-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΚΑΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΚΑΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

ΑΡΚΑΔΙΑ – Ο ΛΟΥΣΙΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ




ΑΡΚΑΔΙΑ 

Ο ΛΟΥΣΙΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ


Ο Λούσιος είναι ένα ποτάμι, μικρό, μήκους είκοσι τριών (23) χιλιομέτρων που πηγάζει από την περιοχή της αρχαίας Θεισόας και από την κορυφογραμμή των βουνών των Λαγκαδίων, με ψηλότερη κορυφή το Ψηλό Βουνό (1.503μ.). 

Οι κυριότερες πηγές του βρίσκονται κοντά στο χωριό Καρκαλού, και βορειότερα στην περιοχή του χωριού Καλονέρι, όπως και στη γειτονική θέση της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής. 

Τα δύο ρεύματα ενώνονται στο χωριό Καρκαλού και ο Λούσιος στη συνέχεια κατευθύνεται προς τα στενά της Καρκαλούς. Η διαδρομή του γίνεται μέσα από ιτιές, λεύκες και λυγαριές.

Το ποτάμι περνά δυτικά από τη Δημητσάνα και καταλήγει στον Αλφειό 2.5 χιλ. ΒΔ της Καρύταινας, έχοντας διανύσει 26 χιλιόμετρα και διασχίσει ένα από τα ωραιότερα φαράγγια της χώρας. Το ποτάμι είναι ιδιαίτερα ορμητικό. Ακόμη τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες έχει μια ροή που φτάνει τα 8-9 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο και χρειάζεται προσοχής.

Σύμφωνα με την παράδοση και όπως αναφέρει και ο περιηγητής Παυσανίας, ο νεογέννητος Δίας, «λούστηκε» κρυφά από τον Κρόνο στις πηγές του ποταμού (Πηγές των Αθανάτων), από τις νύμφες Νέδα, Αγνώ και Θεισόα. 

Μετά την περιοχή της Αρχαίας Γόρτυνος ονομάζεται Γορτύνιος, παίρνοντας το όνομά του από αυτήν. 

Τα νερά του διατηρούν την ίδια θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι και ο Παυσανίας θεωρούσε το Λούσιο σαν τον πιο κρύο ποταμό του γνωστού τότε κόσμου.


Το φαράγγι του Λούσιου



Η παρόχθια περιοχή του Λούσιου στο μεγαλύτερο τμήμα του είναι απόκρημνη, ενώ υψώνονται κοφτεροί βράχοι κάνοντας αδύνατο το πέρασμα μέσα από αυτούς. Έτσι δημιουργήθηκε το ιδιαίτερου φυσικού κάλλους φαράγγι του. Από το έτος 1997 έχει χαρακτηριστεί "ως περιοχή ενιαίου αρχαιολογικού χώρου" και προστατεύεται από το υπουργείο πολιτισμού. Έχει πλούσια χλωρίδα και πανίδα που συνυπάρχουν αρμονικά. 

Στη διαδρομή του ο Λούσιος ποτίζει καλλιεργημένες εκτάσεις, σχηματίζει καταρράκτες και δίνει ζωή στην πανίδα και χλωρίδα της περιοχής. Το φαράγγι έχει άγρια και παρθένα ομορφιά με οργιαστική και πλούσια βλάστηση που συνδυάζεται ιδανικά με την αγριάδα των κοφτών γκρίζων και απότομων βράχων. Είναι γεμάτο από αείφυλλα και πλατύφυλλα είδη και σε πολλά σημεία από κυπαρίσσια. Οι πλαγιές του είναι γεμάτες από πουρνάρια, γαύρους, δάφνες, βάγια, αγριελιές, σφεντάμια, αριές, αφάνες, σφάκες, κουτσουπιές, ιτιές, πλατάνια, λεύκες, λυγαριές, μυρτιές, φυλλίκια, ράμνους, οστρυές, κλήθρες, φτελιές, σορβιές και διάφορα αναρριχητικά φυτά. Ιδιαίτερα την άνοιξη η πλούσια χλωρίδα δίνει ένα πλούτο χρωμάτων και μεθυστικών αρωμάτων σαγηνεύοτας τον επισκέπτη. Τις ανατολικές πλαγιές του και μερικές βορινές σκεπάζουν έλατα που αποτελούν απολήξεις των δασών του Μαινάλου.


Η πανίδα του φαραγγιού είναι πλουσιότατη. Δυτικά των στενών της Καρκαλούς υπάρχει μεγάλη ποικιλία πουλιών, όπως ο πετροκότσυφας, ο γαλαζοκότσυφας και ο θαμνοψάλτης, καθώς και ερπετά όπως σαύρες και σπιτόφιδα. Στις ομαλότερες περιοχές συχνάζουν κουνάβια, σαϊτες, δεντρογαλιές, οχιές, ξεφτέρια, νυφίτσες, κοράκια, αγριοπερίστερα, βλαχοκιρκινέζια και κάργιες. Στο ποτάμι υπάρχουν βίδρες, που δεν βρίσκουν αρκετά ψάρια, αλλά αρκούνται στα άφθονα καβούρια, όπως και νερόφιδα που κυνηγούν γυρίνους. Στη λεγόμενη άγρια ζώνη υπάρχουν ζώα που αναζητούν καταφύγιο και πουλιά που έρχονται για τροφή. Επίσης, οι συνθήκες του φαραγγιού ευνοούν τις νυχτερίδες που βρίσκουν καταφύγιο στις σπηλιές και τα εγκαταλελειμμένα μοναστηριακά κτίσματα.

Στο φαράγγι αναπτύχθηκε η μοναστική ζωή. Πολλοί παράγοντες συνέβαλλαν σ' αυτό, όπως η γαλήνη, η ησυχία και το θρησκευτικό συναίσθημα των ανθρώπων. Δημιουργήθηκαν ασκητήρια, μοναστήρια, εκκλησίες και παρεκκλήσια. Στο φαράγγι βρίσκονται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου, η Μονή Φιλοσόφου, η Μονή Αιμυαλών, η Μονή Καλαμίου Ατσιχόλου και ο ΄Αγιος Ανδρέας Γόρτυνος.

Από το 16ο αιώνα άρχισαν να εμφανίζονται κατά μήκος του Λούσιου ποταμού οι πρώτες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις  που εκμεταλεύοντο τη δύναμη του νερού.  Ήταν ακριβώς η εποχή που ξεκίνησε η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής. Με βάση την υδροκίνηση άρχισαν να κατασκευάζονται υδροκίνητες εγκαταστάσεις όπως νερόμυλοι (που άλεθαν κυρίως δημητριακά), μπαρουτόμυλοι, νεροτριβές, βυρσοδεψεία, νεροπρίονα και μαντάνια.   Περισσότερες από εκατό υδροκίνητες εγκαταστάσεις, άλλες στις όχθες του ποταμού και άλλες σκαρφαλωμένες στις πλαγιές του φαραγγιού, στη Δημητσάνα, στη Ζάτουνα, στο Ζυγοβίστι, στη Στεμνίτσα και αλλού, συνέτειναν στην οικονομική άνθηση της περιοχής.  Από αυτές αξίζει κανείς να επισκεφτεί το συγκρότημα μύλων του Ιωσήφ, κάτω από τη γέφυρα Μπαρμπίνη στο δρόμο Δημητσάνας-Ζάτουνας, τους ιστορικούς Αντωνοπουλαίικους μύλους στην περιοχή της γέφυρας Κοντού κάτω από το Παλαιοχώρι, το συγκρότημα των εγκαταστάσεων του κεφαλαριού του Αϊ-Γιάννη, τους μύλους στην περιοχή Αγίου Δημητρίου (Σαβαλά) στο δρόμο Δημητσάνας-Στεμνίτσας, τις εγκαταστάσεις στη γέφυρα του Ατσίχολου, τα τρία κτίσματα των εγκαταστάσεων των Μονών Φιλοσόφου και Προδρόμου και τις εγκαταστάσεις κάτω από τη Μονή Καλαμίου. Η επικοινωνία μεταξύ των χωριών, των οικισμών,  των μοναστηριών και νερόμυλων γινόταν κυρίως από μονοπάτια και πέτρινα γεφύρια. Στη διαδρομή του Λούσιου υπάρχουν δεκαέξι πετρόχτιστα τοξωτά γεφύρια.


Η διάσχιση του φαραγγιού είναι μια μοναδική εμπειρία για τον επισκέπτη. Η περιοχή είναι σήμερα πόλος έλξης πολλών επισκεπτών και πεζοπόρων. Οι διαδρομές μέσα από τα αναπλασμένα μονοπάτια καταλήγουν στην Αρχαία Γόρτυνα, κοντά στο χωριό Ελληνικό, που  συμπληρώνει τα αξιοθέατα της περιοχής.

Ο Λούσιος, εκτός από την πεζοπορία, προσφέρεται και για άλλες μορφές εναλλακτικού τουρισμού. Στο παλιό πέτρινο γεφύρι του Ατσίχολου κοντά στην Καρύταινα ξεκινούν από εταιρίες εναλλακτικού τουρισμού οργανωμένες καταβάσεις με rafting και kayak. Άλλες φτάνουν μέχρι τη συμβολή του ποταμού με τον Αλφειό, και άλλες διανύουν τον τελευταίο, προσελκύοντας πολλούς λάτρεις του είδους για αξέχαστες εμπειρίες σε μια φύση μαγευτική και παρθένα.

Πηγές:

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Φώτη Κόντογλου : Οι Αρκάδες, τα παιδιά των βουνών




Οι Αρκάδες, τα παιδιά  των βουνών.


Του Φώτη Κόντογλου


Η Αρκαδία είναι η καρδιά του Μοριά, γεμάτη βουνά θεόχτιστα και τραγουδισμένα, παλληκαρόβουνα. Απάνω σ' αυτά είναι σκληρή η ζωή, μα τ’ αγέρι και τα νερά δίνουνε στον άνθρωπο ζωή και κέφι. Για τουτο από τα παμπάλαια χρόνια τούτη η χώρα γεννούσε ανθρώπους αντρείους, δουλευταράδες και προκομμένους, κι αν πολλοί απ' αυτούς βγάλανε και κακό όνομα σαν παραδόπιστοι, από την άλλη μεριά όμως η Αρκαδία γέννησε ανθρώπους με καλή θέληση, πατριώτες, φιλόξενους, φιλότιμους, καλόκεφους, με επιθυμία να κάνουνε καλό στον τόπο τους και στους άλλους, αγαπώντας τα γράμματα, τιμώντας την παράδοση, με σέβας στη θρησκεία. Το σχολείο της Δημητσάνας δίδαξε τα γράμματα όχι μοναχά στους ντόπιους, μα σ' ολόκληρο το έθνος.

Αύτο το σχολειό πρωτοσυστήθηκε σ' ένα μοναστήρι πού υπάρχει ακόμα — μα είναι, άλίμονο, ερείπιο λησμονημένο! — κοντά στον ποταμό Λούσιο και πού λεγότανε Μονή του Φιλοσόφου, επειδη το 'χτισε ένας Ιωάννης Λαμπαρδόπουλος πού στάθηκε «πρωτασικρήτις», δηλαδή αρχιγραμματικός και συμβουλάτορας, του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, κι από την πολλή σπουδή πού είχε, τον είπανε Φιλόσοφο.

Στα κατοπινά χρόνια αυτό το σχολειό το μετέθεσε στην πολιτεία της Δημητσάνας ένας Γεώργιος Γούνας, πού είχε γίνει πλούσιος στη Σμύρνη. Τότε το σχολειό έδωσε περισσότερη λάμψη. Ο Γούνας γίνηκε καλόγερος μέ τ' όνομα Γεράσιμος και δίδαξε στη σχολή από τα 1764.

Υστερ' απ' αυτόν δίδαξε ένας άλλος καλόγερος, Αγάπιος Λεονάρδος, μαθητής του Γούνα, κι ολοένα δυνάμωνε το φως πού έβγαινε από το σχολειό και φώτιζε το Έθνος, πού κειτότανε το κακόμοιρο στο σκοτάδι. Τρακόσα παλληκάρια Ελληνόπουλα από κάθε μεριά της Ελλάδας ως τη Μικρά Ασία, πήγανε για να μάθουνε τα ελληνικά γράμματα και να τα μεταδώσουνε ατούς άλλους.

Μεγάλος δάσκαλος ύστερ' από τα 1769 στάθηκε ο Αγάπιος Αντωνόπουλος. Σιγά - σιγά κάνανε και μια μεγάλη βιβλιοθήκη, με τυπωμένα βιβλία και με χειρόγραφα.

Πολλοί από τους νέους πού ξεσκολίζανε από τη σχολή, σκορπούσανε σαν τους αποστόλους σ' όλα τα μέρη του Έθνους και μεταλαμπαδεύανε την παιδεία· Οι πιο πολλοί απ' αυτούς ήτανε παπάδες και καλόγεροι, κατά το σύστημα εκείνου του καιρού. Οι περισσότεροι ήτανε ντόπιοι. Εβδομήντα γραμματισμένοι δεσποτάδες βγήκανε από το σχολειό. Έξι γινήκανε πατριαρχάδες, δύο στην Πόλη, οικουμενικοί: ο Κύριλλος Καράκαλος κι ο Γρηγόριος ο Ε', και τέσσερες στα Ιεροσόλυμα: ο Γερμανός, ο Σωφρόνιος ο Δ', Θεοφάνης ο Καράκαλος κι ο Παΐσιος Λαμπάρδης. Ανάμεσα στους δεσποτάδες είναι κι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Άλλα, κοντά στην παιδεία, οι Αρκάδες σταθήκανε κι αγωνιστές από τους πρώτους. Η Αρκαδία γέννησε τους Κολοκοτρωναίους, τους Ντεληγιανναίους, τους Αντωνόπουλους, τους Σταματελόπουλους και πλήθος άλλους. Φυλή ακατάλυτη, πού η φωτιά της δε στομωσε από τότε πού πρωτοφανήκανε άνθρωποι στ' άγρια βουνά της Λυσοκούρας, από τον Αρκάδα κι από τον Λυκάονα, ως τα σήμερα.

Για να φανεί καλά αυτό πού λέγω, ακούστε την ιστορία δύο -τριών απ' αυτούς τους βουνοθρεμμένους δράκους:

Ήτανε ένας Δημητρης Καρούτσος, από το χωριό Άκοβο. Δυο άνθρωποι από την Κορώνη ονειρευτήκανε πώς θα βρούνε θησαυρό κοντά στο ‘ρημοκκλησι τ' Άη - Γιώργη, μισή ώρα από το Άκοβο, άλλα πώς έπρεπε να πάρουνε μαζί τους και τον Καρούτσο. Πλην δεν τον ειδοποιήσανε, άλλα ρωτήσανε κ' ηύρανε σε ποιό μέρος ήτανε το ‘ρημοκκλησι, και πήγανε μοναχοί τους και ξεχώσανε τον θησαυρό και τον φορτώσανε στα μουλάρια, για να φύγουνε κρυφά, να πάνε στην Κορώνη. Την ώρα πού ξεκινήσανε, έπιασε βροχή, κι ως πού να περάσει, τους πήρε ο ύπνος, γιατί δεν είχανε κοιμηθεί ολότελα, και τα μουλάρια πήρανε το δρόμο φορτωμένα, τραβήξανε στο Άκοβο και πήγανε και σταματήσανε απ' όξω από την αυλή του Καρούτσου.

Βλέποντας τα ζώα φορτωμένα μπροστά στο σπίτι του χωρίς άνθρωπο μαζί τους, απόρησε. Σε λίγη ώρα είδε να 'ρχουνται από μακριά τους δυο Κορωναίους. Αυτοί, σαν ξυπνήσανε κ' είδανε πώς είχανε φύγει τα ζώα, πήρανε από πίσω τα σημάδια τους και φτάξανε στο σπίτι του Καρούτσου και, επειδή φοβηθήκανε μην πάθουνε κανένα κακό, αφού τα μουλάρια πήγανε μονάχα τους στου Καρούτσου, του είπανε όλη την ιστορία και μοιράσανε σε τρία μέρη τον θησαυρό. Ύστερα τραβήξανε για την Κορώνη.

Όπως είναι χτισμένο το Άκοβο σε βουνό, τ' απάνω σπίτια βλέπουνε τ' από κάτω και μέσα στις αυλές τί γίνεται. Κάποιοι λοιπόν από τα σπίτια πού ήτανε απάνω από του Καρούτσου είδανε τι έγινε, και πήγανε στον γείτονα τους και ζητήσανε μερίδιο από τα φλουριά, ειδεμή είπανε πώς θα τον καταδώσουνε στους Τούρκους. Αλλά ό Καρούτσος δεν το παραδέχτηκε, κ' έχωσε τα φλουριά στο κατώγι του σπιτιού του. Τότες οι γειτόνοι του τον προδώσανε, και τον πιάσανε οι Τούρκοι και τον τυραννούσανε να μαρτυρήσει πού έχει τα λεφτά. Άλλα αυτός δεν τα μαρτυρούσε και τον βάλανε στη φυλακή και τον παιδεύανε, πλην ματαίως.

Εικοσιεννιά χρόνια έκανέ φυλακωμένος με βασανιστήρια σκληρά. Κάθε τρεις μέρες του δίνανε λίγο ψωμί και νερό, κι αυτά όσο να ζει μοναχά. Το κορμί του έβγαλε τρίχες σαν την προβιά του κριαριού.

Στα εικοσιεννιά χρόνια εβγήκε φιρμάνι, να σκοτωθεί ανήμερα του άγιου Γιώργη. Οι Τούρκοι πού τον φυλάγανε του λέγανε να μαρτυρήσει, μα αυτός δεν έδινε απόκριση.
Την παραμονή της μέρας πού θα τον θανατώνανε, τον ζορίσανε ακόμα περισσότερο και τον τυραννήσανε, άλλα ο Καρούτσος δέν ξεκλείδωνε το στόμα του. Τη νύχτα, ξημερώνοντας του αγίου Γεωργίου, έκανε την προσευχή του και τον παρακάλεσε με δάκρυα να τόνε λευτερώσει, τάζοντας του πώς, αν λευτερωθεί, να σφάζει κάθε χρόνο ένα βόδι στη γιορτή του και να το τρώνε μοναχά οι ξένοι, χωρίς ν' αγγίξει στο κρέας κανένας ντόπιος. Άξαφνα ένα δυνατό φώς γέμισε το κελλί του κι ανοίξανε οι πόρτες της φυλακής, κι ο Καρούτσος έβγηκε κ' έφυγε, χωρίς να πάρουνε είδηση οι γενίτσαροι πού φυλάγανε.

Σαν ξημέρωσε, πήγανε να τον πάρουνε για να τον αποκεφαλίσουνε, μα δεν τον βρήκανε, κι απορήσανε πώς οι κλειδαριές ήτανε απείραχτες. Τότε πέσανε από πίσω του με τα λαγωνικά πού είχανε, και περάσανε τη Φραγκόβρυση, τ' Άνεμοδούρι, χωρίς να τον πιάσουνε. Τέλος, κοντά στο χωριό Σπανέϊκα, τον ζυγώσανε πολύ κοντά, και θα τον πιάνανε. Μα ο Καρούτσος τους είδε χωρίς να τον δούνε, και κρύφτηκε σ' ένα κούφιο δέντρο. Σε λίγο άκουσε να γαβγίζουνε οι σκύλοι και να μυρίζουνε κοντά στο δέντρο. Κείνη την ώρα, πάλι τον γλύτωσε ο άγιος. Γιατί, πριν να φτάξουνε οι Τούρκοι, ένας κόρακας πήγε και κάθησε στα κλαριά του δέντρου, κ' οι Τούρκοι, ακούγοντας τα σκυλιά να γαβγίζουνε γύρω στο δέντρο, νομίσανε πώς γαβγίζουνε για τον κόρακα, ρίξανε με τα τουφέκια απάνω του κ' υστέρα φύγανε.

Έτσι γλύτωσε ο Καρούτσος και τράβηξε πάρα πέρα, κ' ηύρε έναν παπά πού δούλευε στο χωράφι. Μα, μόλις τον είδε ο παπάς, έφυγε γρήγορα, γιατί τόνε πήρε για φάντασμα, τόσο άγριος ήτανε. Τότε του φώναξε ο Καρούτσος να μη φοβηθεί πώς είναι φάντασμα, άλλα πώς είναι άνθρωπος, και τέλος γύρισε πίσω ο παπάς και πήγε κοντά του, κι ο Καρούτσος του είπε την ιστορία του.

Ό παπάς τονε πήρε στο σπίτι του και τον κούρεψε, τον έπλυνε, τον ξεψείριασε και τον έντυσε με καινούργια ρούχα. Κι αφού κάθησε στου παπά λίγες μέρες, γύρισε τέλος στο σπίτι του στο Άκοβο.

Οι συγχωριανοί του τρομάξανε να τον γνωρίσουνε ύστερ' από τριάντα χρόνια. Δόξασε λοιπόν τον θεό πού τον γλύτωσε, και θα περνούσε τη ζωή του ήσυχος. Μα στο σπίτι του καθόντανε άνθρωποι ξένοι, κάποιοι χαλκωμάτηδες. Σαν τους είπε πώς ήτανε δικό του το σπίτι, αυτοί τον κοροϊδεύανε και γελούσανε. Κ' επειδής ο Καρούτσος επίμενε, του ζητήσανε σημάδια πώς είναι δικό του το σπίτι. Τότες ο Καρούτσος αποφάσισε και τους είπε πώς είχε χωμένα λεφτά στην αυλή του, και τα ξεχώσανε, κ' έτσι φύγανε οι χαλκιάδες από το σπίτι, κι απόμεινε μοναχός μέσα, ύστερ' από τόσα βάσανα.

Έζησε εκεί μέσα ως πού πέθανε, χωρίς να τον πειράξει κανένας, και κάθε χρόνο έκανε το τάμα του στον άη - Γιώργη, σφάζοντας στη μνήμη του μιαν αγελάδα, πού την τρώγανε οι ξένοι. Και, πριν πεθάνει, άφησε παραγγελία στους κληρονόμους του να μην ξεχάσουνε το τάμα του, κ' έτσι γινότανε μέχρι προ λίγα χρόνια. Το είχανε μάθει σ' όλη την περιφέρεια, και κάθε χρόνο του αγίου Γεωργίου μαζευόντανε κάμποσοι ξένοι στο πανηγύρι, για να φάνε από το κουρμπάνι.

Κατά την επανάσταση του Εικοσιένα φανερωθήκανε πλήθος γενναίοι άνθρωποι στα βουνά της Αρκαδίας.

Ήτανε ένας Νικόλας Τρίγκας, φίλος στενός του οπλαρχηγού Ζαχαρία, πού τον βγάλανε Νικηταρά για την παλληκαριά του πριν από τον Τουρκοφάγο. Παραβγαίνανε με τον Ζαχαρία ποιος τρέχει περισσότερο και πηδούσανε μέσα σ' έναν μεγάλον λάκκο πού τον λένε Γούβες.

Ο Νικόλας είχε κ' έναν αδερφό Σωτήρη, ίσον στη δύναμη μ' αυτόν. Τα δυό αδέρφια ήτανε σαν δράκοι. Τα μαλλιά τους φτάνανε ως τον αστράγαλο, κ' είχανε κ' οι δυό μικρές ουρές πού τους μποδίζανε να καθήσουνε.

Ο Νικόλας ήτανε παρόν και στον σκοτωμό του Ζαχαρία, τότε πού τον φωνάξανε οι Τούρκοι, να του δώσει τάχα ο πασάς αμνηστία. Ο Τρίγκας τον μπόδιζε να πάγει, αλλά ο Ζαχαρίας δεν τον άκουγε. Την ώρα πού μπήκε στο Διοικητήριο πρώτος ο Ζαχαρίας και τον ακολουθούσε ο Τρίγκας, οι Τούρκοι παραφυλάγανε και κόψανε το κεφάλι του, και το κορμί του πήδηξε στον αγέρα κ' έπεσε έξω από τη μάντρα. Οι Τούρκοι θελήσανε να σφάξουνε και τους άλλους Γραικούς, άλλα ο Τρίγκας πολέμησε με μεγάλη παλληκαριά και σκότωσε δυό - τρεις από τους Τούρκους, κ' έτσι γλυτώσανε. Μα ύστερ' από λίγες μέρες σκοτωθηκανε κι αυτοί από ένα απόσπασμα σιμά στο χωριό Σέλιτσα της Καλαμάτας.

Ο άλλος ο Νικηταράς, πού τον λέγανε Τουρκοφάγο, γεννήθηκε κι αύτος στο χωριό Τουρκολέκα, κ' ήτανε ανίψι -του Κολοκοτρώνη, λεγόμενος Σταματελόπουλος. Από μικρός ήτανε αντρειωμένος και χεροδύναμος. Άκουγε τ’ αντραγαθήματα του Νικηταρά Τρίγκα και ήθελε να γίνει κι αυτός ξακουσμένος. Έτρεχε πιο γρήγορα από τ' άλογο, και πηδούσε απάνω από έναν αραμπά με θημωνιές. Οι Τούρκοι θελήσανε να τον σκοτώσουνε, μα μπόρεσε και ξέφυγε. Του ρίξανε τρεις μπαταρίες, χωρίς να τον χτυπήσουνε, μοναχά άναψε η φουστανέλα του και πρόφταξε κ' έπεσε σ' έναν μικρόν βάλτο κ' έσβησε η φωτιά. Από τότες ορκίστηκε να εκδικηθεί τους Τούρκους, και γίνηκε αληθινός Τουρκοφάγος.

Ό Κολοκοτρώνης τονε πήρε κοντά του για πρωτοπαλλήκαρο. Υστερώτερα όμως ο Νικηταράς έκανε δικό του αρματολίκι, με εκατό και παραπάνω κλέφτες αντρειωμένους. Για λημέρι είχανε τους βράχους κοντά στο χωριό τους.

Είχε κ' έναν αδερφό, κι αυτός παλληκάρι. Τον λέγανε Νικόλα και σκοτώθηκε στο Δερβενάκι. Αυτός ήξερε και κάτι λίγα γράμματα, μα δεν είχε την εξυπνάδα και τη σβελτωσύνη του Νικηταρά.

Πολέμησε ο Νικηταράς σε όλες τις μάχες πού γινήκανε στον Μοριά, έκτος από το Βαλτέτσι, επειδή τον είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης σε άλλο μέρος. Για την παλληκαριά του του κάνανε πολλά τραγούδια και ξακούστηκε σ' όλη την Ελλάδα.

Ποιος είναι κείνος πόρχεται στης Μαρμαριάς τον κάμπο;
Πόχει τη σέλλα τη χρυσή, το άλογο το γρίβο;
Αυτός είν' ο Νικηταράς από του Τουρκολέκα.
Φέρνει τους χίλιους Τσάμηδες, χίλιους απ' το Μοριά μας
και χίλιους της Αρβανιτιάς, τους κάνει τρεις χιλιάδες.
Μέσα στους Μύλους τρώει ψωμί, στο Άργος μεσημέρι,
και πάει και ρίχνει το ορδί κοντά στο Δερβενάκι.


Ας πάρουμε κ' έναν από τους πιο κατοπινούς απόγονους των οπλαρχηγών, πού ξενιτεύουνται από μικροί και πάνε στα πέρατα του κόσμου. Για παράδειγμα ας πάρουμε τον Δημήτρη Μωραΐτη, πού πέθανε προ λίγα χρόνια.
Καταγότανε από τη Δημητσάνα.

Ο παππούς του Διγενόπουλος έφυγε καταδιωγμένος από τους Αρβανίτες ύστερ' από την επανάσταση του Όρλώφ, και πήγε στην Άντρο, κ' εκεί από στεριανός έγινε θαλασσοπούλι. Κι αυτός κι ο γυιός του είχανε καράβια δικά τους. Τους λέγανε Μωραΐτες.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε μέσα στη θάλασσα. Πολύ νέος γίνηκε καπετάνιος, και στα 1891 αγόρασε δικό του παπόρι. Από τότε απόχτησε και κυβέρνησε πολλά παπόρια, κι από τα 1895 άρχισε να σκαρώνει παπόρια με δικά του χρήματα και με ξένα κεφάλαια, πού του τα μπιστευόντανε έχοντας μεγάλη πεποίθηση στην τιμιότητα του και στην αξιωσύνη του. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε βαθύπλουτος, ένας από τους πρώτους εφοπλιστές.

Κάποια φημερίδα εκείνου του καιρού έγραφε: «Ό Δ. Μωραΐτης εναυπήγησεν εσχάτως και εν μέγα ατμόπλοιον, δι' ού θα εξυπηρέτηση, πρώτος Έλλην αυτός, απ' ευθείας την υπερωκεάνειον συγκοινωνίαν Τουρκίας - Πειραιώς - Αμερικής. Εντός του 1907 περατουται η ναυπήγησις και δευτέρου υπερωκεανείου, δι' ου θά πυκνωθώσιν οι πλόες χάριν των μεταναστευτικών ρευμάτων. Η ελληνική ατμήρης ναυτιλία, η εις πειρασμούς εμβάλλουσα και αυτήν την θαλασσοκράτειραν Αγγλίαν, έχει εν τώ προσώπω του Δ. Μωραΐτου αληθές έγκαλλώπισμα.»


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

Στην επαρχία Ολυμπίας του 1976

Ανδρίτσαινα. Μνήμες στη κάθε της γωνιά... Περασμένα μεγαλεία




Στην επαρχία Ολυμπίας του 1976

H άλλη Oλυμπία

Η Φωτεινή Ανδρέου Πιπιλή, γυρίζει στην πατρίδα της μ’ αγάπη και περιγράφει ένα σχεδόν άγνωστα τόπο, σπαρμένο μ' ομορφιά, παρθένα ακόμα, και μνήμες ιστορίας πολύτιμες.

Κάτω απ' τον Πύργο, την πρωτεύουσα. Κάτω απ' το τελικό σκηνικό της Ολυμπίας, όπου η γλυκιά αίσθηση τ' ωραίου, πιάνει τον επισκέπτη και τον γυρίζει στους σφυγμούς της, με το παχύ, αφράτο πράσινο και το γαλάζιο τ' 'Αλφειού, π' άκολουθάει το δρόμο του, χιλιάδες χρόνια τώρα. Μακριά από τα σμήνη τουριστών που απολιθώνονται, θαρρείς, στον τέλειο του Φειδία, Έρμη μπροστά. Η άλλη Ολυμπία. Αύτη που σπάνια αναφέρεται σαν τόπος προσκυνήματος, παρά μονάχα γράφεται στο χαρτί. Η επαρχία Ολυμπίας. Αυτή πού λούζεται τον ήλιο της, τη θάλασσα της, τη φαρδιά, την αμμοστολισμένη, απ' άκρη σ' άκρη, με τις ψηλές τις πεύκες ν' ακουμπούν σταγόνες απ' το κύμα, χωρίς «παρείσακτους», έξω από τους ντόπιους, γεωργούς, κτηνοτρόφους, υπαλλήλους. Αύτη πού μένει στη σκιά της αρχαίας 'Ολυμπίας, και μονάχη φυλάει τ' αριστουργήματα, της φύσης και τ' άνθρωπου, ή άλλοτε θάβονται ακόμα πιο βαθιά στη γη κι’ άλλοτε τριγυρίζουν σε χέρια ακατάλληλα, από τους «ξύπνιους» ντόπιους πουλημένα σε ξένους αρχαιοκάπηλους.
Η άλλη 'Ολυμπία ξέρει να περιμένει. Να τη γνωρίσετε, σ' όλο το μεγαλείο της, που σπάταλα απλώνεται από τον Αλφειό, το Θεϊκό ποτάμι, μέχρι κοντά στη Κυπαρισσία. Από την εθνική του Πύργου, άνετα φτάνετε ως την άκρη, περνώντας τα περίφημα λουτρά Καϊάφα με την θαυμάσια αμμουδιά, που «κολυμπάει» στο πεύκο, την πόλη της Ζαχάρως, το Επιτάλιο, τα Κρέσταινα, χωριά πολλά, τόσο πολύ πρασινισμένα, με λεμονιές, πορτοκαλιές, ελιές, πλατάνια και πεύκα.
Θα ήθελα ν' αναφερθώ, πέτρα στην πέτρα της πατρίδας μου. Μα έχει τόσα κομμάτια μαζεμένα που είναι δύσκολο. Γι' αυτό, στρίβω στο δρόμο αριστερά, πάλι σε άσφαλτο, και ξεκινάω το δρόμο για τη Φιγαλία, που οι αναμνήσεις του παιδιού με οδηγούν, κλειστά τα μάτια.
Σαν τη μπουνιά είναι μαζεμένο το χωριό γύρω απ’ τα δέντρα και τα νερά. Κυλάει ήσυχη η ζωή του, στο δρόμο απάνω μαζεμένη όλη η καθημερινότητα, δυό καφενεία, η εκκλησιά πετροχτισμένη, κάτι δεκάδες σπίτια και ηρεμία. Ένα βασίλειο ήταν εκεί στην αρχαιότητα, βασίλειο κραταιό το του Λεπραίου, πάνω σε θέση κλειδί, που δέσποζε της πιο εύφορης πεδιάδας της Τριφυλίας (η επαρχία Ολυμπίας λεγόταν Τριφυλία στ' αρχαία χρόνια, ενώ σήμερα κανείς σχεδόν δεν ξέρει, όταν περνάει το Στροβίτσυ, όπως το λεν' οι ντόπιοι, πώς λίγα μέτρα πιο ψηλά, σ' ένα μικρό λοφίσκο, ερείπωσαν τα κάστρα και τα τείχη και οι ναοί, τα δείγματα του μεγαλείου του παρελθόντος. Ταμπέλα δεν υπάρχει καμιά, (θα πρέπει κάποτε να τ’ αποφασίσουν πώς χρειάζεται, για το καλό του τόπου, και να βάλουν) που να οδηγεί στο χώρο των αρχαίων. Τείχη της κλασσικής και ελληνιστικής ακρόπολης, στο βόρειο ύψωμα υπάρχουν σε ύψος 4,20 μ. και σε μεγάλη έκταση, χτισμένα άτεχνα από μεγάλες πέτρες. Σωροί κολώνες και ερείπια ενός ναού που φαίνονται οι γραμμές του και οι βάσεις κάθε, γερμένης τώρα, δωρικής κολώνας. Διαστάσεων 27 Χ 12 μ., ο δωρικός αυτός ναός, περίπτερος, λέγεται ότι είναι της Δήμητρας ή του Λευκαίου (Λυκαίου), Διός. Σε τούτο το σημείο, το μάτι του προγόνου κυνήγησε την τελειότητα του χώρου, για να τιμήσει το Θεό και το πέτυχε. Αγνάντευε από ψηλά το γαλανό Ιόνιο, την πρασινόχρωμη απ’ τα ελέη του Θεού ανηφοριά, το άνοιγμα τού κόλπου της Κυπαρισσίας πιο κάτω, και τα γυμνά, στεγνά βουνά της Φιγαλίας προς την ανατολή,  που λένε ότι  διακρίνεται,  σαν είναι λαμπογιάλι, καθαρή ατμόσφαιρα, η σίγουρη θωριά του έργου του Ικτίνου στον Επικούρειο.
Κι’ άλλοι ναοί βρεθήκανε, τρεις, εκεί κοντά, και τάφοι, θηκοειδείς, κεραμιδόσκεποι, χτιστοί με τούβλα απ’ την αρχαϊκή ως τη ρωμαϊκή εποχή.
Τα πλούσια νερά, τα κρυσταλλένια, που σπάνε την ορμή τους πάνω στο δρόμο, πριν κατεβούνε στο χωριό, να το ποτίσουν, βγαίνουν από την γνωστή στον Παυσανία πηγή Αρήνη, που οι κάτοικοι της, όπως παλιά, τη θεωρούν θαυματουργή, στη σεξουαλικότητα ζώων και ανθρώπων. Ακόμη σήμερα, τσοπαναραίοι από μακρύτερα χωριά τραβούν εκεί τα πρόβατα τους, να πιουν νερό και ν' αυγατίσουν τη δύναμη τους για την αναπαραγωγή.

 Στον Αη Γιώργη (ανήμερα της εορτής) το 1961
http://zourtsa.blogspot.com

ΚΑΤΩ  ΦΙΓΑΛΙΑ  ΖΟΥΡΤΣΑ

Εδώ δεν είναι τ' αρχαία που μαγεύουν. Στη Ζούρτσα η φύση προχωράει σ' όλο το δρόμο από την παραλία του Θολού, ως το Κεφαλοχώρι, μ' όλο το μεγαλείο του χρώματος, από το πράσινο βαθύ, το σκούρο της ελιάς, με τις γλυκιές τις πινελιές τού φρέσκου πεύκου, ως το σταχτί της μίνθης, φυτού που βγαίνει αποκλειστικά στα γύρω βουναλάκια. Έδρα Δημάρχου, στα παλιά, κρατάει τον πληθυσμό της στα ίδια επίπεδα, γύρω στις 2.500. Ο Κολοκοτρώνης σαν ήθελε να ονομάσει τα πιο ωραία μέρη τού Μοριά έλεγε: Πάτρα πολιτεία, Ζούρτσα χωριό.
Τα σπίτια της, άλλα καινούργια κι' άλλα παλιά σκορπίζονται στις κατηφόρες της φαρδιάς περιοχής, ανάμεσα στη Μίνθη, το Λύκαιο και το Νομίωντα, βουνά που βοήθησαν τους ντόπιους, σκεπάζοντας τους, από επιθέσεις κουρσάρων και Αγαρηνών που ρήμαζαν τα πλούσια πεδινά, μα δεν διάκριναν το χωριό, έτσι χωμένο όπως είναι. Γύρω στα 500 μ. απ’ τη θάλασσα, δίνει στον επισκέπτη, αξέχαστες στιγμές, με τα βαθιά μενεξελιά του δειλινού που σβήνουν στον ορίζοντα, μέσα στα νερά του Ιονίου, αφού απλώσουν στην πλούσια γη, τη φορτωμένη λάδι, ελιές, ντομάτες, νόστιμα προϊόντα, ονομαστά.



Κρυφό  Σχολειό παλιά,  νεκροταφείο σήμερα.  Το μοναστήρι πού θαυμάζεται   στην  κάτω  Φιγαλία



Στα χρόνια της σκλαβιάς, το Μοναστήρι τού χωριού, το μόνο τόσο μεγάλο στην περιοχή, ήτανε το κρυφό σχολειό και σήμερα, πνιγμένο σ’ αγριόχορτα, κάτω από πλάτανους, τεράστιους, αποτελεί αξιοθέατο. Κι' η Ζούρτσα, όπως η   Ανδρίτσαινα,   έβγαλε  ονόματα  γνωστά,  πολιτικούς,   κι' είχε κι' αύτη τα σπίτια τ' αρχοντόσπιτα, με τα ζωγραφιστά ταβάνια, που δυστυχώς γκρεμίστηκαν για να στερεώσουν άλλα, πιο σύγχρονα, άλλα και πάλι  ωραία.
Βρύσες πολλές, νερά πολλά, πράσινο, δρομάκια πέτρινα, σκιές πολλές από το πλούσιο παρελθόν, όπου Τούρκοι, μπορεί κι' Αγαρηνοί, Σλάβοι και Βενετσιάνοι άφησαν μέχρι σήμερα τα ίχνη τους, στα σπίτια και τα επώνυμα. Καπεταναίοι, πολεμιστές Ζουρτσάνοι ήρωες, γιομίζουν περηφάνεια τους απογόνους. Όμορφος τόπος, ζηλευτός ο πιο ωραίος, ίσως, σ' όλο το χώρο της μαγευτικής μα άγνωστης Φιγαλιακής γης,  η  κάτω  Φιγαλία.


ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ

«... εδώ στην Ανδρίτσαινα με πιάνει ο πόθος ν' αρχίσω ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ...» Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος.
"Ένα παραμύθι που αρχίζει πολλά χρόνια πριν, απ’ το Μεσαίωνα, και συριανάει σήμερα κομμάτια σκορπισμένα, πάνω σ' αυλόπορτες και σε καφασωτά παράθυρα, σε καλντερίμια ερημωμένα με μάτσο τα χορτάρια ανάμεσα στις πλάκες, στα ξύλινα χαγιάτια κι' όλα φωνάζουν για τα χρόνια που πέρασαν, τα μεγαλεία με τους κυρίους που τα κολάρα τους στραγγαλίζανε, τα ψηλά καπέλα, το τριαντάφυλλο στο πέτο, αγέρωχους πολιτικολόγους, καφερήτορες αργόσχολους τσιφλικάδες. Όταν η πρέφα και το τάβλι, ήτανε σπορ της καλής κοινωνίας. Και τις κυρίες, με τα πολύτιμα κοσμήματα στα στήθια και στ' αυτιά, με τα καπέλα τα έξαλλα με τις μακριές ουρές στα κλασσικά φορέματα, όπου ψηλά βουρτσάκια ξεφύτρωναν στην άκρη του ποδόγυρου μη τύχει και λερώσει η άσπιλη νταντέλα.
Αρχοντοχώρι, πρωτεύουσα στην επαρχία Ολυμπίας, η Ανδρίτσαινα, βρίσκει και πάλι τις στιγμές της δόξας της, όταν η Αμαλία κι' Ο Όθωνας, ο βασιλιάς, πίναν το καφεδάκι τους στο μαρμαρόγλυπτο τραπέζι της αυλής στου κυρ Ζαφείρη, τ' αρχοντικό (σήμερα μια μοναχική μαυροντυμένη  γυναίκα  κρατάει   τις   αναμνήσεις   των   νοικοκύρηδων, κλεισμένες στις βαριές παλιές κασέλες και στις καυτές τις λάμψεις, στους χρυσοκέντητους καθρέφτες), μέσα στις φωτογραφίες στα άλμπουμ τα οικογενειακά τις ώρες του απογεύματος π’ ο ήλιος φεύγει, πασπαλιστά περνώντας τις αχτίδες του, πάνω απ’ τα σπίτια που ζήσαν μεγαλεία, για να πεθάνουν σήμερα, χωρίς — ευτυχώς —να γκρεμιστούν, όπως σε άλλες πόλεις. Τούτη την ώρα του δειλινού, μαζεύονται στον πλάτανο, σιμά στη βρύση την τρανή, που διαλαλάει την ύπαρξη της από παλιά, και όλο θυμούνται...

Τα φώς και το νερό, η τηλεόραση και η συγκοινωνία, φτάσαν εδώ και αρκετά χρόνια, στα 750 μέτρα, μέσ' στα βουνά του Λύκαιου. Μα τούτα δεν φέρνουν τον πολιτισμό, για να τραβήξουν το νέο άνθρωπο να μείνει εκεί, στον τόπο του και να προκόψει. Ειν' άλλος ο πολιτισμός γι' αυτούς, κι' όχι το φώς μονάχα, γι' αυτό χρόνο το χρόνο φεύγουνε, αφήνοντας τα ίδια γερόντια να πίνουν τα δειλινά τον τούρκικο στον πλάτανο και να θυμούνται. Κι' έτσι στα σπίτια μπαίνει η ερημιά, στους δρόμους οι αναμνήσεις και νεκροσέντονο μακρύ σκιάζει το χώρο ή αν συνεχίσουνε οι φυγές για τις μεγάλες πόλεις, θα γείρει και θα θάψει την Ανδρίτσαινα, τη στοιχειωμένη απ’ την παλιά της αίγλη και τους θρύλους.
Μα πόσο όμορφη τη βρίσκουμε εμείς οι επισκέπτες, όταν το καλοκαιρι σφραγίζει τα βλέφαρα από τη ζέστη, και κει ο τζίτζικας λαλάει μέσα στη δροσιά του πράσινου, χαμένος. Πόσο όμορφη απλώνεται στην αγκαλιά των δέντρων, με ομοιόμορφη σειρά από σπίτια, έκτος απ’ το Ξενία, που ξεφυτρώνει αυθάδικα, με την τσιμεντερή σκεπή του, ενώ θάπρεπε κι' αυτό ν' ακολουθεί τη σχέση των σπιτιών με το δικό τους περιβάλλον, με κεραμίδια στις σκεπές και κήπους ανθισμένους.


Έξω από το παρελθόν τους και το θαυμάσιο κλίμα τους, «Ελβετία» της Πελοποννήσου τη λένε, και για δυο «τέκνα» της πατρίδας τους περηφανεύονται οι ντόπιοι. Και τα κρατάνε ζωντανά τα ονόματα τους, πάνω σ' αγάλματα και μαρμαρένιες πλάκες, αφιερώματα στον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, της Φ. Εταιρείας, και το μεγάλο δωρητή Κωνσταντίνο Αγαθόφρωνα Νικολόπουλο, που δε μπόρεσε ποτέ να δει το πατρικό του σπίτι. Μα το αγάπησε τόσο πολύ απ’ τις περιγραφές και μνήμες των δικών του, όταν βρισκόταν παιδί στη Σμύρνη, ώστε το έργο που του πήρε ολάκερη ζωή να το τελειώσει, η συλλογή βιβλίων και σπάνιων εκδόσεων, το χάρισε εκεί, τακτοποιημένο σε κλάδους, που αναφέρονται στην ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική φιλολογία και αρχαιολογία, ιατρική, νομική, μαθηματικά, γεωργία και περιηγήσεις, με σπάνιες εκδόσεις του Βατικανού, της Βενετίας, Γαλλίας απ’ το  1500.
Όπως μου είπαν τα σπίτια ακόμα κρύβουν στις φαρδιές τις κάμαρες, με τα ζωγραφιστά ταβάνια, αριστουργήματα, έπιπλα, εικόνες και χαλιά.

ΝΑΟΣ  ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΥ  ΑΠΟΛΛΩΝΑ


Ο δρόμος που σε πάει στον Επικούρειο είναι στεγνός από το πράσινο, που ακολουθάει τον επισκέπτη από την πρώτη τη στιγμή που θα πατήσει στην Ολυμπία. Σκαμμένος στα βουνό, σα φίδι, γυροφέρνει ως το ναό, κάπου 20 λεφτά με τ' αυτοκίνητο απ’ την 'Ανδρίτσαινα, με φούντες, ξεραμένα σκίντα και κάνα δυο καστανιές, μοναδικά ίχνη ζωής. Τοπίο απρόσμενο, που γοητεύει η αγριάδα του κι' η βουβαμάρα του η θολή απ’ την παχιά ομίχλη που συνηθίζει να κατεβαίνει απ’ τα βουνά και να σκεπάζει κάθε κομμάτι, έτσι που το οικοδόμημα να χάνεται τελείως στην άπλα μιας πλαγιάς που είναι στημένο. Κι' αν έχει ήλιο, καίγεται από τη ζέστη, και κάθε βήμα τσουρουφλίζεται, χωρίς σκιά, για ανάπαυση, παρά απ’ τις κολώνες του ναού, που ξεπετάγονται άξαφνα, μοναχική φιγούρα του μεγαλείου που έσβησε. Δεν ήταν έτσι όταν οι πέτρες οι πελώριες καβάλαγαν τις ράχες χιλιάδων δούλων, τότε που χτίστηκε ο ναός απ’ τον 'Ικτίνο.


Είχε ζωές ο τόπος μέσα του, προσκυνητές, εμπόρους, ντόπιους κατοίκους των χωριών. Όσοι δεν ξέρουν τίποτα για το Ναό (το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων) αναρωτιούνται με θαυμασμό πώς βρέθηκε το αριστούργημα σ' αυτά τα μέρη, που στις πλαγιές του, παίζοντας ο ήλιος φτιάχνει αριστουργήματα, που σ' άλλα μέρη τα λεν ώρες ανατολής κι' ώρες δύσης, πώς ο 'Ικτίνος στέριωσε το αρχιτεκτονικό του ταλέντο, υστέρα από τον Παρθενώνα, κρατώντας στις παλάμες του, καθώς τον έχτιζε, τη σταθερή την ομορφιά της λιτότητας, φυτεύοντας την στις μακρινές του Παρθενώνα Βάσσες πάνω στην πέτρα, τούτη τη φορά, τη σκυθρωπή, μουντόχρωμο πωρόλιθο. Παίρνει διαστάσεις μαγικές, αλλιώτικες το χτίσμα, δέσιμο δύναμης κι' ευαισθησίας, σε τρεις ρυθμούς συνδυασμένος, εξαίρεση στον τρόπο τοποθέτησης από Β. στό Ν. και όχι από Α. στη Δ., όπως συνήθως, χτίζονταν οι ναοί. Αμέσως ύστερα από τις πρώτες ανασκαφές, Άγγλοι και Γάλλοι αρχαιοκάπηλοι σύλησαν το ναό, παίρνοντας την περίφημη Ζωοφόρο κι' άλλα γλυπτά, που τ' αγόρασε η Αγγλία για 19.000 λίρες, και σήμερα κοσμούν την ειδική αίθουσα της Φιγαλίας μέσα στο Βρετανικό  Μουσείο.


Για τη λατρεία του Απόλλωνα χτίστηκε ο ναός, στα μέσα του 5ου αιώνα, υστέρα από το λοιμό. Είναι, όμως, βέβαιο πώς χτίστηκε πάνω σε παλιότερο ναό, του τέλους του 7ου η των αρχών του 6ου, αφού βρέθηκαν κομμάτια της εποχής εκείνης. Ο τελικός ναός έχει εξωτερικά, τη μορφή ενός δωρικού περιπτέρου, μα με πολλές ιδιορρυθμίες που φανερώνουν τη δυνατότητα του Ικτίνου που κατασκεύασε δυο ναούς αριστουργήματα με τόσες διαφορές ανάμεσα τους. Μεσα στο ναό, λένε, ότι υπήρχε μεγάλο άγαλμα του Απόλλωνα, που πάνω του έπεφτε ο ήλιος, καθώς ανέτελλε και σκορπιζόταν ύστερα στους κάμπους και στ' απρόσιτα φαράγγια της Νέδας. Το ίδιο άγαλμα χαρίσανε οι Φιγαλιείς στης Μεγαλόπολης την αγορά.
50.000.000 δρχ. εγκρίθηκαν για αναστήλωση. Και ειδική επιτροπή μελετάει, τα επιστημονικά στοιχεία και τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Προς το παρόν, υποστυλώματα π’ άρχιζαν να σαπίζουν. Πριν λίγα χρόνια έπεσε μια κολώνα. Ακόμα κάτω είναι. Η πέτρα φταίει, λένε οι ειδικοί, κι' ορισμένα σημεία έχουν πάθει τόση ζημιά, πουνάναι προβληματική η συντήρηση τους. Πάντως στο σχέδιο «διάσωση» θα συμπαρασταθεί και η Ουνέσκο. "Αν, βέβαια, προλάβει !.. (σημ. kgrek. Η αναστήλωση του ναού τελικά υλοποιήθηκε).

ANΩ ΦΙΓΑΛΙΑ   (ΠΑΥΛΙΤΣΑ)


Λείπαν στο θέρο οι χωρικοί και το χωριό έμοιαζε νεκρωμένο. Μήτε θορύβους άκουγες, μήτε αλόγων χλιμιντρίσματα, ουτ' ένας άνθρωπος. Ανοίξαμε τις καγκελόπορτες, μπήκαμε μέσα, για να πιστέψω κι' εγώ κι' άλλοι που βρεθήκανε μαζί μου, ότι είναι αλήθεια και όχι όνειρο της παιδικής μου ηλικίας αυτό που χρόνια τώρα θυμόμουνα, πώς σ' αυλές σπαρμένα κιονόκρανα φύτρωναν, σε τοίχους πλάκες με γραφές, χτισμένες μαζί με πέτρες, σε κήπους τάφοι αρχαίοι, που οι νοικοκύρηδες τρίβαν τ' αλάτι και για γουδί το χέρι μιας υγείας, αγάλματος που βρέθηκε, όπως κι' άλλα πολλά στο όργωμα, στο σκάψιμο, στον τρύγο.
Ακόμα είναι στις αυλές τα κιονόκρανα. Ακόμα κάτω απ’ τη συκιά, στον έρημο κήπο του Κων. Παναγόπουλου βρίσκεται η πέτρα, που κάποιο κορμί σκέπαζε πριν βρεθεί εκεί για να τρίβεται αλάτι στην λεία ράχη της. Μονάχα της υγείας το χέρι λείπει. Κάποιος το πούλησε και, φυσικά, όχι σε Μουσείο. Και το καλύβι του Ζ. Θεοχάρη, το κτισμένο με μαρμαράγλυπττη πλάκα, με κάποιο μήνυμα απάνω χαραγμένο, ακόμα στέκει. Δεν πρέπει νάναι συνηθισμένη μια τέτοια εικόνα, όπου οι θησαυροί περνούν σε πέμπτη μοίρα και γίνονται «οικοσκευές», η στύλοι για να δεθεί το χάμουρο του άλογου. Λίγο πιο έξω από το χωριό, ερείπια από το ναό της Δήμητρας. Και με το νύχι σου ακόμα να σκαλίσεις όλα αυτά τα μέρη, σίγουρα μύθοι και ιστορίες θα φάνουν, άγάλματα, αγγεία, ποιος ξέρει ακόμα τί, αφού εκεί βρισκόταν τ' ονομαστό βασίλειο της Φιγαλίας, που οι κάτοικοι της έχτισαν τον Επικούρειο, και που κυριαρχούσαν, πολιτικά, σ' ολάκερη την περιοχή του Κωτυλίου. Απ’ το ναό ξεκίναγε δρόμος φαρδύς για το βασίλειο, που ίχνη του σώζονται σε μικρά τμήματα Β.Δ. του μνημείου. Κι' όλο αυτό το θησαυρό το κράτος τον παραπετάει, χωρίς ποτέ στους οδηγούς, στα ταξιδιωτικά, να τον προβάλλει ιδιαίτερα, με φροντίδα του μοναδική, τον διορισμένο ντόπιο φύλακα, που προσπαθεί μονάχος του να προστατέψει το χώμα το πολύτιμο απ’ τους αρχαιοκάπηλους και τους βανδαλιστές της άγνοιας, που η αξίνα τους μπορεί να βρει ένα άγαλμα καθώς σκαλίζει και να το σπάσει, στην καλύτερη περίπτωση. Ακόμα και το Βυζαντινό το εκκλησάκι με τις διατηρημένες ελαιογραφίες, αυτός πρέπει να το ξελογγώνει, για να μη χαθεί τελείως από τους θάμνους και τ' αγκάθια τα ψηλά σα δέντρα. Το ξέρουν άραγες οι ειδικοί πώς κάπου αυτός ο μόνος φύλακας στηλώνει το εκκλησάκι για να μη σωριαστεί, πέτρα στις πέτρες, τις ταφόπετρες;

 Κρήνη Αρχαίας Φιγαλίας

Κι' είναι γνωστό ότι σε τούτο το λιγόψυχο χωριό, τον περασμένο αιώνα γινόταν λαθρεμπόριο αρχαίων λειψάνων και πιο πολύ νομισμάτων, που άφησαν εκεί οι διάφοροι προσκυνητές ταυ 'Απόλλωνα, στον Επικούρειο. Όταν φαινόταν ξένος στο χωριό, οι ντόπιοι τρέχαν με χαρά και τον ρωτούσαν, αν θέλει ν’ αγοράσει, για δυο δεκάρες φυσικά, «μαρτζέλια», αρχαία νομίσματα.
Στη γη της Φιγαλίας έφτασε η Δήμητρα μαζί και η Περσεφόνη, απ’ τις ακτές του κόλπου της Κυπαρισσίας, περνώντας το ιστορικό ποτάμι Νέδα. Εκεί μεγάλωσε η Περσεφόνη, μαζί με τις Νύμφες, κόρες του Δία, και κει την άρπαξε ο Πλούτωνας, μόλις το χέρι της ακούμπησε το νάρκισσο, που ξεχώριζε στους όμορφους, λουλουδιστούς αγρούς της Φιγαλίας.
Η Φιγαλία, το βασίλειο, ιδρύθηκε όπως μας λέει η παράδοση από τον Φίγαλο, γιο του Λυκάονα. Κτισμένο σε κοιλάδα, περιβαλλόταν από βουνά και βαθιές χαράδρες, και το τείχος με τους πύργους του, η Ακρόπολη της Φιγαλίας, απ’ τον 6ο π.χ. αιώνα σώζεται ακόμα σ' όλη του, σχεδόν, την έκταση σε αρκετό ύψος. Η αρχαία πόλη είναι σήμερα θαμμένη κάτω απ’ το χωριό, που είναι μάλιστα κτισμένο πάνω στην αγορά, το πιο λαμπρό κτίσμα του βασιλείου, με τις στοές και τις κιονοστοιχίες, τους ανδριάντες και το άγαλμα του διάσημου Αρρακίωνα, που δυο φορές νίκησε στο Παγκράτιο άθλημα.
Ήταν ονομαστή για τις πανάρχαιες λατρείες και ιερά της, που ακόμα δεν έχουν εντοπιστεί, όπως της Δήμητρας Μέλαινης που λατρευόταν σε σπηλιά, κοντά στη Νέδα, και το λατρευτικό της άγαλμα της έδινε με αλογίσια κεφαλή, ιερότατο σύμβολο της Μυθολογίας, της Σωτείρας Αρτέμιδος, του Ακρατοφόρου Διόνυσου, με τ' άγαλμα του, της Ευρυνόμης, του Ερμή, με τ' άγαλμα του στην αγορά, μα και για τα διάφορα κτίσματα της, την Αγορά, το Στάδιο, το Γυμναστήριο και τόσα άλλα σκορπισμένα εκεί που μοναχά ο θόρυβος της ανατολής κι' ο θόρυβος της δύσης σήμερα ακούγονται.
Αυτά, κι' άλλα, τόσα πολλά, για το ταξίδι τούτο, που φέρνει μέσα του στιγμές π’ αλλάζουν, με συγκινήσεις μπόλικες, απλές, καθημερινές, μα πάντα όμορφες. Που τόσο τις ζητάμε στη τσιμεντένια μας ζωή, στο καυσαέριο.

Πάνθεον Αυγ. 1976


Πηγή: