-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Notre Dame : Σώθηκε το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού




 
Notre Dame : Σώθηκε το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού
 
Η ιστορία του μοναδικού κειμηλίου
 
Το ακάνθινο στεφάνι εκτίθεται μόνο τις Παρασκευές και κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, αλλά και τη Μεγάλη Παρασκευή. Το ακάνθινο στεφάνι αγόρασε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Λουδοβίκος Θ’.
 
Αν είναι κάτι που συγκινεί όσο λίγα αντικείμενα τους Χριστιανούς είναι το ακάνθινο στεφάνι του Ιησού που βρίσκεται στην Παναγία των Παρισίων και σώθηκε την τελευταία στιγμή χάρη σε μια ανθρώπινη αλυσίδα που έσπευσε να σώσει τους θησαυρούς του ναού.
 
Οι εκατομμύρια επισκέπτες που πηγαίνουν στη Notre Dame δεν έχουν επαφή με το στεφάνι, όμως, πρόκειται για ένα μοναδικό κειμήλιο. Έχει πάνω του περίπου 70 αγκάθια, περιβάλλεται από ένα χρυσό νήμα και βρίσκεται σε μια κρυστάλλινη λειψανοθήκη. Το ακάνθινο στεφάνι εκτίθεται μόνο τις Παρασκευές και κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, αλλά και τη Μεγάλη Παρασκευή. 
 
Το ακάνθινο στεφάνι αγόρασε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Λουδοβίκος Θ’. Μάλιστα, φέρεται να έβγαζε τα αγκάθια και να τα έστελνε ως δώρα σε άλλους ηγεμόνες. Σύμφωνα λοιπόν με το υλικό που έχει συγκεντρώσει η λειψανοθήκη, ο Ακάνθινος Στέφανος του Χριστού αποτελούνταν από τα εξής:
 
– από βούρλα του γένους Juncus (το βούρλο είναι ποώδες αειθαλές υδρόφιλο φυτό με κυλινδρικό βλαστό και φύλλα μακρόστενα και συνήθως κυλινδρικά επίσης· τα άνθη του είναι μικρά, και από τα φύλλα του φτιάχνονται καλάθια),
 
– και από το αγκαθωτό θαμνόδεντρο Ziziphus spina-christi (είδος τζιτζιφιάς) της οικογένειας των ραμνιδών.
Ο ακάνθινος στέφανος της Παναγίας των Παρισίων έξω από τη λειψανοθήκη του
 
Έχουν βεβαίως προταθεί και άλλα φυτά, αλλά η βοτανολογική εξέταση του ακάνθινου στέφανου της Παναγίας των Παρισίων, καθώς και των ακανθών που βρίσκονται σε διάφορα μέρη επιβεβαίωσε αυτά τα φυτά.
 
Ο ακάνθινος στέφανος του Χριστού που αποθησαυρίζεται στην Παναγία των Παρισίων είναι ένα κυκλοτερές στεφάνι από πλεγμένα, συνεστραμμένα στελέχη βούρλων, και δεν υπάρχουν καθόλου κλαδιά Ziziphus spina-christi ή αγκάθια από αυτό το θαμνόδεντρο.
 
Από τον Ακάνθινο Στέφανο του Χριστού υπάρχουν διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο (κυρίως όμως στην Ευρώπη):
 
– ‘λείψανα’ από στελέχη βούρλων (ελαχιστότατα· τα περισσότερα βρίσκονται στην Παναγία των Παρισίων)
 
– ‘λείψανα’ από κλαδιά με αγκάθια
 
– ‘λείψανα’ από αγκάθια μόνα τους.
 
Δύο παρατηρήσεις για τα αγκάθια του Ακάνθινου Στέφανου:
 

 
Ο Ferdinand de Mély στο έργο του Exuviae sacrae Constantinopolitanae, Paris, 1904, παραπέμπει σε μία μαρτυρία του Pierre d’Avoir (14ος αιώνας) που λέει ότι ένα αγκάθι που άγγιξε ένα αυθεντικό αγκάθι από τον Ακάνθινο Στέφανο θεωρούνταν και αυτό με τη σειρά του αυθεντικό «Unam de spinis quae fuit apposita coronae spinae nostri Redemptoris».
 
Σύμφωνα επίσης με τον ίδιο συγγραφέα (Ferdinand de Mély), οι χριστιανοί προσκυνητές των Αγίων Τόπων μαδούσαν τους θάμνους Ziziphus spina-christi από τα αγκάθια τους που βρίσκονταν κοντά στον Γολγοθά και τα έπαιρναν ως αναμνηστικά. Αυτό προκαλούσε κάποια εκούσια ή ακούσια σύγχυση, αφού μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θεωρούνταν και αυτά αυθεντικά. Ίσως και κάποιοι ηθελημένα εξαπάτησαν μερικούς παρουσιάζοντάς τους τέτοιου είδους αγκάθια ως αυθεντικά.
 
Η ιστορία του ακάνθινου στεφανιού

Το Άγιο Παρεκκλήσι ή Σαν Σαπέλ, χτίστηκε αποκλειστικά για να στεγάσει ένα τμήμα από τον ακάνθινο στέφανο που τοποθετήθηκε στο κεφάλι του Ιησού κατά το μαρτύριό του. Η ύπαρξη του κειμηλίου είναι γνωστή ιστορικά τουλάχιστον από το 409, όταν ο Άγιος Παολίνος της Νόλα έγραφε για «τα αγκάθια με τα οποία στεφανώθηκε ο Σωτήρας και τα οποία φυλάσσονταν ως κειμήλια μαζί με το Σταυρό όπου καρφώθηκε και τον κίονα στον οποίο δέθηκε και μαστιγώθηκε».
 
Οι αναφορές έκτοτε είναι συχνές όπως εκείνη του Γρηγορίου της Τουρς, ο οποίος στο De Gloria martyri σχολιάζει ότι το ακάνθινο στεφάνι έμοιαζε ακόμα πράσινο και ότι το χρώμα του ανανεωνόταν θαυματουργά κάθε μέρα. Ο Αντονίνος της Πιατσέντζα μνημονεύει την ύπαρξή του τον 6ο αιώνα, ενώ ήδη από τον 5ο αιώνα αναφέρονται προσκυνητές οι οποίοι το είχαν δει στην Ιερουσαλήμ. Το κειμήλιο αυτό φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη περίπου στα 1063, ή για να ακριβολογούμε ένα τμήμα του, καθώς προγενέστερες αναφορές μνημονεύουν ότι τεμάχιά του είχαν δοθεί σε άλλες εκκλησίες κυρίως από αυτοκράτορες πιθανότατα σαν δώρο.
 
Αναφέρεται ότι ο Ιουστινιανός έδωσε «ένα αγκάθι» στον Αρχιεπίσκοπο του Παρισιού Σαν Ζερμέν, ο οποίος το τοποθέτησε στο Σαν Ζερμέν ντε Πρε, ενώ η αυτοκράτειρα Ειρήνη στα 798 ή 802 έστειλε στον Καρλομάγνο κομμάτια του ακάνθινου στεφανιού, ο οποίος με τη σειρά του τα φύλαξε στο ναό που έχτισε στο Άαχεν της σημερινής Γερμανίας. Οι αναφορές μοιάζουν ατέλειωτες.
 
Η ιστορία του κειμηλίου ακολούθησε εκείνη των περισσότερων που σχετίζονται με τη Σταύρωση του Ιησού και συνδέθηκε με τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους.
 
Στα 1238 ο Λατίνος αυτοκράτορας της Πόλης ο Μπαλντοβίνος ΙΙ, αναζητώντας απεγνωσμένα υποστήριξη από τις στρατιές της Δύσης για να κρατήσει την Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποίησε το ακάνθινο στέφανο ως ενέχυρο για να αποσπάσει ένα δάνειο από τους Βενετούς. Καθώς όμως δεν μπόρεσε να το αποπληρώσει, οι Βενετοί πούλησαν με τη σειρά τους στον ευσεβή Λουδοβίκο 9ο, κατά τη διάρκεια της πρώτης σταυροφορίας το 1239, το ακάνθινο στεφάνι μαζί με άλλα κειμήλια, όπως τμήματα του Τιμίου Σταυρού, καρφιά από τη Σταύρωση και σταγόνες από το αίμα του Χριστού, ζητώντας του 13.134 χρυσά νομίσματα της εποχής, δηλαδή σχεδόν τρεις φορές περισσότερο από όσο πλήρωσε ο βασιλιάς για την κατασκευή της Σαν Σαπέλ.
 
 Το στεφάνι που σώθηκε
Ήδη όμως από εκείνη την εποχή το ακάνθινο στέφανο φαίνεται ότι είχε χάσει τα 60 ή 70 αγκάθια του, τα οποία κυκλοφορούσαν σε διάφορους ναούς της Δύσης και το μόνο που είχε απομείνει ήταν πια το ξύλο του στεφανιού. Κανένα από τα αγκάθια αυτά δε φαίνεται να βρίσκεται πλέον στο Παρίσι, ενώ πολλές εκκλησίες της Δύσης υποστηρίζουν ότι έχουν στην κατοχή τους κάποια από εκείνα.
 
Το ακάνθινο στεφάνι που απέκτησε ο εξαιρετικά ευσεβής Λουδοβίκος από την Κωνσταντινούπολη μεταφέρθηκε στο Παρίσι δύο χρόνια αργότερα, αφού κρατήθηκε ως ενέχυρο από τους Βενετσιάνους ως τη συγκέντρωση του υπέρογκου για την εποχή ποσού, και τοποθετήθηκε προσωρινά στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου μέχρι την ολοκλήρωση της Sainte Chapelle και τα εγκαίνιά της στις 26 Απριλίου 1248.
 
Τα ιερά κειμήλια τοποθετήθηκαν τότε σε ένα μεγάλο θησαυροφυλάκιο με διακόσμηση από χρυσό και πολύτιμους λίθους σε υψηλό σημείο στο βάθος της αψίδας του Ιερού και κάθε Μεγάλη Παρασκευή παρουσιάζονταν σε κοινή θέα στους πιστούς. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται ακόμα σήμερα από τη νέα τους έδρα όμως, την Παναγία των Παρισίων όπου μεταφέρθηκαν, όσα τουλάχιστον διασώθηκαν, στα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης μετά από μια σύντομη παραμονή τους στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού.
 
Τμήματα του ακάνθινου στεφανιού υπάρχουν και στο Θησαυροφυλάκιο των Αψβούργων, στη Βιένη.
 
Το Ziziphus spina Christi
 
 
Αρκετοί υποστηρίζουν ότι τα αγκάθια που υπήρχαν στο στεφάνι της Σαν Σαπέλ και τα πιο «διάσημα» που βρίσκονται σε ναούς της Δύσης προέρχονται από ένα φυτό, κοινό στη Μέση Ανατολή και κυρίως στην Παλαιστίνη, γνωστό ως Ziziphus spina Christi.
 
Η ύπαρξη του ακάνθινου στεφανιού συνδέεται και με την Ιερά Σινδόνη, το ύφασμα πάνω στο όποιο βρίσκεται αποτυπωμένη η μορφή ενός μαστιγωμένου, σταυρωμένου, νεκρού άνδρα, το οποίο φυλάσσεται στο Τορίνο της Ιταλία.
 
Η Ιερά Σινδόνη, πιστεύεται ότι ήταν το σάβανο που τύλιξαν τον Ιησού μετά τη Σταύρωση.
 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Νίκος Μαραντζίδης : Επιστροφή στο Επινέ!

Epinay-sur-Seine
Επιστροφή στο Επινέ!
 
Γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης*
 
Μ​​εγάλωσα στο Επινέ. Για την ακρίβεια, πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας στο Epinay-sur-Seine, ένα εργατικό προάστιο στα βόρεια του Παρισιού. Ο μπαμπάς είχε βρει εκεί καταφύγιο το 1967, φεύγοντας από την Ελλάδα μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Τον ακολουθήσαμε η μαμά (ανόρεχτα και αναρωτώμενη γιατί ο άνδρας της δεν μπορούσε να καθίσει λίγο φρόνιμος) κι εγώ μόλις ενός χρόνου. Εγκατασταθήκαμε εκεί χάρη στις προσπάθειες του Έλληνα σοσιαλιστή Στρατή Σωμερίτη. Και ο μπαμπάς ήταν σοσιαλιστής, από νεαρός ενταγμένος σε διάφορες σοσιαλιστικές κινήσεις και στη συνέχεια στην Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου. Το Επινέ ήταν η μόνη σοσιαλιστική νησίδα σε μια θάλασσα κομμουνιστικών δήμων στα προάστια του Παρισιού, τη λεγόμενη κόκκινη ζώνη. Κάπου τότε άκουσα τον μπαμπά να λέει τις λέξεις «πολιτικός πρόσφυγας» και «απάτριδας». Πολύ αργότερα, πάντως, κατάλαβα το πραγματικό τους νόημα, κοιτάζοντας στις οθόνες της τηλεόρασης τους ανθρώπους που θαλασσοπνίγονταν στο Αιγαίο.
 
Ζούσαμε σε μια εργατική πολυκατοικία που γειτνίαζε με πολλές άλλες εργατικές πολυκατοικίες. Ο κόσμος στο Επινέ ανήκε, όπως και η οικογένειά μου, σε λαϊκές τάξεις. Υπήρχαν και πολλοί μετανάστες, κυρίως από τις χώρες του Μαγκρέμπ, την Αλγερία, την Τυνησία και το Μαρόκο. Αυτός ο κόσμος αποτελούσε τον κύκλο μας. Λαϊκοί άνθρωποι, λαϊκοί τρόποι, καθημερινές αγωνίες. Από αυτούς έμαθα να παθιάζομαι με την ποδηλασία και το μποξ, αθλήματα που λάτρευε η γαλλική εργατική τάξη. Ίνδαλμα μου ο Εντι Μερξ, ο τρομερός Βέλγος που είχε κερδίσει τέσσερις φορές συνεχόμενα τον γύρο της Γαλλίας.
 
Μεγάλωσα αναπνέοντας τον αέρα της γαλλικής Αριστεράς, του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Όλοι στο περιβάλλον μου, γονείς, φίλοι και γείτονες, δήλωναν σοσιαλιστές ή κομμουνιστές. Εξάλλου, ήταν εκεί στο Επινέ όπου οι Γάλλοι σοσιαλιστές ενώθηκαν πραγματοποιώντας το ιστορικό τους συνέδριο το 1971. Τότε δεν ήξερα ότι υπήρχαν «κι άλλοι». Μέχρι κι οι συμμαθητές μου της έκτης στο σχολείο έκλαιγαν όταν έχασε ο Μιτεράν από τον Ζισκάρ το 1974. Ονόματα όπως του Μιτεράν, του Γκαστόν Ντεφέρ και του Σεβενεμάν χαράχτηκαν βαθιά στο παιδικό μου μυαλό
 
Τα θυμήθηκα αυτά, παρατηρώντας όσα γίνονται με τα «Κίτρινα Γιλέκα» και διαβάζοντας το συγκινητικό βιβλίο του Γάλλου διανοούμενου Ντιντιέ Εριμπόν «Επιστροφή στη Ρεμς», όπου μέσα από το προσωπικό του βίωμα προσεγγίζει την άνοδο της άκρας Δεξιάς στη λαϊκή Γαλλία. Ο Εριμπόν, παιδί οικογένειας της εργατικής τάξης, κοινωνικοποιήθηκε μέσα σε περιβάλλον όπου η αριστερή και κομμουνιστική ταυτότητα υπήρξαν καθοριστικές. Με τα χρόνια, οι κομμουνιστές σχεδόν εξαφανίστηκαν παραχωρώντας τη θέση τους στις δυνάμεις του Εθνικού Μετώπου. Αποτυπώνοντας την κοινωνική πραγματικότητα σε μια Γαλλία που η ανασφάλεια ζώνει ολοένα και περισσότερους ανθρώπους, ο Εριμπόν καταγράφει τη μεταστροφή αυτής της «ξεχασμένης Γαλλίας» που σταδιακά μεταπήδησε από την Αριστερά στην άκρα Δεξιά. Τα πρώτα σημάδια είχαν φανεί ήδη στα τέλη του ’80, αλλά τώρα η άκρα Δεξιά δείχνει απειλητική τα δόντια της. Στη Ρεμς, για παράδειγμα, η Λεπέν πέτυχε να συγκεντρώσει στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές το αξιοσημείωτο 33,14% των ψήφων.
 
Η έκρηξη του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων» αποκαλύπτει τη δυσφορία μιας «κάποιας Γαλλίας» και την έκταση της «μπλοκαρισμένης κοινωνίας», όπως είχε εύστροφα ονομάσει, το 1968, ο κοινωνιολόγος Μισέλ Κροζιέ την αδυναμία της Γαλλίας να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις δίχως κοινωνικές εκρήξεις. Θεωρούσε μάλιστα, το ξέσπασμα του Μάη του ’68 χαρακτηριστικό σημάδι αυτού του μπλοκαρίσματος.
 
Αν όμως ο Μάης του ’68 συνιστούσε μια αριστερή εξέγερση, για τα «Κίτρινα Γιλέκα» ερίζουν τόσο η άκρα Δεξιά όσο και η άκρα Αριστερά. Η πρώτη βλέπει σε αυτό το κίνημα την «εθνική οργή» ενάντια στις πράσινες πολιτικές της Ε.Ε. και στις αποφάσεις των ελίτ. Η δεύτερη διαβάζει στα μάτια των εξεγερμένων το μίσος ενάντια στην ταξική αδικία και στον νεοφιλελευθερισμό. Ποιος θα κερδίσει άραγε σε αυτή τη μάχη;
 
Ο συντάκτης του αμερικανικού περιοδικού «Νιου Γιόρκερ» Ανταμ Γκόπνικ σε πρόσφατο άρθρο του εκτιμά πως, παρά τον ανταγωνισμό, πιθανότατα θα είναι η άκρα Δεξιά και η Μαρίν Λεπέν που θα επωφεληθούν. Τα «Κίτρινα Γιλέκα», γράφει, είναι πιο πιθανό να εξελιχθούν στη γαλλική εκδοχή του τραμπισμού, του ορμπανισμού ή ακόμη και του πουτινισμού, παρά σε κάτι διαφορετικό, πιο ανεκτικό. Πράγματι, η ρητορική του κινήματος και η επιμονή του πως μια παγκόσμια ελίτ, χειραγωγούμενη από το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, επιδιώκει την καταστροφή του γαλλικού πολιτισμού, συνδέονται δυσοίωνα με το κλασικό ρεπερτόριο του γαλλικού ακροδεξιού εθνικισμού, συμπεριλαμβανομένου του αντισημιτισμού.
 
Δεν επέστρεψα ποτέ στο Επινέ. Μόνο νοερά, πού και πού. Φοβόμουν να διαχειριστώ τη νοσταλγία. Τώρα πια, ο πατέρας έφυγε και το κόκκινο ρόδο δεν έλκει τους λαϊκούς ανθρώπους της Γαλλίας με τους οποίους μεγάλωσα. Ούτε κι εμένα εξάλλου. Και ας συνεχίζω να θυμάμαι απ’ έξω τους στίχους της Διεθνούς που μου έμαθαν να τραγουδώ στο Επινέ.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πράγας και στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα στην Ινδία.
 
Έντυπη Καθημερινή

Χρήστος Γιανναράς : Η βία: μαμή ή παράνοια;


Η βία: μαμή ή παράνοια;
 
 Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς
 
Υπάρχουν θετικές και αρνητικές εκτιμήσεις (πιθανολογήσεις και προγνωστικά) για την εξέλιξη της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία. Έχει την ιδιαιτερότητα να είναι μια εξέγερση χωρίς ιδεολογία (χωρίς κίνητρα ή προσχήματα θεωρητικών πεποιθήσεων ή «οραμάτων»). Την κινεί μόνο ο πνιγμός των ανθρώπων από την άγρια στέρηση και την αγανάκτηση. Δεν αποτόλμησε κανένα κόμμα να τη σφετεριστεί. Συσπειρώνει η εξέγερση την πάγκοινη οργή για την ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος, την απομόνωσή του από την κοινωνία και τις ανάγκες της.
 
Είναι μια έκρηξη με ανεξέλεγκτη αυθορμησία. Εκφράζεται λιγότερο με συνθήματα και πρωτευόντως με μένος καταστροφικό. Το «σημείο»-σύμβολο μετοχής στην εξέγερση είναι, απλά, το κίτρινο γιλέκο (αυτό που οφείλει να φοράει κάθε οδηγός, αν βρεθεί σε κίνδυνο και βγει από το όχημά του, σε δρόμο πυκνής κυκλοφορίας).
 
Χτυπιούνται με την αστυνομία, άοπλοι απέναντι στα θωρακισμένα των δυνάμεων καταστολής, στα χημικά τους όπλα, στους εκτοξευτήρες νερού.
 
Ρισκάρουν βανδαλισμούς, ενώ δεν είναι χούλιγκανς, έχει όμως ξεχειλίσει η αγανάκτησή τους. Πυρπολούν αυτοκίνητα και μαγαζιά, αλλά ανεμίζοντας τη σημαία της πατρίδας τους και τραγουδώντας τον εθνικό της ύμνο. Το εθελόδουλο πολιτικό σύστημα πασχίζει να σπιλώσει τον πατριωτισμό των κινήτρων τους με τη ρετσινιά: «είναι ακροδεξιοί, εθνικιστές, φασίστες». Όσοι δεν υποτάσσονται στην οργανωμένη επιδίωξη να γίνει η Ευρώπη Ευρωπολτός, αδιαφοροποίητα κοπάδια καταναλωτικών μονάδων, υποταγμένων στις ταξινομήσεις των «Αγορών», είναι επίδοξοι ναζιστές, εξτρεμιστές νεοχιτλερικοί.
 
Τα «κίτρινα γιλέκα» δεν ερμηνεύονται με την τυπολογία των συλλαλητηρίων διαμαρτυρίας, είναι εξέγερση. Και μιλάμε για «εξέγερση», όταν ο ξεσηκωμός αφορά όχι σε διεκδίκηση «δικαιωμάτων», όχι σε αιτήματα και απαιτήσεις βελτίωσης συνθηκών ή νομοθετημάτων ή θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Η εξέγερση είναι έκρηξη απόρριψης ανυπόφορου τρόπου του βίου, όταν αυτός έχει στανικά επιβληθεί. Τα «κίτρινα γιλέκα» παραπέμπουν (τηρουμένων των αναλογιών) στις αυθόρμητες και με μεγάλο ρίσκο λαϊκές κινητοποιήσεις ενάντια στο σοβιετικό μοντέλο τρόπου του βίου. Και τότε η «έκρηξη» ήταν απρόσμενη, ενδογενής, ξέρουμε όμως σήμερα ότι προκάλεσε το απίστευτο. Να καταρρεύσει, ραγδαία και αδυσώπητα, σε χρόνο ρεκόρ, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, ο σοβιετικός Γολιάθ.
 
Πυρηνικά θωρακισμένη Υπερδύναμη, με επιστημονικό και τεχνολογικό εξοπλισμό πρωτοπορίας στην κατάκτηση του διαστήματος, με μηχανισμούς αστυνόμευσης και εξουσιασμού που συντηρούσαν σε υποταγή εκατοντάδες εκατομμύρια σκλάβους ή ολιγοφρενείς, η Σοβιετική Υπερδύναμη επέβαλλε τρόπο βίου νομοτελειακά προορισμένον για αυτοκαταστροφή. Όσο υπήρχε η Σοβιετία (η μία όψη του αμφιπρόσωπου Ιανού-Ιστορικού Υλισμού), η άλλη όψη, η ανέμελη «ελευθερία των Αγορών» μπορούσε να ακκίζεται ότι εξασφαλίζει, απλώς, ανεμπόδιστη ευχέρεια καταναλωτικών επιλογών. Όταν κατέρρευσε η Σοβιετία, το αντίπαλο στρατόπεδο έδειξε το αληθινό του πρόσωπο:
 
Τα πάντα υποτάχθηκαν στην προτεραιότητα της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας, ο ανθρώπινος βίος (μοναδικός για τον καθένα και ανεπανάληπτος) αποσπάστηκε από τον ρεαλισμό των αναγκών και υποτάχθηκε στην προτεραιότητα των εντυπώσεων. Ο πλούτος είναι συνάρτηση των τεχνασμάτων της διαφήμισης, το ίδιο και η εξουσία. Το ακατόρθωτο γίνεται εφικτό (ο Τραμπ πλανητάρχης), όταν το χρήμα που θα διατεθεί για πλύση εγκεφάλου των μαζών εξασφαλίσει τη διαφημιστική υπεροχή.
 
Ιδιωτικοί (κερδοσκοπικοί) «οίκοι» αξιολογούν τις οικονομίες κρατών, τη δανειοληπτική τους ικανότητα – αποφασίζουν ποιες κοινωνίες θα επιβιώσουν και ποιες θα τροφοδοτούν τις ανθηρές οικονομίες με πάμφθηνο εργατικό προσωπικό και με πόρνες. Η άλλη όψη, η «φιλελεύθερη» του Ιστορικού Υλισμού, είναι ίδιος εφιάλτης απανθρωπίας. Η μεθόδευση του «Ευρωπολτού» ατιμάζει μουλωχτά και με πανουργία κάθε σκίρτημα φιλοπατρίας, κάθε εμμονή στον πλουραλισμό των ευρωπαϊκών παραδόσεων πολιτισμού, κάθε έννοια ιστορικής ταυτότητας, γλωσσικής ιδιαιτερότητας.
 
Η Ευρώπη βυθίζεται ραγδαία σε απίστευτου σκοταδισμού μεσαίωνα: οι όροι της «ενοποίησης» συνιστούν εφιαλτική καταστροφή στο πεδίο της εκπαίδευσης, των ασφαλίσεων, της εργασιακής απασχόλησης. Τα πανεπιστήμιά της (καύχημα παράδοσης αιώνων) υποτάσσονται σήμερα σε χυδαίες οικονομικές προτεραιότητες, απαιτήσεις «σύνδεσης με την Αγορά», η ιατρική περίθαλψη γίνεται συνάρτηση της ευπορίας, η εκμετάλλευση του εργασιακού μόχθου αχαλίνωτη.
 
Η καταφυγή των «κίτρινων γιλέκων» στη βία, στους βανδαλισμούς, στις καταστροφές, δεν μοιάζει ντιλετάντικο αντιπάλεμα της ανίας και του κορεσμού πλουσιόπαιδων, δεν είναι ακροδεξιά φαντάσματα χιτλερισμού και «εθνικισμού». Μάλλον με τριγμούς μοιάζει ρωγμών στη θωράκιση της παγκοσμιοποιημένης απολυταρχίας των «Αγορών». Εναλλακτική πρόταση δεν διαφαίνεται ακόμα, ο Ιστορικός Υλισμός, μονόπαντος, αυτοπροβάλλεται και σαν μονοκράτορας. Αλλά το σοβιετικό προηγούμενο υπονομεύει τη βεβαιότητα.
 
Κατάρρευση του αμφιπρόσωπου Ιστορικού Υλισμού θα σημαίνει τέλος του «παραδείγματος» της Νεωτερικότητας και τέτοια αλλαγή ούτε να προβλεφθεί μπορεί, ούτε να προγραμματιστεί. Η βία των «κίτρινων γιλέκων» θα αποδειχθεί γόνιμη («η βία είναι μαμή της Ιστορίας»), αν φωτίσει ανάγκες, πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες.
 
Αντίθετα η βία που χρησιμοποιεί σαν πρόφαση ένα ποινικό κακούργημα (στην Ελλάδα τη δολοφονία Γρηγορόπουλου) είναι μόνο παράνοια.
Έντυπη Καθημερινή

Δευτέρα 15 Απριλίου 2019

ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ (21.6.1905 - 15.4.1980)


ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ
 
Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ (γαλλικά: Jean-Paul Charles Aymard Sartre, 21 Ιουνίου 1905 - 15 Απριλίου 1980) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης, κριτικός και πολιτικός ακτιβιστής, ο κυριότερος εκπρόσωπος του φιλοσοφικού υπαρξισμού και φαινομενολογίας, καθώς και υποστηρικτής της πολιτικής θεωρίας του Μαρξισμού. Θεωρούσε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία και ο ίδιος υπήρξε ένας εσωτερικά στρατευμένος καλλιτέχνης (όχι όμως και στρατευμένος από κάποιο κράτος ή καθεστώς) στηρίζοντας τις αριστερές πολιτικές επιλογές του με τη ζωή του και το έργο του. Στις δυτικές χώρες του ασκήθηκε έντονη κριτική για την υποστήριξη του προς τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις της εποχής, όπως αυτές του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα, του Μάο στην Κίνα, καθώς και των Ερυθρών Χμερ στην Καμπότζη, αλλά και εντός της Γαλλίας για την υποστήριξη των Αλγερινών επαναστατών έναντι των γαλλικών στρατευμάτων κατά τον πόλεμο της Αλγερίας.
 
Ο Σαρτρ είναι επίσης γνωστός για την ανοικτή σχέση που διατηρούσε με την διάσημη θεωρητικό του φεμινισμού και φιλόσοφο-μυθιστοριογράφο, Σιμόν ντε Μποβουάρ. Αχώριστοι πάνω από μισό αιώνα και οι δύο μαζί αμφισβήτησαν τις κοινωνικές και πολιτισμικές συμβάσεις του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, το οποίο θεωρούσαν μεγαλοαστικό και ρηχό (μπουρζουά) ως προς τον τρόπο ζωής και σκέψης. 
 
 
Η σύγκρουση μεταξύ της καταδυναστευτικής, και πνευματικά καταστροφικής συμμόρφωσης με το κατεστημένο, και η αναζήτηση του αυθεντικού τρόπου του υπάρχειν αποτέλεσε την κύρια θεματολογία της πρώιμης περιόδου του Σαρτρ, το οποίο και αποτύπωσε στο κύριο φιλοσοφικό του έργο με τίτλο «Το είναι και το μηδέν» (L'Être et le Néant) το οποίο εκδόθηκε το 1943, ενώ άλλα σημαντικά φιλοσοφικά έργα του αποτελούν το «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός» (L'existentialisme est un humanisme) του 1946, και «η Κριτική της διαλεκτικής λογικής» (La Critique de la raison dialectique) του 1960. 
 
Στο μέλλον θα διαρκεί το παρελθόν του. Τα έργα του λαμπρού μυαλού του θα συνεχίσουν την πορεία τους, μέσα στο χώρο των υπαρξιστών, πού στη δικιά του εποχή απέδωσαν περισσότερο σε λογοτεχνική υφή, παρά σε φιλοσοφικές πραγματείες.
ΣΑΡΤΡ Ο ΒΙΑΙΟΣ
 
 
Γιος μηχανικού, σπούδασε στην ECOLE NORMALE SUPERIEURE, κι' αργότερα έγινε καθηγητής φιλοσοφίας, στη Χάβρη και στο Παρίσι. Τις μέρες του πολέμου, της Κατοχής, o Σαρτρ ανακαλύπτει τα πολιτικά και πνευματικά προβλήματα, μέλος o ίδιος της αντίστασης. Αδιάλλακτος αριστερός, το '64 αρνιέται το βραβείο Νόμπελ με καυτερές δηλώσεις, π' αναστατώνουν τον πνευματικό, μα και τον απλό κόσμο της εποχής εκείνης. Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είναι κοντά στη σύντροφο και στενή του συνεργάτισσα, την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, τρία χρόνια μικρότερη του, συγγραφέα, πού συμμερίζεται τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις, και πού έγινε παγκόσμια γνωστή με το «Δεύτερο φύλο», στα 1949, βιβλίο γραμμένο για την κατάσταση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία. Στο σπίτι της, περνάει ακόμα τα ήσυχα του βράδια, ακούγοντας μαζί της μουσική, πριν πάει για ύπνο στις δωδεκάμισι, συνήθεια κι' αυτή μιας ζωής γεμάτης τάξη, όπου η νέα βδομάδα κυλάει ακριβώς όπως κι' η προηγούμενη. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι απαιτείται αυτή η τάξη, για να μπορείς να γράφεις με τρόπο παραγωγικό. Ξυπνάει στις 8.30, βλέπει την Μπωβουάρ και τους άλλους συνεργάτες, μιλούν για τις τηλεοπτικές ομιλίες, τρώει στη μπυραρία της γειτονιάς του κατά τις δυό, περνάει από το καφενείο «Ελευθερία», ένα όνομα πού τόσο πολύ του πάει, κάπου διακόσια μέτρα από το σπίτι του, στο Μονπαρνάς.
 
 Ο Σαρτρ μαζί με την Σιμόν ντε Μποβουάρ στο Πεκίνο, 1955
 
Στο καφενείο του «Κουπόλ» και στους «Τρεις Σωματοφύλακες», ο ίδιος ομολόγησε πώς γράφτηκε το πιο μεγάλο μέρος απ' την «Αναστολή», το «Όν και μη Όν».
 
Σε μια συνέντευξη του, μερικά χρόνια πριν πεθάνει, στο γαλλικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», είπε ότι ένοιωθε αχρηστευμένος, αφού ένα χιλιόμετρο μόνο μπορούσε να περπατήσει, ότι μονάχα με πολύ νεώτερους του μπορούσε να συνεννοείται και όχι με ανθρώπους της δικιάς του ηλικίας, πού είναι γέροι και βαρετοί, κι' ακόμα δεν λυπόταν για το ότι υπήρξε, ενώ τώρα πλέον δεν υπήρχε, αφού δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τίποτε, έκτος απ' το να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί όσες δυνάμεις τ' απέμεναν.
 
Από μικρό παιδί, αρνήθηκε πεισματικά ν' ακολουθήσει την αστική νοοτροπία των γονιών του και των γύρω του, στήνοντας το ανάστημα του φράγμα στο  παραδοσιακό  κοινωνικό κύκλωμα,  πού   προσπαθούσε κι' αυτόν να τον ρουφήξει, όπως και άλλους, μα που το μόνο πού κατόρθωσε ήταν απ' το μικρόσωμο, μελαχρινό αγόρι, να πεταχτεί ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ο ίδιος ο Ντε Γκώλ, όταν, στενός του συνεργάτης, επέμενε να τον συλλάβουν, αυτόν τον άθεο, τον έδιωξε, λέγοντας άξαφνα: «Ο Σαρτρ, είναι η Γαλλία», αναγνωρίζοντας τη θέση πού πραγματικά του ανήκει, χωρίς να επηρεαστεί απ' την κατηγορία ότι  αυτός υποκινούσε φοιτητικές ταραχές.
 
Κι' είναι αλήθεια, πώς κανείς Γάλλος δεν είχε τόσο κύρος, στην 25ετία πού ακολούθησε τον πόλεμο.
 
Η οικογενειακή κατάσταση του συγγραφέα, τον ενοχλεί. Ο ίδιος παραδέχεται ότι «σκεπάζει» κάθε πτυχή, ακόμα και στις «Λέξεις», την αυτοβιογραφία του. Γιατί ποτέ σαν έφηβος δεν μπόρεσε να αγαπήσει, κατ' εντολή, τον πατριό του, παρ' όλο πού προσπάθησε πολλές φορές να γίνει φίλος του. Το μόνο πού κατάφερνε ο έφηβος Σαρτρ, ήταν ή μόνιμη ριζική διαφωνία, σε κάθε είδους συζήτηση με τον καινούργιο άντρα της μητέρας του.
 
Απ' το σχολειό της Λά Ροσέλ, βρέθηκε στο Παρίσι, αφού στο σπίτι του δημιουργήθηκε θύελλα, όταν μαθεύτηκε πώς ξάφριζε κανονικά τη μάνα του. Εκεί, άρχισε να αναπτύσσεται ο σημερινός φιλόσοφος, και στην Εκόλ Νορμάλ βρήκε τη σχέση του με την πραγματικότητα. Όταν σε μια συνέντευξη τον ρώτησαν αν είναι με τη βία, απάντησε ότι την θεωρεί σα μόνη λύση για να βγούμε από τη σημερινή κατάσταση, όχι μονάχα με την παραδοσιακή κομμουνιστική βία,    απέναντι     στην καπιταλιστική κοινωνία, άλλα με την βία των αληθινά επαναστατών, ενάντια στους ψευτοεπαναστάτες, όπως κατάντησαν να είναι σήμερα οι κομμουνιστές.
 
 O Ζαν-Πωλ Σαρτρ με την Σιμόν ντε Μποβουάρ και τον Τσε Γκεβάρα σε συνάντηση το 1960 στην Κούβα
 
Το 1953, προσέγγισε τον κομμουνισμό. Τέσσερα χρόνια έμεινε κοντά τους, αλλά  όπως ο ίδιος τόνισε σ' άλλη συνέντευξη, οι ιδέες του δεν ήταν σαν τις δικές τους και το ήξεραν.
 
«Μάντευαν πώς αν ξεσπούσε ένα περιστατικό σαν της Βουδαπέστης (σημ. kgrek εννοούσε την Ουγγρική επανάσταση του 1956 υπό τον Νάγκυ),  θα  τους παράταγα.   Πράγμα που  έκανα».
 
Ο Μαρξισμός, μέχρι που άρχισε ο πόλεμος, τον ενοχλούσε, και δεν μπορούσε να συμβιβαστεί, κι’ όλοι του έλεγαν πώς δεν τα ήξερε όλα κι' ότι έπρεπε να μάθει πολλά ακόμα. Διάβαζε Μαρξ ή μαρξιστικά έργα, μα δεν τα συγκρατούσε, δεν μπορούσε να τα καταλάβει. Στη διάρκεια της Κατοχής, άρχισε να νοιώθει, γιομίζοντας ντουζίνες τα τετράδια με σημειώσεις, πού δυστυχώς για εκείνον, μα και για μάς, χάθηκαν. Σήμερα πιστεύει ότι ο Μαρξισμός εκφράστηκε σωστά στο σοβιετικό σύστημα και ότι δεν παραποιήθηκε από αυτό. Στο βιβλίο του ο «Επαναστατημένος άνθρωπος», λέει ότι αυτό πού μάς χρειάζεται σήμερα, είναι μια άλλη σκέψη, πού να υπολογίζει τον Μαρξισμό για να μπορέσει να τον ξεπεράσει, για να τον απορρίψει και να τον ξαναπάρει, να τον τυλίξει μέσα της. Η προϋπόθεση αυτή, για τον Σαρτρ, είναι απαραίτητη για να φτάσουμε σ' ένα αληθινό σοσιαλισμό.
 
ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ  (EXISTENSIALISME)
 
Πρωτοσέλιδο άρθρο του Σαρτρ στην εφημερίδα Le Combat
 
Ενώ άλλοι φιλόσοφοι θεωρήθηκαν θεμελιωτές του υπαρξισμού, ο Σαρτρ ήταν αυτός που τον έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε το ομώνυμα γαλλικό κίνημα, υποστηρίζοντας και εικονογραφώντας τις ιδέες του με πληθώρα έργων από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ο Υπαρξισμός (existentialisme) είναι το κίνημα της σκέψης που προέβαλε την ύπαρξη (existence) σε αντιπαραβολή και αντίθεση με την ουσία (essence). Η τελευταία αντιμετωπίστηκε ως απατηλό δημιούργημα του φιλοσοφικού στοχασμού που παρέβλεπε μέχρι τότε το άμεσο και οδυνηρό δεδομένο της ύπαρξης. Ο Σαρτρ ανέφερε χαρακτηριστικά με παιγνιώδες ύφος στα γαλλικά «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» («L’existence précède l’essence»).
 
Συνοψίζοντας τελείως επιγραμματικά τα βασικά σημεία της θεωρίας του, ο Σαρτρ υποστήριξε την ανυπαρξία του θείου και τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής του ατόμου. Είπε για τον άνθρωπο πως « είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος» και τον έφερε αντιμέτωπο με τις πράξεις του, αποδίδοντάς του την αποκλειστική ευθύνη για αυτές. Άλλωστε θεωρούσε ότι ανεξαρτήτως των συνθηκών καθένας κρίνεται μόνο από τις πράξεις του, που επιπλέον είναι και μη αναστρέψιμες. Εξάλλου η -συχνά εφιαλτική- κρίση των άλλων μόνο σε αυτές μπορεί να βασιστεί και όχι στις προθέσεις ενός ατόμου. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Η πρωτοτυπία του, σύμφωνα με τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ ήταν το εξαιρετικό βάρος που έδινε στην πραγματικότητα, παρόλο που παραδεχόταν ταυτόχρονα την τρομερή ανεξαρτησία της συνείδησης. 
 
Μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ό Σαρτρ κινιόταν μέσα στους φιλοσοφικούς και λογοτεχνικούς κύκλους. Αργότερα έγινε ένα πνευματικό φαινόμενο με ευρύτερη σημασία, μ' επίδραση πάνω στα ήθη, κυρίως στη Γερμανία, πού η στρατιωτική καταστροφή, η κατάρρευση κάθε καθημερινής αξίας και ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης του 1929, έστρεψαν τον κόσμο στον υπαρξισμό.
 
Την ίδια αυτή περίοδο ο υπαρξισμός διασπάστηκε σε δυο βασικά ρεύματα, το θρησκευτικό - χριστιανικό (Μπερντιάγεφ, Σεστώφ, Μαρσέλ), πού αν και τόνιζε την αβυσσαλέα απόσταση ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο, επαναλάμβανε τα θέματα της παραδοσιακής πνευματοκρατίας με την απολύτρωση, και τη σωτηρία των ψυχών, και το αθεϊστικό ρεύμα, με στοιχεία μηδενιστικά, με κύρια του έκφραση το «Είναι και Χρόνος» του Χάιντεγκερ. Ύστερα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο γίνεται φαινόμενο περισσότερο λογοτεχνικό και   των ηθών.   Τότε παρουσιάστηκαν και τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα, σε μυθιστορήματα και σε θεατρικά έργα, απ' τον Καμύ, τον Ανοΰϊγ και τον Σαρτρ. Απ' τους κυριότερους ερμηνευτές του υπαρξισμού, έκτος απ' τον Πασκάλ και τον Νίτσε, πού ασχολούνται καθαρά με την φιλοσοφία, θεωρούνται και οι συγγραφείς Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, πού μέσα στο έργο τους ο ανθρώπινος παράγοντας σπαράζει απ' την ανησυχία και τον προβληματισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον Κάφκα, η καταδίκη πλανιέται σε κάθε βήμα τ’ ανθρώπου, πού την περιμένει, χωρίς να 'χει κάνει τίποτα κακό, κι’ η ανασφάλεια για τη ζωή, στραγγαλίζει την αισιοδοξία.
 
ΕΡΓΑ ΑΘΑΝΑΤΑ
 

 Η Γαλλία τιμά τον Σάτρ. Πρόεδρος Στρατηγός Ντε Γκωλ :
 "«Ο Σαρτρ, είναι η Γαλλία»"
 
Οι φιλοσοφικές ιδέες του Σαρτρ, διαμορφώθηκαν αρχικά απ' την επίδραση, της φαινομενολογίας του Χιούσσερλ. Κι' απ' τα έργα τούτης της περιόδου ξεχωρίζουν η «Φαντασία», 1936, το «Διάγραμμα μιας θεωρίας των συγκινήσεων», 1939, το «Φανταστικό, φαινομενολογική ψυχολογία της φαντασίας», 1940. 
 
Το πιο σημαντικό του όμως έργο, το «Είναι και το μηδέν», είναι υπαρξιακό, βαθύτατα επηρεασμένο απ' τον Χάιντεγκερ, πού μαζί με τον Γιάσπερς και τον ίδιο τον Σαρτρ, θεωρούνται οι μεγάλοι εκπρόσωποι του νεώτερου υπαρξισμού. Το 1946 κυκλοφόρησε μια σύντομη μελέτη, ό «Υπαρξισμός είναι Ουμανισμός» κι' ύστερα από πολλά χρόνια, το 1960, το τεράστιο έργο του, «Κριτική της διαλεκτικής λογικής».
 
Από τα πρώτα του βιβλία ξεχωρίζει η λογοτεχνική του διάθεση, πού καθιερώνεται στα διηγήματα, στα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του έργα, όπου οι βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του βρίσκουν σάρκα και οστά στα πρόσωπα των ηρώων. Απ' τα διηγήματα του και τα μυθιστορήματα του είναι η «Ναυτία», '38, ο «Τοίχος», '39, και η σειρά «Οι δρόμοι της Ελευθερίας», πού περιλαμβάνει τα έργα «Η ηλικία της λογικής», '45, «Οι Αναστολές», '45, «Ο θάνατος είναι μέσα στην ψυχή», '49, και απ' τα θεατρικά του, πού περιστρέφονται γύρω απ' την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, πού κερδίζεται με τον παραμερισμό των ηθικών άξιων, οι «Μύγες» τού '43, πού κατόρθωσαν να ξεγελάσουν την γερμανική λογοκρισία, με υπόθεση τοποθετημένη στο αρχαίο Άργος, ένα κομμάτι - ύμνος στην ελευθερία, το μονόπρακτο «Κεκλεισμένων των θυρών», πού παίχτηκε στα '44, συμβολιστική παρουσίαση της κόλασης με τη μορφή ενός γυμνού δωματίου, μέσα στο όποιο ζουν τρεις άνθρωποι καταδικασμένοι για πάντα να δέχονται ο ένας την παρουσία του άλλου, με διάχυτη την αίσθηση ότι τα πρόσωπα είναι μέσα στη φυλακή των ιδεών, τα «Βρώμικα χέρια», '48, «Οι καταδικασμένοι της Αλτόνα», '60, και μια διασκευή των «Τρωάδων», στα '65. Τα δοκιμιογραφικά του έργα είναι «Ο Άγιος Γενέσιος, ηθοποιός και μάρτυρας», '52, «Το υπερβατό του Εγώ», «Καταστάσεις»  και το αυτοβιογραφικό «Οι Λέξεις», '64.
 
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Σαρτρ, σαν ερμηνευτής της τόσο βαθιάς αποσύνθεσης και της κρίσης των καθιερωμένων άξιων, έδωσε όλη του τη σκέψη και την πλούσια λογοτεχνική του παραγωγικότητα σε μια πολεμική, ενάντια στον αστισμό, στον μικροαστό πού χωμένος βαθιά στο σύστημα δέχεται τις αξίες του, χωρίς να τολμάει να τις αμφισβητήσει.
 
ΠΛΗΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ
 
Φιλμ φωτογράφου όπου περιέχονται οι φωτογραφίες του Σαρτρ και της Μποβουάρ, του Φιντέλ Κάστρο


Ο Σάτρ συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα του Μάη του '68 στους δρόμους, στα αμφιθέατρα καθώς και στα μέσα ενημέρωσης. Παίρνει συνέντευξη από τον Ντανιέλ Κον Μπεντίτ για το περιοδικό le Nouvel Observateur, προσφέροντάς του την ευκαιρία να εξηγήσει καλύτερα το κίνημα του Μάη.
 
Μετά τα ιστορικά γεγονότα του Μάη του '68, ο Σαρτρ προσεγγίζει με συμπάθεια την Ακροαριστερά και συναναστρέφεται με Μαοϊκούς, τους οποίους δήλωσε ότι στηρίζει στον αγώνα τους. Όλη αυτή η ιστορία είχε ξεκινήσει με τη διαφωνία του σε ορισμένα θέματα με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και έτσι είδε με συμπάθεια την προσπάθεια των Μαοϊκών, καθώς ήταν οι μόνοι κομμουνιστές που διαφοροποιούνταν από την επίσημη γραμμή των υπόλοιπων κομμουνιστικών κομμάτων ανά τον κόσμο. Σε δήλωσή του μετά από χρόνια δήλωσε ότι ήταν και παραμένει Αναρχικός, άγνωστο από πότε.
 
Καταπονημένος από τις πνευματικές και σωματικές υπερβολές -πίνει, καπνίζει, λαμβάνει ναρκωτικές ουσίες- το Μάρτιο του 1972 έχει ένα σοβαρό επεισόδιο που τον αφήνει σχεδόν τυφλό και τον υποχρεώνει να υποταχθεί στο τέλος του παραγωγικού του έργου. Παρόλα αυτά προσλαμβάνει ως γραμματέα τον Μπενύ Λεβί, ένα νεαρό στέλεχος μαοϊστικής νεολαίας που θα εκδώσει τις συζητήσεις που είχε μαζί με τον φιλόσοφο και τον Φιλίπ Γκαβί σε βιβλίο.
 
Ο τάφος του Σαρτρ και της Μπωβουάρ
 
 
Εξακολουθεί να επεμβαίνει στη δημόσια ζωή για διαφορετικά θέματα που του κεντρίζουν κατά καιρούς την προσοχή και τον πείθουν ότι αξίζουν υποστήριξης: επισκέπτεται τον Αντρέα Μπάαντερ (ηγετικό μέλος της Ρ.Α.Φ.), την Πορτογαλία κατά τη διάρκεια της επανάστασης των γαρυφάλλων, υπογράφει δηλώσεις και διοργανώνει συναντήσεις για την απελευθέρωση Σοβιετικών αντιφρονούντων, ζητάει από τον Βαλερί Ζισκάρ Ντ' Εστέν να δεχθεί τους πρόσφυγες από την Ινδοκίνα και γράφεται στην επιτροπή υποστήριξης του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Προς το τέλος της ζωής του επιδεικνύει ένα έντονο ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, ανεξάρτητο από πολιτικούς συσχετισμούς.
 
Πεθαίνει στις 15 Απριλίου 1980 σε ηλικία 75 ετών στο Παρίσι από πνευμονικό οίδημα. Στην κηδεία του, που έγινε στις 19 Απριλίου 1980, συνέρρευσαν 50.000 άνθρωποι για να τιμήσουν τελευταία φορά τον μεγάλο φιλόσοφο. Η τελευταία κατοικία του Σαρτρ και της συντρόφου του Σιμόν ντε Μπωβουάρ, βρίσκεται στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι.
 
Από άρθρο της Φωτεινής Ανδρέου – Πιπιλή στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ ΓΥΝΑΙΚΑ του Αυγ. 1967 και σε βιογραφικές πληροφορίες για την ζωή και το έργο του από το διαδίκτυο.
 
 

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Θ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ : Οι παράλληλοι βίοι της Γαλλικής και της Ελληνικής Επανάστασης



Οι παράλληλοι βίοι της Γαλλικής και της Ελληνικής Επανάστασης
 
Οι παράλληλοι βίοι της Γαλλικής και της Ελληνικής Επανάστασης Η Επανάσταση δημιουργούσε έναν κόσμο καινούργιο που όχι μόνο δεν είχε ανάγκη το παρελθόν αλλά ερχόταν σε ρήξη με αυτό: η ιστορία του γαλλικού έθνους άρχιζε το 1789 ή μάλλον το έτος 1, όταν καταργήθηκε το τελευταίο προπύργιο της αριστοκρατίας, ο βασιλικός θεσμός 
 
Γράφει ο Θ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
 
Ένα από τα κεφαλαιώδους σημασίας για την κατανόηση της Γαλλικής Επανάστασης κείμενα είναι η μπροσούρα του αβά Sieyes «Qu’est ce que le Tiers etat?» («Τι είναι η Τρίτη Τάξη;»). Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1788, δηλαδή λίγους μήνες πριν από τη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων, και απετέλεσε εν πολλοίς τον οδηγό των εκπροσώπων της Τρίτης Τάξης: η αυτοανακήρυξή τους σε Εθνοσυνέλευση, η Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (Ιούνιος 1789), τα Διατάγματα του Αυγούστου του 1789 με τα οποία καταργήθηκαν τα φεουδαλικά δικαιώματα ­ με άλλα λόγια η ουσία της «φιλελεύθερης» Επανάστασης ­ βρίσκονται εν σπέρματι στην εν λόγω μπροσούρα. Για τους λόγους αυτούς αξίζει να δούμε ποιο περιεχόμενο δίνει ο συγγραφέας στη λέξη «έθνος».
 
 
 
Η ταύτιση έθνους και Τρίτης Τάξης
 
Στο ερώτημα του τίτλου ο Sieyes απαντά ότι η Τρίτη Τάξη «είναι το παν» και παρακάτω προσθέτει: «Δηλαδή το έθνος». Το πρώτο επιχείρημα υπέρ της ταύτισης έθνους και Τρίτης Τάξης ξεκινά με την απόρριψη της παλαιάς εικόνας του βασιλείου ως συνόλου που συντίθεται από τρεις «τάξεις» ανθρώπων, εκάστη των οποίων εκτελεί μια ξεχωριστή λειτουργία ­ ο κλήρος προσεύχεται, οι ευγενείς πολεμούν, ενώ η Τρίτη Τάξη εργάζεται. Αντ’ αυτής ο Sieyes υιοθετεί μια νέα εικόνα, την εικόνα της κοινωνίας των παραγωγών: η κοινωνία είναι ένα σύνολο ανθρώπων που εργάζονται και μόνον όσοι εργάζονται έχουν θέση σε αυτήν.
 
Το συμπέρασμα είναι ότι η κοινωνία ή, κατά την ορολογία του Sieyes, το έθνος, ταυτίζεται με την Τρίτη Τάξη. Οι ευγενείς, επειδή είναι άπραγοι, αποτελούν ξένο και μάλιστα βλαβερό σώμα, ενώ οι κληρικοί μόνον ως άτομα που ασκούν κάποιο επάγγελμα και όχι ως ιδιαίτερη τάξη μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.
 
Εν συνεχεία ο Sieyes παραθέτει ένα δεύτερο επιχείρημα εξίσου διαφωτιστικό για το περιεχόμενο του «έθνους». «Έθνος» λέει «είναι ένα σύνολο ανθρώπων που υπόκεινται στον κοινό νόμο». Το έθνος με άλλα λόγια αποτελείται από ίσους ενώπιον του νόμου πολίτες. Στο Παλαιό Καθεστώς συνεπώς δεν βασίλευε ο νόμος αλλά ο «ίδιος νόμος», το προνόμιο. Οι προνομιούχοι συνεπώς, οι ευγενείς, επειδή ακριβώς είναι προνομιούχοι, βρίσκονται εκτός έθνους.
 
Από τα παραπάνω προκύπτει αρκετά σαφώς ο στενός δεσμός της έννοιας του έθνους με τη φιλελεύθερη φιλοσοφία του Διαφωτισμού και έπειτα από όλα αυτά εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί τα εθνικά κινήματα υιοθέτησαν τις αρχές της ισότητας ενώπιον του νόμου και της κατάργησης των προνομίων ­ φεουδαλικών δικαιωμάτων, προνομίων των πόλεων, των συντεχνιών κτλ. Η έννοια του έθνους, έτσι όπως παρουσιάζεται τόσο στην μπροσούρα του Sieyes όσο και στα μεγάλα κείμενα του καλοκαιριού του 1789, είναι συνυφασμένη με τον πολιτικό φιλελευθερισμό και αποτελεί ιδεολογικό όπλο κατά της κοινωνίας των νομοκατεστημένων τάξεων.
 
Η επιχειρηματολογία του Sieyes
 
Ενδιαφέρον ωστόσο για τους σκοπούς αυτού του σημειώματος είναι και ένα άλλο σημείο της επιχειρηματολογίας του Sieyes που συχνά προσπερνούν οι αναλυτές. Ο συγγραφέας διερωτάται πώς δημιουργήθηκε αυτή η χωρισμένη σε νομικές τάξεις κοινωνία. Η απάντηση είναι ότι ο χωρισμός αποτελεί συνέπεια της κατάκτησης της ρωμαϊκής Γαλατίας από τους Φράγκους τον 5ο αιώνα. Αν, λέει, μελετήσουμε την ιστορία, θα διαπιστώσουμε ότι τα λεγόμενα «προνόμια της καταγωγής» δεν είναι παρά τα προνόμια των κατακτητών, οι οποίοι όλη αυτή την περίοδο κράτησαν «υπόδουλους» τους Γαλατορωμαίους. Ωστόσο οι Γαλατορωμαίοι, δηλαδή η σημερινή Τρίτη Τάξη, κατόρθωσαν στους αιώνες που πέρασαν να αποκτήσουν οικονομική ισχύ και τώρα είναι έτοιμοι να αποτινάξουν τον ζυγό των φράγκων ευγενών.
 
Στην μπροσούρα του Sieyes λοιπόν ­ η οποία το 1839, όταν γιορτάστηκε η πεντηκοστή επέτειος της Επανάστασης, ανακηρύχθηκε σε μανιφέστο της, ο δε συντάκτης της μπήκε στο Πάνθεον των πατέρων της πατρίδας ­ τα προδιαγραφόμενα γεγονότα έχουν εθνικοαπελευθερωτικό, θα έλεγα, χαρακτήρα: οι Γαλατορωμαίοι – Τρίτη Τάξη μάχονται κατά των φράγκων κατακτητών – ευγενών. Πρέπει να πούμε ότι τόσον ο Sieyes όσον και οι διαφωτιστές του αιώνα του στο σημείο αυτό καινοτομούσαν. Σύμφωνα με την παραδεδεγμένη αντίληψη, οι Φράγκοι είχαν απελευθερώσει τους Γαλάτες από τον ρωμαϊκό ζυγό που είχε επιβάλει ο Ιούλιος Καίσαρ, οι ρωμαϊκοί θεσμοί ήταν θεσμοί δεσποτικοί, σε αυτούς οι Φράγκοι (Francs = ελεύθεροι) είχαν υποκαταστήσει θεσμούς που εγγυώντο την «ελευθερία» ­ δηλαδή τα πολιτικά δικαιώματα των ευγενών που είχαν αρχίσει να απειλούνται από την κεντρική εξουσία. Οι διαφωτιστές και ο Sieyes ανέτρεχαν αυτή την εκδοχή της ιστορίας του Βασιλείου. Αυτόχρημα, απεμπολούσαν 13 αιώνες γαλλικής ιστορίας ως περίοδο σκλαβιάς. Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το σφρίγος του λόγου των διαφωτιστών και ο ενθουσιασμός των επαναστατικών ημερών αρκούσαν για να καλύψουν το τεράστιο αυτό κενό: η Επανάσταση δημιουργούσε έναν κόσμο καινούργιο που όχι μόνο δεν είχε ανάγκη το παρελθόν αλλά ερχόταν σε ρήξη με αυτό: η ιστορία του γαλλικού έθνους άρχιζε το 1789 ή μάλλον το έτος 1, όταν καταργήθηκε το τελευταίο προπύργιο της αριστοκρατίας, ο βασιλικός θεσμός.
 
Όλα δείχνουν ότι όταν η επαναστατική περιπέτεια τελείωσε, όταν οι Βουρβόνοι και οι emigres επανήλθαν το 1814-1815, όταν, τέλος, το 1830 οι αστοί ανέλαβαν ξανά την εξουσία με στόχο να μην την ξαναχάσουν, το τεράστιο κενό της ιστορίας που είχε κληροδοτήσει ο Sieyes δημιουργούσε αμηχανία: τι σήμαινε να είναι κανείς «γάλλος», τι ήταν το έθνος; ποια ήταν τα συστατικά του στοιχεία: οι αρχαίες φυλές ή οι τάξεις; τι νόημα μπορούσε να έχει η ιστορία υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων; ποια ήταν η ορθή περιοδολόγηση; Αυτά τα ερωτήματα, στο έργο των ιστορικών του 19ου αιώνα, του Guizot, του Thierry, ακόμη και του Toqueville, έχουν κεντρική θέση. Ας δούμε εν συντομία πώς τα αντιμετωπίζει ένας εξ αυτών, ο Augustin Thierry.
 
 
Το εθνικό ζήτημα
 
Στις Επιστολές περί της Ιστορίας της Γαλλίας, ο Thierry προσπαθεί να βρει τη χρυσή τομή. Η αριστοκρατική – φραγκική εκδοχή που τοποθετούσε την αρχή της γαλλικής ιστορίας στον 5ο αιώνα του Χλωδοβίκου ­ από το όνομα του οποίου είχε προέλθει το «Λουδοβίκος» άλλων 17 βασιλέων ­ είχε καταδικασθεί διά παντός.
 
Η επαναστατική εκδοχή του Sieyes δεν ταίριαζε με το πνεύμα των καιρών, επιπλέον στον νομικό ορισμό που είχε δώσει στο έθνος ο συντάκτης της μπροσούρας «Τι είναι η Τρίτη Τάξη;» δεν χωρούσαν ούτε οι επανακάμψαντες ευγενείς ούτε εκείνοι που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων. Έτσι ο Thierry προέβη σε έναν διπλό επαναπροσδιορισμό. Εν πρώτοις υιοθέτησε έναν ορισμό του έθνους με ρομαντική απόχρωση: έθνος, γράφει, είναι ένας λαός με ίδια έθιμα, θεσμούς και γλώσσα. Πώς όμως και πότε είχε δημιουργηθεί αυτή η ταυτότητα στη Γαλλία ανάμεσα σε Γαλατορωμαίους και Φράγκους; Η περίπλοκη απάντησή του μπορεί να συνοψισθεί στα εξής: Η εθνική ιστορία αρχίζει τον 12ο αιώνα. Τότε εμφανίζεται ισχυρή η Τρίτη Τάξη, που στις ελάχιστες και αναιμικές πόλεις του πρώιμου Μεσαίωνα είχε διατηρήσει κάτι από τη ρωμαϊκή παράδοση των δήμων και των δημοτικών ελευθεριών. Στον αγώνα της κατά της φεουδαρχίας για την επέκταση αυτών των ελευθεριών και την επαναξίωση της εργασίας η Τρίτη Τάξη βρήκε στήριγμα στη βασιλεία, που εν τω μεταξύ είχε περάσει από τη φραγκική δυναστεία των Καρολιδών στη «σχεδόν ιθαγενή» δυναστεία των Καπετιδών. Η εμφάνιση στο προσκήνιο της τάξης αυτής συμπίπτει με την απαλοιφή των διακρίσεων που οι βαρβαρικοί νόμοι θέσπιζαν μεταξύ νικητών και ηττημένων, με τη «σύντηξη των φυλών» των Γαλατορωμαίων και των Φράγκων και με τη δημιουργία ενός νέου λαού, του γαλλικού. Στο σχήμα αυτό ο Guizot έδωσε ένα νέο ένδυμα: ο γαλλικός πολιτισμός, γράφει, που δημιουργείται τον 12ο αιώνα, είναι σύνθεση ρωμαϊκών, γερμανικών και χριστιανικών στοιχείων.
 
Η εκδοχή αυτή της γαλλικής ιστορίας προσέφερε στην Τρίτη Τάξη των εγκατεστημένων στην εξουσία αστών το γόητρο ενός μακρινού παρελθόντος: συμμαχώντας με τη μοναρχία, πολεμώντας κατά των φεουδαρχών από τον 12ο αιώνα και μετά, οι αστοί αποκτούσαν σημαντική θέση στην ιστορία του έθνους: το 1789, γράφει ο Thierry, δεν ήταν παρά το τελευταίο επεισόδιο μιας σειράς αγώνων που είχαν διαρκέσει 600 χρόνια. Από την άλλη μεριά, το φάντασμα ενός γαλλικού έθνους του οποίου η ιστορία άρχιζε μόλις το 1789 εξορκιζόταν, ο Thierry, καθώς επίσης ο Guizot, του ξανάδωσαν ένα παρελθόν αν όχι δεκατριών, τουλάχιστον έξι αιώνων. Ταυτόχρονα η επανάσταση έχασε τον «εθνικό» χαρακτήρα που είχε στην μπροσούρα του Sieyes και έγινε αποκλειστικά πολιτική. Για τον Guizot το εθνικό ζήτημα της Γαλλίας έχει ήδη κλείσει τον 12ο αιώνα.
 
Οι επιστολές του Thierry
 
Αρκέστηκα εδώ να δείξω πώς άλλαξαν το περιεχόμενο της έννοιας του έθνους και, κατά συνέπεια, η περιοδολόγηση της γαλλικής «εθνικής» ιστορίας. Η μακρά περίοδος της σκλαβιάς, που κατά τον Sieyes είχε διαρκέσει από τον 5ο αιώνα ως το 1789, περιορίστηκε ως το 1100, δηλαδή ως την εποχή που εμφανίστηκε η Τρίτη Τάξη και άρχισε η «σύντηξη των φυλών». Τα χρόνια ωστόσο από τον 5ο αιώνα ως το 1100 παρέμειναν χρόνια σκλαβιάς. Για να βοηθήσει τους αναγνώστες του να κατανοήσουν εναργώς την περίοδο εκείνη, ο Thierry τούς καλούσε, στις Επιστολές του, να τη συγκρίνουν με σύγχρονες εμπειρίες άλλων ευρωπαϊκών λαών: «Τίποτε δεν διευκολύνει περισσότερο την κατανόηση του παρελθόντος από την σύγκριση με ανάλογες ή παρόμοιες καταστάσεις του παρόντος. Θυμηθείτε την Ελλάδα υπό τον ζυγό των Τούρκων. Φέρτε στον νου σας ό,τι έχετε διαβάσει ή ακούσει για τους ραγιάδες και τους Φαναριώτες, για την μεγάλη μάζα του ελληνικού λαού, καθώς και για την μειοψηφία στην οποία οι Τούρκοι προσέφεραν τίτλους ευγενείας και αξιώματα, αναλογισθείτε για λίγο αυτό το θέαμα της βάναυσης καταπίεσης, της διαρκούς τρομοκρατίας, των συνεχών προσπαθειών για να ξεφύγει κανείς πάση θυσία και με κάθε τρόπο από την μοίρα των ηττημένων, και θα καταλάβετε το νόημα που έχουν οι λέξεις Ρωμαίος γαιοκτήμονας, Ρωμαίος υποτελής, Ρωμαίος συνεργάτης του βασιλιά. Θα καταλάβετε πόσες όψεις είχε η σκλαβιά των Γαλατορωμαίων από τους Βαρβάρους. Υπάρχει όμως κάτι περισσότερο. Παρά τις διαφορές που οφείλονται στην χρονική απόσταση και εκείνες που προκύπτουν λόγω της διαφορετικής θρησκείας στην μία περίπτωση [Ελληνες – Τούρκοι] και της κοινής λατρείας στην άλλη [Γαλατορωμαίοι – Φράγκοι] υπάρχουν επίσης μεγάλες ομοιότητες όχι μόνον ως προς την αντικειμενική κατάσταση των ηττημένων στην αρχαία Γαλατία και στην σύγχρονη Ελλάδα αλλά και όσον αφορά την ψυχολογική στάση τους. Στις αφηγήσεις του Γρηγορίου των Τουρώνων βρίσκει κανείς όχι μόνον τις καθημερινές δυστυχίες των φτωχών ραγιάδων που προσβάλλονται, ληστεύονται και εξορίζονται κατά το δοκούν του κατακτητή αλλά και το πολυμήχανο πνεύμα του ιθαγενούς ευγενούς που αφιερώνεται στην υπηρεσία των κατακτητών, την ανηθικότητα των Φαναριωτών που είναι τόσο άμετρη ώστε θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει ως εκδήλωση απελπισίας». Τι θα μπορούσε άραγε να σκεφθεί ένας Ελληνας της εποχής, ένας Ρωμιός, διαβάζοντας τον Thierry ή, λίγο νωρίτερα, τον Sieyes;
 
Ο κ. Θεοδόσης Νικολαΐδης είναι λέκτορας ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο