Κώστας Γαβράς : Δημοκρατία,
η αξιοπρέπεια του μετανάστη
Αν κάτι χαρακτηρίζει τον
Κώστα Γαβρά είναι η συνέπεια του. Η σχέση του με την πολιτική δεν είναι
διανοητική αλλά «χειρωνακτική». Ακαταπόνητος, εργάζεται εδώ και πέντε σχεδόν
δεκαετίες, αποκαλύπτοντας, προκαλώντας, αφυπνίζοντας. Χωρίς να στρατεύει την
τέχνη του, περνάει από την άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, από τον
χιτλερικό ναζισμό στον νέο αμερικανικό φασισμό, ασχολείται με το παλαιστινιακό
πρόβλημα, τον ανθρώπινο πόνο, την επώδυνη διαδικασία της μνήμης, το κόστος της
ανεργίας, τις κομπίνες των αγορών.
Στη νέα του ταινία το θέμα
του πραγματεύεται την ιστορία μιας χώρας και του λαού της που παγιδεύονται από
ένα δίκτυο υπερεξουσίας που τους επιβάλλεται παρά την θέλησή τους. Στην ταινία
του παρουσιάζει επίσης τον φαύλο κύκλο των συναντήσεων του Eurogroup που
επέβαλε τη δικτατορία της λιτότητας στην Ελλάδα, πίσω από τις κλειστές πόρτες εκεί
όπου παίχτηκε μια αρχαία ελληνική τραγωδία στη σύγχρονη εποχή. Τίτλος της ταινίας
«Αdults in the room».
Μιλώντας σε αποκλειστική
συνέντευξη του στην Εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου αποκάλυψε ότι η νέα του
ταινία θα αναφέρεται στην Ευρώπη ως προς την Ελλάδα μέσα στα χρόνια της κρίσης
και παρατήρησε :
«Η ελληνική κρίση με
έπληξε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Φυσικά και έχουν ευθύνη οι κυβερνήσεις της
δεξιάς και της αριστεράς που επέτρεπαν, επί τριάντα χρόνια, να αυξάνεται
ασταμάτητα το χρέος. Ωστόσο, ευθύνη φέρουν και οι ηγέτες της ΕΕ οι οποίοι
γνώριζαν τα πάντα και δεν είπαν ποτέ «Στοπ!». [..] Όταν το μπαλόνι παραφούσκωσε
το είπαν, αλλά ήταν πλέον αργά. Μόλις, δε, εμφανίστηκε αυτό το νέο κόμμα και η
νέα ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αλλάξει τα πράγματα, η Ευρώπη έπιασε από
τον λαιμό τους ηγέτες μας και επέβαλε αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Ακόμη και
σήμερα έχουν αυτό το ασφυκτικό περιλαίμιο και υποφέρει η πλειοψηφία των Ελλήνων.
Εξαιτίας αυτών των πολιτικών της ΕΕ έχουμε σήμερα όλο και περισσότερους φτωχούς
ανθρώπους, ενώ ο πολιτισμός και η παιδεία αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος της
ευρωπαϊκής πολιτικής».
Ο Κώστας Γαβράς από τότε
που ξεκίνησε να κάνει ταινίες έχει στο μυαλό του την Ελλάδα αλλά προ πάντων τον
ΑΝΘΡΩΠΟ. Έτσι στη προ-προηγούμενη ταινία του ασχολήθηκε με ένα μεγάλο θέμα την μετανάστευση και τους μετανάστες, τους
περιπλανώμενους του 21ου αιώνα ανθρώπους με όνειρα ή χωρίς και με μόνη
φιλοδοξία, κατ’ αρχάς, να επιβιώσουν. Ο Παράδεισος τους μπορεί να περιμένει…
Δημοκρατία,
η αξιοπρέπεια του μετανάστη
«Τρέφω βαθύ σεβασμό προς
τον άνθρωπο που μεταναστεύει», υπογραμμίζει σε συνέντευξή του. «Το να
εγκαταλείπεις τη χώρα σου, το να πηγαίνεις προς το άγνωστο, συνιστά μια τρομερή
δοκιμασία που απαιτεί μια ψυχική και σωματική αντοχή απέναντι σε όλες τις
πιθανές ταλαιπωρίες. Χρειάζεται οξεία αντίληψη, αντίληψη ζωής. Θελήσαμε, με τον
Jean Claude Grinberg (σ.σ.: συν-σεναριογράφο), να συνυπογράψουμε ένα φόρο τιμής
στους πατέρες μας, στους παππούδες μας και σε εκείνους της γενιάς μας που ήλθαν
στη Γαλλία παρά τις ενέδρες και τις τρικυμίες. Νάτοι, να ’μαστε! “We stand”,
όπως λένε και οι Αμερικανοί, δηλαδή “στεκόμαστε”. Μου αρέσει πολύ αυτή η απλή
έκφραση. Υπάρχει περηφάνια στο να στέκεται κανείς απλώς εκεί, όρθιος».
Ο Ηλίας ο πρωταγωνιστής της
ταινίας του είναι νέος, αποφασισμένος και απελπισμένος. Και στέκεται όρθιος. Ο
σκηνοθέτης χειρίζεται ένα θέμα σκοτεινό και ζοφερό, με χιούμορ, αισιοδοξία,
ισορροπώντας ανάμεσα στον ήπιο, αν και πικρό, ρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό.
Χωρίς απροκάλυπτα καταγγελτικούς τόνους, αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια του
ξένου και τον βιωμένο κυνισμό της Γηραιάς Ηπείρου. Απ’ όπου κι αν περνάει ο
Ηλίας, το καλό και το κακό που συναντάει, το ηθικό και το ανήθικο που
αντιμετωπίζει, είναι όψεις μιας πραγματικότητας δημοκρατικά δομημένης αλλά και
μιας δημοκρατίας διόλου δεδομένης.
Πρέπει να είμαστε πάντα σε
εγρήγορση, υποστηρίζει με κάθε πλάνο του ο Κ. Γαβράς, όχι μόνο σε αυτήν την
ταινία αλλά από το 1969 και το θρυλικό «Ζ». Έκτοτε, η πολιτική σκέψη έχει το
προβάδισμα, η εξουσία (κάθε μορφής) είναι στο στόχαστρο του, η αποκατάσταση
ενός αισθήματος δικαίου στον θεατή, «η ικανοποίηση της επιθυμίας του για
δικαιοσύνη», όπως έχει γράψει η κριτική, η βασική μέριμνα του.
«Θα ξαναγυρίζατε σήμερα το
“Ζ” αναφερόμενος σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα;», ρωτήσαμε τον σκηνοθέτη. «Δεν θα
είχε νόημα», απάντησε. «Οι στρατιωτικοί δεν είναι πια απειλητικοί. Αντίθετα,
μάλιστα, τους συμβαίνει να είναι επικοινωνιακοί και να ασκούν ανθρωπιστικό
έργο! Ωστόσο, η γνώμη μου είναι ότι τα ερωτήματα παραμένουν.
Μερικά χρόνια πριν, ο Πιερ
Ζοξ, υπουργός Εσωτερικών επί Μιτεράν μου πρότεινε να κάνω μια ταινία για την
“μπλε μπανάνα”. Όταν απόρησα, μου εξήγησε ότι είναι η Ευρώπη τη νύχτα
φωτογραφημένη από δορυφόρο. Πρόσθεσε ότι τα επόμενα χρόνια πάνω από 25 εκατ.
άνθρωποι υπολογίζεται πως θα μετακινηθούν σε αυτήν την μπλε μπανάνα. Όταν
βλέπουμε μια μητέρα να απειλείται με απέλαση επειδή ο γιός της πέθανε και χωρίς
αυτόν χάνει το δικαίωμά της να παραμείνει στη Γαλλία και κρίνεται αναγκαία η
παρέμβαση ενός υπουργού, οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στη δημοκρατία
μας. Σε μια δημοκρατία που εξαρτάται από την καλή θέληση ενός υπουργού! Πού
είναι η δημόσια συζήτηση; Πού είναι η δημοκρατική ζωή όταν πρόκειται για
μετανάστη;».
Ο Ηλίας, τον οποίο
υποδύεται ο Ιταλός ηθοποιός Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, θυμίζει αγρίμι, μιλάει
ελάχιστα –οι φράσεις του είναι μετρημένες στην ταινία– και σε μια γλώσσα
άγνωστη. Ηχεί σαν σημιτική, κατασκευάστηκε ειδικά για την ταινία γιατί, κατά
τον σκηνοθέτη, «η γλώσσα χαρακτηρίζει αυτομάτως τους ανθρώπους, σχηματίζουμε
αμέσως μια γνώμη για τον συνομιλητή μας και αναλόγως τον αποδεχόμαστε ή τον
απορρίπτουμε. Θα ήθελα, λοιπόν, ο θεατής να μην έχει μια προκατασκευασμένη
άποψη για τον Ηλία».
Παρακολουθούμε από κοντά τον
ήρωα της ταινίας στην αγωνιώδη προσπάθειά του να πραγματοποιήσει το όνειρό του
να φθάσει στο Παρίσι, την Εδέμ του. Βλέπουμε να διακατέχεται από ένα κράμα
ουτοπίας, αθωότητας και φόβου. Βλέπουμε την αργή μεταμόρφωση του Ηλία, την
ευστροφία, την ανάγκη του να βρει μιαν άλλη εστία. Όμως παράλληλα διαπιστώνουμε
την «διακριτική» αλλά καίρια παρουσία της αστυνομίας, μιας διαρκούς μορφής
ελέγχου, την οποία συναντάει σε κάθε του βήμα και με διαφορετικούς τρόπους.
Είναι η έκφραση μιας διαρκούς απειλής την οποία ο Κ. Γαβράς εγκαθιστά σε αυτόν
τον ιδιότυπο «παράδεισο», όπου ο μετανάστης είναι «ξένο σώμα». Σώμα, πάνω στο
οποίο εγγράφεται συχνά η ταπείνωση, η απόρριψη, η αποστροφή. «Όταν οι
αστυνομικοί σας λένε “Ε, εσύ, έλα εδώ” είναι ήδη μια ταπείνωση. Επειδή δεν
είμαι “εσύ”, είμαι “εσείς”.
Όταν ο Ηλίας κοιτάζει μια
σαγηνευτική βιτρίνα και νιώθοντας ακατανίκητη έλξη χτυπάει το μέτωπο στο τζάμι,
ο ιδιοκτήτης με μια χειρονομία του κάνει σαφές το εξής: “τσακίσου από εδώ! Ούτε
να κοιτάς τη βιτρίνα μου δεν είσαι άξιος!”. Είναι κι αυτό επίσης ένας είδος
απαράδεκτης βίας, η οποία με το να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα καθίσταται όλο και
πιο τετριμμένη στα μάτια μας. Αλλά δημοκρατία σημαίνει ακριβώς αυτό: να
αρνείσαι να χάνουν οι άνθρωποι την αξιοπρέπειά τους».
Η ταινία είχε ευμενή
σχόλια στον ελληνικό τύπο όμως τα περισσότερα γαλλόφωνα έντυπα με εξαίρεση τον
“Nouvel Observateur” και την “Liberation”, υποδέχτηκαν την ταινία αδιάφορα και
κάποιες απορριπτικά, θεωρώντας ότι ο Γαβράς έπιασε ανώδυνα ένα πολύ οδυνηρό
θέμα. Πιθανόν όμως να ενοχλήθηκαν για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, δηλαδή για τον
έντονο ρατσισμό που στηλιτεύει ο Γαβράς στην ταινία του, σε μια εποχή που οι
ευρωπαϊκές κοινωνίες διακατέχονται από πολλές ανασφάλειες. Ο ίδιος σε συνέντευξή
του απάντησε στην κατηγορία ότι η ταινία του είναι επιφανειακή λέγοντας ότι η
δραματική εκδοχή για την παράνομη μετανάστευση έχει αποδοθεί από άλλους και
μάλιστα από πολλούς. Εκείνος -είπε- ήθελε να δώσει τη δική του γλυκόπικρη και
φαινομενικά ανάλαφρη σκοπιά, γιατί όντας και ο ίδιος μετανάστης, είχε προσωπικά
βιώματα για το όλο ζήτημα και ήξερε «κάτι παραπάνω από τους Γάλλους συναδέλφους
του»
Η ταινία έκλεισε το
φεστιβάλ Βερολίνου 2009 όπου προβλήθηκεεκτός συναγωνισμού. Βραβεύθηκε με το
βραβείο των κριτικών τον Απρίλιο του 2009 στο φεστιβάλ «City of Lights, City of
Los Angeles”
Πλατεία Πετρακάκη από το βιβλίο «Η Δύση της
Ανατολής» Θεσσαλονίκη 1870-1912.εκδ. ΜΙΕΤ. Το τριώροφο κτίριο, ήταν ξενοδοχείο
και στεγάζει σήμερα στο ισόγειό του τον “Ζύθο”. Οι δυο όροφοί του
κατεδαφίστηκαν μετά από τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν στον σεισμό του 1978
Τα
λαδάδικα και η ιστορία του τραγουδιού
Τα Λαδάδικα είναι μία
ιστορική συνοικία της πόλης της Θεσσαλονίκης. Χωρίζεται στις περιοχές Λαδάδικα
και Άνω Λαδάδικα. H περιοχή Λαδάδικα οριοθετείται από τις οδούς “Ίωνος
Δραγούμη”, “Τσιμισκή”, “Σαλαμίνος” και “Ναυάρχου Κουντουριώτου” ενώ τα Άνω
Λαδάδικα από τις οδούς "Τσιμισκή", "Φράγκων", "Λέοντος
Σοφού", "Δωδεκανήσου" "Βασιλέως Ηρακλείου" και
"Βέροιας". Τα όρια της περιοχής προσδιορίζονται από το διάταγμα
κήρυξής της ως "ιστορικού τόπου" (ΥΠΠΕ/ΔΙΛΑΠ/Γ/24917/1598/24.5.85)
και η έκτασή της είναι 6,5 εκτάρια και περιλαμβάνει 24 οικονομικές νησίδες,
εκεί όπου βρίσκονται εγκατεστημένες γύρω στις 300 μονάδες επιχειρήσεων όπου
απασχολούνται περίπου 1400 εργαζόμενοι.
Η περιοχή βρίσκεται κοντά
στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης και για αιώνες ήταν ένα από τα πιο σημαντικά
εμπορικά κέντρα της πόλης. Η ίδια η ονομασία Λαδάδικα προέρχεται από την ύπαρξη
πολλών καταστημάτων χονδρικής στην περιοχή όπου πωλούνταν κυρίως ελαιόλαδο.
Πολλοί Εβραίοι της Θεσσαλονίκης κατοικούσαν στην περιοχή αποτελώντας έτσι την
παλιά εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκη, ενώ η περιοχή όπου κατοικούνταν από
Γάλλους και Ιταλούς εμπόρους, ο "Φραγκομαχαλάς", βρίσκεται ακριβώς
δίπλα στην περιοχή των Άνω Λαδάδικων.
Στα χρόνια πριν τον
Α'ΠΠάρχισαν να εμφανίζονται πολλοί
οίκοι ανοχής και καπηλειά στην περιοχή, και μετά τη Μεγάλη πυρκαγιά της
Θεσσαλονίκης η περιοχή έχασε τη δυναμική της. H περίοδος παρακμής διήρκεσε
μέχρι τον μεγάλο Σεισμό του 1978 οπότε εγκαταλείφτηκε για περίπου δύο
δεκαετίες. Το 1985, τα Λαδάδικα ανακηρύχτηκαν ως περιοχή με πολιτιστική αξία
από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας. Ο ιδιαίτερος αρχιτεκτονικός ρυθμός των
κτιρίων του 19ου αιώνα διατηρείται και προστατεύεται. Η ιδιαίτερη σημασία της
περιοχής έγκειται στο ότι παρά το μικρό μέγεθός της, δίνει στον επισκέπτη μία
εικόνα πώς ήταν χτισμένη η Θεσσαλονίκη πριν το ξέσπασμα της φωτιάς του 1917 που
ισοπέδωσε το 70% της πόλης.
Οικίες στα Λαδάδικα σήμερα
Σήμερα, έχοντας περάσει
από διαδικασίες αναπαλαίωσης κατά την δεκαετία του 1980, τα Λαδάδικα αποτελούν
μία ψυχαγωγική περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου στεγάζονται πολλά μπαρ, νυχτερινά
κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια και ταβέρνες, εκεί όπου κάποτε βρίσκονταν
καταστήματα πώλησης λαδιού και εμπορικές αποθήκες. Στα Λαδάδικα βρίσκονται οι
πλατείες Μοριχόβου, η πλατεία Πετρακάκι, και στα άνω Λαδάδικα η πλατεία
Εμπορίου με έξοδο προς την οδό Πολυτεχνείου.
Η
πραγματική ιστορία του τραγουδιού «τα Λαδάδικα»
Τσιμισκή, τέλος δεκαετίας του ’20.
Στο βάθος διακρίνεται το κομμάτι των Λαδάδικων που κατεδαφίστηκε για την
διάνοιξή της οδού. Φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη, από το βιβλίο “Η Θεσσαλονίκη
μέσα από τον φακό του Γιώργου Λυκίδη”, εκδ. Ιανός.
Συνέντευξη
με τον στιχουργό που έχει συνδέσει το όνομα του με τη Θεσσαλονίκη
Συνέντευξη στον Θεολόγο
Ηλιού
Ο Φίλιππος Γράψας έχει
συνδέσει το όνομα του με την Θεσσαλονίκη, κάνοντας όλους τους Έλληνες να
τραγουδήσουν για τα «Λαδάδικα» και για την Θεσσαλονίκη ξημερώματα με το «Σ’
αναζητώ στη Σαλονίκη». Ο στιχουργός των πολλών μεγάλων επιτυχιών που έχει
συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, λατρεύει την
Θεσσαλονίκη και δεν μπορεί να ζήσει μακριά της.
Ο Φίλιππος Γράψας μεγάλωσε
στις γειτονιές της Άνω Πόλης και έπειτα μετακόμισε στην περιοχή του
Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Άρχισε να γράφει στίχους από την εφηβεία, η αγάπη
του για την λογοτεχνία και την ποίηση οδήγησαν τη σκέψη και το χέρι του στη
λευκή κόλλα, όπως λέει ο ίδιος. «Δειλά δειλά, άρχισα να σκαρώνω στιχάκια, πιο
αποφασιστικά, όμως τα έσχιζα. Φοβόμουν την κριτική όσων πιθανόν θα τα διάβαζαν.
Αυτό ήταν λάθος». Η αφορμή για να αρχίσει να γράφει ήταν «ο έρωτας, η ανθρώπινη
συμπεριφορά, τα κοινωνικά θέματα».
Η επικοινωνία του με τον
κόσμο μέσα από τους στίχους, τον συγκινεί. «Η χαρά είναι μεγάλη, όταν άγνωστοι
άνθρωποι, μου εκφράζουν την αγάπη τους για τα τραγούδια μου. Είναι δε πολύ
συγκινητικό, όταν στις συναυλίες ακούω τον κόσμονα τα τραγουδά με τους τραγουδιστές». Αν
προσέξει κανείς τα τραγούδια, στα οποία έχει γράψει στίχους, θα παρατηρήσει πως
ο Φίλιππος Γράψας «παίζει» συνέχεια με στοιχεία της φύσης. «Δε νομίζω ότι
υπάρχει στιχουργός που να μην επηρεάζεται, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο,
από ένα φεγγάρι, από μια θάλασσα, από μια καταιγίδα κ.λ.π. Στη φύση ζούμε και η
γοητεία της, μυστηριώδης και συναρπαστική, οπότε και η έμπνευση αναπόφευκτη από
τα στοιχεία... και τα στοιχειά της!».
Η
σχέση του με την Θεσσαλονίκη
Από την Θεσσαλονίκη δεν
μπορεί να λείψει ούτε μια εβδομάδα, νιώθει την ανάγκη να γυρίσει, ακόμη κι αν
είναι στην Χαλκιδική. Την σχέση του αυτή με την πόλη την περιγράφει με τις
λέξεις«συνεχής, τρυφερή, απαιτητική,
ατέλειωτη». «Αγαπώ την ανατολίτικη νωχέλειά της, τις μυρωδιές της, τον καιρό
της. Μ’ ενοχλεί όταν μιμείται ξένες θορυβώδεις μεγαλουπόλεις κι επίσης η
έλλειψη επικοινωνίας των κατοίκων της».
Θα μπορούσε να πει κανείς
ότι σχέση του με την Θεσσαλονίκη λειτουργεί αμφίδρομα. Αυτή τον ενέπνευσε για
την πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» και εκείνος την
έβαλε στα χείλη των Ελλήνων.«Η
Θεσσαλονίκη από μικρό, μου πήρε την καρδιά και της αφιέρωσα στίχους». Εκτός από
την Θεσσαλονίκη, αυτός που βοήθησε να γίνει στιχουργός ήταν ο Διονύσης Θεοδόσης,
ο οποίος έδωσε τους στίχους από το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» στο Μάριο Τόκα. «Ο
φίλος Διονύσης, ο σπουδαίος αλλά άτυχος τραγουδιστής,πήρε τους στίχους μου και τους έδωσε στον
Μάριο Τόκα, επίσης σπουδαίο και επίσης άτυχο συνθέτη. Η συνέχεια γνωστή…».
«Τα
Λαδάδικα»
Το τραγούδι «Λαδάδικα»
στην ουσία μιλάει για μια εμπειρία ενός άντρα, δεν θα μπορούσα να μην τον
ρωτήσω αν πρόκειται για δική του εμπειρία. « Στα ‘Λαδάδικα’, περιγράφω μια
συγκεκριμένη περιοχή, σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Στο ισόγειο, τα μαγαζιά
πουλούσαν λάδια, εδώδιμα αποικιακά κ.λ.π. Στον επάνω όροφο, τα ‘σπίτια’
πουλούσαν έρωτα. Οι πελάτες ντόπιοι κα ξένοι, αγόραζαν ο,τι ήθελαν. Εξαιρετικά
ενδιαφέρον θέμα για στίχο. Αποδείχτηκε με τη μουσική του Μάριου Τόκα και
εξαιρετικά αγαπημένο τραγούδι. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς εμπειρία, τη
στιγμή που έχουν γραφτεί κι έχουν ακουστεί τόσα πολλά για τα Λαδάδικα. Με την
ευκαιρία θα ήθελα να πω ότι πριν περίπου ένα χρόνο, εμφανίστηκε κάποιος
άγνωστος σε μένα κύριος, δηλώνοντας ότι είναι αδελφός μου, για να περιγράψει μ’
έναν ψευδή, χυδαίο και εκτός πραγματικότητας τρόπο στην εφημερίδα «Λεμεσός» της
Κύπρου, το πώς εγώ εμπνεύστηκα και έγραψα «Τα Λαδάδικα»! Με τη σειρά μου δηλώνω
ότι δεν είχα ποτέ κι ούτε έχω αδελφό. Ήδη κινούμαι νομικά,για την απόκατάσταση
της αλήθειας και ό,τι αυτό συνεπάγεται.»
Από
υπάλληλος του ΟΤΕ στα γραφεία της ΜΙΝΟΣ
Ο Φίλιππος Γράψας δούλευε
στον Ο.Τ.Ε, πριν τον ανακαλύψουν από την δισκογραφική εταιρεία ΜΙΝΟΣ και γίνει
για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεργάτης τους. Όλα ξεκίνησαν με το «Σ’ αναζητώ
στη Σαλονίκη», που ήταν ο προπομπός της δεύτερης καριέρας του Δημήτρη
Μητροπάνου, όπως λένε και οι άνθρωποι του χώρου. Ο ίδιος περιγράφει την
διαδρομή του από την Θεσσαλονίκη στα γραφεία του Μάκη Μάτσα λέγοντας: «Όλα τα
μπορείς αν θέλεις. Στη δικιά μου περίπτωση δεν ήταν πια και τόσο δύσκολο.Υπάλληλος μέχρι το μεσημέρι. Το απόγευμα και
το βράδυ οι ώρες δικές μου για διάβασμα και γράψιμο. Κι όταν αυτό το γράψιμο
εκτιμήθηκε από τους υπεύθυνους της μεγαλύτερης δισκογραφικής εταιρίας, τότε
βεβαίως και βρέθηκα στα γραφεία του Μάκη Μάτσα».
«Σ’
αναζητώ στη Σαλονίκη»
Το τραγούδι πέρασε από
πολλά κύματα μέχρι να φτάσει στο τελικό «προορισμό» του. Πριν φτάσει στα χέρια
του Μάριου Τόκα, τους στίχους τους είχε διαβάσει ο Μάνος Χατζιδάκις και είχε
πει στον Φίλιππο Γράψα: «Με αυτό που έγραψες, είναι σαν να έγραψες τα πάντα».
Οι στίχοι του τραγουδιού γράφτηκαν σε μισή ώρα, όταν ένας φίλος συνθέτης του κ.
Γράψα τον παρακίνησε να γράψουν ένα τραγούδι για τον διαγωνισμό τραγουδιού του
Μάνου Χατζιδάκι. Μετά τον διαγωνισμό οι στίχοι έμειναν στο συρτάρι 10 χρόνια,
μέχρι ο Διονύσης Θεοδόσης να το δείξει στο Μάριο Τόκα.«Το ‘’Σ’αναζητώ στη Σαλονίκη’’ ήταν ένας πολύ
τυχερός στίχος. Πρώτα τον διάβασε ο Μάνος Χατζιδάκις και είπεσπουδαία λόγια. Μετά τον μελοποίησε υπέροχα ο
Μάριος Τόκας και τέλος ευτύχησε να το τραγουδήσει ο Δημήτρης Μητροπάνος. Τί
καλύτερο να θέλει ένας στίχος;» δηλώνει για το συγκεκριμένο τραγούδι ο
στιχουργός στο Seleo.
Ο Μάκης Μάτσας στο βιβλίο
του, αναφέρει ότι το συγκεκριμένο τραγούδι πρώτα το είχε ακούσει ο Γιώργος
Νταλάρας, η Χαρούλα Αλεξιού, ενώ πριν το δώσουν στον Δημήτρη Μητροπάνο, ο Μάκης
Μάτσας σκεφτόταν να προτείνει τον τότε νέο στο χώρο Γιάννη Πλούταρχο.
Ο ιδιοκτήτης της ΜΙΝΟΣ,
Μάκης Μάτσας αναφέρεις επίσης στο βιβλίο του ότι ο Φίλιππος Γράψας
απομακρύνθηκε από τον χώρο, λόγω κάποιων κακών κριτικών. Ο Φίλιππος Γράψας
απαντάει λέγοντας: «Από τον χώρο δεν απομακρύνθηκα ποτέ, όπως δείχνει ηδισκογραφία μου. Απλώς, είναι γνωστό, πως
όταν κάνεις μια επιτυχία, αυτομάτως αποκτάς εχθρούς.Δέχτηκα λοιπόν κάποιες προσωπικές επιθέσεις
που δεν τις περίμενα και στενοχωρήθηκα. Σκεφτόμουν να τα παρατήσω. Ευτυχώς,
φίλοι με έπεισαν ότι αυτά συμβαίνουν στο χώρο και συνέχισα...».
«Το
τραγούδι σήμερα είναι καθαρά ένα βιομηχανικό προϊόν»
Ζήτησα να μου απαντήσει τι
φταίει που σήμερα οι στίχοι απλά ομοιοκαταληκτούν σε χωρίς κανένα περιεχόμενο,
σε αντίθεση με τα παλαιότερα τραγούδια. Μήπως τότε οι άνθρωποι αγαπούσαν
αλλιώς; «Πολλοί λένε, ότι το τραγούδι στις μέρες μας έχει χάσει τη δύναμή του.
Ίσως γιατί τα συναισθήματα όπως και πολλές άλλες αξίες, έχουν χάσει τα παλιά
μεγέθη τους. Σ’ένα μεγάλο ποσοστό, το τραγούδι σήμερα είναι καθαρά ένα
βιομηχανικό προιόν, που κρατάει σαν σουξέ κάποιους μήνες και μετά χάνεται γιατί
έρχεται το καινούριο σουξέ με ένα επιφανειακό πάλι σλόγκαν. Το καλό τραγούδι
όμως πάντα υπάρχει. Όποιος θέλει, το βρίσκει». Όσο για την απόσταση που υπάρχει
ανάμεσα στον στιχουργό και στον ποιητή, σχολιάζει: «Νομίζω ότι ο ποιητής,
ασκείται σε διαφορετικό πεδίο λόγου. Διατηρεί ελευθερία έκφρασης, χρόνου, ιδεών
και χώρου. Ο στιχουργός έχει τη δέσμευση της ρίμας κι επιπλέον πρέπει σε λίγες
γραμμές, να γράψει μια μικρή ή μεγάλη, εύκολα κατανοητή ιστορία, για να γίνει
τραγούδι. Πολλές φορές όμως ένας στίχος μπορεί να είναι κι ένα ατόφιο ποίημα».
Είναι ο «πρίγκιπας», ο άνθρωπος που
άλλαξε τη μοίρα της ελληνικής ροκ σκηνής. Ο συνθέτης, στιχουργός και
τραγουδιστής Παύλος Σιδηρόπουλος, παρόλο που έζησε μόλις μέχρι την ηλικία των
42 ετών, άφησε πίσω του αξιοσημείωτη μουσική κληρονομιά με αντοχή στο χρόνο και
επιρροή στους νέους καλλιτέχνες. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος από την πλευρά του
πατέρα του καταγόταν από τον Πόντο, ενώ απ την πλευρά της μητέρας του ήταν
δισέγγονος του Ζορμπά και ανιψιός της μεγάλης συγγραφέωςΈλλης Αλεξίου. Ήταν παιδί πανέμορφο κι’ ανήσυχο.
Του άρεσε να ψάχνει και να αναρωτιέται. Ήταν ευαίσθητος και όπως οι
περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς του…. «καταραμένος».
Η αδελφή του Παύλου Σιδηρόπουλου
μιλά στoν Αντώνη Μποσκοίτη
Μια σπάνια συνέντευξη της Μελίνας Σιδηροπούλου
Η Mελίνα Σιδηροπούλου δεν έχει μιλήσει πολλές φορές
για τον αδερφό της από τότε που αυτός έφυγε. Προτιμάει ν' αφήνει το ίδιο του το
έργο να μιλάει εκ μέρους του. Τη συνάντησα το μεσημέρι της 18ης Απριλίου του
2011 στην οικία της, παρουσία του συζύγου της, του κυρίου Ηλία, και της
μοναχοκόρης της, Μαρίας Σκόκου. Στη βιβλιοθήκη όλα τα βινύλια του Παύλου
Σιδηρόπουλου, από δυο και τρεις φορές το καθένα, μαζί με την ογκώδη
βιβλιογραφία του, τα κείμενα του, τα ποιήματα του, τις συνεντεύξεις του και τις
δημοσιευμένες κριτικές του έργου του. Στον τοίχο, σε περίοπτη θέση, το μεγάλων
διαστάσεων παστέλ πορτραίτο του Παύλου, που φιλοτέχνησε ο Μίλτος Παπαστεργίου.
Από τη Μελίνα Σιδηροπούλου δεν με ενδιέφερε καθόλου η
ενδεχόμενη μουσικολογική της άποψη για τη δουλειά του αδερφού της, που
εξακολουθεί να συγκινεί και να ανακαλύπτεται από τα νέα παιδιά, 11 χρόνια μετά
τον βιολογικό του θάνατο (Η συνέντευξη δόθηκε το 2013). Αυτό που ήθελα και που,
νομίζω, παρουσιάζει ενδιαφέρον ήταν η αναδρομή στην παιδική ηλικία τους, στη
σχέση με τους γονείς και στη διαμόρφωση του υπερευαίσθητου χαρακτήρα ενός
ορίτζιναλ ρόκερ, ο οποίος οδηγήθηκε στην αυτοκαταστροφή μέσω της πρέζας. Έτσι,
για να αποκτήσει και η μικρή Ελλάδα, αμέσως μετά τη μεταπολιτευτική λαίλαπα,
τον δικό της Ποιητή του Ροκ, παρά το θλιβερό γεγονός της απώλειας μιας
ανθρώπινης ζωής.
Πως θα ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος αν ζούσε; Μπορεί να
είχε αποσυρθεί από τα μουσικά δρώμενα. Μπορεί πάλι να συνεργαζόταν με τα πιο
ωραία παιδιά, κορίτσια κι αγόρια, της ελληνικής αγγλόφωνης ροκ σκηνής. Κανείς
δεν ξέρει και δεν δύναται να απαντήσει, ούτε και η ίδια του η αδερφή, που τον
έζησε για 42 ολόκληρα χρόνια. Συνεπώς, το ερώτημα αυτό θα πλανιέται ποιητική
αδεία εις τους αιώνας των αιώνων, όσο η μουσική θα προχωράει και θα εξελίσσεται
και όσο θα ανανεώνονται οι μελετητές του έργου του και οι λάτρεις των τραγουδιών
του.
Πόσα χρόνια διαφορά είχατε με τον
Παύλο;
Είχαμε έξι χρόνια. Εγώ γεννήθηκα το 1954, ο Παύλος το
΄48.
Σε ποια ηλικία αρχίζετε να έχετε
μνήμες από τον αδελφό σας;
Από τεσσάρων – πέντε ετών άρχισα να θυμάμαι τον αδελφό
μου. Όλες οι ιστορίες, όμως, έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι πάντοτε με
ζόριζε.
Συνηθισμένο δεν είναι ένα αγόρι να
ζορίζει την αδελφή του;
Ακριβώς. Θυμάμαι πάρα πολύ έντονα που ήμουν εννέα ετών
και ο Παύλος χόρευε ροκ εν ρολ στα πάρτι. Ερχόταν, λοιπόν, στο σπίτι και όλες
του τις πρόβες τις έκανε πάνω μου! Με έπιανε από ΄δω, με σήκωνε από ΄κει, με
τίναζε, τέτοια πράγματα. Επίσης, παίζαμε πολύ μαζί.
Μπαίνοντας στην εφηβεία, φαινόταν
ότι ο Παύλος θα γινόταν καλλιτέχνης; Όχι, δεν ήμουν
ικανή σ' αυτό το βαθμό, ώστε να διαβλέψω δηλαδή τα ταλέντα του. Να σας πω την
αλήθεια, είναι μεγάλη διαφορά αυτά τα έξι χρόνια και σωστά ξεκινήσατε έτσι τη
συζήτηση μας. Όταν εγώ άρχισα να βλέπω τον Παύλο να δραστηριοποιείται, ήδη ήταν
μεσ' στον χώρο της τέχνης. Ξεκίναγα το Γυμνάσιο, ας πούμε, κι αυτός έφευγε για
Θεσσαλονίκη. Αμέσως πήρε μπρος εκεί πέρα και ασχολήθηκε με το τραγούδι.
Συνεπώς, κατά τη δική μου εφηβεία ο Παύλος ήταν ήδη γνωστός και πήγαινα και τον
άκουγα.
Ήσασταν το ελληνικό μοντέλο
οικογένειας; Το αγόρι προσκολλημένο στη μάνα και το κορίτσι στον πατέρα;
Ναι, μόνο που εμείς ήμασταν και οι δύο προσκολλημένοι
στη μαμά. Εξαιρετικός ήταν κι ο πατέρας μας, ένας άνθρωπος ήπιων τόνων, η πολύ
δραστήρια όμως ήταν η μητέρα μας! Και πολύ έξυπνη. Μετρούσαν πάντοτε η γνώμη
της κι οι συμβουλές της. Ήταν και δοτική και ταυτόχρονα πολύ μέσα στα πράγματα.
Ο λόγος της δεν σε έστελνε σε μία γυναίκα άλλης γενιάς, αλλά σε μία σύγχρονη
προσωπικότητα που ήθελε να έχουμε σχέσεις και φίλους. Μία καθόλου συντηρητική
γυναίκα με λίγα λόγια. Έτσι ακριβώς! Ο πατέρας ήταν ο πιο συντηρητικός και,
ξαναλέω, πολύ πιο ήπιος.
Το γεγονός ότι προέρχεστε από μία
οικογένεια με λογοτεχνικές ρίζες (Έλλη Αλεξίου, Γαλάτεια Καζαντζάκη), πόσο ρόλο
έπαιξε και στη δική σας διαμόρφωση;
Νομίζω, μεγάλο. Σε συνδυασμό, όμως, με τον πατέρα μου.
Και εξηγούμαι: Ο πατέρας μου προερχόταν από παλιά αστική οικογένεια – ο πατέρας
του ήταν καπνέμπορος με δικούς του εργάτες στη Ρωσία κλπ. – και μεγάλωσε με
μεγάλη οικονομική άνεση. Ωστόσο, διατήρησε μία ταπεινότητα σε όλη τη ζωή του.
Αριστερή οικογένεια;
Ναι, από τον πατέρα, παρ' όλο που οι παππούδες μας δεν
ήταν αριστεροί. Ο παππούς μου δηλαδή, ο Σιδηρόπουλος, ήταν συντηρητικός.
Βασιλικός;
Δεν ξέρω αν ήταν βασιλικός, γιατί η λέξη “βασιλιάς”
μεσ' στο σπίτι μας ήταν κόκκινο πανί, απαγορευμένη. Ήταν δείγμα βλακείας. Είχε
λοιπόν ο πατέρας μου μια σαφέστατα προοδευτική αντίληψη. Η μητέρα μας δεν
ασχολιόταν με την πολιτική, με τον τρόπο της όμως, στην καθημερινότητα της,
ήταν πολύ μπροστά!
Είχατε φάει ποτέ ξύλο από τους
γονείς ως παιδιά;
Ο αδερφός μου αρκετό!
Απ' τον πατέρα;
Απ' τη μάνα! Ο πατέρας, ποτέ! Τις έτρωγε τακτικά ο
Παύλος, γιατί ήταν απίστευτα ζωηρός. “Έξι χρόνια έκανα να ξαναπιάσω παιδί” έλεγε
η μάνα μου “γι' αυτό το λόγο”. Φοβόταν μην έβγαινα ίδια κι εγώ και τι θα έκανε
μετά!
Παρ' όλα αυτά, θα είχε παθολογική
αδυναμία στη μητέρα σας ο Παύλος.
Όχι. Και η μητέρα μου στον Παύλο! Αναγνώριζε το
ταλέντο του Παύλου και τό 'χε δει από πολύ νωρίς. Στο site που φτιάχνω τώρα για
τον Παύλο με πολύ ψυχή και πολύ ψάξιμο, προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται πιο κοντά
σ' αυτή την καλλιτεχνική ύπαρξη που εκφραζόταν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής
του. Ο Παύλος έγραφε κείμενα, διηγήματα, τα οποία μπορεί να παράταγε στη μέση,
πάντα όμως με κάτι θα καταπιανόταν.
Στη Θεσσαλονίκη ο Παύλος
πρωτοφανέρωσε τις μουσικές ανησυχίες του;
Εκεί εκδηλώθηκε πια. Και πιστεύω ότι αυτό είχε να
κάνει με την απομάκρυνση απ' το σπίτι.
Ο Δημήτρης Πουλικάκος μου μίλησε για
το πόσο αρνητική υπήρξε στην πορεία του Παύλου η προσκόλληση του στο σπίτι και
τη μητέρα του. Χαρακτηριστικά είπε ότι αν δεν έφευγε η μητέρα σας, ίσως να μην
έφευγε κι αυτός. Το πιστεύετε;
Ναι, σε ένα βαθμό. Μπορεί ο Παύλος να ζούσε, γιατί
πολλές φορές τον είχε σώσει, τον είχε προλάβει. Δεν τον έβρισκε, γιατί η μητέρα
μου είχε άσχημα κινητικά προβλήματα, αλλά είχαμε τη θεία μου στο σπίτι, την
ξαδέρφη του πατέρα μας και δεύτερη μάνα μας. Μόλις γεννήθηκα εγώ κι ο Παύλος
ήταν έξι ετών, οι γονείς μου μας πήραν και κατεβήκαμε από τη Θεσσαλονίκη, όπου
εδώ ο πατέρας μου με τον ένα αδερφό του και τον γαμπρό του έφτιαξαν εργοστάσιο.
Μαζί ήρθε κι η ξαδέρφη του πατέρα μου, η οποία ήταν μόνη και βοηθούσε στις
οικιακές δουλειές. Την αγαπούσε πολύ η μητέρα μου, την έμαθε να διαβάζει και να
βάζει την υπογραφή της. Πέθανε το ΄84.
Αυτή η γυναίκα έβρισκε τον Παύλο σε
κωματώδη κατάσταση;
Καθηλωμένη η μάνα μου φωνάζει μια μέρα τη θεία μου:
“Παρασκευούλα, για δες πως είναι ο Παύλος μέσα”. Πάει η θεία μου και βλέπει τον
Παύλο αναίσθητο! Της φώναζε απ' τ' άλλο δωμάτιο η μάνα μου: “Σήκωσε τον! Χτύπα
τον!”
Άρα μου περιγράφετε πως η μάνα
λειτούργησε για τον Παύλο σαν σανίδα σωτηρίας στη μάχη που έδινε με την ηρωίνη.
Όχι, δεν είναι αυτό. Η σχέση αυτή πάει πολύ βαθιά,
πολύ πιο πριν τα ναρκωτικά. Δεν είχε τέτοιες υστερόβουλες σκέψεις ο Παύλος.
Είναι πάλι αυτό που μου έλεγε ο
Πουλικάκος για τον Παύλο, ότι ήταν αθώος σα μωρό παιδί.
Ένα μεγάλο τέτοιο κομμάτι κουβαλάω κι εγώ, εξ ου και
με κοροϊδεύουν οι άλλοι καμιά φορά. Και τώρα, με αφορμή το site για τον Παύλο,
μαθαίνω ότι και ο παππούς, ο Ραδάμανθης Αλεξίου, αδερφός της Έλλης και της
Γαλάτειας, ήταν όχι απλά ο αγαθός και ο άδολος, αλλά και το μεγάλο μουσικό
ταλέντο. Έπαιζε βιολί, κιθάρα και μαντολίνο με σοβαρές μουσικές σπουδές. Τον
τρέχανε και τον χάνανε σε όλα τα πανηγύρια της Κρήτης.
Το γεγονός της ηρωινομανίας του
Παύλου έσκασε σα βόμβα στην οικογένεια;
Το μάθαμε γύρω στο ΄80. Δεν ήταν βόμβα, το είχαμε δει.
Είναι κάτι που δεν κρύβεται...
Πως σας άγγιξε εσάς, την αδερφή του,
το γεγονός;
Ένιωσα εγκλωβισμένη. Αδύναμη να αντιδράσω. Μέχρι
σήμερα το νιώθω αυτό και ακόμη με δυσκολεύει το τόσο προσωπικό θέμα του Παύλου
με την ηρωίνη.
Πάλι, όμως, ήταν ο πρώτος που βγήκε
και μίλησε δημόσια γι' αυτό το τόσο προσωπικό θέμα του.
Για μένα πιο σημαντικό είναι που τον Παύλο δεν τον
νίκησε η ηρωίνη μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Προσέχω χρονικά τις
συνεντεύξεις του και βλέπω πως όταν είναι “καθαρός”, κάνει όνειρα για τη ζωή
του και τη δουλειά του, βάζει στόχους. Είναι σε φάσεις που προσπαθεί να
“καθαρίσει” κι άλλοτε τα κατάφερνε. Διότι υπάρχει και το παραμύθι που λέει πως
η ηρωίνη μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης. Πιθανώς, κάποια νεαρά άπειρα παιδιά να
έχουν την ίδια εντύπωση, που είναι τελείως λάθος. Και βέβαια το έλεγε κι ο
Παύλος ακριβώς αυτό!
Αν σας πάω ξανά πίσω στην εφηβεία
σας, στα τέλη του ΄60, όλο αυτό το κίνημα του ροκ και του χιπισμού, τον είχε
αγγίξει τον Παύλο;
Εδώ τα πράγματα ήρθαν με τουλάχιστον μία δεκαετία
καθυστέρηση, είναι γνωστό. Σημειώνει ο Παύλος στα ημερολόγια του γι' αυτό το
φρικαλέο πράγμα: “Είπα να δοκιμάσω, σκεπτόμενος τι έχω να χάσω; Κακώς, αφού ήδη
είχα χάσει φίλους”. Δηλαδή, ήδη απ' το ΄78 και το ΄79 υπήρχαν δεδομένα περί ηρωίνης
στην Ελλάδα. Μουσικολογικά, για το ροκ ή τον χιπισμό που λέτε, δε μπορώ να
απαντήσω. Κρατούσα μια απόσταση και μπορεί να οφειλόταν στο φόβο απέναντι στον
αδερφό μου. Σημειωτέον ότι εγώ υπήρξα πάρα πολύ πολιτικοποιημένη, ώστε όταν
μπήκα στο πανεπιστήμιο, γράφτηκα στην ΚΝΕ. Είχα οργανωθεί, κάτι που ο αδερφός
μου υποτιμούσε και καλά έκανε, απ' ότι βλέπω κι εγώ σήμερα. Η σκέψη του Παύλου
ήταν πολύ πιο μπροστά και ιδεολογικά είχαμε συγκρούσεις. Δεν πίστευε στην
οργανωμένη τακτική ζωή.
Τον νουθετούσατε σε σχέση με την
αυτοκαταστροφή του που βλέπατε;
Το μόνο που μπορούσα να του πω, όταν βέβαια είχε μπει
χοντρά στην ηρωίνη και για ελάχιστες στιγμές τον έβλεπες καλά, ήταν πως δεν θα
τα βγάλει πέρα μόνος του. Τη μια μέρα, το ένα υποκατάστατο, την άλλη, το άλλο! Κι
εκείνος να βρίζει όλο αυτό το ελληνικό σύστημα απεξάρτησης, αντίδραση που εγώ
εκλάμβανα ως υπεκφυγή για να μην πάρει πιο δραστικά μέτρα και δυσκολευτεί με
τον εαυτό του.
Είχατε ακούσει ποτέ για μία ουτοπική
θεωρία του Παύλου περί ειρηνικής συνύπαρξης “φρικιών” και “μπάτσων” στην
πλατεία Εξαρχείων;
Αν προσέξετε το τραγούδι του, “Άντε και καλή τύχη,
μάγκες”, ναι μεν βρίζει τον μπάτσο, τον συμπονάει όμως που είναι κι αυτός θύμα
του συστήματος. Ο Παύλος τα είχε με την ίδια την εξουσία, όχι με τους
υπαλλήλους, τα πιόνια της. Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω την κοσμοθεωρία του
“αριστερή”, “δεξιά” ή “κεντρώα”, ούτε καν αναρχική. Ανθρωπιστική θα την έλεγα.
Εκεί είναι και το μεγαλείο του! Δεν είναι τυχαίο που για να γράψει ένα στίχο
μπορούσε να του πάρει έξι μήνες! Τα τραγούδια του δεν ήταν προπαγανδιστικά,
κομματικά, χρωματισμένα.
Ο Παύλος είχε
συνυπάρξει σε soundtrack με τον γιο του Μίκη, τον Γιώργο Θεοδωράκη. Σας θυμίζει
κάτι αυτή η συνεργασία για τον κινηματογραφικό “Ασυμβίβαστο” του Θωμόπουλου;
Λίγα πράγματα, σχεδόν τίποτα.
Ίσως όμως είχατε συζητήσει για τη
μουσική του Μίκη. Κνίτισσα εσείς τότε, λογικό το βρίσκω.
Δεν είχε τύχει να κάνουμε τόσο προσωποποιημένες
συζητήσεις με τον Παύλο. Θεοδωράκη ακούγαμε στο σπίτι, αν και ο πατέρας μου,
παρ' ότι αριστερός, προτιμούσε την όπερα και τον Αττίκ. (Στο σημείο αυτό
παρεμβαίνει η Μαρία Σκόκου, κόρη της Μελίνας Σιδηροπούλου και ανιψιά του
Παύλου) Έχω όμως εγώ μνήμη από τον θείο και τον Θεοδωράκη! Μόλις είχα γυρίσει
σπίτι απ' το σχολείο, όπου είχαμε μάθει στη χορωδία “Της Δικαιοσύνης Ήλιε
Νοητέ”. Του δείχνω τι μάθαμε και τον θυμάμαι πολύ έντονα να λέει “Μα, τι βάζουν
στα παιδιά; Με τι φορτίο ψεύτικο και βαρύδουπο τα φορτώνουν;” Προτιμούσε δηλαδή
κάτι πιο ειλικρινές και άμεσο, που σίγουρα το έβρισκε στο ροκ.
Πηγαίνατε σε συναυλίες τακτικά, τον
βλέπατε;
Τον είχα δει σε πολλά live με τον Γιάννη Μαρκόπουλο.
Σε άλλα δεν πήγαινα, γιατί δεν μου άρεσε να τον βλέπω σε κακή κατάσταση. Με
έθλιβε αυτή του η παρακμή. Δεν την άντεχα για την ακρίβεια, κατ' ευθείαν στροφή
και έξω!
Το έβλεπε αυτό εκείνος, έπιανε τη
δυσφορία σας;
Όχι. Παρ' όλο που και οι δυο είμαστε πολύ δεμένοι με
την οικογένεια, είχαμε τελείως διαφορετικές ζωές. Φανταστείτε ότι δεν είχε
έρθει στο γάμο μου! Ούτε καν μ' ενόχλησε, τό 'χα θεωρήσει πολύ φυσιολογικό,
γιατί ήταν έτσι κι ο ίδιος. Το θεωρούσα αυτονόητο, εντύπωση θα μου έκανε αν
ερχόταν στο γάμο ο Παύλος!
Ο πατέρας σας πότε έφυγε από τη ζωή;
Το 2000. 81 ετών. Καρδιά. Πέρασε πολύ άσχημα χρόνια
μετά τους θανάτους της μητέρας μου και του Παύλου. Κατέπεσε. Τον είχε βαρύνει
πάρα πολύ συναισθηματικά και η αρρώστια της μητέρας.
Ζούσατε με το φόβο ότι ο Παύλος θα
σας φύγει μέσα απ' τα χέρια, που λένε; Εγώ,
περιέργως, όχι. Τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον. Προς το τέλος, όμως, είχαμε έρθει
πιο κοντά, κάτι που είχε επιδιώξει η μητέρα μου. Ένιωθε τις δυνάμεις της να
χάνονται, την κυρίευε η ανασφάλεια για τον Παύλο κι ήθελε να μας φέρει πιο
κοντά. Παρ' ότι διαφορετικές οι ζωές μας, όπως είπα, υπήρχε μεγάλη αγάπη μεταξύ
μας. Γιατί νομίζετε τόσα χρόνια δεν έβγαινα να μιλήσω; Ακόμη και τώρα με μεγάλη
δυσκολία πλησιάζω να πω πέντε πράγματα από σεβασμό. Απλά είμαι η αδερφή και
πράγματα που για μένα έχουν τεράστια συναισθηματική αξία, τους άλλους ίσως να
μην τους αγγίζουν. Επομένως, σε πολλές φάσεις της ζωής του Παύλου, ιδίως τις
άσχημες, εγώ ενδεχομένως και να μην ήμουν εκεί.
Έτσι όπως το λέτε, μου φαίνεται – με
όλο το θάρρος – σα να εκφράζετε τύψεις αυτή τη στιγμή.
Η μόνη μου ενοχή έγκειται στο ότι δεν είχα και δεν έχω
μέχρι σήμερα την ψυχική αντοχή απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις. Προσπαθούσα
πάντοτε να αντικρούσω τις απόψεις του μήπως τον δω καλύτερα, να κάνει κάτι με
το θέμα του. Δεν άφηνα την ψυχή μου ν' αγγίξει ακόμη και το στραβό του. Το έχω
σκεφτεί πολλές φορές αυτό.
Τον καιρό που έβγαιναν οι δίσκοι
του, τους ακούγατε με χαρά;
Ναι, τους άκουγα. Μπορώ να πω όμως ότι μετά το θάνατο
του έκατσαν πιο καλά τα τραγούδια μέσα μου. Δεν είχα το χρόνο να το ψάξω
περισσότερο κατά την κοινή ζωή μας. Σας ξαναλέω, η πολιτική μου δραστηριότητα
ήταν πάρα πολύ έντονη, έτρεχα απ' το πρωί μέχρι το βράδυ.
Όταν ο Παύλος έβγαζε το νέο του
άλμπουμ, σας το έφερνε σπίτι να το ακούσετε;
Οι στίχοι του ήταν πάντοτε σε διάλογο με τη μητέρα
μας! Τη ρωτούσε “πως τ' ακούς αυτό, πως σου φαίνεται;”
Σε όλα, ακόμη και στο “Άντε και καλή
τύχη, μάγκες”;
Σχεδόν σε όλα! Θυμάμαι το κομμάτι εκείνο που έλεγε
“ήθελε να σ' το κάνει από πίσω” και τη μητέρα να φωνάζει “αμάν πια, τι
προστυχόλογα ειν' αυτά;” “Έλα, ρε μάνα” της έλεγε εκείνος (γέλια). Πάντα όμως
τη ρώταγε, όχι βέβαια για να την τσιγκλίσει, αλλά για να γίνει μία επί της
ουσίας διαλεκτική. Μπορεί μετά να έφερνε τους δίσκους απ' το σπίτι, αλλά πια
ήταν δικό του πράγμα, δε γινόταν καθόλου θέμα κυρίως απ' τον ίδιο τον Παύλο.
Ο έρωτας τι θέση είχε στη ζωή του;
Ανέκαθεν είχε μεγάλη σχέση με τις γυναίκες. Ήταν και
κούκλος! Ο πρώτος του έρωτας ήταν μια κοπελίτσα πολύ όμορφη όταν πήγαιναν στην
έκτη γυμνασίου. Αυτή όμως είχε σχέση με έναν τύπο της Φωκίωνος Νέγρη, διόλου
ευυπόληπτο. Έλεγαν δηλαδή πως ήταν κλεφτάκος κλπ. Ο Παύλος, στην προσπάθεια του
να φανεί στα μάτια της κοπέλας, με την οποία κάτι είχε γίνει στις καλοκαιρινές
διακοπές, άρχισε να κυκλοφορεί στη Φωκίωνος Νέγρη και να πίνει. Υπ' όψιν, ότι ο
Παύλος δεν έδωσε κατ' ευθείαν για να μπει στο πανεπιστήμιο, “κάθισε” ένα χρόνο.
Μιλάμε για τα μέσα προς τέλη του ΄60, από διηγήσεις της μητέρας μου όλα αυτά.
Και μετά;
Γινόταν χαμός από κορίτσια, αλλά με τις γυναίκες ήταν
μονογαμικός. Όταν βρισκόταν σε σχέση, δινόταν εκεί.
Η Γιόλα;
Σαν τι να πούμε για τη Γιόλα;
Πριν ανοίξει το κασετόφωνο, μου
είπατε πως ενδεχομένως μόνο αυτή να αγάπησε στη ζωή του.
Όχι, και τις άλλες αγάπησε, αλλά νομίζω τη Γιόλα
περισσότερο. Μια σκέψη που έχω κάνει σχετικά είναι ότι η μητέρα μου την
“ψιλοπήγαινε”! Επειδή ήταν μια έξυπνη κοπέλα από σπίτι με κουλτούρα. Ο πατέρας
της ήταν δάσκαλος κι είχε τον εκδοτικό οίκο που έβγαιναν τα σχολικά βιβλία κλπ.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι είχε κερδίσει τη μάνα μου στις αρχές. Λέω στις αρχές,
γιατί μετά τα πράγματα δυσκόλεψαν...
Ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος σε ένα
ανέκδοτο τραγούδι του για τον Παύλο έγραψε στίχους που, μεταξύ άλλων, λένε:
“Ξέρω κι αυτή την καργιόλα που σ' έκανε πρεζάκι”...Πιστεύετε ότι η Γιόλα έβαλε
τον Παύλο στην ηρωίνη;
Έχω προσωπική άποψη και είναι “ναι”! Απλά όταν
ρωτούσαν τον Παύλο, απέδιδε την εμπλοκή του με την ηρωίνη στη μη ευρύτερη
αναγνώριση του και στις αυτοκαταστροφικές του τάσεις. Η Γιόλα, λοιπόν, είχε
πάει στο Παρίσι τέλη του ΄70 και γύρισε τζάνκι. Πιστεύω ότι αν δεν ήταν η Γιόλα
ίσως να μην έμπλεκε με την ηρωίνη. Όχι ότι δεν θα έπαιρνε ουσίες, αλλά για την
ηρωίνη μιλάμε τώρα. Η Γιόλα, επίσης, ήταν πιο dark άνθρωπος, αυτοκαταστροφική
σε αντίθεση με εκείνον που ήταν φωτεινός.
Αν ο Παύλος ζούσε σήμερα θα ήταν 63
ετών. Πως τον φαντάζεστε;
Πιστεύω θα εξακολουθούσε να γράφει.
Θα είχε συμβιβαστεί, έστω μουσικά,
λέτε;
Συμβιβασμένος μουσικός δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση
ο Παύλος σήμερα! Το κυρίαρχο στοιχείο του ήταν να πει κάτι. Αν μουσικά ένιωθε ότι
έχει στερέψει, σίγουρα θα έγραφε. Γι' αυτό και στο αρχείο μου θα βρείτε κείμενα
του υψηλού ποιητικού επιπέδου και αισθητικής. Απ' την άλλη, τον ήλκυαν οι
προχωρημένες μουσικές. Τις ανακάλυπτε! Εκτιμούσε, ας πούμε, έναν συνθέτη
ηλεκτρονικής μουσικής που δεν ζει πλέον. Λεγόταν Βασιλειάδης κι είχε δει την
παράσταση του με τίτλο “Αίμα” στο Ηρώδειο. Έλεγε γι' αυτόν στα γραπτά του ότι
κάνει φοβερά πράγματα κι ότι τον μύησε σε νέα μουσικά μονοπάτια. Είχαν
γνωριστεί, μάλιστα, μέσω της Kathy.
Η Kathy ποια είναι πάλι;
Το Κ. του τραγουδιού “Στην Κ.”! Ήταν κοπέλα του για
μικρό χρονικό διάστημα, συμμαθήτρια της Γιόλας στο Κολέγιο Αθηνών μάλιστα.
Πρώτα τα έφτιαξε μαζί της και μετά με τη Γιόλα. Ο στίχος “τριάκοντα αργύρια
αντίτιμο σιωπής” γράφτηκε για την Kathy που ερωτεύθηκε τον γνωστό Απόστολο
Δοξιάδη και τον άφησε. Φράση του Παύλου, παρμένη απ' τα Ευαγγέλια!
Με τη θρησκεία, τι σχέση είχε;
Όχι με τη χριστιανική. Τον απασχολούσαν προς το τέλος
οι ανατολίτικες θρησκείες. Εξ ου και στο τραγούδι του, “Voodoo Child”, υποστήριζε
πως ο ροκάς ήταν μια κούκλα βουντού που την τρυπάνε κάποιοι χωρίς να γνωρίζουν.
Σημειωτέον, ο Παύλος μετέφραζε πολλά βιβλία μαγείας, αποκρυφισμού, τα οποία
άφηνε πάντα στη μέση. Φρόντιζε όμως να κρατάει σημειώσεις ή να γράφει πάνω
κάποια άποψη του.
Πολλοί άνθρωποι όταν βρίσκονται μέσα
στο λούκι νιώθουν την ανάγκη να προσχωρήσουν σε κάποια ομάδα. Συνέβη αυτό με
τον Παύλο;
Το να “προσχωρήσει”, δεν το γνωρίζω. Εγώ ξέρω την εξής
ιστορία: Την ημέρα που κηδέψαμε τον Παύλο, έρχεται ένας τύπος και μου λέει: “Μπορώ
να έρθω κι εγώ στο σπίτι σας; Έχω να σου αφηγηθώ κάτι πολύ σπουδαίο για τον
αδερφό σου” Έρχεται, λοιπόν, στο σπίτι, ένας πολύ ήπιος και γλυκός τύπος. Μου
λέει τα εξής: “Εγώ είχα πάει στο Θιβέτ, οπαδός των εκεί θρησκειών. Μου
τελείωσαν τα χρήματα και θα γύριζα στην Αθήνα. Θα έμενα, υποτίθεται, στο σπίτι
ενός τύπου κάπου στην Κηφισιά. Έρχομαι χωρίς φράγκο στην Ελλάδα, βρώμικος και
πεινασμένος, φτάνω στο σπίτι του τύπου και χτυπάω το κουδούνι. Ανοίγει την
πόρτα, είχε κόσμο, πάρτι, εκείνη την ώρα. Με βλέπει έτσι, μου λέει “δεν υπάρχει
περίπτωση τώρα να μπεις μέσα” και μου κλείνει την πόρτα στα μούτρα! Κατεβαίνω
τα σκαλοπάτια, κάθομαι απελπισμένος, δεν ξέρω κανέναν και τίποτα στην Αθήνα,
δεν έχω ούτε μία δραχμή στην τσέπη...Εκείνη τη στιγμή, ανέβαινε τα σκαλοπάτια ο
αδερφός σου, που πήγαινε στο πάρτι. Κοντοστέκεται, με κοιτάζει. “Τι κάνεις εσύ
εδώ;” με ρωτάει. “Έτσι κι έτσι” του απαντώ...”Καλά, και δε σε βάλαν'
μέσα;”...”Μου είπαν ότι δε γίνεται και...” “Σήκω, πάμε” μου λέει ο Παύλος! “Που
πάμε;” ρωτάω εγώ. “Στο σπίτι μου”...Πάμε, λοιπόν, στο σπίτι σας, ήταν κι η μάνα
σας εκεί. Μου έδωσαν να φάω, έκανα μπάνιο, με φιλοξένησαν τελικά για είκοσι
ολόκληρες μέρες μέχρι να βρω μια άκρη! Αυτός ήταν ο αδερφός σου!”
Πολύ συγκινητική και ανθρώπινη
ιστορία, πραγματικά.
Κι έχω άπειρες τέτοιες ιστορίες να σας διηγηθώ! Εγώ
ξέρω, ας πούμε, πως έδωσε ο Παύλος εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Είχε ένα
φιλαράκι, που έμεινε μετεξεταστέος για τον Σεπτέμβριο. Τον είχαμε πάρει στο
σπίτι, τον ταΐζαμε, τον κοιμίζαμε, τον διάβαζε ο πατέρας μου μαζί με τον Παύλο
κι όταν έφτασε η ώρα να δώσει εξετάσεις, είπε του Παύλου: “Αν δεν δώσεις κι
εσύ, ούτε εγώ θα πάω να δώσω εξετάσεις”! Θυμάμαι το μικρό του όνομα μόνο, Σάκη
τον λέγανε. “Εντάξει, μωρέ” του κάνει ο Παύλος “αφού εγώ δεν έχω προετοιμαστεί
όσο εσύ”. Κι έτσι τελικά ο Παύλος έδωσε εξετάσεις και μπήκε στο πανεπιστήμιο! Ο
άνθρωπος αυτός είναι σήμερα γιατρός στην Αλεξανδρούπολη. Δεν έχουμε επαφές, μια
φορά είχε ξαναμιλήσει μετά με τη μητέρα μου.
Απορώ, με τον Γιάννη Μαρκόπουλο πώς ταίριαξε ο
ανένταχτος ροκ χαρακτήρας του; Θα ρωτούσα το ίδιο αν είχε
συνεργαστεί με οποιονδήποτε άλλο “έντεχνο” συνθέτη του εκτοπίσματος του Μαρκόπουλου.
Βρισκόταν σε ένα καλλιτεχνικό τέλμα. Ήταν τότε που
προσπάθησε να δουλέψει και στο εργοστάσιο του παππού για λίγο. Δεν μπορούσε να
βρει την ταυτότητα του μάλλον. Δε γινόταν τίποτα, το ροκ άρχισε να εκπνέει και
δεν έβρισκε ανθρώπους να συνεργαστεί.
Η αλήθεια είναι, όμως, πως άφησαν
εξαιρετικά τραγούδια με τον Μαρκόπουλο.
Τον αγαπούσε πάρα πολύ ο Μαρκόπουλος τον Παύλο! Δεν
άντεξε όμως πολύ ο αδερφός μου. Κάποια στιγμή που του προτάθηκε να τραγουδήσει
μαζί με τη Μοσχολιού με καλό μεροκάματο, εκείνος αρνήθηκε. Λέει στα ημερολόγια
του ότι προτιμούσε την ίδια ακριβώς περίοδο τα παιξίματα με τη Σπυριδούλα, τον
αναρχοκομμουνισμό και τα Εξάρχεια. Δεν ήθελε να περιοριστεί, προτιμούσε το ροκ,
απ' το οποίο ξεκίνησε.
Με τον Χατζιδάκι είχαν συναντηθεί ποτέ;
Τον εκτιμούσε, απ' όσο ξέρω, αν και τον ενοχλούσε λίγο
η αυστηρότητα και η προστασία που επιδείκνυε στο έργο του. Δηλαδή, δεν του
άρεσε που είχε αποποιηθεί τα παλιότερα έργα του, που αγάπησε πολύ ο κόσμος.
Κάποια στιγμή, στην εκπομπή “Εν Λευκώ”, που βγήκε και σε δίσκο, ρωτούσε ευθέως
τον Χατζιδάκι πως απ' τη μια κατακρίνει τη λογοκρισία, ενώ απ' την άλλη
απαγορεύει να παίζονται κάποια τραγούδια του. Τον ενοχλούσε μάλλον το λόγιο, το
μη λαϊκό και το εστέτ που είχε ο Χατζιδάκις, κάτι που φυσικά δεν υπήρχε καθόλου
στο ροκ! Επίσης, θέλησε να υπενθυμίσει στον Χατζιδάκι πως και οι “Έξι λαϊκές
ζωγραφιές”, ένα από τα πρώτα του έργα, στον Τσιτσάνη και τους ρεμπέτες
βασιζόταν. Πως, λοιπόν, εκείνος έφτασε στο σημείο ν' αποποιηθεί το λαϊκό
τραγούδι, μέσα απ' το οποίο τον αγάπησε ο κόσμος;
Να ρωτήσω κάτι άσχετο, ανούσιο
ενδεχομένως; Είχε ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο φαγητό ο Παύλος, μήπως ήταν
vegetarian, που λέμε;
Αρκεί να μην πεινούσε ήταν ο Παύλος. Δεν τον ενδιέφερε
τι υπήρχε πάνω στο τραπέζι. Τώρα που το λέτε, βέβαια, δεν υπήρχε τέτοιο θέμα
στο σπίτι μας. Μπορεί να ήταν μικροαστισμός, δεν ξέρω πως να το πω, πάντως αν
έβαζες στο πιάτο του πατέρα μου μια φέτα ψωμί κι ελιές, ενώ ο διπλανός του
έτρωγε κοκκινιστό, αυτός θα έτρωγε μια χαρά το ψωμί με τις ελιές. Έτσι ήταν κι
ο Παύλος κι έτσι είμαι κι εγώ. Γι' αυτό και πιστεύω, επίσης, ότι ο Παύλος δεν
είχε ιδιαίτερα χίπικη κοσμοθεωρία, δεν τον αφορούσε όλο αυτό με τη φύση, τα
λουλούδια και την αποχή απ' το κρέας.
Αλκοόλ έπινε πολύ;
Από πιτσιρικάς. Μέθαγε.
Ήσασταν μπροστά σε κάποιο βίαιο
ξέσπασμα του;
Βίαιο; Των ποτών ποτέ! Δεν υπήρχε η λέξη “βία”, ούτε
απ' αυτόν, ούτε από κανέναν μας.
Υπήρξε περίπτωση που μίλησε άσχημα
στη μάνα του;
Δεν υπήρχε λόγος, είχαν συνεννόηση.
Ακόμη και σε φάσεις χαρμάνας;
Το μόνο που της είχε πει ήταν “έλα, άσε μας τώρα, ρε
μάνα”. Τίποτα άλλο. Δεν ήταν βέβαια άνθρωπος που προκαλούσε η μάνα μου.
Κοιτούσε να βοηθήσει, όχι να εναντιωθεί.
Είπατε πριν πως είχατε τελείως
διαφορετικές ζωές με τον αδερφό σας. Πως βλέπατε, ωστόσο, τον κοινωνικό του
περίγυρο; Τους μουσικούς του, τα συγκροτήματα;
Από απόσταση. Δεν ήταν κάτι που ζήλεψα. Τον φοβόμουν
τον κόσμο του. Θυμάμαι έναν φίλο του μουσικό από την Ουγγαρία, νομίζω ο
κιθαρίστας Τζόνι Λαμπίτσι ήτανε. Είχαν έρθει σπίτι, πρέπει να ήταν μαζί κι ο
Γιάννης ο Bach. “Ρε συ, πεινάω” λέει του Παύλου. “Πάω να δω τι έχουμε” απαντάει
ο Παύλος. Συνήθιζε ο Παύλος ότι είχαμε, ότι υπήρχε, να το βάζει πάνω στο
τραπέζι για όλη την παρέα του. Τότε, λοιπόν, είχαμε ψάρια. Έτρωγε ο Λαμπίτσι,
αλλά η μάνα μου κάτι ήθελε να κάνει στην κουζίνα εκείνη την ώρα. Ανοίγει την
πόρτα κι αυτός ο καημένος, όπως έτρωγε, απ' τη ντροπή του έχωσε το ψάρι στην
τσέπη του (γελάει). Έγινε ο κακός χαμός απ' το γέλιο, χτυπιόμασταν όλοι στο σπίτι!
Στο εξωτερικό ταξίδευε ο Παύλος;
Είχε πάει στη Γιόλα, στο Παρίσι. Και αλλού, αλλά λίγα
πράγματα. Τον ενδιέφερε η Ελλάδα πιο πολύ.
Να σας πάω στην ημέρα του θανάτου
του; Δεν θα ήθελα να σας στενοχωρήσω.
Όχι, όλα τα έχω αγγίξει...Εγώ δεν βρήκα τίποτα, ήταν
ήδη τελειωμένος. Λίγα χρόνια πριν, νομίζω πριν φύγει η μάνα μας, θυμάμαι τον
Παύλο στον Ευαγγελισμό να έχει σωθεί από θαύμα. Πήγα στο κρεβάτι και του είπα
“Συνειδητοποιείς ότι μιλάμε από τύχη αυτή τη στιγμή;” Ήταν πολύ σοκαρισμένος!
Έμεινε λίγο στον Ευαγγελισμό, αλλά ήθελε να φύγει. Σε αντίθεση με το Γενικό
Κρατικό και τον διευθυντή του, που τον είχε κουράρει όταν έπαθε στο τέλος την
ιστορία με το χέρι του. Ένιωσε σαν στο σπίτι του εκεί μέσα, δεν ήθελε να βγει.
Τον ήξερε ο διευθυντής και τον κράτησε, αφού δεν τον ήθελαν σε κανένα τμήμα. Να
φανταστείτε ότι αυτός ο γιατρός οργάνωσε ειδικό συμβούλιο γιατρών για να μην
κόψουν το χέρι του Παύλου. Γιατί υπήρχε πολύ αυτό το ενδεχόμενο. Και το
κατόρθωσε να σώσουν το χέρι του! Ο Παύλος, λοιπόν, βίωσε μια πρώτη ανάσταση.
Την 6η Δεκεμβρίου του 1990, ο Παύλος πέθανε κατά τη μεταφορά του από το σπίτι
στον Ευαγγελισμό.
Το σπίτι του; Το σπίτι σας;
Από το σπίτι μιας κοπέλας. Δεν την ξέρω. Δεν
προσπάθησα να τη μάθω. Στο Νέο Κόσμο. Αυτή τηλεφώνησε στον Αλέκο τον Αράπη. Ο
Αλέκος πήγε από κει, ο Παύλος είχε ψιλοπέσει σε κώμα και στο δρόμο εξέπνευσε.
Εγώ δεν το ξέρω αυτό, με ειδοποιούν, πάω στον Ευαγγελισμό. Μάλιστα, θυμάμαι,
είχα μια γυναίκα στο σπίτι και την πήρα μαζί για στήριξη. Η προϊσταμένη μας
περίμενε και άρχισε να μου μιλάει με ένα τρόπο που άφηνε να εννοηθεί ότι ο
Παύλος δεν ζει πια.
Δηλαδή, σας είπε "Κάναμε ότι
μπορούσαμε" κλπ;
Ούτε καν
"Κάναμε ότι μπορούσαμε", νομίζω "έχουμε τα πράγματα του",
κάτι τέτοιο...Λέω "Δηλαδή, δεν ζει;" και μένω κάγκελο..."Θα
έρθετε να τον δείτε;" με ρώτησε. Λέω "Είναι αδύνατον, δε
μπορώ"...Υπ' όψιν, ούτε τη μητέρα μου είχα δει νεκρή, ούτε τον αδερφό μου
είδα...Δε μπορούσα να τους δω να μην αναπνέουν...Ήταν αδύνατον! Μόνο τον πατέρα
μου μπόρεσα! Μόλις, λοιπόν, μου ανακοινώθηκε ο θάνατος του Παύλου, βγαίνω έξω
και τη μόνη σκηνή που θυμάμαι είναι να κάθομαι σε μια καρέκλα και να πηγαίνω
μπρος – πίσω, μονολογώντας "Πως θα το πω στον μπαμπά μου" ξανά και
ξανά...Του είπα, βέβαια, του μπαμπά μου ότι τον έχουν στο νοσοκομείο τον Παύλο
κι ότι είναι δύσκολα, αλλά το είχε καταλάβει.
Η κηδεία έγινε στον Κόκκινο Μύλο.
Είχε κόσμο;
Πάρα πολύ! Δεν ήταν όμως ότι είχε πολύ κόσμο, αλλά το
ότι ήταν ένας κόσμος συγκλονισμένος! Είχε έρθει να αποχαιρετίσει με την ψυχή
του. Αυτό για μένα ήταν σα να μού 'χες δώσει το ισχυρότερο ηρεμιστικό. Απάλυνε
την ψυχή μου η παρουσία του κόσμου στην κηδεία του αδερφού μου. Στεφάνια δεν
είχαμε, είπαμε να πάνε τα χρήματα στα κέντρα απεξάρτησης. Θυμάμαι τον Γιάννη
Μαρκόπουλο, ο μόνος που είχε έρθει δυναμικά με το στεφάνι του. Με έπιασε απ' το
χέρι και προχωρήσαμε μεσ' στο νεκροταφείο. Κυρίως, όμως, υπήρχε πολύ
πιτσιρικαρία που θρηνούσε πραγματικά.
Πως είναι η απουσία του στη ζωή σας
σήμερα;
Μου λείπει
πολύ. Περισσότερο μού λείπει η φωλιά. Γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη από μία
φωλιά. Το πιστεύω φιλοσοφικά αυτό σε αντίθεση με το κακό μοντέλο της ελληνικής
οικογένειας που δεν αφήνει το παιδί ν' ανοίξει τα φτερά του. Λέω, πολλές φορές
καλύτερα να πεθαίνουμε, να φεύγουμε εμείς οι γονείς για να οργανώνουν τα παιδιά
μας τη ζωή τους.
Πηγαίνετε ακόμη στον Κόκκινο Μύλο;
Η σορός έχει μεταφερθεί σε οικογενειακό τάφο, στον
Κόκκινο Μύλο πάντα. Πηγαίνουμε κάθε χρόνο, όχι συχνότερα.
Ας κλείσουμε αυτή τη μαραθώνια
συνέντευξη με ένα υποθετικό ερώτημα: Αν παρακάμψουμε τη μεταξύ σας συγγένεια,
αν πούμε πως δεν είσαστε η αδερφή του, πως θα σας φαινόταν αν ζούσε σήμερα ο
Παύλος και ήταν συνταξιούχος, δεν είχε αφήσει δηλαδή ούτε τον μύθο του, ούτε τα
τραγούδια του ν' ανακαλύπτονται απ' τις νεότερες γενιές;
Δεν ξέρω αν μπορώ ν' απαντήσω και δεν είναι ότι θέλω
ν' αποφύγω την ερώτηση σας. Δεν μπορώ ν' απαντάω σε υποθετικά ερωτήματα. Αν
απαντήσω με το ένα σκέλος, απαρνούμαι όχι μόνο τον αδερφό μου, αλλά και την
ίδια μου την ύπαρξη, τον τρόπο που μεγάλωσα, τις αρχές μου, τα συναισθήματα
μου, τα πάντα. Αν πάλι απαντήσω με βάση την αγάπη μου στον αδερφό μου όπως
ήτανε – το τονίζω, όπως ήτανε – θα γυρνούσα την πλάτη στη θλίψη της απώλειας
του. Δεν τίθεται το ερώτημα, λοιπόν. Ο χαμός του Παύλου έφερε μέσα μου όλο τον
ψυχισμό του, το "είναι" του, που το έβγαζε μέσα από το έργο του και
όχι την καθημερινότητα του. Το έχω ξαναπεί, όποιος θέλει να γνωρίσει τον Παύλο,
δε χρειάζεται ν' ακούσει εμένα, υπάρχει το έργο του που μιλάει πάρα πολύ για
τον ίδιο.