση για τις εκλογές: Ψηφίσατε 33% ΚΚΕ.
 
Πώς έγινε αυτό; «Εγώ ψήφισα ΚΚΕ, οι δύο αδελφές μου ψήφισαν ΠΑΣΟΚ». Υπήρχαν τρεις ψηφοφόροι όλοι και όλοι και αυτός ήθελε να διαμαρτυρηθεί επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν επιδοτούσε το πετρέλαιο, όπως έκανε μέχρι τότε. «Τον χειμώνα ζούμε τρεις εδώ».
 
Επισημανση
 
Ο Μάρτενς επισημαίνει ότι η νησιωτικότητα της χώρας ήταν κάτι που θα έπρεπε να απασχολήσει και την τρόικα όταν ζητούσε μέτρα. «Η ζωή στη χώρα δεν μπορεί να απεικονιστεί μόνο σε πίνακες Excel».
 
«Έχω πάρει δύο συνεντεύξεις από τον Καραμανλή. Στη δεύτερη –ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της ζωής μου– είχε συμφωνηθεί να εγκρίνει το κείμενο, κάτι με το οποίο δεν έχω πρόβλημα, έχω ζήσει συχνά καταστάσεις που αλλάζουν τις απαντήσεις τους, αλλά σε αυτή την περίπτωση ήθελαν να μου διαγράψουν μία ερώτηση. Η ερώτησή μου αφορούσε τη μακεδονική μειονότητα στη Βόρειο Ελλάδα, αν και σήμερα δεν θα την έλεγα έτσι, θα την έλεγα “σλαβόφωνη μειονότητα στη Φλώρινα”. Τότε το διατύπωνα πιο απόλυτα επειδή δεν είχα τις γνώσεις, αλλά θα μπορούσε να αλλάξει την απάντησή του λέγοντας ότι δεν υπάρχει αυτή η μειονότητα και όχι να επιχειρεί να αφαιρέσει ολόκληρη την ερώτηση».
 
«Στις βαλκανικές χώρες όποιος κερδίζει τις εκλογές κερδίζει και το κράτος, καταλαμβάνει το κράτος», λέει ο Μίχαελ Μάρτενς.
 
Έπειτα ο Μάρτενς άρχισε να εργάζεται και να στέλνει ανταποκρίσεις από την Κωνσταντινούπολη.
 
«Είμαι ένας εύκολος άνθρωπος, αλλά η Κωνσταντινούπολη δεν είναι εύκολη πόλη. Είναι καλή για κάποιον που πηγαίνει για μία εβδομάδα και απολαμβάνει αυτό το θέατρο του κόσμου και στη συνέχεια γυρίζει στις δικές του συνθήκες, όπου επικρατεί η τάξη».
 
Ο Μάρτενς δεν κατάφερε να μάθει τουρκικά, καθώς εκείνη την περίοδο έγραφε το βιβλίο του για έναν Γερμανό στρατιώτη που τουφεκίστηκε στο Κραγκούγιεβατς της Γιουγκοσλαβίας επειδή αρνήθηκε να πάρει μέρος σε αντίποινα κατά του πληθυσμού.
 
Ο «καλός Γερμανός»
 
«Κάτι που δεν ισχύει, καθώς είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα, αλλά ο θρύλος, και μάλιστα από τα σερβικά στόματα, ήθελε κάτι διαφορετικό: Ήταν ότι αρνήθηκε να πυροβολήσει. Ένας ίδιος θρύλος υπάρχει και στα Καλάβρυτα».
 
Εκτός από τα Καλάβρυτα υπάρχει επίσης ένας αντίστοιχος μύθος και στην Πολωνία, «σαν να έχουν οι άνθρωποι κάποιον λόγο να ανακαλύπτουν έναν καλό Γερμανό».
 
Ο Μίχαελ Μάρτενς φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη το 2015 άρχισε να δουλεύει από την Αθήνα, καλύπτοντας τα Βαλκάνια και την Τουρκία.
 
Η γλώσσα
 
«Μου πήρε χρόνια για να αντιληφθώ γιατί τα συναισθήματα στις βαλκανικές χώρες οξύνονται τόσο πολύ κατά τη διάρκεια ενός προεκλογικού αγώνα. Το αντιλήφθηκα όταν κατάλαβα ότι εκτός από τις εκλογές, κερδίζεις και το κράτος, καταλαμβάνεις το κράτος, σου ανήκουν πολύ περισσότερα πράγματα από τη διαχείριση της κυβέρνησης... Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση που κάλυψα στην Ελλάδα ήταν τον Μάρτιο του 2004 που κατέληξε με τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας. Έχω δουλέψει σε χώρες που μιλώ τη γλώσσα και σε άλλες που δεν τη μιλούσα. Η διαφορά είναι γιγαντιαία. Αν έχεις έξυπνους συναδέλφους, όπως στην Αθήνα όπου γνωρίζω πολλούς από εσάς, μπορώ να σας τηλεφωνήσω... Αλλά υπάρχει πάντα η γέφυρα της γλώσσας που δεν είμαι σε θέση να διασχίσω μόνος. Πρέπει να τη διασχίσει και κάποιος άλλος για εμένα».
Προτιμώ τον λαϊκισμό του Tσίπρα από εκείνον του Σαλβίνι
 
 
Ο Μάρτενς έγινε διάσημος στη χώρα μας όταν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας διέκοψε μια συνέντευξη που του παραχωρούσε πριν από τις εκλογές του 2012, διότι είχε θεωρήσει τις ερωτήσεις του ανάρμοστες. Το περιστατικό περιγράφεται και στο λήμμα της Wilkipedia γι’ αυτόν.
 
– Aυτό μοιάζει με την ιστορία με τον Καραμανλή που περιέγραψες πριν. Κάτι λέει για τη νοοτροπία;
 
– Δεν νομίζω. Κάνω συνεντεύξεις με κριτικές ερωτήσεις. Αλλά αυτή ήταν η συνέντευξη με τις πιο κριτικές ερωτήσεις στη ζωή μου. Μπήκα μέσα με την ιδέα, ας δούμε τι λέει για όλα τα προβλήματα που τον «πονάνε». Μπόρεσα να κάνω μόλις πέντε από τις 21 ερωτήσεις. Νομίζω ότι αυτός και οι άνθρωποί του ήταν τότε τελείως ερασιτέχνες, δεν γνώριζαν πώς λειτουργεί ο κόσμος έξω από την Αθήνα. Με είχαν πάρει μετά τη συνέντευξη για να με ρωτήσουν με ποιον είχα μιλήσει για να ετοιμάσω τις ερωτήσεις... Τέτοια πράγματα δεν με είχαν ρωτήσει ούτε στο Καζαχστάν όταν μιλούσα με κάποιον σουλτάνο. Μάθανε όμως πολύ γρήγορα. Πριν από λίγο καιρό δημοσιεύθηκαν οι συνομιλίες Μπλερ - Κλίντον. Εκεί ο Μπλερ ρωτάει τον Κλίντον: «Τι διακρίνει έναν πολιτικό;». «Ξέρεις, Τόνι», του λέει ο Κλίντον, «όποιος μένει περισσότερο καιρό στην εξουσία, μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από τους άλλους». Ο Τσίπρας δεν έμαθε μόνο αγγλικά, έμαθε τον κόσμο.
 
– Ήταν όμως ο πρώτος αρχηγός κυβέρνησης που επιχείρησε κάτι διαφορετικό: Τον λαϊκισμό...
 
– Προτιμώ τον λαϊκισμό του Tσίπρα από εκείνον του Σαλβίνι, ο δικός του δεν ήταν αντιευρωπαϊκός όπως του Σαλβίνι, καθώς δεν στράφηκε εναντίον των θεμελίων της Ε.Ε.
 
– Αυτά που έγραφε η εφημερίδα σου στην αρχή των μνημονίων δεν σε ενοχλούσαν;
 
– Πρέπει να είμαι προσεκτικός σε αυτή την ερώτηση. Η δομή μας δεν είναι μονολιθική. Έχουμε τρεις διευθυντές που είναι ισότιμοι (πολιτική, οικονομία, πολιτισμός). Ουδείς έχει εξουσία πάνω στον άλλο. Οι συνάδελφοί μου της οικονομίας ήταν υπέρ του Grexit. Πιστεύουν στον οικονομικό φιλελευθερισμό του Ordoliberalism (κοινωνικός φιλελευθερισμός). Στον πολιτισμό, ο Χάμπερμας έβριζε την τρόικα την ίδια μέρα που οι συνάδελφοι της οικονομίας έγραφαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ είναι η μόνη λύση. Και υπάρχουμε και εμείς που πιστεύουμε ότι όλα τα προβλήματα έχουν και πολιτική διάσταση, δεν είναι μόνο τα excel.
 
Το βράδυ των εκλογών, όταν η Εναλλακτική για τη Γερμανία κατάφερε και μπήκε για πρώτη φορά στο Κοινοβούλιο, ο Μάρτενς καθόταν δίπλα σε μια κοινή μας φίλη και τότε σύμβουλο του Αλέξη Τσίπρα. Όταν εμφανίστηκε το πρώτο exit poll, του είπε: «Καλώς ήρθατε Μίχαελ στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Τώρα τους έχετε και εσείς στη Βουλή σας…».
 
Ο Μίχαελ Μάρτενς θα συνεχίζει να γράφει για τη FAZ από το εξωτερικό. Από την 1η Ιανουαρίου 2019 δουλεύει από τη Βιέννη.
 
Η συνάντηση
 
Σε αντίθεση με τους άλλους ανταποκριτές στην Αθήνα, ο Μίχαελ Μάρτενς δεν συχναζε στο Σύνταγμα ή στο Κολωνάκι. Επιλέγει να φάμε σε μια ταβέρνα η οποία βρίσκεται μέσα σε μια στοά, μακριά από τα στέκια των πολιτικών και των διπλωματών. Πρόκειται για την ταβέρνα «Η Κρήτη» στην πλατεία Κάνιγγος, που είναι το δικό του «καταφύγιο». Ντολμαδάκια, παντζάρια, μπαρμπούνια και ένα φαγκρί μας έφερε ο Κώστας, που έζησε χρόνια στη Φρανκφούρτη. Εκεί έχει ακόμα συγγενείς και φίλους. Συνοδεύσαμε το γεύμα με άσπρο κρασί.  
 
 
Oι σταθμοί του
 
1973
Γεννιέται στο Αμβούργο.
 
1997
Δουλεύει στην Κεντρική Ασία (Κιργιζιστάν) ως freelance δημοσιογράφος, καλύπτοντας το Πακιστάν και το Αφγανιστάν.
 
1998
Ζει και δουλεύει στην Ουκρανία. Εκδίδει βιβλίο μαζί με τον Γκίντερ Γκρας.
 
1998
Μετακινείται στην Αγία Πετρούπολη, όπου καλύπτει θέματα σχετικά με την άνοδο του Πούτιν.
 
2001
Προσλαμβάνεται στη FAZ και καλύπτει τον πόλεμο στο Αγφανιστάν.
 
2002
Γίνεται ανταποκριτής της εφημερίδας στα Βαλκάνια με έδρα το Βελιγράδι.
 
2009
Εγκαθίσταται στην Τουρκία και καλύπτει όσα συμβαίνουν στη χώρα, αλλά και στα Βαλκάνια.
 
2015
Αναγκάζεται να φύγει από την Τουρκία. Έκτοτε ζουσε στην Αθήνα και στο Βελιγράδι. 
 
2019
Από την 1η Ιανουαρίου 2019 στέλνει ανταποκρίσεις από τη Βιέννη για τη FAZ.
Καθημερινή
http://www.kathimerini.gr/1000376/gallery/proswpa/geyma-me-thn-k/mixael-martens-h-troika-evlepe-mono-ta-excel