-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΣΣΑΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΠΕΡΡΑΙΒΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΡΑΙΒΟΙ


ΠΕΡΡΑΙΒΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΡΑΙΒΟΙ
 
Οι Περραιβοί ήταν αρχαίο ελληνικό πελασγικό φύλο που διέμενε στην αρχαία Θεσσαλία, πριν την κάθοδο άλλων φυλών που κατίσχυσαν αυτούς υπό το όνομα Λάπιθες (αιολικό φύλο), και στη συνέχεια από τους εκ Μακεδονίας Δωριείς, και ζούσαν στη λεγόμενη Περραιβία. Πήραν μέρος στον πόλεμο της Τροίας και στην Μάχη των Θερμοπυλών. Πρωτεύουσά τους ήταν η Φάλαννα, και η πιο σημαντική πόλη ήταν η Ελασσόνα. Οι Περραιβοί, αν και ζούσαν υπό την εξουσία των Θεσσαλών, συμμετείχαν στο Αμφικτυονικό Συνέδριο με δύο ψήφους. Ο Φίλιππος πήρε από τους Περραιβούς την εξουσία της Θεσσαλίας και έθεσε το βασίλειό τους υπό τον έλεγχο των Μακεδόνων, όπου παρέμεινε ως την κατάκτηση από τους Ρωμαίους το 196.
 
Ο Ηρόδοτος τους μνημονεύει ως μέρος του στρατού του Ξέρξη.
 
Οι Περραιβοί είχαν κόψει νόμισμα, και μερικά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί.
 
Η αργυρή Αιγινίτηκη δραχμή της Φάλαννας του 4ου αι. π.Χ. απεικονίζει το δεξί προφίλ της προτομής ενός εφήβου χωρίς γένια και με κοντά μαλλιά. Η πίσω όψη φέρει την επιγραφή ΦΑΛΑ ΝΝ ΑΙΩΝ γύρω από την εικόνα ενός αλόγου που βηματίζει φορώντας χαλινάρι. Στο έδαφος φυτρώνει βελανιδιά. Φέρει επίσης τον αριθμό 72. Το κέρμα έχει διάμετρο 20 χιλ. και ζυγίζει 5,09 γραμ.
 
Άλλα νομίσματά τους απεικόνιζαν στην μπροστινή όψη έναν έφηβο που δαμάζει έναν ταύρο, και στην πίσω όψη ένα άλογο.
 


ΟΙ ΠΕΡΡΑΙΒΟΙ
 
Γράφει ο B. Lenk
 
Το όνομα Περραιβοί (σε παλαιότερα νομίσματα Περαιβοί, σε νεότερα Περραιβοί) σημαίνει, προφανώς, το «πέρας», αυτοί οι οποίοι κατοικούν πέρα από τον Πηνειό.
 
Οι Περραιβοί ήταν ένα αχαϊκό φύλο της Θεσσαλίας, το οποίο ανήκε στο αρχαιότερο οικιστικό τμήμα, ύστερα από την είσοδο των βορειοδυτικών Θεσσαλών, των οποίων ήταν περίοικοι. Ο Σκύλακας τους ονομάζει εμφαντικά Έλληνες. O ομηρικός κατάλογος των πλοίων τούς γνωρίζει στους ιστορικούς οικισμούς τους στον Τιταρήσιο. Ο ποιητής τους αναφέρει μαζί με τους Αινιάνες. Υπολαμβάνει, πάντως, πως και τα δύο φύλα (ή μόνο οι Αινιάνες;) κατοικούσαν στη Δωδώνη.
 
Αρχικώς κατοικούσαν σε ολόκληρη την Εστιαιώτιδα και πρέπει να είχαν επεκταθεί μέχρι την Εύβοια. Μετά από σκληρούς αγώνες με τους Θεσσαλούς, οι Περραιβοί περιορίσθηκαν στην παραποτάμια περιοχή του Τιταρησίου και του Ευρώπου, απωθήθηκαν μέχρι τα βόρεια περιμετρικά βουνά της Θεσσαλίας και περιέπεσαν σε υποταγή. 
 
Ένα μέρος των Περραιβών, αυτοί που κατοικούσαν στα απρόσιτα ορεινά μέρη, φαίνεται πως παρέμειναν ελεύθεροι. Ο Στράβωνας αναφέρει πως οι περισσότεροι Περραιβοί, για να αποφύγουν την υποδούλωση, έφυγαν μέσω της Πίνδου προς τα δυτικά κι εκεί συνέχισαν να ζουν ως μετανάστες. Φαίνεται, όμως, πως στην εποχή του δεν υπήρχε κανένα ίχνος από αυτούς.
 
Στη θέση των νικητών Θεσσαλών εμφανίζονται στον μύθο οι Λαπίθες. Στους ικετεύοντες για προστασία στον Αισχύλο (256), στους Περραιβούς κυριαρχεί ακόμα ο βασιλιάς «Πελασγός». Κατά τον Αθήναιο (ΙΑ, 476ε) ο Αισχύλος είχε γράψει ένα δράμα με το όνομα Περραιβίδες. Οι Περραιβοί χρησιμοποιούσαν παλαιά κέρατα για να πίνουν: < Ασχύλος δ’ ν Περραιβος > τούς Περραιβούς παρίστησιν ντί ποτηρίων τος κέρασι χρωμένους διά τούτων: «ργυρηλάτοις κέρασι χρυσ στόμια προσβεβλημένοις».
 
Όσοι από τους Περραιβούς ζούσαν στην πεδινή χώρα και στις πόλεις τους, εντός της θεσσαλικής σφαίρας επιρροής, παρέμειναν σε μία χαλαρή φυλετική συμπολιτεία, έκοβαν δικά τους αργυρά νομίσματα (480-400 π. Χ)11 και διατηρούσαν μία έδρα και μία ψήφο στην Πυλαϊκή Αμφικτυονία, στην οποία αυτοί ανήκαν ήδη από την εποχή της ανεξαρτησίας τους. 
 
Ο Kretschmer (στο Gerke-Norden I 152) συμπεραίνει από αυτό ότι στην Ανατολική Θεσσαλία, και ιδιαίτερα στην περραιβική περιοχή, η αχαϊκή διάλεκτος διατηρήθηκε καθαρότερα παρά στη Δυτική. Οι Περραιβοί, χωριστά από τους Θεσσαλούς, πρόσφεραν γη και ύδωρ στον πέρση βασιλιά Ξέρξη.  Φαίνεται πως η κατάστασή τους επιδεινώθηκε κατά τον 5ο αι. π. Χ., περίπου στην εποχή του πελοποννησιακού πολέμου. Την εποχή αυτή, οι ηγέτες της Λάρισας, στα χέρια των οποίων ανήκε μέχρι τότε η εποπτεία πάνω σ’ αυτούς τους βόρειους Περιοίκους, επεδίωκαν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα, σε σχέση με τους Περραιβούς, και τους αντιμετώπιζαν ως υπηκόους της Λάρισας και όχι πλέον ως υπηκόους όλων των Θεσσαλών. Σύμφωνα με την σύντομη αλλά περιεκτική αναφορά του Στράβωνα (Θ, 440), οι Περραιβοί υπόκειντο άμεσα υπό την κυριαρχία της Λάρισας, η οποία αύξαινε τον φόρο υποτέλειάς τους και αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι την εποχή του Φιλίππου Β΄.14
 
Η κοπή νομισμάτων τώρα των Περραιβών διακόπηκε, τουλάχιστον δεν επιτρεπόταν πλέον στο Κοινό τους, αλλά καθεμιά πόλη συνέχιζε να κόβει νομίσματα. Την έδρα στην Αμφικτυονία την διατήρησαν, αλλά εδώ δεν τολμούσε κανένας να επιτρέψει μία αλλαγή. Παρ’ όλα αυτά, οι Περραιβοί δεν έπαυσαν να επιδιώκουν την αυτονομία τους και κατόρθωσαν, για πολύ καιρό, να ξεφύγουν από τον νέο ταγό της Θεσσαλίας, τον Ιάσονα των Φερών, όταν αυτός επανέκτησε την παλαιά θέση του και επέβαλε την εξουσία του και στη Λάρισα και ήθελε να κερδίσει τους περίοικους λαούς της Θεσσαλίας.
 
 
Ο Ιάσονας μπόρεσε να κατακτήσει την Περραιβία, για πρώτη φορά, μετά την μάχη στα Λεύκτρα, το 371 π., Χ.15 Ήδη, πριν από την εποχή του Ιάσονα, του οποί-ου η διακυβέρνηση δεν υπήρξε μακροχρόνια, oι μακεδόνες βασιλείς, οι οποίοι είχαν επεκτατικές βλέψεις στη Λάρισα, άρχισαν να προχωρούν στην προσάρτηση της χώρας των Περραιβών, για τον λόγο ότι υπήρχαν σ’ αυτήν σημαντικές διαβάσεις οι οποίες οδηγούσαν στη Θεσσαλία (μέσω αυτών των διαβάσεων διήλθε και η στρατιά του Ξέρξη). Οι Περραιβοί, την εποχή του Αρχελάου, ίσως υπήχθησαν προσωρινά υπό την εξουσία του, καθώς επίσης και υπό την εξουσία του Αμύντα, του πατέρα του Φιλίππου Β΄.17 Αυτός κατόρθωσε να αποκτήσει επιρροή τουλάχιστον στη Βόρεια Περραιβία. Μέσω του Φιλίππου Β΄ περιήλθαν υπό την μακεδονική κυριαρχία, για ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από έναν αιώνα. Ο βασιλιάς ανέθεσε, όπως φαίνεται, σε έναν θεσσαλό Πενέστη να ασχοληθεί με την υποταγή τους.18 Κατά την διάρκεια που οι Περραιβοί παρέμειναν φαινομενικά ανεξάρτητοι, οι Μακεδόνες κατέλαβαν τα σημαντικά από στρατιωτική άποψη σημεία της περιοχής τους. Ο Φίλιππος Β΄ μάλιστα τους άφησε να έχουν στην ελληνική ομοσπονδία του 338/337 π.Χ., μαζί με τις άλλες ελληνικές πόλεις, δύο ψήφους, παρέμειναν στην Αμφικτυονία και, εν πάση περιπτώσει, τους επιτρεπόταν να ψηφίζουν μόνο μαζί με τους Δόλοπες. Επίσης, αυτόν τον αιώνα διοικούσαν τον λαό τους.
 
Από τον 3ο αι. π. Χ. προέρχεται ένα έγγραφο με τον τίτλο «νόμος Περραιβών».
 
Mέχρι τον 2o αι. π. Χ. διατήρησαν το ημερολόγιό τους, με εν μέρει τελείως περίεργα ονόματα μηνών. Οι Περραιβοί επιδίωκαν πάντα την αυτονομία τους και μόλις ο Φίλιππος Ε΄ πιέσθηκε από τους Ρωμαίους προσχώρησαν στην Αιτωλική Συμμαχία.
Με αυτό συμφωνεί και ο Πλίνιος. Εμφανίσθηκαν το έτος 196 π. Χ., όταν ο ύπατος Τίτος Κοΐνκτιος Φλαμινίνος τους απέδωσε την «ελευθερία». Αμέσως έκοψαν πάλι νομίσματα, παρουσιάσθηκαν στη Ρώμη εξαιτίας μερικών πόλεων, από τις οποίες ο Φίλιππος Ε΄ δεν είχε αποσύρει τις κατοχικές δυνάμεις. Γύρω στο 178 π. Χ. οι Περραιβοί εμφανίζονται σε μία επιγραφή, πάλι ως Κοινόν, με έναν στρατηγό επικεφαλής και είχαν τις συνοριακές διαφορές τους με τους γείτονές τους Λαρισαίους.
 
Από την στρατηγική του Περσέα προέκυψαν κοινωνικές δυσκολίες γι’ αυτούς, καθώς αυτός προσπαθούσε να κερδίσει από τους καταχρεωμένους φτωχούς. Ακόμα, στην εποχή αυτή συναντούμε ομήρους από την περραιβική Τριπολίτιδα στη Λάρισα, γεγονός το οποίο δείχνει ότι υπήρχε ακόμα η αρχαία αντίθεση. Οι Περραιβοί παραδόθηκαν στον διερχόμενο Περσέα, αλλά σύντομα ξαναβρέθηκαν υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία. Υπαγόμενοι στη ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας συνέχισαν την δική τους πενιχρή ζωή και να υφίστανται βασανισμούς.
 
Οι Περραιβοί εξαφανίσθηκαν εντελώς από την Ιστορία όταν ο Αύγουστος τους αφαίρεσε, οριστικά, την έδρα στην Αμφικτυονία και τους ένωσε με τους Θεσσαλούς. Αυτό συνάγεται από τον κατάλογο των ιερομνημόνων του Παυσανία, στον οποίο δεν εμφανίζονται πλέον οι Περραιβοί, από το γεγονός ότι αφενός μεν οι θεσσαλοί στρατηγοί είναι από τους Γόννους, δηλαδή Περραιβοί, και αφετέρου δε τα περραιβικά έγγραφα χρονολογούνται με αναφορά στους θεσσαλούς στρατηγούς και είναι όλα της εποχής του Αυγούστου (14 π. Χ. - 29 μ. Χ.). Σχετικά με τις πόλεις τους πραγματεύεται ονομαστικά ο Κip. Οι σπουδαιότερες από αυτές ήταν ο Γόννος (Γόννοι), ο Κόνδυλος, η Μάλλοια, η Φάλαννα, η Τριπολίτιδα, η οποία αποτελούνταν από την Άζωρο, την Δολίχη και το Πύθιον. Ο Στέφανος Βυζάντιος γνωρίζει τους Περραιβούς κυρίως ως κατοίκους της πόλης Πέρραιβος, η οποία, φυσικά, είναι ανύπαρκτη.
 
Mετάφραση από τα γερμανικά : ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
Θεσσαλικό ημερολόγιο τ.60

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ (1843-1901)





Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ
ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ
(1843-1901)
ΚΑΙ ΤΑ ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
 
Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΤΑΡΑΧΙΑΣ
 
Μία από τις εξέχουσες οικογένειες της ομογένειας στην Κωνσταντινούπολη ήταν η οικογένεια Στεφάνοβικ-Σκυλίτση. Ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης ήταν πλούσιος έμπορος και τραπεζίτης της Πόλης, χρηστός οικογενειάρχης, ευσεβής χριστιανός και διακρινόταν για τη φιλανθρωπία και την αγάπη του για το Γένος. Κατά τα έτη 1837-1838 προσέφερε χρήματα για την ανέγερση του Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων (Κων/πολη). Επίσης το 1879 προέβη σε προσφορά 1.100 λιρών Τουρκίας για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου κτιρίου για τους φρενοβλαβείς της Πόλης.
 
Το 1864, ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης με άλλους έλληνες τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης, όπως οι Ε. Μπαλτατζής, Στ. Ζαφειρόπουλος, Κ. Ζωγράφος, Α. Ράλλης, Cammondo και Γεώργιος Ζαρίφης, ίδρυσαν το τραπεζικό ίδρυμα «Societè Generale de l’ Empire Ottoman» (Γενική Εταιρεία του Οθωμανικού Κράτους). Το 1873 ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο Χρηστάκης Ζωγράφος, ο Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, ο Π. Καραπάνος, ο Ε. Μπαλτατζής και άλλοι τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης ίδρυσαν την «Τράπεζα Βιομηχανικής Πίστεως» στην Αθήνα με κεφάλαιο 25 εκατομμυρίων φράγκων.
 
 
Ο Γεώργιος Ι. Ζαρίφης μαζί με άλλους έλληνες τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης (Λεωνίδας Ζαρίφης, Ευστάθιος Ευγενίδης, Χ. Μαυροκορδάτος, Αντώνιος Μαυρογορδάτος, Α. Βλαστός, Ζαννής Στεφάνοβικ, Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, Γ. Κορωνιός, Β. Νεγρεπόντης) και μερικούς ξένους (ο Εβραίος Solomon Fernandez, οι εκπρόσωποι της Oθωμανικής Tράπεζας Foster, Devaux και Von Haas, ο βρετανός τραπεζίτης Alfred Barker κ. ά.) συγκρότησαν έναν τραπεζιτικό όμιλο και επέβαλαν οικονομικό έλεγχο στα οικονομικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο παραπάνω τραπεζιτικός όμιλος κατάφερε και πέτυχε την έκδοση ενός αυτοκρατορικού διατάγματος από τον σουλτάνο και την υπογραφή σύμβασης με την οθωμανική κυβέρνηση (10/22 Νοεμβρίου 1879), που προέβλεπαν τα εξής: η οθωμανική κυβέρνηση παραχωρούσε, από την 1/13 Ιανουαρίου 1880, στον τραπεζιτικό αυτόν όμιλο και στην Οθωμανική Τράπεζα για μία δεκαετία την είσπραξη των φόρων χαρτοσήμου, οινοπνευματωδών, αλιείας, προβάτων και μεταξιού, τη διαχείριση των μονοπωλίων του αλατιού και του καπνού, καθώς και τους φόρους της Ρωμυλίας, της Κύπρου και της Βουλγαρίας, προκειμένου να καλυφθεί το εσωτερικό και εξωτερικό χρέος της Τουρκίας και να συνεχίσει η Τουρκία να πληρώνει το τοκοχρεωλύσιο του δημόσιου χρέους της, το οποίο είχε διακοπεί. Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε στο λεγόμενο «∆ιάταγμα του Μουχαρρέμ» (1881), με το οποίο διευθετήθηκε οριστικά το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας, αφού εγκαθιδρύθηκε αυστηρός οικονομικός έλεγχος στην Τουρκία, για να εξασφαλιστεί η πληρωμή 25 % του τοκοχρεωλυσίου του δημοσίου οθωμανικού χρέους. Ο οικονομικός έλεγχος στα δημόσια οικονομικά του οθωμανικού κράτους, τα οποία είχαν επιβάλλει οι έλληνες τραπεζίτες της Πόλης, καταργήθηκε το 1923 από τον Κεμάλ Ατατούρκ και τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, μετά το τέλος του μικρασιατικού πολέμου και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού.
 
Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ (1843-1901) 
 
                                                                         
                                                                                    
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης γεννήθηκε στην Κων/πολη το 1843. Πατέρας του ήταν ο πλούσιος έμπορος και τραπεζίτης της Πόλης Ζαννής Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης. Ο Παύλος ασχολήθηκε με την χρηματοπιστωτική πίστη και τη ναυτιλία, αλλά και με τις τραπεζιτικές και εμπορικές επιχειρήσεις του πατέρα του, τις οποίες διεύρυνε κι έτσι απέκτησε μεγάλη περιουσία. Το 1871 συμμετείχε, ως κύριος μέτοχος με τον Οίκο Ζαρίφη και άλλους έλληνες εμπόρους από την Κων/πολη, την Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο, στην εταιρεία «Η Ποντοπορία», η οποία διέθετε δύο ρυμουλκά ατμόπλοια. Το 1872 συμμετέχει στην ίδρυση της τράπεζας «Αυστροουγγρική Πίστη», με τον Χρηστάκη Ζωγράφο, τον Στ. Ράλλη, τον Γεώργιο Ζαρίφη, τον Κ. Καραπάνο, εβραίους τραπεζίτες κ. ά.
 
Πλούσιο ήταν το φιλανθρωπικό έργο και οι αγαθοεργίες του Παύλου Στεφάνοβικ - Σκυλίτση. Βοήθησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, συνέβαλε στην ανέγερση ενός ναού στο κοιμητήριο του Σταυροδρομίου, ενίσχυσε οικονομικά άπορες οικογένειες, ελληνικά σχολεία και ορφανοτροφεία της Κων/πολης.  Ήταν χρηματοδότης της φιλεκπαιδευτικής αδελφότητας «Αγαπάτε Αλλήλους», που ιδρύθηκε το 1881 υπό την αιγίδα του Οικ. Πατριαρχείου και «ανέλαβε την χρηματοδότηση των απόρων σχολείων, την ίδρυση σχολείων και παρθεναγωγείων όπως και την χρηματοδότηση δασκάλων». Επίσης, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης και άλλοι οικονομικοί παράγοντες της Πόλης (Γεώργιος Ζαρίφης, Χρηστάκης Ζωγράφος, Θ. Μαυρογορδάτος, Ευγενίδης, Κορωνιός κ. ά.) συνέδραμαν οικονομικά στη λειτουργία του «Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως» και στις φιλεκπαιδευτικές του δραστηριότητες.
 
Τα ονόματα του Ζαννή Στεφάνοβικ-Σκυλίτση και του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση αναγράφονται στον πίνακα ευεργετών και δωρητών που είναι αναρτημένος στην αίθουσα τελετών της «Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής».
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης συνέβαλε οικονομικά στην ανέγερση του ναού της Αγίας Τριάδας στο Ταξίμ, ο οποίος θεμελιώθηκε το 1876 και εγκαινιάστηκε το 1889. Ο σεισμός της 28ης Ιουνίου 1894 κατέστρεψε το κτιριακό συγκρότημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Με δωρεά του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση κτίστηκε εξολοκλήρου το σημερινό κτίριο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης σε σχήμα Π προς τιμήν του ιδρυτή, του οποίου το όνομα αρχίζει από Π (Παύλος), και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 6 Οκτωβρίου 1896, επί οικουμενικού πατριάρχη Ανθίμου Ζ΄ (1895-1897).
 
Ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης πέθανε στην Κων/πολη στις 23 Απριλίου 1901 και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη και της Ιεράς Συνόδου.
 

 Το άγαλμα του Βύρωνα 
προσφορά της οικογένειας Σκυλίτση
 
ΤΑ ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ
 
Λίγους μήνες πριν από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881), η οθωμανική κυβέρνηση πούλησε σε πλούσιους Έλληνες όλα τα κτήματα που περιήλθαν σ’ αυτήν από δημεύσεις. Έτσι, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης αγόρασε 26 τσιφλίκια στη Θεσσαλία, έκτασης 600.000 στρεμμάτων, περίπου. Τα τσιφλίκια, κυρίως πεδινά και λίγα ημιορεινά χωριά, τα οποία αυτός αγόρασε στη Θεσσαλία, στα τέλη του 19ου αιώνα κι αποτέλεσαν τα λεγόμενα στεφανοβίκεια κτήματα ήταν τα εξής:
 
Α. Νομός της Λάρισας :
Νιάματα· Νάματα, νοτιοανατολικά της Λάρισας.
Σαρασλάρ· Μεγάλο Μοναστήρι, 40 χλμ. νοτιοανατολικά της Λάρισας.
Κιοπέ-Ομπασί (Κιοπόμπασι)· διαλυμένος οικισμός στην περιοχή του Ριζόμυλου του Βελεστίνου.
Χατζημουσταφαλάρ· Ρεύμα, συνοικία των Νέων Καρυών, 17 χλμ. νότια της Λά-ρισας.
Κοτσμπασάν· Νέα Λεύκη, 14 χλμ. νότια της Λάρισας.
Μεγάλο Χαλίτσι· ∆ίλοφος, 26 χλμ. νότια της Λάρισας.
Χισαρλίκ (Σαρλίκι)· ο διαλυμένος οικισμός Παλαιοκκλήσι των Νέων Καρυών, 17 χλμ. νότια της Λάρισας.
Αμαρλάρ·17 Κοιλάδα, 14 χλμ. νοτιοδυτικά της Λάρισας.
Ακ-Σεράι· η συνοικία Φιλιππούπολη της Λάρισας. Οκτσιλάρ·Αγία Σοφία του Τυρνάβου, 13 χλμ. βορειοδυτικά της Λάρισας. Τσούξιανη· ∆ήμητρα της Αγιάς, 24 χλμ. βορειοανατολικά της Λάρισας. Καστρί· Καστρί της Αγιάς, 33 χλμ. ανατολικά της Λάρισας. Σέχι· Ρευματιά των Φαρσάλων, 44 χλμ. νότια της Λάρισας. Επίσης στην ιδιοκτησία του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση ανήκαν και οι αλια-κάδες (τσιφλικομερίδια):
Νεμπεγλέρ· Νίκαια, 9 χλμ. νότια της Λάρισας.
Μπεχτσιλέρ· Μοσχοχώρι, 21 χλμ. νoτιοανατολικά της Λάρισας.
Μικρό Χαλίτσι· Κοκκίνες του Κιλελέρ, 31 χλμ. νοτιοανατολκικά της Λάρισας.
 
Β. Νομός της Μαγνησίας
Χατζήμισι· Στεφανοβίκειο, 28 χλμ. βορειοδυτικά του Βόλου. Το Στεφανοβίκειο έλαβε το όνομά του από το όνομα του ιδιοκτήτη του χωριού Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση.
Ριζόμυλος· Ριζόμυλος, 23 χλμ. βορειοδυτικά του Βόλου.
 
Γ. Νομός της Καρδίτσας
Τσαμάσι· Ανάβρα των Σοφάδων, 29 χλμ. νοτιοανατολικά της Καρδίτσας. Αγο-ράστηκε αργότερα, κατά τα τέλη της δεκαετίας 1880-1890.
Ερμήτσι· Ερμήτσι του Παλαμά, 18 χλμ. βορειοανατολικά της Καρδίτσας. Κρανιά· Κρανιά, 15 χλμ. βορειοδυτικά της Καρδίτσας.
 
∆. Νομός των Τρικάλων
Φλαμούλι· συνοικία των Τρικάλων, 6 χλμ. νότια της πόλης. Ριζαριό· συνοικία των Τρικάλων, 4 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης. Λόγγος Αχμέτ Αγά· Λόγγος, 11 χλμ. νοτιοανατολικά των Τρικάλων. Στεφανουσαίοι· ∆ροσερό, 6 χλμ. νοτιοδυτικά των Τρικάλων. Μπάγια· Πετρωτό, 23 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Βοστήδι· Κρήνη, 24 χλμ. βορειοανατολικά των Τρικάλων. Βόργιανη· Αχλαδοχώρι, 32 χλμ. βορειοανατολικά των Τρικάλων. Τσιοτούλι· Παναγίτσα, 32 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Μπουχούνιστα· Μεγαλοχώρι, 7 χλμ. ανατολικά των Τρικάλων. Υπολογίζεται ότι στα τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση, στη Θεσσαλία, κατοικούσαν 600 οικογένειες κολίγων.
 
Τρία από τα τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στη Θεσσαλία βρίσκονταν στο σημερινό νομό της Καρδίτσας. Πρόκειται για τα τσιφλίκια Τσαμάσι (Ανάβρα), Ερμήτσι και Κρανιά. Στα τέλη της δεκαετίας 1880-1890, ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης αγόρασε το τσιφλίκι Τσαμάσι, έκτασης 75.000 στρεμμάτων, από τον οθωμανό ιδιοκτήτη του Αβραάμ πασά Καρακεχαγιά. Πιθανολογείται ότι στην έκταση των 75.000 στρεμμάτων περιλαμβανόταν και ένα τμήμα από το γειτονικό χωριό-τσιφλίκι Αμαρλάρ (Αχλαδιά), αφού το τσιφλίκι Τσαμάσι περιελάμβανε 31.000 στρέμματα.
 
Τον Απρίλιο του 1900 ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης επισκέφθηκε την Λάρισα, όπου διέμεινε για μερικές ημέρες. Κατά την παραμονή του στη Λάρισα προέβη σε μία σειρά δωρεών. Συγκεκριμένα, προσέφερε 3.000 δραχμές στο ναό του Αγίου Αχιλλίου, 2.000 δραχμές στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και 1.500 δραχμές στο ναό του Αγίου Νικολάου. Επίσης δώρισε 2.000 δραχμές στο ∆ημοτικό Νοσοκομείο, 2.000 δραχμές στη «Λαϊκή Σχολή» και 2.500 δραχμές στους απόρους της Λάρισας.
 
Τα Εκκλησιαστικά Συμβούλια των τριών παραπάνω ναών της πόλης εξέδωσαν κοινό ευχαριστήριο ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση ο δήμαρχος της Λάρισας. Ο Παύλος Στεφάνοβικ- Σκυλίτσης επισκέφθηκε και δύο από τα τσιφλίκια του στη Θεσσαλία, το Χατζήμησι (Στεφανοβίκειο) και τον Ριζόμυλο, χωριά του τότε ∆ήμου Αρμενίου, κοντά στη λίμνη Βοιβηίδα (Κάρλα), όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τους κατοίκους τους. Κατά την αναχώρησή του από την Λάρισα για τον Βόλο, τον Παύλο Στεφάνοβικ-Σκυλίτση κατευόδωσαν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό ο δήμαρχος της Λάρισας Λ. Ζαρμάνης, ο δήμαρχος του Αρμενίου ∆. Ζουζούκης και κάποιοι αξιωματικοί.
 
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΤΣΙΦΛΙΚΙΩΝ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ-ΣΚΥΛΙΤΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΓΙΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ (1893).
[Σάλπιγξ, Λάρισα, φ. 192 (Λάρισα, 8.8.1893)]
 

 
Το 1901 ο Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης πέθανε και τον κληρονόμησε ο αδερφός του Ιωάννης Στεφάνοβικ-Σκυλίτσης, ο οποίος πούλησε τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας στην ελληνική κυβέρνηση «αντί ευτελεστάτου τιμήματος», με σκοπό να διανεμηθούν αυτά στους ακτήμονες χωρικούς. Με τον νόμο ΒΩΜΓ΄ της 1ης Φεβρουαρίου 1902 επικυρώθηκαν η πώληση των κτημάτων του Ιωάννη Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στο ελληνικό ∆ημόσιο και η σύναψη δανείου 80.000 λιρών στερλινών από την Εθνική Τράπεζα για την πληρωμή του τιμήματος των κτημάτων. Τέλος, τα στεφανοβίκεια κτήματα διανεμήθηκαν στους ακτήμονες θεσσαλούς γεωργούς σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου ΓΣΒ΄ (3202) /1907, τον οποίο ψήφισε η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, και όριζε ότι αυτά διανέμονται στους επίμορτους καλλιεργητές που ζουν κι εργάζονται σ’ αυτά, καθώς και στους ομογενείς πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία, την Βουλγαρία και την Ρουμανία, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα.
 
Συγκεκριμένα, στα χωριά-τσιφλίκια του Παύλου Στεφάνοβικ-Σκυλίτση στη Θεσσαλία εγκαταστάθηκαν, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ομογενείς από τα χωριά και τις πόλεις Σιναπλή, Βοδενά, Φιλιππούπολις, Στενήμαχος, Ακρανιά, Καβακλή, Καρυές, ∆ογάνογλου, ∆αουτλή, Μουρανταλή, Μεγάλο Μοναστήρι, Τσεκούρκεϊ (Μικρό Μοναστήρι) και Μεγ. Βογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας, καθώς και από την Βράιλα της Ρουμανίας.
 
Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.60 σ. 408-414