-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Η Ανάσταση του Λαζάρου από την αρχαιότητα στην χριστιανική εποχή



Η Ανάσταση του Λαζάρου από την αρχαιότητα στον χριστιανισμό


Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:

Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: « Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν».

Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». 

Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: « Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».

Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: «Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».

Να λοιπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξεκινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.

( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55).

Πρωταρχικές και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές


Στον Χριστιανισμό η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές. Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».

Η ανάσταση του Λαζάρου και η Ελληνιστική Αίγυπτος



Η ανάσταση του Λαζάρου γινόταν στην Ελληνιστική Αίγυπτο ως μία έκδοση του Μυστηρίου της Ανάστασης που γινόταν στα Ελευσίνια Μυστήρια. Η διαφορά είναι πως οι Έλληνες δεχόνταν την Μετανσάρκωση αλλά οι Αιγύπτιοι μόνο μία ζωή, και έτσι διαφοροποιήθηκαν στην ερμηνεία της Ανάστασης και προώθησαν τα μυστήρια του Λαζάρου όπου ο Λάζαρος είναι η Αιγυπτιακή μούμια! 

Εκτός τούτου, καθώς το αντικείμενο είναι Αιγυπτιακό, είναι πιθανόν ότι το όνομα προέρχεται από τα Αιγυπτιακά. Εάν συμβαίνει αυτό, Λαζ (ισοδυναμο με το Ras) σημαίνει εγείρομαι, ενώ αρού είναι η μούμια. Και με το Ελληνικό σίγμα (ς) έχουμε Λάζαρος. Υπάρχει και μία δεύτερη άποψη: Λας=λίθος-ύλη, άρω=σηκώνομαι Στην πορεία της εξανθρωπίσεως του μύθου, η τυπική αναπαράσταση της ανάστασης που υπήρχε στους τάφους της Ρώμης και της Αιγύπτου, γίνεται η ιστορία του Λαζάρου, που αναστήθηκε εκ νεκρών.

Οι τιμημένοι νεκροί, οι οποίοι ανασταίνονται ως οπαδοί του 'Ωρου-Μακερού, του Λόγου της Αληθείας. Ma-Kheru είναι ο όρος που αποδίδεται πάντοτε στους πιστούς εκείνους οι οποίοι εκέρδισαν το στέμμα της ζωής και το φορούν στη γιορτή που ονομάζεται "Ελθετε προς εμέ" - μία πρόσκληση από τον 'Ωρο, τον Δικαιωτή, προς εκείνους που είναι οι "Ευλογημένοι του πατέρα του, του 'Οσιρι" - εκείνοι που, έχοντας κάνει τον Λόγο της Αληθείας νόμο της ζωής τους, έγιναν οι δικαιωμένοι - οι χρηστοί, πάνω στη Γη.


Η ανάσταση του Λαζάρου από την αρχαιότητα στο σήμερα




Στη Λέσβο, τη Θράκη, τη Σκύρο, την Κρήτη, την Κύπρο κ.α. υπάρχουν έθιμα που αναπαριστούν την ανάσταση του Λαζάρου, συνδεμένα με την πάλη ανάμεσα στο Χειμώνα και την Άνοιξη.

Στους Ρωμαίους συναντάμε τη θεά Φλώρα (ή Χλωρίδα). Η θεά της Άνοιξης έκανε τα λουλούδια να ανθίζουν και τους αγρούς να καρποφορούν. Στην αρχή του Μαΐου διοργάνωναν τα Φλωράλια, γιορτή προς τιμήν της Θεάς, που χάριζε στους ανθρώπους και στη φύση την άνθηση, την νιότη και τον έρωτα.

Στους Φινλανδούς υπήρχε ένα θεϊκό ζευγάρι ο Ράουμ και η Ούκκο που κάθε χρόνο την άνοιξη γιόρταζαν τον ιερό τους γάμο, μετά από τον οποίο καρποφορούσαν οι αγροί. Το χειμώνα οι σκοτεινές δυνάμεις τους χώριζαν και την άνοιξη έσμιγαν ξανά.

Στην αρχαία Ελλάδα η εναλλαγή των εποχών του χρόνου σχετιζόταν με τον μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης. Ο Άδης έκλεψε την Περσεφόνη για να την κάνει σύζυγό του. Η Δήμητρα όμως μαράζωνε από την θλίψη της και έψαχνε παντού την κόρη της, μαζί της όμως μαράζωνε και η φύση, πενθούσε μαζί της. Όταν κατάλαβε ότι η Περσεφόνη είναι στον Άδη την διεκδίκησε, όμως ο Άδης δεν ήταν διατεθειμένος να την αφήσει. Έτσι ο Δίας αποφάσισε η Περσεφόνη μισό χρόνο να μένει με τον Άδη στον κάτω κόσμο(Φθινόπωρο – Χειμώνας) και μισό χρόνο να επιστρέφει στη μητέρα της στον επάνω κόσμο(Άνοιξη – Καλοκαίρι).

Βλέπουμε δηλαδή ότι πολλοί μύθοι της Άνοιξης σχετίζονται με τον θάνατο και την ανάσταση κάποιου θεού, γεγονός που συμβολίζει τον ερχομό της Άνοιξης που σηματοδοτεί η εαρινή ισημερία. Συμβολισμός που σχετίζεται με την εναλλαγή των εποχών, τον θάνατο και την αναγέννηση της φύσης.

Όπως η φύση «κοιμάται» κατά την διάρκεια του χειμώνα και αναγγενάται την άνοιξη έτσι και ο πνευματικός μας εαυτός, αυτός ο ιερός εσώτερος εαυτός μας πέφτει σε λίθη, σταυρώνεται στην ύλη και τα πάθη του φυσικού μας σώματος που ικανοποιούνται με τις πέντε αισθήσεις μας. Χρειάζεται λοιπόν να θυμηθούμε την ύπαρξη αυτού του άλλου μας εαυτού, και να προσπαθήσουμε να τον αναγεννήσουμε όπως ξαναζωντανεύει η φύση την Άνοιξη, αναστένεται ο Λάζαρος, ανεβαίνει στον επάνω κόσμο η Περσεφόνη. Και αυτό μπορεί να γίνει με την συνειδοτοποίηση των συναισθημάτων μας, την επίγνωση αυτών την στιγμή που γεννιούνται και τον λόγο γέννησής τους, την κρίση των πράξεων μας κάθε στιγμή και βέβαια με την προσπάθεια μας να έρθουμε σε επαφή με αυτόν το Ιερό Φίλο με Προσευχή και Διαλογισμό!

O Λάζαρος τελικά ως θνητός πεθαίνει. Ο λυτρωτικός Λόγος μένει.

από τον Ιστοχώρο: Ενορία των Αγίων Πάντων Μακεδονίτισσα

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Κείον το νόμιμον

Κείον το νόμιμον κατά την αρχαιότητα
 
Με το υποδειγματικό πολιτικό σύστημα της αρχαίας Κέω ασχολήθηκε και ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης στο σύγγραμμά του «Κείων Πολιτεία», του οποίου όμως διασώζεται ένα μόνο απόσπασμα. Από την Κέα καταγόταν κι ο νομοθέτης Αριστείδης, ένας από τους εφτά μεγάλους σοφούς της αρχαιότητας, που φημιζόταν σε όλη την επικράτεια για τους πρότυπους κι αυστηρούς του νόμους. Ένας από αυτούς ήταν το «Κείον το νόμιμον», ένα ιδιάζον έθιμο -μοναδικό στον ελλαδικό χώρο- που διατηρήθηκε μέχρι την επικράτηση του χριστιανισμού (3ο αι. π.Χ.). Σύμφωνα με αυτό, όσοι υπερέβαιναν το 60ο έτος της ηλικίας τους «αυτεκωνιάζοντο», αυτοκτονούσαν δηλ. με κώνειο από το φυτό Μανδραγόρας. Ο πολίτης που ένιωθε ότι δεν είναι πλέον χρήσιμος στην κοινωνία λόγω γήρατος όφειλε να εκθέσει στους άρχοντες της πολιτείας τους λόγους της απόφασής του, ώστε να του δοθεί άδεια αυτοκτονίας. Παρουσία των συμπολιτών του και μετά από εορταστική ιεροτελεστία, εκτελούσε το χρέος του, πίνοντας πρόθυμα το κώνειο. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν τόσο η ανάγκη για εξασφάλιση τροφής για τους νεώτερους -σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι έφταναν σε μεγάλη ηλικία λόγω καλού κλίματος- όσο κι η επιθυμία των ίδιων των πολιτών να αποχωρούν ακμαίοι κι υπερήφανοι. Σύμφωνα με την ιστορία, το τζιώτικο κώνειο ήταν αυτό που πήρε κι ο Σωκράτης για να φύγει από τη ζωή.
Επιβιώσεις εκ του νόμου αυτού
 
Αράχωβα: Ο Γεροντόβραχος
μια κορυφή της Λιάκουρας του Παρνασσού
 

 
Σύρος: Το Γερούσι

Ύδρα: Ο Ζαστάς και το καλάθι

 
 
«Ήξεραν για τον θάνατο, όμως δεν τους τάραζε. Οι γέροι πέθαιναν ήσυχα, όπως όταν κανείς αποκοιμιέται, τριγυρισμένοι από φίλους, που τους αποχαιρετούσαν και τους κατευόδωναν με χαμόγελα. Δεν έκλαιγαν, γιατί δεν είχαν απώλεια. Ο θάνατος ήταν γι’ αυτούς το ήσυχο τέλος των ήσυχων ερώτων τους. Είχαν έτσι, νομίζω μεγάλη επικοινωνία με τους νεκρούς. Δεν καταλάβαιναν γιατί τους ρωτούσα για την αιώνια ζωή. Ήταν φανερό ότι δεν τους απασχολούσαν τέτοια ερωτήματα, γιατί πίστευαν ακράδαντα σε αυτήν».
 
Φ. Ντοστογιέφσκυ «Το όνειρο ενός γελοίου», 1877
μτφρ. Ά.-Σ. Τζίμα.
 
Ο Έλληνας δεν θέλει έναν ταπεινωτικό και αναξιοπρεπή θάνατο, και προ παντός δεν θέλει κλάματα, λυγμούς και οδυρμούς στον θάνατό του, αλλά χαρές, γέλια και χορούς. Το αποτυπώνει υπέροχα ο θαυμάσιος λαϊκός ποιητής και στιχουργός, Κώστας Βίρβος:
 
Όταν πεθάνω σ’ ένα γλέντι μια βραδιά
να μην κλάψτε, μα τραγούδια να μου πείτε..
Και στον σταυρό μου να μου γράψετε, παιδιά,
ένας μπατίρης ευτυχής ενθάδε κείται.
Ενθάδε κείται ο μπατίρης ο Λουκάς,
που είπε τούτη την κουβέντα την μεγάλη:
Πως τα λεφτά σου, όσο ζεις, αν δεν τα φας,
όταν πεθάνεις, θα στα φάνε κάποιοι άλλοι…
Γι’ αυτό γλεντήστε μέσ’ στον ψεύτικο ντουνιά,
μη σας σκλαβώνει η κακία και το χρήμα
και να θυμάστε την κουβέντα του Λουκά
πως «ούτε φράγκο δε θα πάρετε στο μνήμα»…
 
 
Τους στίχους αυτού του Κώστα Βίρβου, έντυσε με μουσική ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, και τους ερμήνευσε, το 1972.
 
 
Πηγές :

 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Οι βίγλες και η αφή των πυρών


Φρυκτωρία
Η μεταβίβαση της πληροφορίας γίνεται με τη χρήση πυρσών κατά τη διάρκεια της νύχτας (φρυκτός=πυρσός και ώρα = φροντίδα)
 
Οι βίγλες και η αφή των πυρών
 
Η αφή των πυρών, παρουσιάζεται σαν τελετουργικό στοιχείο, σε όλους τους αρχαίους λαούς. Η ζωοδότρα φωτιά, το μεγάλο μυστικό των θεών, που το έκλεψε ο αγαθός Τιτάνας Προμηθέας και το φανέρωσε στους ανθρώπους, φωτίζοντας με αυτήν τα σκοτάδια τους. Τα έξω και τα μέσα σκοτάδια τους.
 
Η φωτιά υπήρξε η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη του ανθρώπου, που τον έφερε κοντά στις τέχνες, του αποκάλυψε τα μυστικά της κατεργασίας των μετάλλων και τον έμπασε στον υπέροχο κόσμο της γνώσης και του πολιτισμού. Η φωτιά που χαρίζει τη ζωή και σκορπά το φως. Η φωτιά που μαζεύει τις νυχτιές γύρω της, το γένος, τη φυλή, την οικογένεια. Η φωτιά που την ξανασυναντάμε και στο έθιμο του Κλείδωνα.
 
Η φωτιά, απετέλεσε και ένα από τα πρώτα μέσα που χρησιμοποίησαν οι άνθρωποι για τη μεταξύ τους επικοινωνία. Όσο οι κοινωνίες αναπτύσσονταν, αναπτύσσονταν και οι σχέσεις τους και κατά συνέπεια και τα μέσα επικοινωνίας τους. Οι αρχαίοι Έλληνες, χρησιμοποίησαν τις πυρές, για τη μεταφορά μηνυμάτων. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, ονομάζονταν, φρυκτωρίες. Σαφείς αναφορές για το γεγονός αυτό, έχουμε στην Ιλιάδα:
 
".... άμα δι' πελίω καταδύντι
πυρσοί τε φλεγέθουσιν επήτριμοι υψόσε
δ' αυγή γίνεται αίσσουσα, περικτιόνεσσι ιδέσθαι...."
 
Φαίνεται λοιπόν πως από κείνη ακόμα την εποχή, έχουμε δίκτυα μετάδοσης πύρινων σημάτων μέσω σταθμών αναμετάδοσης σε βουνοκορφές, τα λεγόμενα φρυκτωρία.
Στοιχεία για το γεγονός αυτό, αντλούμε από τον "Αγαμέμνωνα" του Αισχύλου, όπου περιγράφεται αναλυτικά, όλο το δίκτυο των φρυκτωρείων, μέσω του οποίου έφτασε το μήνυμα της πτώσης της Τροίας, από τα παράλια της Μ. Ασίας, στις Μυκήνες: Ίδα (Μ. Ασίας), Ερμαίο Λήμνου, Άθως, Μάκιστο (πρόκειται για το σημερινό Καντήλι Ευβοίας), Μεσσάπιο (της Στ. Ελλάδας, που βρίσκεται ανάμεσα στη λίμνη της Υλίκης και τον πορθμό του Ευρίπου), Κιθαιρώνας, Αιγίπλαγκτο Μεγαρίδας (πιθανότατα τα σημερινά Γεράνεια), Αραχναίο, παλάτι Μυκηνών.
 
 
Από το 1195 π.χ., οι φρυκτωρίες, αναπτύχθηκαν ακόμη παραπέρα με τις επινοήσεις του Παλαμήδη και του Σίνωνα. Τώρα πια δεν έχουμε μετάδοση σημάτων με απλό άναμμα ή σβήσιμο της φωτιάς, αλλά έχει αναπτυχθεί σύστημα κωδίκων. 
 
Το μεγαλύτερο άλμα στις τηλεπικοινωνίες του αρχαιοελληνικού κόσμου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.χ. αιώνα από τους Κλεοξένη και Δημόκλειτο, οι οποίοι ανακάλυψαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα τηλεπικοινωνίας μέσω των φρυκτωριών, που τους κατατάσσει στους προδρόμους του σύγχρονου οπτικού τηλέγραφου και του κώδικα σημάτων Μόρς.
 
Το σύστημα αυτό, λειτουργούσε ως εξής:
 
Το αλφάβητο χωριζόταν σε 5 κατηγορίες (γραμμές), που η κάθε μία από αυτές, περιέχει 5 γράμματα (εξαιρείται η 5η κατηγορία που έχει 4 γράμματα). Η κάθε κατηγορία, αντιπροσώπευε και μία ξεχωριστή πλάκα:
 
Πρώτα, ανάβονταν εκατέρωθεν δύο αναγνωριστικοί πυρσοί, για να ετοιμαστεί ο δέκτης και να καταλάβει ο πομπός, ότι ο δέκτης είναι έτοιμος να λάβει το μήνυμα. Μετά, έσβηναν αυτοί οι πυρσοί και άρχιζε η διαδικασία της μετάδοσης του μηνύματος. 
 
 
Το σήμα χωρίζονταν σε δύο μέρη: Το αριστερό και το δεξί.
 
Στο ένα (αριστερό), άναβαν τόσους πυρσούς, όσους χρειάζονταν για να υποδείξουν τον αριθμό της πλάκας (π.χ. δύο πυρσοί, συνεπώς 2η πλάκα).
 
Στο άλλο (δεξιό), άναβαν τους πυρσούς που υπέδειχναν τον αριθμό του γράμματος της πλάκας (π.χ. τέσσερις πυρσοί, συνεπώς το 4ο γράμμα). Το 4ο γράμμα της 2ης πλάκας, είναι το Ι. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούσαν να μεταδίδουν οποιοδήποτε μήνυμα. 
 
Στα φρυκτωρία, υπήρχαν ειδικά κατασκευασμένες διόπτρες, για να ξεχωρίζουν το αριστερό από το δεξιό τμήμα του μηνύματος.
 
Σημαντική επίσης ανακάλυψη, ήταν το σύστημα του υδραυλικού τηλέγραφου, που επινοήθηκε το 362 π.χ. από τον Αινεία τον Τακτικό. Αυτό, στηρίζονταν στην εξής βασική αρχή: Οι δύο ανταποκριτές, ανοίγοντας και κλείνοντας ταυτόχρονα τα στόμια αγγείων του ιδίου μεγέθους και με την ίδια στάθμη ύδατος, μπορούσαν από τη στάθμη του νερού, να μεταφέρουν -ο ένας στον άλλο- πολύτιμες αριθμητικές πληροφορίες, με βάση έναν πρωκαθορισμένο κώδικα και κλίμακα. Το σύνθημα του ταυτόχρονου ανοίγματος και κλεισίματος των κρουνών που υπήρχαν στη βάση των αγγείων, δίνονταν πάλι με τις πυρές. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούσαν να μεταδοθούν αξιόπιστες αριθμητικές πληροφορίες (π.χ. αριθμός στρατιωτών ή πλοίων του εχθρού).
 
Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι -σύμφωνα με τις έρευνες του δρα Κ. Θεοφάνη Μανιά- πολλές θέσεις των ιερών των πόλεων και των μνημείων της αρχαίας Ελλάδας, δεν ήταν τυχαίες, αλλά καθορισμένες με βάση γεωμετρικές και αστρονομικές μετρήσεις. Βέβαια, οι θέσεις των πόλεων καθορίζονταν και από λόγους οικονομικούς, στρατηγικούς και φυσικογεωγραφικούς. Και αυτές όμως μαζί με τα ιερά, δημιουργούσαν σύνολα ανά τρία, που συνδεόμενα με νοητές γραμμές, σχημάτιζαν ισοσκελή τρίγωνα, τα οποία με τη σειρά τους ανήκαν σε ευρύτερης έκτασης κανονικά πολύγωνα.
 
 
Το σύστημα των φρυκτωριών, εφαρμόστηκε και στην Κίνα, όπου κατά μήκος του Σινικού τείχους, υπήρχαν φρυκτωρεία (βίγλες) για τη μεταφορά μηνυμάτων, κυρίως συναγερμού. 
 
Κατά τους Βυζαντινούς και τους νέους χρόνους, η φρυκτωρία εξακολουθεί να αποτελεί το βασικότερο μέσο τηλεπικοινωνίας. Τα φρυκτωρεία, ονομάζονται τώρα βίγλες και οι άνθρωποι που τις επανδρώνουν, βιγλάτορες.
 
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η βίγλα χρησιμοποιήθηκε από τους πειρατές, που λυμαίνονταν το Αιγαίο. Τα πειρατικά πλοία, καραδοκούσαν σε κάποιους από τους αμέτρητους κρυφούς όρμους των πολυάριθμων νησιών του Αιγαίου. Μόλις ο βιγλάτορας έστελνε το μήνυμα, εφορμούσαν στη λεία τους και έκαναν ρεσάλτο. 
 
Οι βίγλες όμως, υπηρέτησαν και αντίθετους σκοπούς. Ο Γάλλος περιηγητής Guillet, μας περιγράφει τις βίγλες των Αθηναίων, που διατηρούσαν για τον φόβο των πειρατών που λυμαίνονταν ανεξέλεγκτα το Σαρωνικό και οι οποίοι δεν δίσταζαν πολλές φορές, να ανεβαίνουν και στα βουνά, κυνηγώντας τους δύστυχους και ανυπεράσπιστους κατοίκους της Αττικής:
 
 
"Πάνω σ' έναν απόκρημνο βράχο της Πειραϊκής ακτής, υπάρχει παλαιός πύργος ή φανός. Οι Αθηναίοι τον ονομάζουν Πύργο και οι Ιταλοί Torre del fuoco. Οι μόνοι κάτοικοι του Πειραιά, είναι δύο φτωχοί Έλληνες φύλακες του πύργου που έχουν τοποθετηθεί εκεί για να επισημαίνουν την εμφάνιση πειρατών. Την ημέρα υψώνουν μικρή σημαία, όταν διακρίνουν πλοίο και το βράδυ ανάβουν φωτιά. Αυτή η φωτιά καίει όλη τη νύχτα. Στην ακτή, ανά λεύγα υπάρχει παρόμοιος πύργος που τον φρουρούν δύο φύλακες. Όποιος ανακαλύψει πειρατικό πλοίο, ρίχνει αναμμένα δαυλιά από τον πύργο για να ειδοποιήσει τους γειτονικούς βιγλάτορες, κι αυτοί το ίδιο. Μόλις δοθεί αυτό το σύνθημα, όλοι οι κάτοικοι της περιοχής τρέχουν στα όπλα και η είδηση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα ώσπου να μάθουν ποιός πύργος έδωσε πρώτος το μήνυμα για να σπεύσουν σ' αυτό το σημείο. Αν δεν εμφανιστεί πλοίο, η φωτιά καίει κανονικά για να βλέπουν οι κουρσάροι πως η ακτή φρουρείται καλά".
 
Οι φρυκτωρίες πάντως θεωρείται ότι ήταν ένα σύστημα συνεννόησης που πρώτη φορά ευρωπαϊκά και ίσως παγκοσμίως χρησιμοποιήθηκε στη Μινωική Κρήτη την περίοδο των πρώτων ανακτόρων 1900πΧ - 1700πΧ και κατόπιν εγκαταλείφθηκαν με την πρώτη καταστροφή τους, λόγω μάλλον της στροφής των Μινωιτών προς τη θάλασσα.
 
Οι φρυκτωρίες βρίσκονται σε όλη την Κρήτη. Ειδικότερα, στο Καβούσι Ιεράπετρας, η κοντινότερη είναι στην περιοχή Ψείρα, και απέχει περί τα 2 χιλιόμετρα από την πόλη του Αγίου Νικολάου. Ο καθηγητής Ph. Betancourt αναφέρει μια πιθανή φρυκτωρία στο υψηλότερο σημείο του νησιού της Ψείρας. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δεκάδες φρυκτωρίες που έχουν ερευνηθεί και αποδειχτεί από τον αρχαιολόγο Νίκο Παναγιωτάκη. Από το 2015 αναβίωσε το άναμα φωτιών στις δεκάδες φρυκτωρίες της επαρχίας Πεδιάδος Ηρακλείου…
 
 
Κατόπιν στην αρχαία Ελλάδα εφαρμόστηκε το σύστημα των φρυκτωριών. . Ο Αισχύλος στο έργο του Αγαμέμνων περιγράφει την είδηση της πτώσης της Τροίας, η οποία μεταδόθηκε ως τις Μυκήνες με τις φρυκτωρίες. Το σύστημα χρησιμοποιήθηκε για πολλούς αιώνες μέχρι το 1850 αλλά μπορούσε να μεταφέρει μηνύματα μόνο με ένα κοινό κώδικα.
 
Το γεωγραφικό στήσιμο, η κατοχή, η διαχείριση και συντήρηση αυτών των επικοινωνιακών δικτύων από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επικράτηση και την επέκτασή του. Το δίκτυο αυτό χρησιμοποιείτο τόσο κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, όσο και κατά την διάρκεια της ειρήνης, όταν τα νέα και οι διαταγές των αρχόντων έπρεπε να φτάσουν το συντομότερο δυνατό στον προορισμό τους. Κάτι τέτοιο αφορούσε κυρίως τις αυτοκρατορίες, των οποίων οι αχανείς εκτάσεις έκαναν πολύ δύσκολη τη σχετικά γρήγορη ενημέρωση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνεννόησης με οπτικό σήμα φωτιάς συναντάμε στις περιπτώσεις όπου π.χ. η Μήδεια ύψωσε αναμμένο πυρσό για να ειδοποιήσει τους Αργοναύτες να πάνε στην Κολχίδα ή όταν ειδοποιείται με πυρσό ο Αγαμέμνονας για την είσοδο του Δούρειου Ίππου στην Τροία από τον Σίνωνα και με πυρσό που σήκωσε ο ίδιος προς τον ελληνικό στόλο στην Τένεδο δίνοντάς του το σήμα της επιστροφής και κατάληψης της ανοχύρωτης πολιτείας.
 
 
Πολλά από τα φωτεινά σήματα ανταλλάσσονταν τη νύχτα στη θάλασσα μεταξύ πλοίων και ξηράς και γενικά τα περισσότερα από αυτά αντιστοιχούσαν σε προσυμφωνημένα μηνύματα. Τα φωτεινά αυτά σήματα οι Έλληνες τα ονόμαζαν «πυρσούς» ή «φρύκτους» και από εδώ γνωρίζουμε και τους «φίλιους φρύκτους» ή τους «πολέμιους φρύκτους». Συγκεκριμένα όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, όταν στο στρατόπεδο έρχονταν φίλοι, οι στρατιώτες ύψωναν απλώς τους αναμμένους πυρσούς (φίλιοι φρύκτοι), ενώ όταν πλησίαζαν εχθροί, οι πυρσοί ανέμιζαν δεξιά-αριστερά (πολέμιοι φρύκτοι). Οι πυρσοί αυτοί στη διάρκεια της ημέρας απλώς έβγαζαν πολύ καπνό, που σήμαινε ότι χρησιμοποιούσαν εύφλεκτα υλικά, στα οποία πολλοί ιστορικοί αποδίδουν τις λέξεις/φράσεις φρύκτους ανίσχειν, πυρσεύειν, φρυκτωρεύω (γνωστοποιώ είδηση από μεγάλη απόσταση) και φρυκτωρίες.
 
Οι φρυκτωρίες εκμεταλλευόμενες τα νησιά του Αιγαίου και την ορεινή μορφολογία του Ελλαδικού χώρου, χρησιμοποιούν την φωτιά και έναν κώδικα αναπαράστασης γραμμάτων (παρόμοιο του κώδικα Μορς) για την μετάδοση αξιόπιστων μηνυμάτων σε πολλά χιλιόμετρα (έως και 130). Στην ουσία μιλάμε για την προϊστορία του τηλέγραφου. Αν ήταν νύχτα, οι υπεύθυνοι στρατιώτες στην φρυκτωρία (φρυκτωροί) άναβαν λαμπρές φωτιές για την μετάδοση σημάτων, ενώ κατά την διάρκεια της ημέρας χρησιμοποιούσαν πυκνό καπνό. Οι λέξεις καμινοβιγλάτορες και Ωρονόμιο χρησιμοποιούνται για την περιγραφή του συστήματος φρυκτωριών στο κείμενο Οι βυζαντινοί καμινοβιγλάτορες, του Στέλιου Πολυκράτη, που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα "Τηλεπικοινωνίες, Από τις φρυκτωρίες στους δορυφόρους" της εφημερίδας «Καθημερινή», 16.5.1999.
 
 
Σημαντικός σταθμός οπτικών τηλεπικοινωνιών ήταν το «καιροσκοπείο» στην κορυφή του Άθω (κατά τον Αναξίμανδρο) με ιστορία που ξεκινάει από τη Γιγαντομαχία της μυθολογίας. Φρυκτωρία με ξεχωριστή ιστορία είναι και η βουνοκορφή του Μεσσάπιου της Εύβοιας αλλά και του πύργου του Δρακάνου (4ος π.Χ. αιώνας) στη Ανατολική Ικαρία, της Ανάφης, της Γιούχτας (Κνωσός), του ναού του Ποσειδώνα στο Σούνιο, το Άκτιο, το ακρωτήριο του Σίδερο, κ.ά. Πολλά απ' αυτά τα σημεία είναι και σήμερα φάροι.
 
Η μελέτη των φρυκτωριών εμφανίζει αρκετό ενδιαφέρον αλλά και δυσκολία, τόσο γιατί πολλοί από αυτούς τους αρχαίους πύργους έχουν καταστραφεί εντελώς, όσο και γιατί για όσους διασώζονται δεν μας είναι εύκολο να τεκμηριώσουμε την χρήση τους. Τα πράγματα μπερδεύονται ακόμη περισσότερο όταν αναφέρονται και σοβαρές απόψεις για πυραμίδες ή μικρά φρούρια. Έτσι δεν είναι λίγοι οι ερευνητές (Curtius, Donalson, Μanatt) που θεωρούν πως τα ερείπια στο χωριό Ελληνικό, έξω από το Κεφαλάρι του Άργους, δεν είναι πυραμίδα αλλά μία φρυκτωρία. Όσον αφορά στα πολλά μικρά αρχαία κτίσματα στην περιοχή της Αργολίδας, οι ερευνητές τα θεωρούν περισσότερο ως μικρά οχυρά στρατηγικών θέσεων, τα μικρά πολυάνδρια, όπως τα αποκαλεί και ο Παυσανίας, και όχι ως φρυκτωρίες.
 
Πηγές:
Επεξεργασμένο απόσπασμα από κείμενο των Αδ. Παπασάββα, Αλ. Σταθοκώστα και Ν. Μητρόπουλου.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Ο Αίσωπος και οι μύθοι του




Ο Αίσωπος και οι μύθοι του
 
Ο Αίσωπος ο παραμυθάς έζησε περίπου δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς.
 

Ήταν δούλος από την Φρυγία.  Άσχημος και καμπούρης, κουτσός και βραδύγλωσσος,  φτωχός που δεν είχε χρήματα ούτε για λίγο φαΐ.  Είχε όμως πνεύμα ψυχή και φαντασία.
 
Με αυτά τα χαρίσματα απέκτησε την ελευθερία του, την εύνοια των αρχόντων και την προσοχή των φιλοσόφων της εποχής του.  Το σπουδαιότερο από όλα ήταν,  ότι έγινε ο πρώτος,  ο μεγαλύτερος Παραμυθάς στον κόσμο.  Οι Μύθοι του πέρασαν από στόμα σε στόμα,  από μικρούς και μεγάλους, στα μήκη και πλάτη της γης.  Από τότε και μέχρι σήμερα, λαοί μικροί και μεγάλοι διαδίδουν τους λόγους του Αισώπου.
 
Με αυτά τα λόγια ενέπνευσε συγγραφείς και καλλιτέχνες, ηθοποιούς, ζωγράφους, γλύπτες, λογοτέχνες, ανθρώπους των Τεχνών και των γραμμάτων. Αμέτρητα βιβλία σε όλες τις γλώσσες έχουν γραφτεί και εικονογραφηθεί από εμπνευσμένους καλλιτέχνες.  Ακόμη και τα παιδιά από παλιά έως σήμερα ζωγραφίζουν τα παραμύθια του Αισώπου.
 
Ας δούμε όμως αναλυτικότερα την βιογραφία του.
 
 
Ο Αίσωπος (Μεσημβρία Ευξείνου Πόντου, 620 π.Χ. - Δελφοί, 564 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας μυθοποιός και μυθογράφος. Θεωρείται ιδρυτής του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν ακριβείς και συγκεκριμένες πληροφορίες, από πολλούς μάλιστα αμφισβητείται ακόμη και η ύπαρξή του.
 
Είναι ο διασημότερος από τους αρχαίους μυθοποιούς, αναμφισβήτητος πατέρας του αρχαίου μύθου. Θεωρείται επίσης ο κορυφαίος της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας. Δεν έγραψε κανέναν από τους μύθους αλλά τους διηγιόταν προφορικά.
Τη βιογραφία του Αισώπου συνέγραψε τον 14ο μ.Χ. αιώνα ο μοναχός Μάξιμος Πλανούδης και περιέχονται σ' αυτή πολλά ανέκδοτα για τη ζωή και την εν γένει δράση του.
 
Η γέννησή του τοποθετείται τον 7ο αιώνα π.Χ, η δράση του όμως ξεκίνησε τον 6ο αιώνα π.Χ. Όπως συμβαίνει ακριβώς και με την καταγωγή του Ομήρου πολλές πόλεις και χώρες ερίζουν θέλοντάς τον δικό τους: τόπος πάντως καταγωγής του αναφέρεται η Φρυγία, ενώ σύμφωνα μ' άλλους γεννήθηκε στη Σάμο ή τη Θράκη, τις Σάρδεις, την Αίγυπτο ή και άλλες περιοχές της Αφρικής, όπως και στην Αιθιοπία. Το τελευταίο υποστηρίζεται διότι στις ιστορίες του εμφανίζονται ζώα άγνωστα τότε στην Ευρώπη. Ο μεγάλος αριθμός των τόπων αυτών δικαιολογείται και από τα πολλά ταξίδια που φαίνεται να έκανε ο Αίσωπος.
 
Μεταγενέστερες μαρτυρίες τον αναφέρουν να παίρνει μέρος στο συμπόσιο των Επτά σοφών και να ελέγχει με την ευφυολογία και τη σοφία του τους λόγους τους. Επίσης τον φέρουν να ζει στις Σάρδεις στην αυλή του βασιλιά Κροίσου, του οποίου ήταν ευνοούμενος και σύμβουλος.
 
O Αίσωπος ήταν ταπεινής καταγωγής (ο θρύλος τον παρουσιάζει ως κακόμορφο) και πραγματικό τέρας ασχήμιας: μαυριδερός, καμπούρης, τραυλός, κοντόλαιμος, στραβοπόδης με μύτη πλακουτσωτή και κεφάλι τριγωνικό, αλλά παράλληλα ήταν ευφυέστατος. Παρ' ότι όσο ζούσε ήταν δούλος, οι Αθηναίοι του έστησαν αργότερα ανδριάντα, για να δείξουν έτσι ότι κάθε άνθρωπος αξίας πρέπει, ανεξάρτητα από τη καταγωγή του, να τιμάται.
 
Ο Αίσωπος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα, από οικογένεια δούλων, το 625 π.Χ., στο Αμόριο της Φρυγίας, ήταν δούλος του φιλόσοφου Ιάδμονα, έζησε στη Σάμο, ταξίδεψε στην Αίγυπτο και την Ανατολή και πέθανε στους Δελφούς, όπου είχε σταλεί από το βασιλιά Κροίσο γα να λάβει χρησμό του μαντείου το 560 π.Χ. Κατηγορήθηκε για ιεροσυλία και καταδικάστηκε σε θάνατο από ιεροδικαστές. Γκρεμίστηκε δε από τη κορφή του Παρνασσού. Οι εκδοχές ως προς τους λόγους του θανάτου του, είναι αρκετές και διαφορετικές.
 
Σύμφωνα με μια εκδοχή, στάλθηκε από τον Κροίσο με προσφορές δώρων στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπου, βλέποντας τις απάτες των εκεί ιερέων και την απληστία τους, τους κατηγόρησε με σαρκαστικό τρόπο. Εκείνοι, τότε, αποφάσισαν να τον θανατώσουν με δόλο. Πήραν λοιπόν από το ιερό του ναού μια χρυσή φιάλη και την έκρυψαν μες στις αποσκευές του. Στη συνέχεια τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο. Έτσι με τη σκηνοθετημένη κατηγορία τον καταδίκασαν σε θάνατο και τον σκότωσαν ρίχνοντας τον στον γκρεμό από την κορυφή του Παρνασσού, Υάμπεια. Αμέσως μετά τον θάνατό του έπεσε πείνα και δυστυχία στον τόπο.
 
Με βάση μία άλλη εκδοχή, ο Αίσωπος ήταν δούλος κάποιου κτηματία που τον χρησιμοποιούσε σαν βοσκό. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπά άδικα έναν άλλο δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στον κτηματία, που τον πήγε στην αγορά της Εφέσου για να τον πουλήσει. Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από τη Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Στη συνέχεια ο Ξάνθος τον πούλησε στον επίσης Σάμιο σοφό Ιάδμονα. Αυτός εκτιμώντας τα πνευματικά χαρίσματά του και κυρίως την σοφία και την ευφυΐα του, τον απελευθέρωσε.
 
Και στην εκδοχή αυτή το τέλος του περιγράφεται σχεδόν ίδιο με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Ότι δηλαδή κάποτε έφτασε και στη περιοχή των Δελφών κι επισκέφθηκε το περίφημο Μαντείο. Εκεί ειρωνεύτηκε τους ιερείς ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν, και τους κατοίκους, ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τ' αφιερώματα των προσκυνητών. Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδεψαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο. Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδριάδων, κάποια απόκρημνα βράχια, στον Παρνασσό.
 
Σύμφωνα με τη παράδοση, ο Απόλλωνας τους τιμώρησε όλους για την αδικία που διέπραξαν στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισε πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
 
ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ
 
 
Πρωταγωνιστές στους μύθους του Αισώπου είναι, κατά το πλείστον, ορισμένα ζώα, όπως η αλεπού, ο λύκος, το λιοντάρι, το ελάφι κ.ά. Κυρίως είναι διάλογοι μεταξύ ζώων που μιλούν κι ενεργούν σαν άνθρωποι (τα «φωνήεντα ζώα»), ενώ υπάρχουν και μερικοί με ανθρώπους ή θεούς. Πρόκειται για μικρά οικιακά αφηγήματα, διατυπωμένα με μεγάλη συντομία. Ο χαρακτήρας τους είναι ηθικοδιδακτικός, συμβολικός κι αλληγορικός. Οι Μύθοι αυτοί έχουν ιδιαίτερη χάρη, θαυμαστή απλότητα κι άφταστη διδακτικότητα. Είναι παρμένοι από τη καθημερινή ζωή και τη φύση. 
 
Ο Αίσωπος είχε τη μοναδική ικανότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι οι μύθοι του ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί. Βασικό χαρακτηριστικό των διηγήσεών του ήταν το επιμύθιο το οποίο ήταν εύληπτο για τα παιδιά και το λαό.
 
Οι Αισώπειοι Μύθοι (Ασώπου Μθοι) γράφτηκαν σε πεζό λόγο. Ως γνωστό, μέχρι τότε, μόνον ο έμμετρος λόγος, η ποίηση, θεωρούνταν το μοναδικό εκφραστικό είδος για τους συγγραφείς. Συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί κι ως πρωτοπόρος στο είδος του. Ιδεολογία τους είναι η αποδοκιμασία του κακού στις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές του: της βίας, της απάτης, της αυθαιρεσίας, της προδοσίας, της ματαιοδοξίας, της αλαζονείας, της ψευδολογίας, της πλεονεξίας, της πονηριάς. Η αποδοκιμασία επιχειρείται άλλοτε με αναφορά στη Θεία δίκη, άλλοτε με πειστικές υποδείξεις, πιο συχνά όμως με τη διαπίστωση του παραλογισμού του κακού, με τη γελοιοποίηση του καθώς και με τη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής.
 
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Αίσωπος ήταν πολύ γνωστός «λογοποιός». Εκτός από τους μύθους γνώριζε και διηγούνταν πολλά αστεία κι ανέκδοτα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δε δημιούργησε μύθους αλλά τους συγκέντρωσε, τους συμπλήρωσε και τους τελειοποίησε. Αυτοί προέρχονταν είτε από τους αρχαιότερους Έλληνες είτε από άλλους λαούς, όπως οι Φρύγες. Δεν αποκλείεται βέβαια να επινόησε κι ο ίδιος μερικούς απ' αυτούς. Πάντως, τους χρησιμοποίησε πολύ στη ζωή του, με τόση δεξιότητα κι επιτυχία, ώστε να συνδεθεί τελικά το όνομά του μ' αυτούς.
 
Λέγεται πως διηγήθηκε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα τους διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές, απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα. Συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και τη βαθιά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του. Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του για να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα τους. Σιγά σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά.
 
Η έκδοση των μύθων
 
 
Επιλογή μύθων του Αισώπου σε πεζό λόγο εξέδωσε ο Δημήτριος ο Φαληρεύς στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Η συλλογή αυτή δε σώζεται και μόνο ποιητικές επεξεργασίες του Βαβρίου στα ελληνικά, του Φαίδρου στα λατινικά κι άλλων, διέσωσαν το υλικό της επιτομής εκείνης. Όλες οι σωζόμενες σήμερα συλλογές είναι πολύ μεταγενέστερες και προέρχονται από τον 1ο ή 2ο αιώνα κι έπειτα. Οι μύθοι του έχουν συγκεντρωθεί σε «Συλλογή Αισώπειων Μύθων».
 
Πρώτη φορά εκτυπώθηκαν στο Μιλάνο το 1479 μ.Χ., στην Βενετία το 1525 και 1543 από την οικογένεια τυπογράφων Damiano di Santa Maria ενώ ακολούθησε μία έκδοση στο Παρίσι το 1547. Ο Κοραής τους τύπωσε το 1810 στο Παρίσι κι ακολούθησε κριτική έκδοση το 1852 στη Λειψία από τον Χαλμ. Έκτοτε πολλές εκδόσεις παρουσιάστηκαν κι οι Μύθοι πιστεύεται πως έχουν διαβαστεί παγκοσμίως σχεδόν όσο κι η Βίβλος. Η πιο πρόσφατη έκδοση τους έγινε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Penguin (1997) σε 50.000 αντίτυπα. Η απόδοση τους στη νέα ελληνική γλώσσα έγινε από τους Ανδρόνικο Νούκιο και Γεώργιο Αιτωλό, που έζησαν τον 16ο αιώνα.
 
Υπό το όνομα του Αισώπου υπάρχει ένα επίγραμμα στην Παλατινή Ανθολογία (Χ 123).
 

 
Στην Ελλάδα όπως αναφέρει η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ σε παλαιότερο τεύχος του ένθετου ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ ιδρύθηκε το 1992 η εταιρεία «Αίσωπος» και μέλη της είναι οι περισσότεροι έλληνες εικονογράφοι παιδικού βιβλίου. Εκτός από το λεύκωμα με τους εικονογραφημένους μύθους του Αισώπου, έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις, μέσα κι έξω από την Ελλάδα, έχει οργανώσει σεμινάρια για νέους στην εικονογράφηση παιδικού βιβλίου, έχει συμμετάσχει σε πολλές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κ.ά. Με όλα αυτά,  η «Αίσωπος» θέλει, πάνω απ' όλα, να στείλει ένα μήνυμα: Με τα παιδιά όλου του κόσμου, να κρατήσουμε το παραμύθι των πατρίδων μας, τις παραδόσεις και την ιστορία των λαών μας, και επικοινωνώντας ειλικρινά, ειρηνικά και με ομόνοια, μέσα από το Βιβλίο και τη ζωγραφιά, να κρατήσουμε τον πολιτισμό μας.
 
Έτσι σχεδόν 2500 χρόνια μετά ο παλιός παραμυθάς και οι νέοι καλλιτέχνες συναντήθηκαν και «μίλησαν», όπως μόνο οι μεγάλοι παραμυθάδες ξέρουν να επικοινωνούν, χωρίς ο χρόνος να στέκει εμπόδιο ανάμεσα τους. Έφτιαξαν λοιπόν «μαζί» ένα λεύκωμα. Άλλωστε, οι μύθοι του Αισώπου μοιάζουν σα να γράφτηκαν σήμερα και κάθε γενιά τους ανακαλύπτει ξανά και τους αγαπάει με το δικό της τρόπο. Και μη σας παραξενεύει που «βαφτίζουμε» τους εικονογράφους «παραμυθάδες». Αν το καλοσκεφτείτε, έτσι δεν είναι; Από το λεύκωμα τους αυτό δανειστήκαμε σήμερα τους δύο μύθους.
 
Η μαϊμού και η γκαμήλα*
 
 
Μια φορά είχαν μαζευτεί όλα τα ζώα να γλεντήσουν. Σηκώθηκε λοιπόν η μαϊμού να διασκεδάσει τους φίλους της. Τόσο χαριτωμένα ήταν τα πηδήματα της, και τα κουνήματα της τόσο αστεία, που όλα τα ζώα έσκασαν στα γέλια.
 
Και το λιοντάρι ακόμα, ο βασιλιάς τους, άφησε κατά μέρος το σοβαρό του ύφος και είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια.
 
Μόνο της γκαμήλας δεν της άρεσαν τα καμώματα της μαϊμούς. 
 
«Δεν καταλαβαίνω τι αστείο βρίσκετε σ' αυτό το χορό!» είπε περιφρονητικά. «Εμένα μου φάνηκε μεγάλη χοντροκοπιά.» «Τότε», φώναξαν όλα τα ζώα μαζί, «έλα να μας δείξεις εσύ τι ξέρεις».
 
Η γκαμήλα σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει και να κουνάει τα πόδια της. Μα τόσο άχαρος και άτεχνος ήταν ο χορός της, που όλα τα ζώα θύμωσαν, άρχισαν να τη σφυρίζουν και να τη γιουχαΐζουν και την ανάγκασαν να φύγει καταντροπιασμένη.
Συμπέρασμα : Δεν κάνουν όλοι για όλες τις δουλειές.
 
Η αρκούδα και οι δυο φίλοι*
 
 
Μια φορά δυο φίλοι περπατούσαν μαζί στην εξοχή. Ξαφνικά είδαν να 'ρχεται καταπάνω τους μια αρκούδα. Αμέσως ο ένας απ' τους δυο σκαρφάλωσε πάνω σ' ένα δέντρο, παρατώντας το φίλο του. Αυτός ο καημένος δεν ήξερε τι να κάνει. Να ανεβεί δεν μπορούσε, να κρυφτεί δεν έβρισκε. Έπεσε λοιπόν κάτω κι έκανε τον πεθαμένο, γιατί είχε ακουστά πως οι αρκούδες δεν κάνουν κακό στους πεθαμένους. Η αρκούδα τους έφτασε, ρίχτηκε στο δέντρο αλλά δεν κατάφερε να φτάσει στον άνθρωπο που ήταν σκαρφαλωμένος στα κλαδιά.
 
Είδε τον άλλο χάμω, στο χώμα, έσκυψε από πάνω του και θαρρώντας τον νεκρό, τον άφησε κι έφυγε.
 
Όταν πέρασε ο κίνδυνος, ο άνθρωπος κατέβηκε απ' το δέντρο και ρώτησε το φίλο του:
 
-  Τι σου είπε η αρκούδα όταν έσκυψε πάνω σου;
 
-  Μου είπε πως δεν είναι αληθινός φίλος όποιος παρατάει το σύντροφο του μπροστά στον κίνδυνο!
 
Μπορείτε να διαβάσετε και άλλους μύθους του Αισώπου εδώ:
 
* «Η μαϊμού και γκαμήλα» είναι σε εικονογράφηση της Ελίζας Βαβούρη και «Η αρκούδα και οι δύο φίλοι» σε εικονογράφηση της Θάλειας Ζεϊμπέκη.Την απόδοση τον μύθων έχει κάνει η Ζωή Βαλόση
 
Πηγές :
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ/Φ.77/16.7.2000