-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΗΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΗΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Στρατόπεδο προσφύγων Κολοκυνθού


Στρατόπεδο προσφύγων Κολοκυνθού
 
Το στρατόπεδο προσφύγων, που τίμησε το όνομα  της Ελλάδας  στο   εξωτερικό
 
Ογκώδες και επιβλητικό, χρωματισμένο εξωτερικά με έντονες αποχρώσεις, το Καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν, επιβάλλεται σήμερα με την παρουσία του, παραμένοντας σημείο αναφοράς στη νέα εικόνα της περιοχής. Σήμερα στον όροφο και σε τμήμα του ισογείου του στεγάζει τη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, ενώ το υπόλοιπο κτήριο με το αίθριο παραμένουν κενά.
 
Ο επισκέπτης δύσκολα θα μαντέψει διαβαίνοντας τα νέα καλογυαλισμένα μαρμάρινα δάπεδα, την αρχική χρήση και την ιστορία του κτηρίου. Μια ιστορία που διαδραματίστηκε σε δύσκολες περιόδους πολέμου και οικονομικής ανέχειας, γεμάτη από τον ιδρώτα καπνεργατών, τις φωνές στρατιωτών, την οδύνη των φυλακισμένων αλλά και τον πόνο και το φόβο προσφύγων. Σ’ αυτούς τους τελευταίους είναι αφιερωμένο το παρακάτω κείμενο.
 
 
Στα 1954 απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ για την ειρήνη στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών που ασχολείτο με τα ζητήματα των Προσφύγων. Όταν η είδηση δημοσιεύθηκε στον καθημερινό τύπο. πολλοί διερωτήθηκαν ποια σχέση υπάρχει μεταξύ της υποθέσεως της Ειρήνης και   ενός   οργανισμού που έχει ως σκοπό την περίθαλψη των συγχρόνων προσφύγων. Δεν γνώριζαν ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης, η απονομή γίνεται «εις το άτομο εκείνο ή τον οργανισμό εκείνο που θα έχει συμβάλει περισσότερο και καλύτερα στην προαγωγή της αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων και των εθνών». Επίσης, δεν γνώριζαν ότι η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την περίθαλψη των προσφύγων επέδειξε, κατά  την δεκαετία του 1950, σημαντική δράση προς την κατεύθυνση της αδελφοσύνης μεταξύ των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας, με την οργάνωση στρατοπέδων περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων, οι όποιοι, για  φυλετικούς, θρησκευτικούς ή  πολιτικούς λόγους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους μετά την λήξη των εχθροπραξιών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ασφαλώς επίσης, τώρα για πρώτη φορά πολλοί θα πληροφορηθούν ότι το έργον που επιτελέσθηκε στην Ελλάδα για την περίθαλψη των προσφύγων τότε, εξύψωσε την φήμη της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών και συνετέλεσε στην απονομή του Βραβείου Νόμπελ. 
 
Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες κ. Βάν Χώϋβεν Γκέτχαρτ, στις εκθέσεις του για την εργασία 50 περίπου στρατοπέδων περιθάλψεως σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, αναφέρει και επαναλαμβάνει ότι το μόνο  στρατόπεδο που  σημείωσε δράση εποικοδομητική ήταν το Στρατόπεδο Προσφύγων Κολοκυνθούς. Το Στρατόπεδο αυτό συντηρείτο από διάφορα αμερικανικά και ευρωπαϊκά τμήματα μιας παγκόσμιας οργάνωσης που ονομαζόταν Θεοσοφική Εταιρεία καθώς και από χορηγίες διεθνών ιδρυμάτων.  Βοήθεια πρόσφεραν επίσης το παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Διεθνείς Κοινωνικές Υπηρεσίες, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός και άλλες διεθνείς οργανώσεις και φυσικά και το ελληνικό υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Ο Ύπατος Αρμοστής της Επιτροπής Ηνωμένων Εθνών συνεχώς εκθείαζε το έργο που γινόταν στο προσφυγικό στρατόπεδο της Κολοκυνθού σαν υπόδειγμα προς όλες τις οργανώσεις που ασχολούντο με στρατόπεδα προσφύγων. Και στα ξένα περιοδικά επίσης γινόταν πολύ συζήτηση για το έργο που γινόταν στο στρατόπεδο αυτό.
 
 
Η λειτουργία του στρατοπέδου είχε ξεκινήσει το 1948 στο Παλιό Δημόσιο Καπνεργοστάσιο στην Λένορμαν που λειτούργησε ως Κέντρο Περιθάλψεως Προσφύγων Κολοκυνθούς. Από τους στρατώνες του Σταθμού Λαρίσης είχαν μεταφερθεί τότε 52 οικογένειες Ελλήνων, άπορες και ανήμπορες. Μεταξύ αυτών και οικογένειες προσφύγων από τη Ρουμανία και τη Ρωσία που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο.
 
Τα μέλη των οργανώσεων, που προσέφεραν εθελοντικά μόνον τις υπηρεσίες τους, εξασφάλιζαν διανομή καθημερινού συσσιτίου σε όλους τους πρόσφυγες, καθώς επίσης μουρουνέλαιο και φάρμακα για τα παιδιά. Μοίραζαν δέματα ιματισμού, που στέλνονταν από το εξωτερικό. Οργάνωναν εορτές με προγράμματα ψυχαγωγικά (κινηματογράφος, κουκλοθέατρο, απαγγελίες, χριστουγεννιάτικο δένδρο κλπ). Εξασφάλιζαν παντός είδους διανομές στους πρόσφυγες, με όλως ιδιαίτερη φροντίδα για τα παιδιά μέχρι 14 ετών, των οποίων φρόντιζαν και την υγεία τους με αποτέλεσμα κάποιες δύσκολες περιπτώσεις να στέλνονται στην Ελβετία σε διάφορα εξειδικευμένα θεραπευτήρια.
 
Το σοβαρότερο όμως έργο αυτών που δρούσαν εθελοντικά στο στρατόπεδο Κολοκυνθούς ήταν αυτό που μπορεί να ονομαστεί «δράση για ψυχική και υλική αποκατάσταση». Μια δράση αναγκαία καθώς -όπως είχε αποφασίσει η Επιτροπή Πρσφύγων των Ήν. Εθνών-, σκοπός των στρατοπέδων που ιδρύονταν ήταν... να διαλυθούν, όσο γινόταν ταχύτερα και να αποκτήσουν οι πρόσφυγες μια θέση μέσα στην κοινωνία και να κερδίζουν μόνοι τη ζωή τους.
 
 Μια εικόνα από το εσωτερικό του "στρατοπέδου"

 
Δεν ήταν εύκολο να έλθει σε πέρας αυτό το θεμελιώδες καθήκον. Αν και η ζωή, παρ΄ όλες τις φροντίδες, δεν ήταν εύκολη στα στρατόπεδο πολλοί πρόσφυγες δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να φύγουν από αυτά. Χρειάσθηκε τότε συστηματική εργασία για ν' αναπτερωθεί το ηθικό των προσφύγων και να ξαναγεννηθεί μέσα τους το αίσθημα της ασφαλείας και της αξιοπρέπειας. Η οκνηρία δεν ενθαρρύνονταν.  Σκοπός του στρατοπέδου Κολοκυνθού ήταν να μεταβάλλει τους πρόσφυγες σε χρήσιμα μέλη του κοινωνικού συνόλου. Για αυτό και κλήθηκαν όλοι να δηλώσουν τι εργαλεία είχαν ανάγκη προς εξάσκηση του επαγγέλματος των, ώστε να τους χορηγηθούν και έτσι ν' αποκατασταθούν. Όσοι ήθελαν να μάθουν μια τέχνη, κλήθηκαν να το δηλώσουν και μερικοί εισήχθησαν σε εργοστάσια ως μαθητευόμενοι με ειδική επιδότηση. Αρκετοί από αυτούς ήταν νέοι. Έως ότου γίνουν τεχνίτες για να κερδίζουν μόνοι τους την συντήρησή τους, εισέπρατταν από δωρεές που γίνονταν από διεθνείς οργανώσεις ένα ημερομίσθιο. Παιδιά και κορίτσια σχολικής ηλικίας βοηθιόντουσαν για να συμπληρώσουν την εκπαίδευση τους : Δίδακτρα, βιβλία, τετράδια και έκτακτες μερίδες τροφίμων εξασφαλίζονταν από δωρεές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, από 192 άτομα (εκ των όποιων 38 παιδιά) που ήταν η «δύναμη» του στρατοπέδου Κολοκυνθούς, όταν ξεκίνησε η λειτουργία του, 54 άτομα (εκ των όποιων 27 παιδιά) βοηθήθηκαν να εγκατασταθούν εκτός του στρατοπέδου Κολοκυνθούς και να ενσωματωθούν στην  κοινωνία.  Σχετική μνεία των ανωτέρω γίνεται στο «Free World? : The campaign to save world’s refugees».
 
 
Το τι σημασία είχε αυτή η προσπάθεια προς περιορισμό του στρατοπέδου, φαίνεται από δύο αποφάσεις του τότε Ύπατου Αρμοστή των Ην. Εθνών :
 
Πρώτον, να διατεθεί το ποσόν του Βραβείου Νόμπελ που πήρε η οργάνωση, για να βοηθηθεί η κατάργηση του στρατοπέδου προσφύγων της Τήνου. Αυτό σημαίνει ότι τα ποσά που διοχέτευσαν στην αδελφική τους δραστηριότητα προς την οργάνωση που δραστηριοποιείτο στο στρατόπεδο Κολοκυνθού τα μέλη των παραρτημάτων εξωτερικού της οργάνωσης ήταν ισοδύναμο του ποσού που εισέπραξε η Ύπατη Αρμοστεία Προσφύγων από το Βραβείο Νόμπελ.
 
Δεύτερον, ανατέθηκε στην κυρία Αριανή ντέ Μπέργκ να γράψει την «Ιστορία της υιοθεσίας του Στρατοπέδου Κολοκυνθούς», για να μοιραστεί στις άλλες οργανώσεις, που είχαν υιοθετήσει όμοια στρατόπεδα, σαν παράδειγμα και οδηγός.
 
Όσο για τα μέλη των οργανώσεων που διεξήγαγαν τότε όλη την εργασία με τον πιο αθόρυβο τρόπο, πιστεύοντας στη παγκόσμια αδελφότητα της ανθρωπότητας, χωρίς διάκριση φυλής, πίστεως, φύλου, τάξεως ή χρώματος - αρκέστηκαν σε μια γιορτή στο στρατόπεδο προσφύγων της Κολοκυνθούς, όπου προσήλθαν και αρκετοί από τους τέως πρόσφυγες για να τα ευχαριστήσουν που συνέβαλαν στην αποκατάστασή τους.
Οι πρόσφυγες Έλληνες που αποχώρησαν πήραν σπίτια στον Καρέα και στο καπνεργοστάσιο παρέμειναν άποροι Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ σπίτια ή είχαν, αλλά καταστράφηκαν στον πόλεμο καθώς και πρόσφυγες από Ρουμανία, Ρωσία. Με το πρόγραμμα απασχόλησης που εφαρμόζονταν αποχωρούσαν σιγά σιγά και οι υπόλοιποι πρόσφυγες.  
 
Τελικά τον Ιανουάριο του 1964 ήλθε και η οριστική απόφαση για την αποχώρηση όσων είχαν απομείνει «εις το Κέντρο Περιθάλψεως Προσφύγων Κολοκυνθούς».
Ναός ανθρώπινων ιστοριών υπήρξε το παλιό Καπνεργοστάσιο της Κολοκυνθούς. Ιστορίες που πια κανείς δεν θυμάται ή, αν τις θυμάται, είναι πολύ ηλικιωμένος για να τις διηγηθεί. Όμως το κτήριο παρά τα όσα δεινά υπέστη είναι ένα κτίριο που δεν θα λυγίσει ποτέ από το βάρος της Ιστορίας αμέτρητων χρόνων και αναμνήσεων.
 
Σήμερα σ' έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο εντός του κτιρίου η Βουλή των Ελλήνων παρέχει την Βιβλιοθήκη του Κοινοβουλίου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα σε μαθητές από 12 έως 18 ετών να μελετούν δικά τους βιβλία καθώς και βιβλία και περιοδικά της Βιβλιοθήκης της Βουλής. 
 
Πηγές :
Περιοδικό Ιλισός τ. 1./1956
https://www.monumenta.org
https://metaxourgeio.wordpress.com/2014/01/12/dimosio-kapnergostasio/

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Dag Hammarskjöld: Ο άνθρωπος που αγωνίστηκε για την ειρήνη και τον ΟΗΕ

Ο Νταγκ Χάμαρσκελντ (Dag Hjalmar Agne Carl Hammarskjöld, 29 Ιουλίου 1905 - 18 Σεπτεμβρίου 1961) ήταν Σουηδός διπλωμάτης, οικονομολόγος και συγγραφέας. Επίσης ήταν ο δεύτερος Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε., υπηρετώντας από τον Απρίλιο του 1953 έως το θάνατό του σε αεροπορικό δυστύχημα το Σεπτέμβριο του 1961. Βραβεύτηκε μετά θάνατον με Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης (1961).
 
Dag Hammarskjöld: Ο άνθρωπος που αγωνίστηκε για την ειρήνη και τον ΟΗΕ
 
Γράφει ο  Γιώργος Μουτσοντέμι
 
Βλέποντας κανείς την ιστορία του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, λίγοι ξεχωρίζουν για τη δράση τους, τον χαρακτήρα τους, τις επιτυχίες και την κληρονομιά που άφησαν πίσω τους. Ένας από αυτούς είναι ο Σουηδός Dag Hammarskjöld, ο δεύτερος και νεότερος σε ηλικία (47 ετών) Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, ο οποίος έδωσε προσωπικό αγώνα υπέρ της ειρήνης, και μετεξέλιξε τον Οργανισμό με τις ιδέες και τη δράση του. Δυστυχώς, η θητεία του έληξε πρόωρα, αφού σκοτώθηκε το 1961, κατά την προσπάθειά του να υπογραφεί ανακωχή στην κρίση του Congo.
 
Η ιδιοσυγκρασία του Hammarskjöld και ο ΟΗΕ “στην υπηρεσία της διεθνούς κοινωνίας”
 
Η θητεία του Dag Hammarskjöld ξεκίνησε σε μία ταραγμένη για τη διεθνή σκηνή εποχή, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, τον Απρίλιο του 1953, μετά την παραίτηση του πρώτου Γενικού Γραμματέα, Trygve Lie, και έπειτα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις (Lipsey, 2013).
 
Για τον Dag Hammarskjöld τα Ηνωμένα Έθνη ήταν ένας οργανισμός στην υπηρεσία της διεθνούς κοινωνίας (Troy, 2010), ένα πείραμα προς την κατεύθυνση μίας υψηλότερης μορφής διεθνούς κοινότητας και, επομένως, για εκείνον ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών είχε συνταγματικό χαρακτήρα (Carsten & Henning, 2014). Στις ετήσιες αναφορές του ως Γραμματέας μίλησε πρώτος για έννοιες πρωτοποριακές, όπως η ακεραιότητα και η ουδετερότητα, αλλά και έννοιες όπως η συνδιαλλαγή, η μεσολάβηση και οι καλές υπηρεσίες, που είναι πια καθιερωμένες και από τη θεωρία ως διπλωματικές μέθοδοι ειρηνικής επίλυσης διαφορών (Ρούκουνας, 2015). Αυτές οι αξίες και οι έννοιες τον ακολούθησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, σε κάθε κρίση που προέκυψε.
 
 Ένα από τα χαρακτηριστικότερα αποφθέγματα του Hammarskjöld, “ο ΟΗΕ δεν δημιουργήθηκε για να οδηγήσει την ανθρωπότητα στον παράδεισο, αλλά να τη σώσει από την κόλαση”.
 
Όσον αφορά στα παραπάνω, θεωρείται πως είναι απόρροια της πνευματικότητάς του και της πίστης του πως η ενασχόληση με τα κοινά και τη δημόσια -ή, κατ’ αυτόν, διεθνή- υπαλληλία είναι ιερή, και πρέπει να βασίζεται σε ηθικές αρχές – έννοιες που έρχονται σε αντίθεση με τον διακυβερνητικό ή τεχνοκρατικό χαρακτήρα του ΟΗΕ, ο οποίος ειδικά εκείνη την περίοδο, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, αποτελούσε απλώς forum συζήτησης για ζητήματα μη-συγκρουσιακά (Carsten & Henning, 2014). Δείγμα της πνευματικότητάς του αποτελεί το ημερολόγιό του, “Markings”, γεμάτο από προσωπικούς και πνευματικούς προβληματισμούς, που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, και εκτιμάται ευρέως.
 
Η ουδετερότητα του Γραμματέα, οι “καλές υπηρεσίες” και η “Shuttle Diplomacy”
 
Κατά τους πρώτους μήνες της θητείας του, ο Dag Hammarskjöld ασχολήθηκε με διοικητικά ζητήματα, όπως την αναδιοργάνωση της Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών, και την αναπτέρωση του ηθικού των εργαζομένων της, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια των αντιπροσωπειών των κρατών-μελών.
 
Η πρώτη πρόκληση ήρθε στα τέλη του 1954, όταν 17 μέλη της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας έκαναν αναγκαστική προσγείωση στο έδαφος της Κίνας, όπου και συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν και κρατούνταν ως κατάσκοποι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να διαπραγματευτούν την απελευθέρωσή τους μέσω της διπλωματικής οδού, καθώς δεν αναγνώριζαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και, επομένως, η ουσιαστική επικοινωνία κατέστη αδύνατη. Ταυτόχρονα, το ίδιο πρόβλημα υπήρχε και στα όργανα του ΟΗΕ, όπου σε κανένα από αυτά δεν εκπροσωπούταν η κυβέρνηση του Πεκίνου, αλλά εξακολουθούσε να κατέχει τη θέση της η κυβέρνηση της Ταϊβάν. Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο η Γενική Συνέλευση ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα να επιδιώξει την απελευθέρωση των κρατουμένων, αποστολή αρκετά δύσκολη λόγω των παραπάνω συνθηκών, και του γεγονότος πως οι δυνάμεις του ΟΗΕ πολέμησαν εναντίον των Κινέζων στον πόλεμο της Κορέας.
 
Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψιν, ο Dag Hammarskjöld έστειλε τηλεγράφημα στον Κινέζο Πρόεδρο, δηλώνοντάς του την επιθυμία του να συναντηθούν αυτοπροσώπως, όχι όμως λόγω της σύστασης της ΓΣ (Γενική Συνέλευση), αλλά λόγω των ανεξάρτητων υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων του ΓΓ (Γενικός Γραμματέας), οι οποίες απορρέουν από τον Χάρτη.
 
 O Dag Hammarskjöld με τον Κινέζο Πρόεδρο, Zhou Enlai.
 
Λίγες μέρες μετά, ο Κινέζος Πρόεδρος τον κάλεσε στο Πεκίνο. Οι διαπραγματεύσεις εκεί κράτησαν δύο εβδομάδες, συνεχίστηκαν για μήνες εξ αποστάσεως, έως ότου απελευθερώθηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι την 29η Ιουλίου, τη γενέθλια μέρα του Hammarskjöld, ως δώρο από τον Κινέζο Πρόεδρο. Η μέθοδος αυτή κατά την οποία ο ΓΓ ασχολείται προσωπικά με την επίλυση κρίσεων ονομάστηκε “Peking Formula” (Urquhart, 2014).
 
Οι καλές του, όμως, υπηρεσίες δεν περιορίστηκαν στην παραπάνω κρίση. Ήταν επίσης έντονες στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, όπου με όχημα τη “Shuttle Diplomacy” -δηλαδή την άμεση, εντατική, διαμεσολαβητική με αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις και επισκέψεις διπλωματία (Lenczowski, 1990)- συνέβαλε στην τήρηση και στήριξη της Συμφωνίας Ανακωχής μεταξύ Ισραήλ και Αραβικών Κρατών και στην προώθηση ειρηνικής συνύπαρξης.
 
Η κρίση του Suez και η πρώτη Ειρηνευτική Επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών
 
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο υπήρχε συνεχώς η ανησυχία πως μία περιφερειακή κρίση θα προκαλούσε την πυρηνική σύγκρουση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Dag Hammarskjöld συνέχιζε να αναπτύσσει με κάθε ευκαιρία τις δράσεις του Οργανισμού, ώστε να αποφύγει την αδράνειά του λόγω των διαφωνιών των κρατών.
 
Φτάνοντας στο 1956, ο στρατηγός Nasser, Πρόεδρος της Αιγύπτου, εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Suez – κάτι που προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση και εισβολή του Ισραήλ, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας στην Αίγυπτο. Παρά τη στρατιωτική νίκη των δυνάμεων αυτών, η πολιτική νίκη άνηκε στην Αίγυπτο και, ταυτόχρονα, σηματοδοτήθηκε το τέλος της “ισχυρής” Μεγάλης Βρετανίας (Pearson, 2003).
 
 Η άφιξη των μελών της πρώτης Ειρηνευτικής Επιχείρησης των Ηνωμένων Εθνών, της UNEF, στην Αίγυπτο, 1956. (Από: David Lees/Getty Images)
 
Η κρίση του Suez -όπως έχει μείνει γνωστή η παραπάνω σύγκρουση- έδωσε την ευκαιρία στον Dag Hammarskjöld να δημιουργήσει την πρώτη Ειρηνευτική Επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών, την UNEF (United Nations Emergency Force) (Urquhart, 2014). Το ιδιαίτερο σε αυτήν την πρωτοβουλία είναι το γεγονός πως οι Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις δεν προβλέπονται από τον Χάρτη και, ακόμη, το γεγονός ότι για να συσταθεί αυτή η αποστολή χρησιμοποιήθηκε το ιστορικό πια Ψήφισμα 377/1950 της ΓΣ, το “Ενωμένοι για την Ειρήνη”, με το οποίο η ΓΣ αναλαμβάνει την αρμοδιότητα μίας κρίσης όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει μπλοκάρει (UN, 1950).
 
Το “σημαντικό” Congo, το τέλος και η κληρονομιά του
 
Μετά το ξέσπασμα επανάστασης, το Congo τον Ιούνιο του 1960 κέρδισε την ανεξαρτησία του από το Βέλγιο. Έπειτα από εκλογές, η εξουσία πήγε στον ηγέτη της επανάστασης, Patrice Lumumba, που ίδρυσε τη Δημοκρατία του Congo. Την προσπάθεια ανάκαμψης και δημιουργίας σταθερότητας του κράτους διατάραξε η παραμονή των βελγικών στρατευμάτων, το πραξικόπημα του Mobutu Sese Seko και η επακολουθήσασα δολοφονία του Lumumba, o οποίος στηριζόταν από τους Σοβιετικούς (Χουλιάρας & Πετρόπουλος, 2015).
 
Το Συμβούλιο Ασφαλείας και ο Dag Hammarskjöld σύστησαν Ειρηνευτική Επιχείρηση, την ONUC (Opération des Nations Unies au Congo) στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν αυτή την κρίση που, κατά τον Hammarskjöld, ήταν η “ευκαιρία” του ΟΗΕ να δείξει στον πληθυσμό της Αφρικής ότι είναι σε θέση να τους βοηθήσει να ανεξαρτητοποιηθούν και να αναπτυχθούν (Melber, 2012). Ο Οργανισμός βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, αφού η κρίση του Congo κατέληξε να γίνει ένα ακόμα μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Ως αποτέλεσμα, μάλιστα, της στήριξης διαφορετικών πλευρών στον Εμφύλιο, ο Nikita Khrushchev ζήτησε την παραίτηση του Hammarskjöld και την αντικατάστασή του από Τρόικα τριών ανδρών με veto, προερχόμενοι από το Δυτικό, το Ανατολικό και το Αδέσμευτο block. Ο ΓΓ αρνήθηκε και δήλωσε πως δεν θα αφήσει τη Γραμματεία να μπλοκάρει όπως και τα υπόλοιπα όργανα (Urquhart, 2014).
 
 Η άφιξη του Dag Hammarskjöld λίγες μέρες πριν τον θάνατό του, και η συνάντησή του με τον Joseph Mobutu.
 
Τον Σεπτέμβριο του 1961 ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών ταξίδεψε για τέταρτη φορά στην επαρχία της Katanga, προκειμένου να διαπραγματευθεί ανακωχή ανάμεσα στους αντάρτες και στις δυνάμεις του ΟΗΕ. Το αεροσκάφος που τον μετέφερε έπεσε στη Βόρεια Ροδεσία (σημερινή Ζάμπια), και όλοι οι επιβάτες του σκοτώθηκαν*. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το αεροπλάνο καταρρίφθηκε. Ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Harry Truman, δήλωσε ότι “τον σκότωσαν, ενώ ήταν κοντά στο να πετύχει κάτι” (Doward, 2016). Πιο πρόσφατα, υποστηρίχθηκε ότι ο Dag Hammarskjöld υπήρξε θύμα μιας συνωμοσίας στην οποία συμμετείχαν εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην εξόρυξη χαλκού στην Katanga, όπως η βελγική Union Minière (Hughes, 2001). Καθώς τελευταία προέκυψαν νέα στοιχεία, τον Μάρτιο του 2015 ο τότε ΓΓ του ΟΗΕ, Ban Ki-moon, ανέθεσε σε μια ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων την επανεξέταση των συνθηκών του πρόωρου θανάτου του Hammarskjöld (Feeney, 2015).
 
 Τα συντρίμμια του αεροπλάνου που επέβαινε ο Γενικός Γραμματέας.
 
Παρά, λοιπόν, τη σύντομη ζωή του, ο Dag Hammarskjöld μέσα σε μία δύσκολη εποχή, με τον ΟΗΕ να έχει παραλύσει, κατάφερε με τις ικανότητες και τη δημιουργικότητά του όχι μόνο να δώσει φωνή στη Γραμματεία, αλλά και να ανανεώσει τον ρόλο και τις δράσεις της. Δημιούργησε νέες μεθόδους διαχείρισης κρίσεων και διατήρησης της ειρήνης, όπως οι Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις, η “ήσυχη” και άμεση διπλωματία, και η παρουσία του ΟΗΕ σε κάθε περιοχή του κόσμου.
 
Η ταύτιση και σύνδεσή του με τις αρχές και τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών είναι η σημαντικότερη κληρονομιά που άφησε πίσω του – κάτι το οποίο μέχρι και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για την επιλογή του Γενικού Γραμματέα. Τέλος, η φράση “Leave it to Dag” που ακουγόταν στους διαδρόμους των γραφείων του ΟΗΕ αποτελεί δείγμα για την επιτυχία του, την καλή του σχέση με τους αντιπροσώπους των χωρών, και την εμπιστοσύνη που του έδειχναν για τη διαχείριση των προβλημάτων του κόσμου.
 
Πηγές:

  • Carsten, S. & Henning, M. (2014). Human security and ethics in the spirit of Dag Hammarskjöld: An introduction. Στο: S. Carsten & M. Henning, επιμ. Peace Diplomacy, Global Justice and International Agency – Rethinking Human Security and Ethics in the Spirit of Dag Hammarskjöld. s.l.:Cambridge University Press, pp. 1 – 32.
  • Hughes, M. (2001). The Man Who Killed Hammarskjöld? London Review of Books, 9 Aug., pp.32–33.
  • Lenczowski, G. (1990). American Presidents and the Middle East. s.l.:Duke University Press.
  • Lipsey, R., 2013. Possibility Never Touched Upon. Στο: Hammarskjöld, A Life. Ann Arbor, Michigan: The University of Michigan Press, pp. 113-133.
  • Melber, H. (2012). Dag Hammarskjöld, the United Nations and Africa. Review of African Political Economy, 39(131), pp.151–159.
  • Pearson, J. (2003). Sir Anthony Eden and the Suez crisis: reluctant gamble. Basingstoke [England] ; New York: Palgrave Macmillan.
  • UN. (1950). The General Assembly of the United Nations, Fifth Session. 377/1950 – Uniting For Peace. Νέα Υόρκη, s.n.
  • Troy, J. (2010). Dag Hammarskjöld: An International Civil Servant Uniting Mystics and Realistic Diplomatic Engagement. Diplomacy & Statecraft, 21(3), pp.434–450.
  • Urquhart, B. (2014). A beacon of hope – Dag Hammarskjöld and the United Nations. Στο: S. Carsten & M. Henning, επιμ. Peace Diplomacy, Global Justice and International Agency – Rethinking Human Security and Ethics in the Spirit of Dag Hammarskjöld. Ann Arbor: Cambridge University Press, pp. 43-50 .
  • Ρούκουνας, Ε. (2015). Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. 2η Έκδοση επιμ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  • Χουλιάρας, Α. & Πετρόπουλος, Σ. (2015). Η Αφρική και οι άλλοι. Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.
  •  
Published in Διπλωματία & Πολιτική, Ιστορία & Στρατηγική






* Ο θάνατος του Νταγκ Χαμαρσκελντ



 
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


 
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1961 ο γενικός γραμματέας του Ο.Η.Ε. Νταγκ Χάμαρσκελντ σκοτώθηκε μαζί με 13 συνεπιβάτες του, όταν το αεροσκάφος που τον μετέφερε από τη Λεοπολντβίλ (σημερινή Κινσάσα στο Κονγκό) προς την πόλη Ντόλα της Βόρειας Ροδεσίας, όπου θα συναντούσε τον Μωυσή Τσόμπε, συνετρίβη σε δασώδη περιοχή κοντά στα σύνορα Κονγκό-Ροδεσίας.
 
Τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος δεν έγιναν ποτέ γνωστά, παρόλο που η εκδοχή της κατάρριψης του αεροσκάφους διατυπώθηκε επανειλημμένα. Ύστερα από συζητήσεις και διαξιφισμούς στον Ο.Η.Ε., προσωρινός γενικός γραμματέας εκλέχθηκε ο Βιρμανός Ου Θαντ, ο οποίος τον επόμενο χρόνο μονιμοποιήθηκε.
 
Ο θάνατος του Νταγκ Χάμαρσκελντ αποτέλεσε το θέμα του ντοκιμαντέρ με τίτλο "Πολιτικές δολοφονίες: Νταγκ Χάμαρσκελντ" (Political assassinations: Dag Hammarskjold), σκηνοθεσίας του Χανς Ρούντγκερ Μίνοου, και του βιβλίου "Ποιος σκότωσε τον Χάμαρσκελντ" (2011) της Βρετανίδας ερευνήτριας Σούζαν Γουίλιαμς.
 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Τάσσος Παπαδόπουλος :Ένας πρόεδρος ΗΓΕΤΗΣ




Συμπατριώτισσες, συμπατριώτες,
Για τη γενιά μας, αλλά και τις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς.
Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σας.
Είμαι βέβαιος ότι δεν σας αγγίζουν ψεύτικα διλήμματα.
Ότι δεν σας τρομάζουν απειλές για δήθεν διεθνή απομόνωση.
Ότι δεν σας πείθουν τα περί δήθεν τελευταίας ευκαιρίας.
Είμαι βέβαιος ότι εξακολουθούν να έχουν για σας νόημα οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλετε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη.
Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω «Κοινότητα» χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν, προσδοκιών.

Το Σχέδιο Ανάν

Το Σχέδιο Ανάν ήταν σχέδιο που προτάθηκε από τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Κόφι Ανάν για επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Το σχέδιο εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αλλά απορρίφθηκε από την Ελληνοκυπριακή σε δυο ξεχωριστά δημοψηφίσματα.
Μετά το πραξικόπημα και την τούρκικη εισβολή το 1974 στην Κύπρο, οι τούρκικες δυνάμεις έλεγχαν το 40% του εδάφους, ενώ υπήρξε και ανταλλαγή πληθυσμού το 1975. Από τότε, υπήρξαν διάφορες πρωτοβουλίες για επίλυση του Κυπριακού, σχεδόν όλες υπό την επίβλεψη του ΓΓ του ΟΗΕ, ωστόσο όλες αποτύγχαναν.
Τον Δεκέμβριο 1999, ξεκίνησαν ξανά εκ του σύνεγγυς συνομιλίες για προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντενκτας και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Ανάν με ειδικό του Σύμβουλο για τον Κυπριακό τον Άλβαρο ντε Σότο. Ο Κόφι Ανάν υπέβαλε Σχέδιο για συνολική επίλυση του Κυπριακού. Η αρχική του μορφή (το αποκαλούμενο σήμερα σχέδιο Ανάν Ι) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002 και το δεύτερο αναθεωρημένο σχέδιο στις 10 Δεκεμβρίου 2002 (Αννάν ΙΙ). Στις 26 Φεβρουαρίου 2003 υποβλήθηκε το Αναν ΙΙΙ. Ακολούθησε η εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003. Τον Μάρτιο του 2004 παρουσιάστηκε η πέμπτη και τελική μορφή του σχεδίου. Παρότι ήθελε ο Κόφι Ανάν να παρουσιάσει ένα σχέδιο προερχόμενο μόνο από τις διαπραγματεύσεις των δυο κοινοτήτων, προ του συνεχιζόμενου αδιεξόδου, αναγκάστηκε να τελειώσει το κείμενο μόνος του.
Το σχέδιο Ανάν, χρησιμοποιώντας στο λεκτικό του «δημιουργική ασάφεια» προσπάθησε να ισορροπήσει καταστάσεις  δημιουργώντας την Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να είναι ούτε συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε νέο κράτος.
Στην Κυπριακή Δημοκρατία, το σχέδιο βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο. Το συγκυβερνών κόμμα του ΑΚΕΛ, μετά την αντίσταση του προέδρου στο σχέδιο, απέσυρε την υποστήριξη του στο τελικό κείμενο των προτάσεων. Ο ΔΗΣΥ, με ηγέτη τον Νίκο Αναστασιάδη, υποστήριξε το σχέδιο. Επίσης, εναντίον του σχεδίου τάχθησε και το ΔΗΚΟ (το κόμμα του Προέδρου Τάσου Παπαδόπουλου), η ΕΔΕΚ, οι Νέοι Ορίζοντες και το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών. Το μικρό κόμμα Ενωμένοι Δημοκράτες υποστήριξε το σχέδιο.
Ανάμεσα στους τουρκοκυπρίους υπήρχε γενικότερος ενθουσιασμός υπέρ του σχεδίου, καθώς έλπιζαν στον τερματισμό του διεθνούς αποκλεισμού τους, αν και ο ιστορικός ηγέτης τους Ραούφ Ντενκτάς απέρριψε το πλάνο. Το σχέδιο το απέρριψαν και οι Γκρίζοι Λύκοι.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή κράτησε ουδέτερη θέση, ωστόσο ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιώργος Παπανδρέου υποστήριξε το σχέδιο, καθώς ο ίδιος ήταν υπουργός εξωτερικών κατά τις διαπραγματεύσεις του σχεδίου.
Το σχέδιο υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2004 σε δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα, απορρίφθηκε από τους ελληνοκυπρίους, με ποσοστό 76% καθώς μόνο 24% το υπερψήφισε, ενώ εγκρίθηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα σε ποσοστό 62%.

Το ιστορικό διάγγελμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου για το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004.


Συμπατριώτισσες, Συμπατριώτες,

Αυτές της εξαιρετικής ιστορικής σημασίας συνθήκες, νιώθω υποχρέωσή μου να απευθυνθώ σ΄ εσάς: στον κυρίαρχο κυπριακό λαό. Κάθε λαός διαμορφώνει και γράφει τη δική του ιστορία. Άλλοτε με απελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες, άλλοτε με δημοκρατικές διαδικασίες διά της ψήφου του. Τώρα καλείται ο κυπριακός λαός, καλούμαστε ο καθένας χωριστά και συλλογικά, να γράψουμε την ιστορία του μέλλοντος της Κύπρου.
Η πατρίδα μας διέρχεται τις πιο δραματικές ώρες της μακραίωνης ιστορίας της. Ώρες καθοριστικές όχι μόνο για το παρόν και τη δική μας γενεά, αλλά και για το μέλλον και τις γενεές που θα έρθουν. Οι αποφάσεις που θα πάρουμε εμείς σήμερα, διαμορφώνουν...και καθορίζουν τις τύχες και τα πεπρωμένα και των επερχόμενων γενεών.
Είμαι πεπεισμένος ότι ολόκληρη η πολιτική ηγεσία του τόπου, αλλά και η κάθε μιά και ο καθένας από σας, έχει πλήρη επίγνωση της σοβαρότητας της απόφασης που καλούμαστε να πάρουμε στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη, και ότι συμμερίζεστε το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνουμε με την ψήφο μας. Αυτή η απόφαση ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον κυπριακό λαό. Ελπίζω οι ξένοι φίλοι μας να σεβαστούν το λαό και την Κυπριακή Δημοκρατία. Ελπίζω να κατανοήσουν ότι παρεμβάσεις και πιέσεις προσβάλλουν την αξιοπρέπεια του κυπριακού λαού, είναι αντίθετες προς ρητή πρόνοια του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και, τελικά, καταλήγουν αντιπαραγωγικές.
Η κρισιμότητα των αποφάσεων που καλούμαστε να πάρουμε συλλογικά, αλλά και ατομικά, δεν μας επιτρέπει να αποδυθούμε σε συναγωνισμό για το ποιός είναι περισσότερο ή λιγότερο πατριώτης. Όλοι έχουμε τον ίδιο στόχο και όλοι έχουμε την ίδια έγνοια για το μέλλον της πατρίδας μας.
Υπάρχουν διαφορές στις εκτιμήσεις, στην ανάλυση των περίπλοκων και, εν πολλοίς, δυσνόητων προνοιών του Σχεδίου Ανάν και των βραχυπρόθεσμων και μακροχρόνιων αποτελεσμάτων του. Καλώ όλους να λειτουργήσουμε σε πνεύμα αλληλοσεβασμού, χωρίς φανατισμό και προπηλακισμούς. Δεν πρόκειται για πολιτικές εκλογές όπου τα Κόμματα καταμετρούν τη δύναμή τους. Δεν θα αναμετρηθούν τα Κόμματα μεταξύ τους. Θα αναμετρηθούμε με την ιστορία.
Η διαφύλαξη λοιπόν της ενότητας μας είναι ύψιστο χρέος προς την πατρίδα μας. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, οφείλουμε να το σεβαστούμε και η επόμενη μέρα πρέπει να μας βρει μονοιασμένους και δυνατούς. Η Κύπρος θα μας χρειαστεί όλους. Δεν περισσεύει κανένας.
Σέβομαι και εκτιμώ κάθε καλόβουλη και ειλικρινή άποψη και προσπαθώ να την κρίνω με αντικειμενικότητα και να την σταθμίσω, χωρίς προκαταλήψεις, και ανεπηρέαστος από δογματισμούς ή συναισθηματική φόρτιση.
 Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής κοινότητας φέρω το αυξημένο βάρος της ευθύνης της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων και το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση της κατάληξης και τη δική μου απόφαση. Χωρίς καμιά προσπάθεια επιβολής της δικής μου επιλογής και θέλησης αλλά ως καθοδήγηση και συνεκτίμηση από σας. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.
 Από την ημέρα που επέστρεψα από τη Λουκέρνη, αφιέρωσα όλο μου το χρόνο για να μελετήσω με τους συνεργάτες μου και τους λειτουργούς του Κράτους το τελικό Σχέδιο Ανάν, σε όλες του τις πτυχές. Άκουσα απόψεις, εκτιμήσεις και αναλύσεις. Παρακολούθησα με προσοχή τον δημόσιο διάλογο που έχει αναπτυχθεί και τα επιχειρήματα που οι διάφορες πλευρές παρέθεσαν. Έχω ζητήσει και έλαβα γνωμοδοτήσεις ξένων διεθνολόγων και συνταγματολόγων πάνω σε συγκεκριμένες πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου. Αξιολόγησα τις δηλώσεις διεθνών παραγόντων με νηφαλιότητα, ψυχραιμία και αντικειμενικότητα. Αξιολόγησα τις εκτιμήσεις Ελλαδικών Κομμάτων και ξένων Κυβερνήσεων με τις οποίες επικοινώνησα. Αναμένω και θα μελετήσω με προσοχή τις τελικές αποφάσεις των πολιτικών Κομμάτων της Κύπρου, τα οποία σέβομαι και εκτιμώ για την προσφορά τους στον τόπο. Κριτήριο της αξιολόγησής μου ήταν ένα και μοναδικό: η εξυπηρέτηση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κυπριακού λαού στο σύνολό του, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Αυτό μου επιβάλλει η συνείδησή μου. Αυτό απαιτεί το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, στο οποίο με την ψήφο σας με εκλέξατε.

Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Όταν πριν από ένα χρόνο ζήτησα την ψήφο σου, ανέλαβα τη δέσμευση ότι θα αγωνιστώ με όλες μου τις δυνάμεις, σε κάθε επίπεδο και από κάθε βήμα που προσφέρεται, για να πετύχω βελτιώσεις στην τότε εκδοχή του Σχεδίου Ανάν, με στόχο να καταστεί λειτουργικό και, άρα, βιώσιμο. Δεσμεύτηκα ότι οι απαιτήσεις μας για βελτιώσεις θα ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου και δεν θα ανέτρεπαν τη γενική φιλοσοφία του Σχεδίου, ούτε θα ανέτρεπαν ουσιώδεις και βασικές πρόνοιές του ή συμβιβασμούς που είχαν συμφωνηθεί στις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί της εκλογής μου.
Δεσμεύτηκα, ακόμη, ότι θα επεδίωκα λύση που θα διασφάλιζε τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων, στα πλαίσια μιας επανενωμένης Κύπρου.
Συνεπής στην πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η δική μας πλευρά επιδίωκε δικοινοτικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και ανταποκρινόμενος σε συνεχείς παραινέσεις της πολιτικής ηγεσίας του τόπου, δεν έπαυσα να επιζητώ και να πιέζω για επανάληψη της πρωτοβουλίας του Γενικού Γραμματέα με βάση το Σχέδιο Ανάν και κάτω από τις προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί στο Εθνικό Συμβούλιο.
Τελικά, ο Γενικός Γραμματέας μας κάλεσε στη Νέα Υόρκη στις 10 Φεβρουαρίου του 2004, για να συμφωνήσουμε σε νέα διαδικασία διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, θέτοντας ως όρο για την ανάληψη νέας πρωτοβουλίας, την αποδοχή διαιτητικού ρόλου του Γενικού Γραμματέα.
Αν δεν ανταποκρινόμουν θετικά στην πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα θα ενεργούσα αντίθετα με την πάγια πολιτική του Εθνικού Συμβουλίου και θα ήμουν ασυνεπής στην πάγια θέση μας ότι επιδιώκουμε λύση του προβλήματος με συνομιλίες υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Με τη σύμφωνη γνώμη των εκπροσώπων των, αριθμητικά, μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων που με συνόδευσαν στη Νέα Υόρκη και με τη σύμφωνη γνώμη της τότε Κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ελλάδας, δεχθήκαμε αυτή την αλλαγή της διαδικασίας. Προσωπικά, δέχθηκα αυτή τη νέα διαδικασία, εφόσον στη διαιτητική απόφαση του Γενικού Γραμματέα ο λαός της Κύπρου με την άμεση και προσωπική ψήφο του καθενός σε δημοψήφισμα, θα είχε τον τελευταίο λόγο.
Μετά από εκτίμηση της πλειοψηφίας του Εθνικού Συμβουλίου, ότι η από μέρους μας υποβολή μαξιμαλιστικών θέσεων θα οδηγούσε σε επικρίσεις κατά της πλευράς μας, υποβάλαμε συναινετικές προτάσεις που εξυπηρετούσαν και τις δύο Κοινότητες. Διατηρήσαμε το δικαίωμα να εγείρουμε πρόσθετα θέματα, σχετικά με το εδαφικό, τις περιουσίες και την επιστροφή των εκτοπισμένων, αν η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα. Όντως η Τουρκοκυπριακή πλευρά ήγειρε τέτοια θέματα και η δική μας πλευρά, με έγγραφα της, ήγειρε τις ανταπαιτήσεις της, τόσο στην εδαφική πτυχή όσο και για τα δικαιώματα εκτοπισμένων και περιουσιών.
Περιοριστήκαμε στον ελάχιστο αλλά πολύ σημαντικό στόχο: στην επανένωση της πατρίδας μας και του λαού μας. Επιδιώξαμε θεσμικές αλλαγές που, από τη μια, θα ενίσχυαν τη λειτουργικότητα της λύσης, και από την άλλη, θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για επανένωση θεσμών και λειτουργιών.
Η αρνητική στάση και οι μαξιμαλιστικές θέσεις της Τουρκικής πλευράς, αλλά και η ανοχή που τα Ηνωμένα Έθνη επέδειξαν για απαιτήσεις της εκτός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν, δεν επέτρεψαν τη διεξαγωγή ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, παρά τη δική μας καλή θέληση.
 Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ασκώντας τη διαιτητική αρμοδιότητα του, κατάρτισε το Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, χωρίς να προϋπάρξει συμφωνία των μερών σε οποιοδήποτε από τα θέματα που είχαν εγερθεί στις διαπραγματεύσεις, στη Λευκωσία και στην Ελβετία.
Στο Πέμπτο Σχέδιο Ανάν, περιέχονται βελτιώσεις σε σύγκριση με το Τρίτο και Τέταρτο Σχέδιο Ανάν. Αυτές οι βελτιώσεις δεν ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που είχαμε υποβάλει. Ούτε όσο αφορά τη λειτουργικότητα του Σχεδίου, ούτε όσο αφορά την ετοιμότητα εφαρμογής του από την επόμενη των δημοψηφισμάτων, ούτε όσο αφορά την ουσιαστική επανένωση της πατρίδας μας στο οικονομικό, δημοσιονομικό και νομισματικό τομέα.
Αυτή δεν είναι η ώρα ούτε η ευκαιρία να προβώ σε λεπτομερή ανάλυση του Σχεδίου Ανάν. Αυτό θα γίνει στις επόμενες μέρες και μέχρι τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.
Νομίζω, όμως, ότι είναι χρήσιμο να αναφερθώ, εν είδει παραδειγμάτων, σε μερικές πτυχές που φαίνεται να σας προβληματίζουν. Δεν θα επιχειρήσω ούτε «δαιμονοποίηση» ούτε εξωραϊσμό του Σχεδίου Ανάν. Δεν δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό ότι όποιος επισημαίνει αδυναμίες του Σχεδίου, αναγκαστικά, επιδίδεται σε παραπληροφόρηση ή ότι αυτό δεν είναι αντικειμενική ενημέρωση του λαού.
Οι προτάσεις μας για διασφάλιση της λειτουργικότητας δεν περιορίζονταν και δεν εξαντλούνταν στη σύνθεση του Προεδρικού Συμβουλίου ή στην ίδρυση και λειτουργία Πρωτόδικου Δικαστηρίου ή στη Συμφωνία Συνεργασίας για θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, επεκτείνοντο και κάλυπταν και τους επτά τομείς των προτάσεών μας, δηλαδή, τη νομοθεσία, την Κεντρική Τράπεζα, την κοινή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, τη σμίκρυνση των χρονικών περιόδων ανάκτησης περιουσίας, τη σμίκρυνση των μεταβατικών περιόδων, τη διοικητική διάρθρωση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, την εκλογή των μελών των Κοινοβουλευτικών Οργάνων, τη νομοθεσία και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων από διοικητικά όργανα, την εδαφική πτυχή, το θέμα των αγνοουμένων, το θέμα της Καρπασίας και άλλα. Θέλω να τονίσω εμφαντικά ότι όλες οι απαιτήσεις μας, που υποβλήθηκαν με πλήρη τεκμηρίωση, ήσαν εντός των παραμέτρων του Σχεδίου Ανάν και δεν αφαιρούσαν δικαιώματα που το Σχέδιο Ανάν παρείχε στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας.
Αντίθετα, η Τουρκική πλευρά υπέβαλε 11 απαιτήσεις, που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και οι οποίες υιοθετούνται, όλες, στο τελικό κείμενο του Σχεδίου Ανάν.
Τώρα καλούμαστε να κρίνουμε κατά πόσο το τελικό Σχέδιο Ανάν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που έχουμε θέσει. Με αντικειμενικότητα και με αίσθημα ευθύνης καλούμαστε να κρίνουμε εάν επιτυγχάνεται η επανένωση της πατρίδας μας σε ένα ομόσπονδο κράτος που θα είναι λειτουργικό, βιώσιμο, θα διασφαλίζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και θα δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας και οικονομικής ευημερίας τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους.
 Κατά πόσο οι πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, όπως έχουν οριστικά διαμορφωθεί μας επιτρέπουν να μετέχουμε ενεργητικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να αξιοποιήσουμε τα οφέλη που θα προκύψουν.
Με πόνο ψυχής καταλήγω στη διαπίστωση ότι ακόμα και με την πιο ελαστική, την πιο επιεική κρίση, το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιεί τους ελάχιστους στόχους που θέσαμε. Οι ουσιαστικότερες των προτάσεών μας δεν έγιναν αποδεκτές. Ακόμη και στις πρόνοιες που έχουν βελτιωθεί, διαπιστώνουμε λειτουργικές δυσκολίες, περίπλοκες διαδικασίες και επικίνδυνες ασάφειες.
 Η πιο βασική και θεμελιώδης ανησυχία και αγωνία μου για το μέλλον της πατρίδας μας εστιάζεται στα εξής:
 -Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα αποκτά όλα τα βασικά αιτήματα που διεκδίκησε, από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της λύσης. Για την ακρίβεια, εικοσιτέσσερις ώρες μετά τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.
-Παραμένει, ακόμη, αβέβαιο και ασαφές αν θα υπάρξει επικύρωση της Συνθήκης από το Τουρκικό Κοινοβούλιο, πριν τεθεί σε εφαρμογή η Ιδρυτική Συμφωνία.
 -Αναγνωρίζεται η οντότητά της ως «νόμιμο συνιστών Κράτος». Διαγράφεται η εισβολή και η κατοχή. Οι κάτοχοι της Τουρκοκυπριακής υπηκοότητας γίνονται αποδεκτοί ως νόμιμοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Τουρκοκύπριοι εξασφαλίζουν ισότιμη συμμετοχή στη διοίκηση του νέου Ομοσπονδιακού Κράτους, με το καθεστώς των ισότιμων «συμπροέδρων» και ισότιμη και ισάριθμη συμμετοχή των εκπροσώπων του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος Κράτους, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και σε όλες τις ειδικές Επιτροπές και Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 Αντίθετα, όλα και όσα προσδοκεί να αποκτήσει η Ελληνοκυπριακή κοινότητα, έστω και από μια κακή και οδυνηρή λύση, παραπέμπονται χωρίς εγγυήσεις στο μέλλον και εξαρτώνται από την καλή πίστη της Τουρκίας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Υπόκεινται ακόμη, στην προϋπόθεση ότι όλα θα λειτουργήσουν ομαλά.
 Με λίγα λόγια «αγοράζουμε ελπίδα», με μόνο αντάλλαγμα και διασφάλιση την καλή θέληση της Τουρκικής πλευράς να τηρήσει τη συμφωνία.
Η επιστροφή των κατεχομένων δικών μας εδαφών θα γίνει σε περίοδο μεταξύ τρεισήμισι μηνών και τρεισήμισι χρόνων, από την υπογραφή της λύσης, χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτό θα εφαρμοστεί. Η πρότασή μας όπως υπαχθούν τα εδάφη αυτά υπό τον έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης και όχι του τουρκικού στρατού, έχει απορριφθεί.
Η απόκτηση περιουσιών ή αποζημιώσεων το συντομότερο που θα γίνει, είναι σε περίοδο τριών χρόνων μετά την υπογραφή της λύσης και πέντε χρόνων ή, περισσότερων, κατά απόφαση του Συμβουλίου Περιουσιών, και μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία με πολλές ασάφειες και δυσμενείς οικονομικές πρόνοιες για την πλευρά μας. Το κόστος των αποζημιώσεων θα κληθούν να καταβάλουν στο μεγαλύτερο του μέρος οι Ελληνοκύπριοι. Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αν το Ομοσπονδιακό Κράτος που θα εγγυηθεί το ένα τρίτο των αποζημιώσεων, θα έχει το τεκμήριο έγκυρου εγγυητή για να μην σημειωθεί πτώση στην αξία των ομολόγων, όπως έγινε με το Χρηματιστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τον Οργανισμό δανειοδότησης με υποθήκη για απόκτηση των περιουσιών Ελληνοκυπρίων που δεν θα επιστραφούν από Τουρκοκύπριους.
Πρόσφατα έχει αναχθεί σε μεγάλο θέμα και παρουσιάζεται ως σημαντική παραχώρηση προς τους Ελληνοκύπριους η ευχέρεια απόκτησης δευτερεύουσας κατοικίας στο Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος. Ασφαλώς αυτό το δικαίωμα, θα είχε μεγάλη σημασία, αν ήταν αυτόματο και γενικό.
Δυστυχώς οι πρόνοιες του σχετικού Συνταγματικού Νόμου και της Πράξης Προσαρμογής που θα εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθορίζουν ότι αυτό το δικαίωμα δεν είναι αυτόματο.
 Αντίθετα, το Τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος έχει δικαίωμα και ευχέρεια, με δικό του νόμο, να ρυθμίζει και να περιορίζει αυτό το δικαίωμα για μια δεκαπενταετία ή μέχρις ότου το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του Τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους φθάσει στο 85% του κατά κεφαλήν εισοδήματος του Ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους.
Η επιστροφή των προσφύγων υπό Τουρκοκυπριακή διοίκηση προβλέπεται να γίνει με τέτοια χρονοδιαγράμματα και ποσοστώσεις που δεν δημιουργούν συνθήκες ασφάλειας, για να μπορέσουν με βεβαιότητα οι πρόσφυγες μας να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, και να έχουν βεβαιότητα ότι θα έχουν ασφάλεια ή ότι θα έχουν σχολεία για τα 3, 10 ή 20 παιδιά τους. Και δυστυχώς δεν αποκτούν όλοι οι πρόσφυγές μας το αναφαίρετο δικαίωμα της επιστροφής. Επιπλέον, οι Ελληνοκύπριοι που θα ζουν στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος θα στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων και του δικαιώματος ψήφου για τη Γερουσία, κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής αρχής.
Με το τελικό Σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιήθηκαν οι Κύπριοι αλλά ικανοποιήθηκε απόλυτα η επιδίωξη της Τουρκίας να ελέγχει και να κηδεμονεύει την Κύπρο. Παραμένουν στην ουσία όλοι οι έποικοι, ενώ μετά από 19 χρόνια, εμφανής είναι η πιθανότητα της κατάργησης της παρέκκλισης του 5% Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων που θα μπορούν να εγκατασταθούν στην Κύπρο, με ορατό τον κίνδυνο για νόμιμο μαζικό εποικισμό της Κύπρου από την Τουρκία. Διότι η συνέχιση της διασφάλισης του 5%, μετά τα 19 χρόνια, θα εξαρτάται από την έγκριση νόμου από το Προεδρικό Συμβούλιο, τη Βουλή και τη Γερουσία, όπου χρειάζεται και η συναίνεση των αντίστοιχων Τουρκοκυπριακών μελών αυτών των οργάνων.
Η παραμονή έστω και μικρού αριθμού τουρκικών στρατευμάτων μόνιμα στην Κύπρο, με διευρυμένα παρεμβατικά δικαιώματα στο Ελληνοκυπριακό κρατίδιο χωρίς εγγυητικούς μηχανισμούς, ενώ εμείς θα έχουμε διαλύσει την Εθνική Φρουρά, δημιουργεί συνθήκες ανασφάλειας για τους Ελληνοκυπρίους. Τόσο ο εποικισμός όσο και η συνεχής παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, δεν εξυπηρετεί βέβαια ούτε τους Ελληνοκύπριους ούτε τους Τουρκοκύπριους, παρά μόνο την Τουρκία.
Μέσα από προσεκτική μελέτη των οικονομικών πτυχών του Σχεδίου Ανάν, διαπιστώνουμε ότι είναι αμφίβολη η οικονομική βιωσιμότητά του. Η εφαρμογή των σχετικών προνοιών συνεπάγεται δυσβάστακτες οικονομικές επιπτώσεις για τους Ελληνοκύπριους, ενώ η όλη δομή του Σχεδίου θα οδηγήσει, αν όχι σε κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας, σίγουρα σε σοβαρή οικονομική κρίση και επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελληνοκυπρίων που με τόσες θυσίες οικοδομήσαμε.
Οι λειτουργικές αδυναμίες του Σχεδίου θέτουν, μεταξύ άλλων, σε κίνδυνο την ομαλή δραστηριότητα και συμμετοχή της Κύπρου, με μια φωνή, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ με πολλές θυσίες οι Ελληνοκύπριοι κατέκτησαν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθούμε σε «αδρανοποίηση» της ένταξης μέχρι την υιοθέτηση όλων των απαραίτητων ομοσπονδιακών και περιφερειακών νομοτυπικών μέτρων ή της απώλειας των ωφελημάτων της ένταξης ή της αντιμετώπισης εμποδίων στη συμμετοχή της Κύπρου στην ΟΝΕ και τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς.


Με άλλα λόγια, το Σχέδιο Ανάν δεν καταλύει την de facto διχοτόμηση, αλλά, αντίθετα τη νομιμοποιεί και την εμβαθύνει. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θέλουμε τη λύση και επανένωση της πατρίδας μας. Διότι σε αυτό το ερώτημα, η καθολική απάντηση είναι «ναι». Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το Σχέδιο Ανάν επιφέρει την επανένωση ή αν διαιωνίζει τη διαίρεση και, μάλιστα, με τη συγκατάθεση και υπογραφή μας.
Το Σχέδιο Ανάν, δεν οδηγεί στην επανένωση των δύο Κοινοτήτων αλλά αντίθετα προωθεί το μόνιμο διαχωρισμό με περιορισμούς στη διακίνηση, εγκατάσταση, στο δικαίωμα κτήσεως περιουσίας, στην άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων και των άλλων χωριστικών στοιχείων του.
Ενώ η ενοποίηση της οικονομίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ενοποιητική δυναμική, με κοινούς οικονομικούς στόχους, κοινά οικονομικά προβλήματα, κοινούς αγώνες και ακόμη μελλοντικά οργάνωση των εργαζομένων σε κοινές συντεχνίες, κάτι που εξυπηρετούσε την Κύπρο, τελικά επιβλήθηκε χωριστή οικονομία. Δεν θα υπάρχει κοινή νομισματική, δημοσιονομική πολιτική και δεν θα επιτρέπονται επενδύσεις ελληνοκυπριακών επιχειρήσεων στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος.
Ο στόχος της επανένωσης της πατρίδας μας και του λαού της, δεν επιτυγχάνεται. Με τη μετατροπή των διαιρετικών προνοιών του Σχεδίου σε πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκλείπει ακόμη και η αμυδρή ελπίδα για εξέλιξη και βελτίωση μελλοντικά της λύσης. Ο στόχος της Τουρκοκυπριακής πλευράς για δύο λαούς, με δύο κράτη που θα ζουν χωριστά και απλά θα συνεργάζονται, επιτυγχάνεται απόλυτα.
Είναι σωστό ότι η διαδικασία διαπραγματεύσεων συνεπάγεται συμβιβασμούς. Μειώνοντας το χάσμα των διαφορετικών επιδιώξεων και των διαφορών. Μια διαδικασία «πάρε - δώσε».
Υπάρχουν πολλές πτυχές και πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, για τις οποίες δεν είμαι ικανοποιημένος από τους συμβιβασμούς που επιβλήθηκαν, χωρίς κάν να προηγηθεί διαπραγμάτευση και με πλήρη παραγνώριση των δικών μας τεκμηριωμένων απαιτήσεων.
Δεν είμαι ικανοποιημένος, για παράδειγμα, από τη μείωση του αριθμού των εκτοπισμένων που θα επιστρέψουν.
Δεν είμαι ικανοποιημένος από τις ποιοτικές και ποσοστιαίες μειώσεις στα περιουσιακά δικαιώματα των νομίμων ιδιοκτητών περιουσιών στα κατεχόμενα.
Αυτά αποτελούν δυσμενέστερες πρόνοιες από αυτές που υπήρχαν στο Σχέδιο Ανάν 3 ή στο Σχέδιο Ανάν 4 που το Εθνικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν αποδεκτό ως λύση, αλλά μόνο ως βάση για διαπραγμάτευση, με στόχο τη βελτίωση αυτών των προνοιών. Τώρα αυτές οι πρόνοιες έχουν γίνει δυσμενέστερες για τους Ελληνοκύπριους.
Μας ζητούν να δεχθούμε αυτές τις πιο δυσμενείς προσαρμογές, μέσα στο πνεύμα του συμβιβασμού. Μας λένε ότι δεν μπορεί να προκύψει λύση, αν δεν γίνουν τέτοιοι οδυνηροί συμβιβασμοί, και ότι πρέπει να βρεθεί η μέση λύση.
Όμως, υπάρχουν θέματα αρχών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπου η «μέση λύση» δεν συνιστά τη σωστή απάντηση. Η ολοφάνερη και σωστή αρχή δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης να μοιραστεί την περιουσία του με τον παράνομο εισβολέα ή να διεκδικήσει αποζημιώσεις για την αποστέρηση της περιουσίας του, που, μάλιστα, σε τελευταία ανάλυση, θα τις καταβάλει ο ίδιος, αφού το ένα τρίτο των αποζημιώσεων θα το εγγυηθεί το Ομοσπονδιακό Κράτος, οι πόροι του οποίου θα προέρχονται κατά τα εννέα δέκατα από Ελληνοκύπριους και μόνο το ένα δέκατο από τους Τουρκοκύπριους.
Το Σχέδιο Ανάν προνοεί ότι, μετά τα 19 χρόνια ή μέχρι την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όποιο συμβεί πρώτο, οι κατοικούντες αντίστοιχα, σε κάθε ένα από τα δύο συνιστώντα Κράτη οι οποίοι δεν έχουν ως μητρική γλώσσα την επίσημη γλώσσα του άλλου συνιστώντος Κράτους, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού εκείνου του συνιστώντος Κράτους. Δηλαδή οι ομιλούντες την ελληνική γλώσσα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να υπερβαίνουν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού του τουρκοκυπριακού κρατιδίου.
Αυτό αν και είναι θετικό, εν τούτοις αξίζει να αναφερθεί ότι στα προηγούμενα Σχέδια Ανάν δεν υπήρχε ούτε ο χρονικός ούτε ο ποσοστιαίος περιορισμός του ενός τρίτου, από τη στιγμή που η Τουρκία θα καθίστατο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρόσθετα, σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάν, τώρα στο ένα τρίτο της έκτασης γης που θα μπορούν να αποκτήσουν οι Ελληνοκύπριοι στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος (και, αντίστοιχα, οι Τουρκοκύπριοι στο Ελληνοκυπριακό συνιστών Κράτος) προστίθεται και το κριτήριο «της αξίας» του ενός τρίτου και η προϋπόθεση ότι από αυτό το ένα τρίτο, εξαιρούνται οι περιουσίες στις οποίες δικαιούται ο σημερινός Τουρκοκύπριος χρήστης.
Οι πιο σοβαρές ανησυχίες και προβληματισμοί μου για το Σχέδιο Ανάν, δεν εστιάζονται στους συμβιβασμούς που προτάθηκαν ή επιβλήθηκαν, που πολλοί κρίνουν ως άδικους για την πλευρά μας.
Άλλωστε, εδώ και πολύ χρόνο, έχω πει ότι η οποιαδήποτε λύση που θα εξευρεθεί κάτω από τη σκιά και τα τετελεσμένα της εισβολής και της παρουσίας 35,000 τουρκικού στρατού στην Κύπρο, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη. Αυτό το τίμημα, είμαστε έτοιμοι να το καταβάλουμε προκειμένου να βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Αν, όμως, δεν μπορούσε να είναι δίκαιη η λύση, έπρεπε να επιδιώξουμε να είναι τουλάχιστο λειτουργική ώστε να είναι βιώσιμη.
Χωρίς λειτουργικότητα, χωρίς αποτελεσματική διαδικασία για επίλυση των αδιεξόδων σε ένα καθεστώς όπου οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με βάση ισοτιμίας, δηλαδή 50% με 50%, παρέχεται σε κάθε πλευρά η ευχέρεια και η δυνατότητα να δημιουργούν αδιέξοδα που θα οδηγούν σε παράλυση τις διοικητικές λειτουργίες του κράτους.
Μια παράλυση, που όταν συνεχίζεται, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε διάλυση της κρατικής λειτουργίας, προτού κάν εφαρμοστεί η «νέα κατάσταση πραγμάτων», το νέο Κράτος.
Να θυμούμαστε πάντα, ότι εμείς δίνουμε από την επόμενη των δημοψηφισμάτων όλα και όσα επιδιώκει η Τουρκική πλευρά, και το Κράτος μας καταλύεται, ενώ εμείς θα αναμένουμε να εξασφαλίσουμε τα δικά μας ανταλλάγματα, όπως, επιστροφή εδαφών, περιουσίες και εγκατάσταση, στο μέλλον.
 Από τριάμισι χρόνια για επιστροφή κατεχομένων εδαφών, σε πέντε χρόνια για την επανάκτηση περιουσίας ή αποζημίωσης για περιουσία στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος και από τρία μέχρι 19 χρόνια για σταδιακή επιστροφή στο Τουρκοκυπριακό συνιστών Κράτος. Στο μεταξύ η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει εξαφανιστεί εικοσιτέσσερις ώρες μετά τα δημοψηφίσματα.
Οι σοβαρές ανησυχίες μου δεν είναι γι’ αυτά τα άδικα και αβέβαια.
 Οι ανησυχίες μου εστιάζονται και οφείλονται στην αβεβαιότητα για τη νέα Κύπρο που θα προκύψει από αυτό το Σχέδιο Ανάν.
Από την ευχέρεια και τη δυνατότητα του νέου κράτους να εγκαθιδρυθεί και να λειτουργήσει. Από την ικανότητα του να διαδραματίσει το σωστό ρόλο του μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως εποικοδομητικό μέλος και όχι ως ενοχλητικός συνεταίρος. Από την ανησυχία μου αν το νέο καθεστώς θα μπορεί, λόγω των αδιεξόδων στη λήψη αποφάσεων, να έχει ρόλο και λόγο στα Ηνωμένα Έθνη και άλλα διεθνή βήματα.
Από την αγωνία μου αν η Κυβέρνηση του Ομοσπονδιακού κράτους, θα μπορεί να διασφαλίσει στους πολίτες του την οικονομική δυνατότητα και τις ευκαιρίες για ευημερία, ευμάρεια, ειρήνη και ασφάλεια σε ένα κράτος δικαίου, δημοκρατίας, συναίνεσης, που θα σέβεται και θα προασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του κάθε πολίτη.
Αντί αυτού, το Σχέδιο Ανάν, απαιτεί από μένα να απευθύνω επιστολή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία να ζητώ να καταστεί η Ιδρυτική Συμφωνία πρωτογενές Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι που να εμποδίζεται ο κάθε Κύπριος πολίτης να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Ακόμη, απαιτεί, να απευθύνω άλλη επιστολή στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία να απαιτώ απόσυρση όλων των προσφυγών που πολίτες κατέθεσαν και εκκρεμούν σε αυτό το Δικαστήριο.
Δεν είναι δυνατό ούτε θεωρώ ότι μου είναι επιτρεπτό, ως θεματοφύλακας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κάθε πολίτη, να προβώ σε τέτοια ενέργεια που, στην ουσία, θα αφαιρεί από τον πολίτη το δικαίωμα να διεκδικήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του που είναι κατοχυρωμένα με διεθνείς συνθήκες που έχει επικυρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Με την ίδια υπευθυνότητα που πρέπει να αξιολογήσουμε τους κινδύνους από την υιοθέτηση του Σχεδίου Ανάν, πρέπει να μελετήσουμε και τις πιθανές επιπτώσεις από την απόρριψή του. Δεν συμμερίζομαι τις υπερβολές και τους εκβιασμούς που οι υποστηρικτές του Σχεδίου προβάλλουν στο λαό. Πρέπει να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς έναντι του λαού.
Λογικά υποβάλλεται το ερώτημα, ποιές θα είναι οι συνέπειες αν ο λαός στο δημοψήφισμα ψηφίσει «όχι».
 Αν ο κυρίαρχος λαός με την ψήφο του απορρίψει το Σχέδιο, σε μια βδομάδα η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταστεί πλήρες και ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πετύχουμε ένα στρατηγικό στόχο που από κοινού θέσαμε για να αναβαθμίσουμε και να θωρακίσουμε πολιτικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι δογματισμός και υποδηλώνει άγνοια των κανόνων της διεθνούς πολιτικής, η άποψη ότι αυτή θα είναι η τελευταία πρωτοβουλία για λύση του Κυπριακού. Οι βασικοί παράμετροι που επέφεραν αυτή την πρωτοβουλία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά την 25η Απριλίου. Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι δεδομένη. Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας επίσης θα συνεχιστεί και έτσι η Άγκυρα θα βρίσκεται υπό συνεχή αξιολόγηση για την υιοθέτηση και εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Το διεθνές ενδιαφέρον για εξομάλυνση και ειρήνευση της περιοχής μας θα συνεχίσει να υπάρχει.
Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για αναγνώριση του ψευδοκράτους, από χώρες που έχουν σημασία, όπως είναι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί αυτές, έχουν, ήδη, υπογράψει με την Κυπριακή Δημοκρατία τη Συνθήκη Ένταξης που απαγορεύει τέτοια αναγνώριση. Όσα δε λέγονται για διεθνή απομόνωση αποτελούν εκβιασμό άνευ περιεχομένου. Η Κύπρος θα είναι η μόνη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου με αναβαθμισμένο ρόλο αλλά και ευθύνες. Δεν θα επαναπαυθούμε, όμως, με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε για την επίλυση του Κυπριακού. Η ιστορία δεν τελειώνει την 1η Μαϊου. Θα συνεχίσουμε να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες για λύση και να προωθούμε μέτρα στήριξης των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων.
Απευθυνόμενος στους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους, θέλω να υπογραμμίσω την πραγματική μας έγνοια για μια λύση που να εξυπηρετεί και τα δικά τους συμφέροντα. Ουδέποτε απέβλεψα σε φαλκίδευση ή στέρηση των δικαιωμάτων τους. Οι προτάσεις που κατέθεσα στις συνομιλίες και τα μέτρα στήριξής τους που εξήγγειλα πριν από ένα περίπου χρόνο, αποτελούν απτή απόδειξη. Αυτή μου η στάση πηγάζει από την ειλικρινή μου πεποίθηση, ότι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και των δικαιω-μάτων τους, η παραχώρηση σ΄ αυτούς ακόμη περισσοτέρων δικαιωμάτων για να νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια, η αναγνώριση και η ισοτιμία τους, η ισομερής πρόοδος και ευημερία τους, αποτελούν θεμελιακές προϋποθέσεις για την ειρήνη και την ομαλότητα στην Κύπρο. Γι΄ αυτό και θα αποτελούν μόνιμο στόχο της πολιτικής μας. Εμείς δεν έχουμε ένσταση, αντίθετα υποστηρίζουμε τις προσδοκίες της Τουρκίας για καθορισμό σύντομης ημερομηνίας έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Διότι μια Τουρκία που θα βρίσκεται στη διαδικασία ενταξιακών συνομιλιών, θα βρίσκεται κάτω από συνεχή πίεση, και δική μας, να αποδεικνύει συνεχώς ότι συμπεριφέρεται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είμαστε πάντα έτοιμοι για μετάλλαξη του σημερινού Κράτους σε Ομοσπονδία που θα διέπεται καθοριστικά από δημοκρατικές αρχές και από πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Εγγύηση για την ειλικρίνεια αυτών των προσανατολισμών μας αποτελεί η ένταξή μας στον πολιτικό σύστημα και τις αρχές δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η εγγύηση καλύπτει αξιόπιστα και τους Τουρκοκυπρίους και τις ανάγκες ασφάλειας της Τουρκίας.
Εκείνο που ζητώ από τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους να κατανοήσουν είναι ότι, όσο δεν δέχομαι να καταπατηθούν τα δικά τους δικαιώματα και συμφέροντα, άλλο τόσο οφείλω να υπερασπιστώ τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων.
Τις πιθανές συνέπειες από την απόρριψη του Σχεδίου, πρέπει να τις αντιπαραθέσουμε με τους κινδύνους που εμπερικλείει το Σχέδιο Ανάν όπως τους προανέφερα. Θα πρέπει ακόμη να μας προβληματίσει το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε με την αποδοχή ενός Σχεδίου που αδικεί τον Κυπριακό Ελληνισμό και δεν παρέχει σοβαρά εχέγγυα λειτουργικότητας και βιωσιμότητας. Καλούμαστε να καταλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, το μόνο έρεισμα ασφάλειας του λαού μας και εγγύηση της ιστορικής μας φυσιογνωμίας. Να καταλύσουμε την διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική μας οντότητα ακριβώς στη στιγμή που ενισχύεται η διεθνής πολιτική της βαρύτητα, με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οφείλουμε να εκτιμήσουμε με σοβαρότητα τους κινδύνους από μια πιθανή κατάρρευση της νέας κατάστασης πραγμάτων, γιατί τα δεδομένα που θα δημιουργηθούν δεν θα είναι αναστρέψιμα. Κατάρρευση του Ομόσπονδου Κράτους θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σ΄ αυτό που όλοι θέλουμε να αποφύγουμε: στη διχοτόμηση μέσα από τη διεθνή αναγνώριση των δύο συνιστώντων Κρατών.


Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκλεγμένος εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας, ανέλαβα τη βαριά ευθύνη της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Αισθάνομαι βαρύ το χρέος να δηλώσω δημόσια, με ειλικρίνεια και παρρησία τη δική μου αποτίμηση και τη δική μου απόφαση.
Ανέλαβα εξουσία, με εντολή όπως διαπραγματευθώ λύση του Κυπριακού προβλήματος βάσει του Σχεδίου Ανάν, όχι όμως και με εντολή να προσυπογράψω οποιαδήποτε λύση ήθελε προκύψει από τις διαπραγματεύσεις.
Εντολή συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας, βάσει του νέου Συντάγματος το οποίο θα προκύψει, δεν έχω, ούτε θα μπορούσε να μου είχε ανατεθεί τέτοια εντολή. Ούτε έχω εντολή να προσυπογράψω οποιοδήποτε νέο Σύνταγμα, το οποίο θα τεθεί προς κρίση από το λαό. Μόνο ο Πρόεδρος, στον οποίο ρητά παρέχεται εντολή να θέσει την προτεινόμενη μεταμόρφωση της Πολιτείας σε δημοψήφισμα, δικαιούται να προσυπογράψει το νέο Σύνταγμα, ως αντικείμενο κρίσης από το λαό. Πέραν τούτου, εντολή του λαού είναι απαραίτητη για την άσκηση της συμπροεδρίας στη διακυβέρνηση της χώρας με τους προτεινόμενους νέους θεσμούς.
Τα συναισθήματά μου δεν είναι διαφορετικά από τα δικά σας. Στην υπηρεσία σας έχω τάξει τον εαυτό μου και πριν αλλά ιδιαιτέρως από την ανάδειξή μου στην προεδρία της Κυπριακής Πολιτείας. Στόχος και γνώμονας της κάθε πράξης μου είναι το συμφέρον του λαού και τίποτε άλλο, με αφοσίωση και πλήρη ανάληψη των ευθυνών μου και με παρρησία λόγου και έργου. Η τελική απόφαση ήταν πάντα και παραμένει δική σας. Η ετυμηγορία σας θα εκφραστεί στο Δημοψήφισμα της 24ης του Απρίλη.
Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα αλλά και με πλήρη συναίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών και το βάρος της ευθύνης που μου αναλογεί, λυπούμαι ειλικρινά, γιατί δεν μπορώ να αποδεχθώ και να υπογράψω το Σχέδιο Ανάν όπως, τελικά, διαμορφώθηκε.
 Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω «Κοινότητα» χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν, προσδοκιών. Έναντι της ανεδαφικής ψευδαίσθησης ότι η Τουρκία θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Συμπατριώτισσες, συμπατριώτες,
Στις 24 Απριλίου θα τοποθετηθείτε με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν. Θα αποφασίσετε για το παρόν και το μέλλον της Κύπρου. Για τη γενιά μας, αλλά και τις γενιές που θα έρθουν μετά από εμάς.
Έχω εμπιστοσύνη στην κρίση σας.
Είμαι βέβαιος ότι δεν σας αγγίζουν ψεύτικα διλήμματα.
Ότι δεν σας τρομάζουν απειλές για δήθεν διεθνή απομόνωση.
Ότι δεν σας πείθουν τα περί δήθεν τελευταίας ευκαιρίας.
Είμαι βέβαιος ότι εξακολουθούν να έχουν για σας νόημα οι ηθικές αρχές και αξίες του λαού μας, του πολιτισμού και του εθνικού ιστορικού μας βίου, τον οποίο θέλετε να συνεχίσουμε με ασφάλεια, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη.


Ελληνικέ κυπριακέ λαέ,
Στη ζυγαριά του ΝΑΙ και του ΟΧΙ, πολύ βαρύτερες και πολύ πιο επαχθείς θα είναι οι συνέπειες του ΝΑΙ.
Σε καλώ να απορρίψεις το Σχέδιο Ανάν.
Σε καλώ να πεις στις 24 του Απρίλη ένα δυνατό ΟΧΙ.
Σε καλώ να υπερασπιστείς το δίκαιο, την αξιοπρέπεια και την ιστορία σου.
Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην Ιστορία, στο παρόν και το μέλλον της Κύπρου και του λαού μας, σε καλώ να μην υποθηκεύσεις το μέλλον στην πολιτική βούληση της Τουρκίας. Να προασπιστείς την Κυπριακή Δημοκρατία, λέγοντας ΟΧΙ στη κατάλυσή της. Να συστρατευτείς για μια νέα πιο ελπιδοφόρα πορεία επανένωσης της πατρίδας μας μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πηγή:

https://boraeinai.blogspot.com/2011/11/blog-post_238.html