-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη : Πάσχα Ρωμέικο






Πάσχα Ρωμέικο
 
Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη*
Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
 
'Οταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
 
Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κέρκυρα·  όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αουστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierre = Sir Peter).
 
Είχε γνωρίσει επίσης τον Σολωμό (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
 
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεως του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλε ποτέ και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσισνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.
 
«Ιλ τραδιτόρε νσν α κομπασσιον» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατέλειας. «Ουδ' η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.
 
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέίκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
 
Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτους παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικούς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
 
Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφιών. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πλήρωση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
 
Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.
 
Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.
 
Και όμως ήτο... δυτικός!
 
Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέίκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τίνων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.
 
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκύνηση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.
 
Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Άγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.
 
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέοτρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
 
Εκεί ακούει όπισθεν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψούμενης σκανδάλης φονικού όπλου.
 
Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, τουκάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
 
Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
 
-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...
 
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλα δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
 
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
 
-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
 
-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
 
-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;
 
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.
 
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθας του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.
 
Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
 
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλεφτώ, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
 
Ο χωρικός εκάγχασε.
 
-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
 
-Απ' την Αθήνα.
 
-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;
 
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.
 
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
 
-Να φχαριστάς, καϋμένε...
 
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!
 
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
 
-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
 
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
 
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολιού, κ' έγινεν άφαντος.
 
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.
 
Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
 
Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.
 
*O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) από τους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους, γεννήθηκε και πέθανε στη Σκιάθο. Μικρό μέρος των μαθητικών του χρόνων τα έζησε στον Πειραιά.
 

ΠΗΓΕΣ:
Πειραϊκά Γράμματα_Νο 79 σελ. 15-17
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, Εκδ. Δομός, 1982
Αγαπημένες Ιστορίες για το Πάσχα, εκδόσεις Μίνωας
http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr/
http://www.cretalive.gr/culture/view/ta-paramuthia-tou-sabbatou-pascha-rwmeiko-tou-alejandrou-papadiamanth/158722
https://www.thinkfree.gr/πάσχα-ρωμέικο-του-αλέξανδρου-παπαδια/

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Τάσος Βουρνάς : ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΞΥΛΟΓΡΑΦΙΑ ΕΥΘΥΜΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
 



ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
 
Μιλούν ο Μάρκος Αυγέρης και  η «Μικρά Κούλα» των «Τραγουδιών του Θεού»
 
Γράφει ο Τάσος Βουρνάς
 
Ο Παπαδιαμάντης! Το Όνομά του και μόνο μας φέρνει πίσω στις παιδικές μας μνήμες, στο αναγνωστικό των νέων ελληνικών, πού οι σκυθρωπές, κατά τ' άλλα, σελίδες του φωτίζονταν από το ανέσπερο φως του «Φτωχού Αγίου», του βοσκού που οι «Αγαρηνοί αλαλάζοντες» τον έσφαξαν—μάρτυρα αυτόν του γένους — κοντά στα μπεντένια του παλιού χωρίου, του Κάστρου της Σκιάθος. Και το ανυπέρβλητο, το πνευματικό αυτό τοπίο, το καθαγιασμένο με το αίμα του «πτωχού αιπόλου (γιδοβοσκού)», μας ξαναφέρνει στη μνήμη τη μορφή του δημιουργού του. Ό κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα εταστικά (διερευνητικά) μάτια, περνά, ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθήσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια  του  θεού».
 
Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων   γενεών   η   ειδή (μορφή)   του   Παπαδιαμάντη.
 
Ασκητικός,   πτωχαλαζών (πτωχός και αλαζόνας),   αμίλητος   με   την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.  Φέτος πε­νήντα χρόνια από το θάνατο του η μνήμη μας τον ανακαλεί εντονώτερα κ' η ανανέωση της επαφής  μας  με το έργο του γίνεται  πνευματική   ανάγκη.
 
Αναμνήσεις τον Μάρκου Αυγέρη
Περνούν τα χρόνια.  Απ' όσους τον γνώρισαν λίγοι ζουν ανάμεσα μας. Οι περισσότεροι έφυγαν για τον ασφόδελον λειμώνα, όπου απέδρα πάσα λύπη, πόνος και στεναγμός. Η ζωή προχωρεί αμείλιχτη, δεν έχει συναισθηματισμούς. Η τρελλή νεότητα της εποχής του Παπαδιαμάντη έφυγε για πάντα και μόνο μερικοί σεβάσμιοι πρεσβύτες σαν τον Μάρκο Αυγέρη, το «γιατρό» των γραμμάτων μας, βρίσκονται ακόμα -ευτυχώς! -ανάμεσα μας για να μας ανιστορήσουν την επική εκείνη εποχή για την πνευματική μας παράδοση.
 
Βρήκαμε το γιατρό ένα πρωί στο σπίτι του, ζωηρό, γιομάτο πνευματικές ανησυχίες και με το αιώνιο νεανικό του κέφι. Ακούγοντας το σκοπό της επίσκεψης μας - αναμνήσεις από τον Παπαδιαμάντη! - παίρνει φωτιά με  το  πρώτο.
 
Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και ή μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη πού τον ήξαιρα από το έργο του και  από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα  πολλές φορές στη Δεξαμενή, άλλα δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο πού ξεμάλλιαζε τις πελώριες λευκές της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κύρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατα του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού πού έμοιαζε   με   πατερίτσα   Ιερατική.
 
- Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένοιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.
Αύτη ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλωσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κι όλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» πού είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσοκόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης  τάχε διαβάσει.
 
Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό  και  πάντα σύμφωνα   με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό  με συμπαθούσε  και   με  καλούσε  να  τον  συντροφεύω   στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια, από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε  με κάποιο δέος.
 
Ένα επεισόδιο με το Βάρναλη
 
—Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ό Παπαδιαμάντης, πού τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί καθώς πήγα να τον καλημερίσω  στο   καφενείο.
 
-Διάβασες το  χρονογράφημα  του Μίλτου στο «Άστυ»;
 
Δεν το είχα διαβάσει. Μού ‘δωσε την εφημερίδα κ' εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:
 
— Ε,  δεν είναι έκτακτο;
 
Δεν μου είχε πολυαρέσει, ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα  μαζί του.
 
—Ωραίο είναι!
 
—Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία,  ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.
 
—Τι  διαβάζεις;   με ρώτησε.
 
Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας  ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά   αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!
 
—Γκέον, γκέον, γκέον! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον   είδα   έτσι  οργισμένο.
 
—Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.
 
—Γνωστός    μου...ψέλισα...ποιητής!...
 
Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε!
 
— Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... Και  απομακρύνθηκε  αγαναχτησμένος.
 
Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», πού όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αύτη η αδίστακτη μποεμαρία της Δεξαμενής, πού δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους τού λαού, πού κάθονταν στο τραπέζι του — ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τόπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.
 
Η «μικρά Κούλα» και τα «Τραγούδια του Θεού»
 Η «μικρά Κούλα» και η μητέρα της Πολυξένη Μπούκη, 
την εποχή πού πέθανε ο Άλ. Παπαδιαμάντης (1911).


Σ’ ένα ταπεινό και πρόσχαρο σπιτάκι της λαϊκής συνοικίας των Πετραλώνων συναντήσαμε μια ηρωίδα του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι υπόθεση φανταστική όσα θα σας αφηγηθώ εδώ, είναι πραγματικότητα πού ξεπερνά και το  πιο   θαυμαστό   παραμύθι.
 
Δεν υπάρχει αναγνώστης και φίλος του έργου του Παπαδιαμάντη πού ν’ αγνοεί το μικρό και τρυφερό διήγημα του «Τα τραγούδια του Θεού». Ως τώρα πιστεύαμε όλοι ότι το αφήγημα εκείνο περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός πού συνέβη μέσα στο στενό φιλικό κύκλο του Σκιαθίτη διηγηματογράφου. Είναι γνωστό πώς ο Παπαδιαμάντης συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς με τον κυρ Νίκο το Μπούκη, έμπορο-μανάβη της Λαχαναγοράς και τη γυναίκα του Πολυξένη. Απλοί και ταπεινοί άνθρωποι, ενορίτες στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισαίου στό Μοναστηράκι, όπου ο Παπαδιαμάντης έψελνε, είχαν γνωριστεί μαζύ του κ’ είχαν δεθεί με θερμή φιλία. Στο σπίτι του Νικόλα του Μπούκη εύρισκε ο Παπαδιαμάντης τη θερμή οικογενειακή ατμόσφαιρα που του έλειπε.
 
Στο ταπεινό σπιτάκι τους μέσα σ’ ένα αδιέξοδο δρομάκι της οδού Σαλαμίνος φιλοξενούνταν συχνά. Εκεί έτρωγε, εκεί έγραφε, εκεί ξεκουραζόταν.
 
Το ζευγάρι των λαϊκών αυτών ανθρώπων είχε και μια κορούλα, εφτά χρονών τότε, την «μικράν Αγγελικούλαν». Αλλα και το «θυγάτριον μικράν Κούλαν», που ο Παπαδιαμάντης τη λάτρευε    κυριολεκτικά.     Άλλα    και     το    «θυγάτριον» έτρεφε αισθήματα αγάπης στο μπάρμπα-Αλέξαντρο που τραγουδούσε «τα τραγούδια του Θεού», όπως έλεγε την ψαλτική του Παπαδιαμάντη στην παιδική της γλώσσα.
 
Του   μικρού αυτού  κοριτσιού το θάνατο και το    ξόδι    έχει    περιγράψει    με   σπαραγμό ο Παπαδιαμάντης   στο   διήγημα   του   «Τα   τραγούδια του Θεού»  και  όλοι  ως  τώρα πιστεύαμε ότι   πραγματικά  το   κοριτσάκι   εκείνο πέθανε.  Έ, λοιπόν, η «μικρά Αγγελικούλα» του  Μπούκη ζει και βασιλεύει!   Είναι Η κυρία Αγγελική  Κ.   μητέρα  ενός  φίλου και  συνεργάτη  μας.   Ζωηρή,   λιγνή   και   κοντακιανή   γριούλα, εξήντα   ενός  χρόνων   σήμερα,   με   δέχτηκε  στο απλό σπιτικό των Πετραλώνων όπου ζει με το μικρότερο γιό της και τη νύφη της και με πολλή   προθυμία   μας   αφηγήθηκε   τις   αναμνήσεις της από τον   Παπαδιαμάντη.
 
Η «μικρά Κούλα» το 1961
—Ώστε  ζείτε,  κυρία   Αγγελική!
 
— Όπως   βλέπετε...Ζω   και   γερνάω!
 
—Ο κυρ Αλέξαντρος, λοιπόν, σας πέθανε στο χαρτί, σε ηλικία εφτά χρονών. . .
 
Η συμπαθέστατη κυρία Αγγελική χαμογελάει:
 
—Όσο θυμάμαι τη φασαρία πού του έκανε   η   μακαρίτισσα   η   μάνα   μου...
 
—Αφηγηθείτε μας, λοιπόν, την παράδοξη αυτή  Ιστορία...
 
—Ήταν, όπως άκουσα από τη μάνα μου ένα πρωινό χειμωνιάτικο. Η μακαρίτισσα καθόταν    στην    αυλή    του    σπιτιού    και    καθάριζε χόρτα, όταν χτυπάει η πόρτα και καταφθάνει μια κουμπάρα μας από τα Σεπόλια, η Αγγελική η Βίδαινα. Ο πατέρας μου κ’ η μάνα μου είχαν πολλές τέτοιες κουμπαριές στα γύρω της Αθήνας. Μπήκε, λοιπόν, ή κουμπάρα σαστισμένη και κοιτούσε γύρω-γύρω σαν κάτι νάψαχνε. Ή μάνα μου παραξενεύτηκε !
 
—Καλό στην κουμπάρα, κάθησε. Πώς κι’ αυτό;
 
— Ε, κάνει η άλλη με μισή φωνή, πέρασα να  σάς   δω...Τι   κάνετε;
 
—-Καλά, απαντάει  η  μάνα .
 
—Τί κάνει η Κούλα; ρωτάει δειλά η κουμπάρα.
 
—Καλά είναι, όπου νάναι θάρθει από τα σχολειό.
 
Η κουμπάρα καθόταν στα καρφιά. Απάνω στην ώρα χτυπάει πάλι ή πόρτα και φανερώνεται  άλλη  κουμπάρα.
 
—Κουμπάρα μου, καλώς σάς βρήκα, κάνει κι αυτή με ψεύτικο χαμόγελο. Πώς τα πάτε; Καλά, λέει η μάνα μου και σαστίζει περισσότερο. 
 
—Τι κάνει το παιδί;
 
—Καλά, όπου νάναι θάρθει! . .
 
Πήγε ή μακαρίτισσα μέσα να της φέρει καρέκλα κ’ οι δυο κουμπάρες έσκυψαν τα κεφάλια τους και κάτι μουρμούριζαν η μια στην άλλη. Το αυτί της μάνας μου άρπαξε τις λέξεις!
 
—Τόχασε, φαίνεται, το μυαλό από τη λύπη  την πολλή!...
 
—Δε μου λέτε, εσείς, τις ρώτησε νευριασμένη   πια,   τι  πάθατε;   Τι   συμβαίνει;
 
—Κουμπάρα, κάνει η μια κομπιάζοντας, είσαι  βέβαιη  ότι  το παιδί  είναι  καλά;
 
—Χριστός και Παναγιά, λαχτάρισε ή μακαρίτισσα, έπαθε τίποτα στο σχολείο και μου το κρύβετε;
 
—Ποιο σχολείο;   Δεν. . .   πέθανε χτες;
 
—Κουνήσου, χριστιανή μου, από τη θέση σου!   Τι σου ήρθε;
 
 Το σπίτι των Μπούκη στο αδιέξοδο της οδού Σαλαμίνος


—Έμενα  μου ήρθε; νεύριασε η άλλη. Δεν κοιτάς τι γράφει στην εφημερίδα ο μπαρμπ' Αλέξαντρος; της ξεδίπλωσε την εφημερίδα «Ομόνοια» όπου ο Παπαδιαμάντης δημοσίευε το διήγημα του «Τα τραγούδια του θεού».
 
Η  μάνα μου γίνηκε  μπαρούτι.
 
—Μπα που να φάει το κεφάλι του, ό καταραμένος!  Μπα, πού μου πέθανε το παιδί! . . .
 
Κατά τη μία το μεσημέρι ήρθε στο σπίτι ο Παπαδιαμάντης. Η μακαρίτισσα τον έπιασε απ' τα μούτρα.
 
—Τι σ' έπιασε, χριστιανέ μου, στα καλά καθούμενα, κ' έγραψες στις 'φημερίδες Ότι μάς πέθανε το παιδί;  Τρελλάθηκες;
 
Ο    Παπαδιαμάντης   χαμογέλασε:
 
—Μη φοβάσαι Πολυξένη! Το παιδί δεν παθαίνει τίποτα! Ζει και θα ζήσει πολλά χρόνια!   Άκου  με πού στο λέω!
 
Με τα πολλά μαλάκωσε τη μακαρίτισσα. Ωστόσο για πολλές μέρες έφταναν στο σπίτι συγγενείς και φίλοι να συλλυπηθούν τη μάνα μου για το. . . θάνατο μου. Και κάθε φορά ή μακαρίτισσα νεύριαζε και τάβαζε με το μπαρμπ' Αλέξαντρο.
 
—Από τις παιδικές σας αναμνήσεις έχετε να  μας  πείτε τίποτα για τον   Παπαδιαμάντη;
 
 Ή μικρή αυλή όπου έγραφε ο Παπαδιαμάντης όταν έγινε το επεισόδιο με  το τόπι.


—Βέβαια, λέει η κυρία Αγγελική. Θυμάμαι ένα πρωινό στην αυλή μας εγώ έπαιζα τόπι κι ο μπαρμπ' Αλέξαντρος έγραφε. Το τόπι τον ενοχλούσε και δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί. 
 
—Πάψε,  Κούλα!   μου κάνει.
 
Μαζεύτηκα.   Πέρασε   λίγη   ώρα,   ξεθάρρεψα και  ξανάρχισα.
 
— Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. . . Και κοπανούσα το τόπι  στις πλάκες.
 
—Πάψε,  Κούλα!
 
Πάλι μαζεύτηκα. Άλλα, σε λίγο, ξανάρχισα.
 
-Σκάσε, λοιπόν, Κούλα! μου κάνει θυμωμένος.
 
Η μάνα μου, που παιδευόταν στην κουζίνα, το άκουσε και της κακοφάνηκε.
 
—Να σκάσεις εσύ μπαρμπ’ Αλέξαντρε! του λέει  θυμωμένη.
 
Ο μπάρμπ' Αλέξαντρος αιφνιδιάστηκε από την κουβέντα της μάνας μου. Σηκώθηκε μάζεψε τα χαρτιά του, φόρεσε το καπέλλο του δρασκέλισε την πόρτα και έφυγε.
 
Η μάνα μου τάχασε με το φευγιό του και για να ξεσπάσει μ’ άρπαξε εμένα και άρχισε να  μου δίνει  της  χρονιάς  μου.
 
Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι ο Παπαδιαμάντης ξαναγύρισε. Ταπεινός, μετανοιωμένος για το φέρσιμο του, χριστιανός στα αισθήματα του, πήγε και ζήτησε συγγνώμη της μάνας μου, αφού πρώτα, εννοείται, με απόσπασε από τα χέρια της. Κ’ εκείνη, πού του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, συγκινήθηκε αφάνταστα και άρχισε να τον παρακαλεί αύτη πιά να τη συχώρεσε για την κουβέντα της. Ήταν μια σκηνή, που την έζησα και δεν θα την ξεχάσω ποτέ».
 
ΤΑΣΟΣ ΒΟΥΡΝΑΣ (1961)
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ/ τ. 73-74 / Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1961

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ (21.6.1905 - 15.4.1980)


ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ
 
Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (γαλλικά: Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - 15 Απριλίου 1980) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης, κριτικός και πολιτικός ακτιβιστής, ο κυριότερος εκπρόσωπος του φιλοσοφικού υπαρξισμού και φαινομενολογίας, καθώς και υποστηρικτής της πολιτικής θεωρίας του Μαρξισμού. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος υπήρξε ένας εσωτερικά στρατευμένος καλλιτέχνης (όχι όμως και στρατευμένος από κάποιο κράτος ή καθεστώς) στηρίζοντας τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Στις δυτικές χώρες του ασκήθηκε έντονη κριτική για την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις της εποχής, όπως αυτές του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα, του Μάο στην Κίνα, καθώς και των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη, αλλά και εντός της Γαλλίας για την υποστήριξη των Αλγερινών επαναστατών έναντι των γαλλικών στρατευμάτων κατά τον πόλεμο της Αλγερίας.
 
Ο Σαρτρ είναι επίσης γνωστός για την ανοικτή σχέση που διατηρούσε με την διάσημη θεωρητικό του φεμινισμού και φιλόσοφο-μυθιστοριογράφο, Σιμόν ντε Μποβουάρ. Αχώριστοι πάνω από μισό αιώνα και οι δύο μαζί αμφισβήτησαν τις κοινωνικές και πολιτισμικές συμβάσεις του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, το οποίο θεωρούσαν μεγαλοαστικό και ρηχό (μπουρζουά) ως προς τον τρόπο ζωής και σκέψης. 
 
 
Η σύγκρουση μεταξύ της καταδυναστευτικής, και πνευματικά καταστροφικής συμμόρφωσης με το κατεστημένο, και η αναζήτηση του αυθεντικού τρόπου του υπάρχειν αποτέλεσε την κύρια θεματολογία της πρώιμης περιόδου του Σαρτρ, το οποίο και αποτύπωσε στο κύριο φιλοσοφικό του έργο με τίτλο «Το είναι και το μηδέν» (L'Être et le Néant) το οποίο εκδόθηκε το 1943, ενώ άλλα σημαντικά φιλοσοφικά έργα του αποτελούν το «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός» (L'existentialisme est un humanisme) του 1946, και «η Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (La Critique de la raison dialectique) του 1960. 
 
Στο μέλλον θα διαρκεί το παρελθόν του. Τα έργα του λαμπρού μυαλού του θα συνεχίσουν την πορεία τους, μέσα στο χώρο των υπαρξιστών, πού στη δικιά του εποχή απέδωσαν περισσότερο σε λογοτεχνική υφή, παρά σε φιλοσοφικές πραγματείες.
ΣΑΡΤΡ Ο ΒΙΑΙΟΣ
 
 
Γιος μηχανικού, σπούδασε στην ECOLE NORMALE SUPERIEURE, κι' αργότερα έγινε καθηγητής φιλοσοφίας, στη Χάβρη και στο Παρίσι. Τις μέρες του πολέμου, της Κατοχής, o Σαρτρ ανακαλύπτει τα πολιτικά και πνευματικά προβλήματα, μέλος o ίδιος της αντίστασης. Αδιάλλακτος αριστερός, το '64 αρνιέται το βραβείο Νόμπελ με καυτερές δηλώσεις, π' αναστατώνουν τον πνευματικό, μα και τον απλό κόσμο της εποχής εκείνης. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είναι κοντά στη σύντροφο και στενή του συνεργάτισσα, την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, τρία χρόνια μικρότερη του, συγγραφέα, πού συμμερίζεται τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις, και πού έγινε παγκόσμια γνωστή με το «Δεύτερο φύλο», στα 1949, βιβλίο γραμμένο για την κατάσταση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία. Στο σπίτι της, περνάει ακόμα τα ήσυχα του βράδια, ακούγοντας μαζί της μουσική, πριν πάει για ύπνο στις δωδεκάμισι, συνήθεια κι' αυτή μιας ζωής γεμάτης τάξη, όπου η νέα βδομάδα κυλάει ακριβώς όπως κι' η προηγούμενη. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι απαιτείται αυτή η τάξη, για να μπορείς να γράφεις με τρόπο παραγωγικό. Ξυπνάει στις 8.30, βλέπει την Μπωβουάρ και τους άλλους συνεργάτες, μιλούν για τις τηλεοπτικές ομιλίες, τρώει στη μπυραρία της γειτονιάς του κατά τις δυό, περνάει από το καφενείο «Ελευθερία», ένα όνομα πού τόσο πολύ του πάει, κάπου διακόσια μέτρα από το σπίτι του, στο Μονπαρνάς.
 
 Ο Σαρτρ μαζί με την Σιμόν ντε Μποβουάρ στο Πεκίνο, 1955
 
Στο καφενείο του «Κουπόλ» και στους «Τρεις Σωματοφύλακες», ο ίδιος ομολόγησε πώς γράφτηκε το πιο μεγάλο μέρος απ' την «Αναστολή», το «Όν και μη Όν».
 
Σε μια συνέντευξη του, μερικά χρόνια πριν πεθάνει, στο γαλλικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», είπε ότι ένοιωθε αχρηστευμένος, αφού ένα χιλιόμετρο μόνο μπορούσε να περπατήσει, ότι μονάχα με πολύ νεώτερους του μπορούσε να συνεννοείται και όχι με ανθρώπους της δικιάς του ηλικίας, πού είναι γέροι και βαρετοί, κι' ακόμα δεν λυπόταν για το ότι υπήρξε, ενώ τώρα πλέον δεν υπήρχε, αφού δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τίποτε, έκτος απ' το να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί όσες δυνάμεις τ' απέμεναν.
 
Από μικρό παιδί, αρνήθηκε πεισματικά ν' ακολουθήσει την αστική νοοτροπία των γονιών του και των γύρω του, στήνοντας το ανάστημα του φράγμα στο  παραδοσιακό  κοινωνικό κύκλωμα,  πού   προσπαθούσε κι' αυτόν να τον ρουφήξει, όπως και άλλους, μα που το μόνο πού κατόρθωσε ήταν απ' το μικρόσωμο, μελαχρινό αγόρι, να πεταχτεί ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ο ίδιος ο Ντε Γκώλ, όταν, στενός του συνεργάτης, επέμενε να τον συλλάβουν, αυτόν τον άθεο, τον έδιωξε, λέγοντας άξαφνα: «Ο Σαρτρ, είναι η Γαλλία», αναγνωρίζοντας τη θέση πού πραγματικά του ανήκει, χωρίς να επηρεαστεί απ' την κατηγορία ότι  αυτός υποκινούσε φοιτητικές ταραχές.
 
Κι' είναι αλήθεια, πώς κανείς Γάλλος δεν είχε τόσο κύρος, στην 25ετία πού ακολούθησε τον πόλεμο.
 
Η οικογενειακή κατάσταση του συγγραφέα, τον ενοχλεί. Ο ίδιος παραδέχεται ότι «σκεπάζει» κάθε πτυχή, ακόμα και στις «Λέξεις», την αυτοβιογραφία του. Γιατί ποτέ σαν έφηβος δεν μπόρεσε να αγαπήσει, κατ' εντολή, τον πατριό του, παρ' όλο πού προσπάθησε πολλές φορές να γίνει φίλος του. Το μόνο πού κατάφερνε ο έφηβος Σαρτρ, ήταν ή μόνιμη ριζική διαφωνία, σε κάθε είδους συζήτηση με τον καινούργιο άντρα της μητέρας του.
 
Απ' το σχολειό της Λά Ροσέλ, βρέθηκε στο Παρίσι, αφού στο σπίτι του δημιουργήθηκε θύελλα, όταν μαθεύτηκε πώς ξάφριζε κανονικά τη μάνα του. Εκεί, άρχισε να αναπτύσσεται ο σημερινός φιλόσοφος, και στην Εκόλ Νορμάλ βρήκε τη σχέση του με την πραγματικότητα. Όταν σε μια συνέντευξη τον ρώτησαν αν είναι με τη βία, απάντησε ότι την θεωρεί σα μόνη λύση για να βγούμε από τη σημερινή κατάσταση, όχι μονάχα με την παραδοσιακή κομμουνιστική βία,    απέναντι     στην καπιταλιστική κοινωνία, άλλα με την βία των αληθινά επαναστατών, ενάντια στους ψευτοεπαναστάτες, όπως κατάντησαν να είναι σήμερα οι κομμουνιστές.
 
 O Ζαν-Πωλ Σαρτρ με την Σιμόν ντε Μποβουάρ και τον Τσε Γκεβάρα σε συνάντηση το 1960 στην Κούβα
 
Το 1953, προσέγγισε τον κομμουνισμό. Τέσσερα χρόνια έμεινε κοντά τους, αλλά  όπως ο ίδιος τόνισε σ' άλλη συνέντευξη, οι ιδέες του δεν ήταν σαν τις δικές τους και το ήξεραν.
 
«Μάντευαν πώς αν ξεσπούσε ένα περιστατικό σαν της Βουδαπέστης (σημ. kgrek εννοούσε την Ουγγρική επανάσταση του 1956 υπό τον Νάγκυ),  θα  τους παράταγα.   Πράγμα που  έκανα».
 
Ο Μαρξισμός, μέχρι που άρχισε ο πόλεμος, τον ενοχλούσε, και δεν μπορούσε να συμβιβαστεί, κι’ όλοι του έλεγαν πώς δεν τα ήξερε όλα κι' ότι έπρεπε να μάθει πολλά ακόμα. Διάβαζε Μαρξ ή μαρξιστικά έργα, μα δεν τα συγκρατούσε, δεν μπορούσε να τα καταλάβει. Στη διάρκεια της Κατοχής, άρχισε να νοιώθει, γιομίζοντας ντουζίνες τα τετράδια με σημειώσεις, πού δυστυχώς για εκείνον, μα και για μάς, χάθηκαν. Σήμερα πιστεύει ότι ο Μαρξισμός εκφράστηκε σωστά στο σοβιετικό σύστημα και ότι δεν παραποιήθηκε από αυτό. Στο βιβλίο του ο «Επαναστατημένος άνθρωπος», λέει ότι αυτό πού μάς χρειάζεται σήμερα, είναι μια άλλη σκέψη, πού να υπολογίζει τον Μαρξισμό για να μπορέσει να τον ξεπεράσει, για να τον απορρίψει και να τον ξαναπάρει, να τον τυλίξει μέσα της. Η προϋπόθεση αυτή, για τον Σαρτρ, είναι απαραίτητη για να φτάσουμε σ' ένα αληθινό σοσιαλισμό.
 
ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ  (EXISTENSIALISME)
 
Πρωτοσέλιδο άρθρο του Σαρτρ στην εφημερίδα Le Combat
 
Ενώ άλλοι φιλόσοφοι θεωρήθηκαν θεμελιωτές του υπαρξισμού, ο Σαρτρ ήταν αυτός που τον έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε το ομώνυμα γαλλικό κίνημα, υποστηρίζοντας και εικονογραφώντας τις ιδέες του με πληθώρα έργων από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ο Υπαρξισμός (existentialisme) είναι το κίνημα της σκέψης που προέβαλε την ύπαρξη (existence) σε αντιπαραβολή και αντίθεση με την ουσία (essence). Η τελευταία αντιμετωπίστηκε ως απατηλό δημιούργημα του φιλοσοφικού στοχασμού που παρέβλεπε μέχρι τότε το άμεσο και οδυνηρό δεδομένο της ύπαρξης. Ο Σαρτρ ανέφερε χαρακτηριστικά με παιγνιώδες ύφος στα γαλλικά «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» («L’existence précède l’essence»).
 
Συνοψίζοντας τελείως επιγραμματικά τα βασικά σημεία της θεωρίας του, ο Σαρτρ υποστήριξε την ανυπαρξία του θείου και τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής του ατόμου. Είπε για τον άνθρωπο πως « είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος» και τον έφερε αντιμέτωπο με τις πράξεις του, αποδίδοντάς του την αποκλειστική ευθύνη για αυτές. Άλλωστε θεωρούσε ότι ανεξαρτήτως των συνθηκών καθένας κρίνεται μόνο από τις πράξεις του, που επιπλέον είναι και μη αναστρέψιμες. Εξάλλου η -συχνά εφιαλτική- κρίση των άλλων μόνο σε αυτές μπορεί να βασιστεί και όχι στις προθέσεις ενός ατόμου. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Η πρωτοτυπία του, σύμφωνα με τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ ήταν το εξαιρετικό βάρος που έδινε στην πραγματικότητα, παρόλο που παραδεχόταν ταυτόχρονα την τρομερή ανεξαρτησία της συνείδησης. 
 
Μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ό Σαρτρ κινιόταν μέσα στους φιλοσοφικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Αργότερα έγινε ένα πνευματικό φαινόμενο με ευρύτερη σημασία, μ' επίδραση πάνω στα ήθη, κυρίως στη Γερμανία, πού η στρατιωτική καταστροφή, η κατάρρευση κάθε καθημερινής αξίας και ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης του 1929, έστρεψαν τον κόσμο στον υπαρξισμό.
 
Την ίδια αυτή περίοδο ο υπαρξισμός διασπάστηκε σε δυο βασικά ρεύματα, το θρησκευτικό - χριστιανικό (Μπερντιάγεφ, Σεστώφ, Μαρσέλ), πού αν και τόνιζε την αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο, επαναλάμβανε τα θέματα της παραδοσιακής πνευματοκρατίας με την απολύτρωση, και τη σωτηρία των ψυχών, και το αθεϊστικό ρεύμα, με στοιχεία μηδενιστικά, με κύρια του έκφραση το «Είναι και Χρόνος» του Χάιντεγκερ. Ύστερα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο γίνεται φαινόμενο περισσότερο λογοτεχνικό και   των ηθών.   Τότε παρουσιάστηκαν και τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα, σε μυθιστορήματα και σε θεατρικά έργα, απ' τον Καμύ, τον Ανοΰϊγ και τον Σαρτρ. Απ' τους κυριότερους ερμηνευτές του υπαρξισμού, έκτος απ' τον Πασκάλ και τον Νίτσε, πού ασχολούνται καθαρά με την φιλοσοφία, θεωρούνται και οι συγγραφείς Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, πού μέσα στο έργο τους ο ανθρώπινος παράγοντας σπαράζει απ' την ανησυχία και τον προβληματισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον Κάφκα, η καταδίκη πλανιέται σε κάθε βήμα τ’ ανθρώπου, πού την περιμένει, χωρίς να 'χει κάνει τίποτα κακό, κι’ η ανασφάλεια για τη ζωή, στραγγαλίζει την αισιοδοξία.
 
ΕΡΓΑ ΑΘΑΝΑΤΑ
 

 Η Γαλλία τιμά τον Σάτρ. Πρόεδρος Στρατηγός Ντε Γκωλ :
 "«Ο Σαρτρ, είναι η Γαλλία»"
 
Οι φιλοσοφικές ιδέες του Σαρτρ, διαμορφώθηκαν αρχικά απ' την επίδραση, της φαινομενολογίας του Χιούσσερλ. Κι' απ' τα έργα τούτης της περιόδου ξεχωρίζουν η «Φαντασία», 1936, το «Διάγραμμα μιας θεωρίας των συγκινήσεων», 1939, το «Φανταστικό, φαινομενολογική ψυχολογία της φαντασίας», 1940. 
 
Το πιο σημαντικό του όμως έργο, το «Είναι και το μηδέν», είναι υπαρξιακό, βαθύτατα επηρεασμένο απ' τον Χάιντεγκερ, πού μαζί με τον Γιάσπερς και τον ίδιο τον Σαρτρ, θεωρούνται οι μεγάλοι εκπρόσωποι του νεώτερου υπαρξισμού. Το 1946 κυκλοφόρησε μια σύντομη μελέτη, ό «Υπαρξισμός είναι Ουμανισμός» κι' ύστερα από πολλά χρόνια, το 1960, το τεράστιο έργο του, «Κριτική της διαλεκτικής λογικής».
 
Από τα πρώτα του βιβλία ξεχωρίζει η λογοτεχνική του διάθεση, πού καθιερώνεται στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα, όπου οι βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του βρίσκουν σάρκα και οστά στα πρόσωπα των ηρώων. Απ' τα διηγήματα του και τα μυθιστορήματα του είναι η «Ναυτία», '38, ο «Τοίχος», '39, και η σειρά «Οι δρόμοι της Ελευθερίας», πού περιλαμβάνει τα έργα «Η ηλικία της λογικής», '45, «Οι Αναστολές», '45, «Ο θάνατος είναι μέσα στην ψυχή», '49, και απ' τα θεατρικά του, πού περιστρέφονται γύρω απ' την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, πού κερδίζεται με τον παραμερισμό των ηθικών άξιων, οι «Μύγες» τού '43, πού κατόρθωσαν να ξεγελάσουν την γερμανική λογοκρισία, με υπόθεση τοποθετημένη στο αρχαίο Άργος, ένα κομμάτι - ύμνος στην ελευθερία, το μονόπρακτο «Κεκλεισμένων των θυρών», πού παίχτηκε στα '44, συμβολιστική παρουσίαση της κόλασης με τη μορφή ενός γυμνού δωματίου, μέσα στο όποιο ζουν τρεις άνθρωποι καταδικασμένοι για πάντα να δέχονται ο ένας την παρουσία του άλλου, με διάχυτη την αίσθηση ότι τα πρόσωπα είναι μέσα στη φυλακή των ιδεών, τα «Βρώμικα χέρια», '48, «Οι καταδικασμένοι της Αλτόνα», '60, και μια διασκευή των «Τρωάδων», στα '65. Τα δοκιμιογραφικά του έργα είναι «Ο Άγιος Γενέσιος, ηθοποιός και μάρτυρας», '52, «Το υπερβατό του Εγώ», «Καταστάσεις»  και το αυτοβιογραφικό «Οι Λέξεις», '64.
 
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Σαρτρ, σαν ερμηνευτής της τόσο βαθιάς αποσύνθεσης και της κρίσης των καθιερωμένων άξιων, έδωσε όλη του τη σκέψη και την πλούσια λογοτεχνική του παραγωγικότητα σε μια πολεμική, ενάντια στον αστισμό, στον μικροαστό πού χωμένος βαθιά στο σύστημα δέχεται τις αξίες του, χωρίς να τολμάει να τις αμφισβητήσει.
 
ΠΛΗΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ
 
Φιλμ φωτογράφου όπου περιέχονται οι φωτογραφίες του Σαρτρ και της Μποβουάρ, του Φιντέλ Κάστρο


Ο Σάτρ συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα του Μάη του '68 στους δρόμους, στα αμφιθέατρα καθώς και στα μέσα ενημέρωσης. Παίρνει συνέντευξη από τον Ντανιέλ Κον Μπεντίτ για το περιοδικό le Nouvel Observateur, προσφέροντάς του την ευκαιρία να εξηγήσει καλύτερα το κίνημα του Μάη.
 
Μετά τα ιστορικά γεγονότα του Μάη του '68, ο Σαρτρ προσεγγίζει με συμπάθεια την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς, τους οποίους δήλωσε ότι στηρίζει στον αγώνα τους. Όλη αυτή η ιστορία είχε ξεκινήσει με τη διαφωνία του σε ορισμένα θέματα με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και έτσι είδε με συμπάθεια την προσπάθεια των Μαοϊκών, καθώς ήταν οι μόνοι κομμουνιστές που διαφοροποιούνταν από την επίσημη γραμμή των υπόλοιπων κομμουνιστικών κομμάτων ανά τον κόσμο. Σε δήλωσή του μετά από χρόνια δήλωσε ότι ήταν και παραμένει Αναρχικός, άγνωστο από πότε.
 
Καταπονημένος από τις πνευματικές και σωματικές υπερβολές -πίνει, καπνίζει, λαμβάνει ναρκωτικές ουσίες- το Μάρτιο του 1972 έχει ένα σοβαρό επεισόδιο που τον αφήνει σχεδόν τυφλό και τον υποχρεώνει να υποταχθεί στο τέλος του παραγωγικού του έργου. Παρόλα αυτά προσλαμβάνει ως γραμματέα τον Μπενύ Λεβί, ένα νεαρό στέλεχος μαοϊστικής νεολαίας που θα εκδώσει τις συζητήσεις που είχε μαζί με τον φιλόσοφο και τον Φιλίπ Γκαβί σε βιβλίο.
 
Ο τάφος του Σαρτρ και της Μπωβουάρ
 
 
Εξακολουθεί να επεμβαίνει στη δημόσια ζωή για διαφορετικά θέματα που του κεντρίζουν κατά καιρούς την προσοχή και τον πείθουν ότι αξίζουν υποστήριξης: επισκέπτεται τον Αντρέα Μπάαντερ (ηγετικό μέλος της Ρ.Α.Φ.), την Πορτογαλία κατά τη διάρκεια της επανάστασης των γαρυφάλλων, υπογράφει δηλώσεις και διοργανώνει συναντήσεις για την απελευθέρωση Σοβιετικών αντιφρονούντων, ζητάει από τον Βαλερί Ζισκάρ Ντ' Εστέν να δεχθεί τους πρόσφυγες από την Ινδοκίνα και γράφεται στην επιτροπή υποστήριξης του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Προς το τέλος της ζωής του επιδεικνύει ένα έντονο ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, ανεξάρτητο από πολιτικούς συσχετισμούς.
 
Πεθαίνει στις 15 Απριλίου 1980 σε ηλικία 75 ετών στο Παρίσι από πνευμονικό οίδημα. Στην κηδεία του, που έγινε στις 19 Απριλίου 1980, συνέρρευσαν 50.000 άνθρωποι για να τιμήσουν τελευταία φορά τον μεγάλο φιλόσοφο. Η τελευταία κατοικία του Σαρτρ και της συντρόφου του Σιμόν ντε Μπωβουάρ, βρίσκεται στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι.
 
Από άρθρο της Φωτεινής Ανδρέου – Πιπιλή στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ ΓΥΝΑΙΚΑ του Αυγ. 1967 και σε βιογραφικές πληροφορίες για την ζωή και το έργο του από το διαδίκτυο.