-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Έφυγε η γλύπτρια Ναταλία Μελά


 
Έφυγε η γλύπτρια Ναταλία Μελά
 
Παρουσιάζω παρακάτω δύο άρθρα της κας Ρίτσας Μασούρα που αναδημοσιεύονται  στην ιστοσελίδα της globalview.gr και είναι αφιερωμένα στην μνήμη της Ναταλίας Μελά. Τα δύο άρθρα της μας δίδουν μια ζωντανή εικόνα του βίου και του έργου της γλύπτριας.
 
Η μαγεία της μεγάλης γλύπτριας Ναταλίας Μελά!
 
Το καλοκαίρι του 1983, φαντάζομαι στο σπίτι του στις Σπέτσες, ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης είχε σημειώσει στα χαρτιά του το εξής: «Αληθινό είναι και ό,τι έχει προϋπάρξει. Δηλαδή ό,τι έχει προκύψει σε περασμένα χρόνια και το ξαναβρίσκει μια σύγχρονη εποχή, μέσα από τους δικούς της πια τρόπους, κι αφού το ίδιο το είχε βρει η παλιά εποχή με τους δικούς της κι αυτή τρόπους. Μ’ άλλα λόγια ό,τι ξαναζωνταντεύει, επειδή το κρίνουμε αναγκαίο, ωφέλιμο και παραγωγικό…». (Αρης Κωνσταντινίδης «Η αρχιτεκτονική της αρχιτεκτονικής, ημερολογιακά σημειώματα», εκδόσεις Άγρα).
 
Όταν το Σάββατο του Λαζάρου μπήκα φουριόζα στον καφενέ του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς -είχα ραντεβού μαζί της- είδα τη γλύπτρια Ναταλία Μελά περιτριγυρισμένη από το… κοινό της να τιτιβίζει σαν μαθητούδι των πρώτων τάξεων του γυμνασίου. Την πλησίασα και σκύβοντας να τη φιλήσω πρόσεξα ότι στο δεξί της χέρι φορούσε δύο βέρες: κάτι σαν διά βίου δέσμευση – υπόσχεση ζωής, ένας συνδετικός κρίκος με τον άνδρα της, τον αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη που έφυγε στα 80 του το 1993, όταν έκρινε (κακώς, ελέχθη εκ των υστέρων) ότι δεν είχε πια τίποτ’ άλλο να δώσει στην ελληνική κοινωνία και την αρχιτεκτονική.
 
 
Η Ναταλία Μελά με κοίταξε με αετίσιο βλέμμα -το να ‘σαι εγγονή του Παύλου Μελά δεν είναι αστεία υπόθεση- με περιεργάστηκε αστραπιαία και μου ‘κανε ένα κομπλιμάν από τα πιο ωραία που έχω ακούσει στη ζωή μου. Η ωριμότητα των κειμένων μου δεν ταιριάζει με τη νεανική μου παρουσία ή κάτι παρεμφερές, τέλος πάντων που μ’ έκανε να κοκκινίσω, αλλά και να απογειωθώ ταυτόχρονα. Προηγουμένως είχα περιπλανηθεί με μια αγαπημένη μου φίλη στις αίθουσες όπου το Μουσείο Μπενάκη παρουσίαζε την αναδρομική έκθεση της Ναταλίας Μελά με την αναπαράσταση και μερική μεταφορά του εργαστηρίου της από τον… στάβλο της Ρηγίλλης, όπως αποκαλούσε παλιότερα τον χώρο δημιουργίας της στην Αθήνα. Δεν είμαι μυημένη στη γλυπτική. Ανήκω στην κατηγορία του μέσου ανθρώπου που κρίνει με γνώμονα την υποκειμενική του αντίληψη. Όμως κάθε φορά που μπαίναμε σε μια καινούργια αίθουσα -η μια διαδέχονταν την άλλη, σαν να κινείτο πάνω σε ράγες η ίδια η ζωή της Ναταλίας- δεν μπορούσαμε να συγκρατήσουμε επιφωνήματα ενθουσιασμού. Είχαμε γίνει θορυβοποιοί. Κάθε χώρος κι ένα είδος τέχνης, ένας συμβολισμός, ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, η ίδια η ιστορία παρούσα.
 
Η Νάτα -το χαϊδευτικό της Ναταλίας- έχει δίπλωμα οξυγονοκολλητού. Άκου να δεις. Όχι τυχαία όμως. Μόνον έτσι κατάφερε να χρησιμοποιήσει έτοιμα υλικά, υλικά δουλεμένα στο χέρι από σιδεράδες της οδού Αθηνάς ή φερμένα από κάποιο ταξίδι της στη Μικρά Ασία για τις εξαιρετικά πρωτότυπες συνθέσεις της, όπως ο «Πολεμιστής», «οι Φρουροί», «ο Οίστρος», «ο αίγαγρος»… Ο Άρης Κωνσταντινίδης μοιράστηκε την αγάπη της Νάτας για τα εργαλεία. Εκείνη κοιτούσε πέρα από τα σχήματα, έφτιαχνε ιστορίες…
 

 
Κάποτε ζήτησε τη γνώμη του Άρη για τον «Πολεμιστή» της. Εκείνος τον έπιασε ανάποδα και τον κοιτούσε ανάποδα. «Ωραίος είναι», της είπε. «Μα δεν τον κοιτάς σωστά», αντέτεινε εκείνη. «Δεν έχει σημασία», απάντησε ο Άρης, «έχει όμως ωραίο σχήμα». Για τη Ναταλία ωστόσο έχει σημασία να την ενδιαφέρει το θέμα. Ο ζωγράφος Αλέκος Λεβίδης που έχει γράψει ένα από τα πολλά κείμενα στην ανέκδοτη έκδοση του Μουσείου Μπενάκη την είχε ρωτήσει κάποια στιγμή: «Νάτα, με ποιο κριτήριο διαλέγεις τα εργαλεία σου;». Η ερώτηση την ξάφνιασε και παρόλα αυτά είπε: «ε, όταν μοιάζουν με κάτι….». Τι παραπλανητική απάντηση! Πόσο δηλαδή μοιάζει μια σέλα ποδηλάτου και το τιμόνι του με το κεφάλι ενός ταύρου ή ένας μπαλτάς κι ένα κομπάσο μ’ έναν αίγαγρο;
 
Εξαρτήματα από σαμάρι, ένα τρίποδο για το τζάκι, μεντεσέδες πόρτας, ένα καντάρι, μια σπάτουλα, στηρίγματα για υδρορροή είναι μερικά από τα δεκάδες εξαρτήματα που απαρτίζουν μια από τις πρώτες ομάδες των γλυπτών (με έτοιμα υλικά) της Νάτας, τα οποία τοποθετούνται γύρω στο 1957-58. Κι είναι εκεί, διεκδικητές του εκθεσιακού χώρου ο «Σάτυρος», ο «Μινώταυρος», η «Κοπέλα», ο «Πολεμιστής», αυτός ο άμαυρος, ο άκαμπτος, ο απρόσωπος, ο ντυμένος τη νύχτα, ο Χάρος που πάντα η Νάτα ήθελε να φτιάξει. Ομηρικό φως και σκότος και έρεβος. Η ζωή και το αντίθετό της. Η νύχτα είναι κελαινή, μέλαινα, ερεβεννή, μέλαινα και η γη, μέλας ο θάνατος και ο Άδης, μέλαν και κελαινόν το αίμα.
 
Δίπλα στους Μακεδονομάχους και τον Παύλο Μελά, δίπλα σε ζώα που συνουσιάζονται, δίπλα σε απεικονίσεις των Σπετσών, του λιμανιού, λίγο πιο πέρα από τα σκαριά των καϊκιών, βρίσκονται ο Ερμής, και η Άρτεμις… δέος μπροστά στο μεγαλείο της δημιουργού. Μορφές ιδανικές, και δωρικές ταυτόχρονα, ήρωες με πάθος διάπυρο (όπως είπε σε ομιλία του ο Δ. Πικιώνης) και θεοί, Απόλλωνες, ο Αη Γιώργης… Σιωπή στον χώρο, παιδιά μικρά που ανοίγουν τα μάτια τους διάπλατα για να αποτυπώσουν ό,τι μπορούν, μητέρες που σκύβουν και τους ψιθυρίζουν ποιος ξέρει τι. Για δες, είπα μέσα μου. Δεν είναι σχολικές τάξεις που υποχρεωτικά ήρθαν στην έκθεση. Είναι γονείς με τα παιδιά τους που θέλουν να διατηρήσουν ζωντανούς τους συνδετικούς κρίκους με το παρελθόν που όμως γίνεται ταυτόχρονα παρόν και μέλλον.
 
 
Αίσθηση απώλειας δυνάμεων ή μήπως ανείπωτος ενθουσιασμός η επιστροφή μου στο τραπεζάκι της Νάτας στο κυλικείο; Τι να της πω; Της μιλώ λίγο για τα βιβλία του Άρη, για την επιμονή μου να μεταφέρω παλιότερα αποσπάσματα της δικής του σκέψης στα κείμενά μου. Με κοιτάζει μ’ εκείνο το πανέξυπνο διερευνητικό της βλέμμα. Αρχίζει αυτή η περίεργη οικειότητα. «Μπα, δεν ήξερε ο Άρης να γράφει και του το ‘λεγα, του το ‘λεγα». «Μα», βιάζομαι να απαντήσω, «έχει σημασία ότι έλεγε αλήθειες, έστω τις δικές του αλήθειες που τις διατύπωνε στο χαρτί με ξεχωριστό τύπο. 
 
Εντάξει, ήταν ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας… αλλά» και σταμάτησα εκεί, θέλοντας να πω ότι ο καθένας μπορεί να διατυπώσει τις σκέψεις του στο χαρτί, δεν χρειάζεται να είναι συγγραφέας. Ξανακοίταξα τις δύο σφιχταγκαλιασμένες βέρες. Κι ύστερα πέρασε η κουβέντα στα γήινα, στις αναμνήσεις, στις Σπέτσες, στα παιδιά και τα εγγόνια της… άφησε ελεύθερο το καυστικό της χιούμορ, άναψε ένα… αποκρουστικό πουράκι… Κι όμως, είναι πάνω από 80, μπορεί και 85, δεν ξέρω (η φίλη της η Νέλλη Ανδρικοπούλου το λέει) και παρόλα αυτά νιώθει κοριτσόπουλο -«γιατί να υπάρχει ο θάνατος, με ρωτάει»- έτοιμη να ξαναστήσει τον κόσμο, τον ελληνικό κόσμο όπως τον έχει πλάσει στο μυαλό της.
 
 
«Αληθινό είναι ό,τι χθεσινό το παίρνει το σήμερα για να το δώσει στο αύριο. Που όταν το δεχτεί θα έχουμε την πλήρη απόδειξη για την… αληθινή αλήθεια», έγραφε ο Άρης Κωνσταντινίδης εκείνο το ζεστό καλοκαίρι στις Σπέτσες. Πώς αλλιώς θα μπορούσα να χαιρετήσω τη Νάτα, τη σπουδαία γλύπτρια Ναταλία Μελά;
 
Ρίτσα Μασούρα


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 18-5-2008
 
 ΝΑΤΑΛΙΑ ΜΕΛΑ ΚΑΙ ΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
 
Ναταλία Μελά: για να μην ξεχνάμε τούτο τον τόπο
 
Η τέχνη δεν πρέπει να είναι απεικόνιση της φυσικής πραγματικότητας. Ούτε στην παραμικρή της λεπτομέρεια. Είναι περίεργο, αλλά αυτό που μοιάζει πιο φυσικό στην τέχνη είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητα»: με αυτή τη ρήση της η περίφημη γλύπτρια Ναταλία Μελά δεν συμπυκνώνει απλώς το κύμα του μοντερνισμού αλλά χαρακτηρίζει και το ιδιαίτερο στίγμα του δικού της έργου, η απήχηση του οποίου ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας.
 
Η πρώτη αναδρομική έκθεση προς τιμήν της Ναταλίας Μελά στο Μουσείο Μπενάκη, Κτίριο οδού Πειραιώς, παρουσιάζει τις κορυφαίες στιγμές αυτής της πορείας. Μιας πορείας η οποία επωάστηκε τόσο από την τριβή της με τους γόνιμους κύκλους των διανοουμένων (Πικιώνης – Τσαρούχης – Εγγονόπουλος και άλλοι) όσο και από τη δική της καλλιτεχνική οξυδέρκεια.
 
Η Ναταλία Μελά (γεννήθηκε το 1923 στην Κηφισιά) ή Νάτα, όπως την αποκαλούν οι φίλοι της, μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον με ιστορικές ρίζες: είναι εγγονή του Παύλου Μελά, ο πατέρας της ήταν γιος του. Η μητέρα της ήταν κόρη του Ιωάννη Πεσμαζόγλου που ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα μαζί με τον Γεώργιο Σταύρο. Από τη μεριά της μητέρας της, η γιαγιά της ήταν κόρη Μιαούλη. Η άλλη γιαγιά της, η Μελά, προερχόταν από το γένος Δραγούμη – αδελφή του Ιωνος Δραγούμη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη.
 
Σε όλη της τη ζωή θα σχετιστεί με σπουδαίες προσωπικότητες. Αρχικά όμως νιώθει ότι είναι βάρος η κληρονομιά. Ετσι επαναστατεί με τον τρόπο των κοριτσιών της αστικής τάξης: μπαίνει στη Νομική αλλά την εγκαταλείπει για τις Καλές Τέχνες. Το 1942 γράφεται στην ΑΣΚΤ και σύντομα μπαίνει και στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Κατσίμπαλης όταν τη συναντούσε στο σπίτι του Εμπειρίκου όπου γίνονταν συνάξεις κάθε Σάββατο με τους Γκάτσο, Ελύτη, Σαχτούρη, Καββαδία, Καραντώνη, την αποκαλούσε «βασιλοκομμουνίστρια». Η σχέση της με το κόμμα δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Αποχωρεί μετά τον θάνατο του Κίτσου Μαλτέζου, το 1943.

 
Στη σχολή βρίσκεται με τον Νίκο Κούνδουρο, τη Λένα Τσούχλου, την Μπούμπα Λυμπεράκη, τον Βάσο Καπάνταη. Έστησε το πρώτο εργαστήριό της στον τελευταίο όροφο ενός σπιτιού στη Βασιλίσσης Σοφίας, όπου βρίσκονταν τα πλυσταριά, και λίγο αργότερα, το 1945, στον στάβλο ενός σπιτιού στην οδό Μουρούζη όπου εργάζεται ακόμη και σήμερα, στα 85 της χρόνια. Εκεί σύντομα άρχισαν να μαζεύονται η Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Εγγονόπουλος (τότε νυμφευμένος με τη Νέλλη), ο Τσαρούχης (που της δίδαξε σχέδιο), ο Εμπειρίκος (ήταν φίλος του πατέρα της και μόλις είχε αρχίσει να ασχολείται με την ψυχανάλυση) και ο Μόραλης (που την έχει ζωγραφίσει μαζί με τη Λυμπεράκη) μεταξύ πολλών άλλων.
 
Στην πρώτη φάση της δημιουργίας της φτιάχνει αγάλματα και προτομές με γύψο και πηλό και σύντομα δουλεύει σε μάρμαρο (που είναι και οι δουλειές που «μέτραγαν» για την ίδια, όπως έχει ομολογήσει). Αποφοιτώντας, το 1948, αρχίζει να συνεργάζεται με τον Πικιώνη για τη στήλη στον τάφο του Μητροπολίτη Χρύσανθου και αργότερα για το Μνημείο Πεσόντων στο Λεόντιο της Νεμέας στην Πελοπόννησο. Κατασκευάζει και άλλες προτομές, του Στέφανου Δραγούμη στο Ζάππειο και του Γεωργίου Πεσμαζόγλου στην Εθνική Τράπεζα. Η επιρροή του Πικιώνη είναι εμφανής. Τη βοηθάει να υπερβεί τις συμβάσεις της μετα-ροντενικής σχολής που της κληροδότησαν οι δάσκαλοί της
 
 
Το 1951 παντρεύεται τον περίφημο αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη (στη φωτο πάνω Άρης και Ναταλία)  με τον οποίο αποκτά δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Αλεξάνδρα, οπότε «τότε ήμουν μητέρα, δεν με ένοιαζε τίποτα πια. Για δέκα χρόνια δεν δούλεψα». Πράγματι, η «αγρανάπαυση» αυτή τη βρίσκει να συμμετέχει χαλαρά σε καλλιτεχνικά δρώμενα: να κατασκευάζει σκηνικά σε έργα του Κουν στο Θέατρο Τέχνης.
 
Έναυσμα για την επιστροφή της στην Τέχνη και στην αυτονόμησή της αποτελεί ο Κουλεντιανός, ο οποίος επιστρέφει στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από το Παρίσι όπου είχε μάθει να δουλεύει με το οξυγόνο. Κομίζει πλέον στην Ελλάδα τα διδάγματα της αφηρημένης τέχνης που μονοπωλούσε τα τελευταία δέκα χρόνια την καλλιτεχνική σκηνή στη Δύση. Το 1960 λοιπόν η Ναταλία Μελά παρακολουθεί μαθήματα οξυγονοσυγκολλητών και παίρνει δίπλωμα μέσα σε τρεις μήνες. Γοητεύεται από την τεχνική, πειραματίζεται με την αφηρημένη φόρμα, αλλά δεν την κερδίζει: «Δεν ήξερα πότε να τελειώσω». Όπως αναφέρει ο ζωγράφος Αλέκος Λεβίδης στην έκδοση που θα συνοδεύει την έκθεση, η Μελά ανακαλούσε έναν αφορισμό του Τζούλιο Καΐμη μπροστά σε έναν abstraitπίνακα όταν ήθελε να μιλήσει για την αφαίρεση: «Δεν έχει όνομα, άρα δεν είναι τίποτα». Η ίδια δήλωνε: «Εγώ είμαι θεματική».
 
Τώρα ουσιαστικά βρίσκεται στο κατώφλι της ώριμης περιόδου της, όπου μεταμορφώνεται πραγματικά σε αυτόφωτη γλύπτρια με διακριτό στυλ και τεχνοτροπία. Στρέφεται πλέον στο μέταλλο και χρησιμοποιεί ready madeσιδηρικά και εργαλεία που προμηθεύεται από την οδό Αθηνάς, τα οποία έχουν σφραγισμένο επάνω τους το όνομα του κατασκευαστή (είναι «γύφτικα»). «Έμαθα να αγαπώ τα υλικά με τα οποία δούλευα» εξηγεί. «Το μέταλλο είναι όπλο».
 
 
Αντλεί τα θέματά της από τον φυσικό κόσμο, πτηνά και ζώα – κόκορες, κριάρια, ταύρους -, τα οποία εκπέμπουν μια παιγνιώδη διάθεση και έντονη ειρωνεία. Δανείζεται πολλά στοιχεία από τη μυθολογία, χωρίς όμως να προσδίδει στα έργα της συμβολικό βάρος. «Πόσο μοιάζει στα αλήθεια μια σέλα ποδηλάτου και το τιμόνι του με το κεφάλι ενός ταύρου ή ένας μπαλτάς και ένα κομπάσο με έναν αίγαγρο;» αναρωτιέται ο Λεβίδης. «Η αναγνώριση δεν γίνεται με τη λογική της παρομοίωσης αλλά με τη δύναμη της μεταφοράς». Ετσι πολλοί έχουν διαβάσει την επιρροή του Πικάσο στο έργο της, ειδικά όταν εκείνος εξηγεί: «τα γλυπτά μου αποτελούν πλαστικές μεταφορές… δεν είναιtrompe loeil αλλά trompe lesprit. Γυρεύω να εξαπατήσω τον νου περισσότερο από το μάτι».
 
Η έκθεση είναι χωρισμένη σε θεματικές ενότητες: πτηνά, δίποδα και τετράποδα, μύθοι, κολάζ, κεφάλια. Tο εργαστήριο της Ναταλίας Μελά ειναι στημένο σε φυσικό μέγεθος και με όλα τα αγαπημένα της υλικά. Εκτίθενται 170 έργα. Προβάλλονται επίσης δύο ντοκυμαντέρ για τη γλύπτρια, της Μαίρης Παπαλιού και της Μαίρης Κουτσούρη. Το βιβλίο «Ναταλία Μελά» (συνέκδοση Μουσείου Μπενάκη και Ωκεανίδας) περιλαμβάνει κείμενα των Αλέκου Λεβίδη, Τάκη Θεοδωρόπουλου, Αγγελου Δεληβοριά, Ισμήνης Καπάνταη, Δημήτρη Πικιώνη καθώς και μια συνομιλία της Μελά με την Ανδρικοπούλου. «Με τι ασχολείσαι τώρα, Νατάκι μου;» ρωτά η Νέλλη. «Τώρα,Νελλάκι μου, είμαι γιαγιά».
 
Επιμελήτρια είναι η Αλεξάνδρα Τσουκαλά, κόρη της Ναταλίας Μελά. Συντονιστής ο Κωνσταντίνος Παπαχρήστου. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη – Κτίριο Οδού Πειραιώς εγκαινιάστηκε στις 27 Μαρτίου.  ( Το κειμενο ειναι λιγο παλιό, από το Βήμα)
 
 
ΥΓ.Πρώτα » γνώρισα» και εκτίμησα μέσα από τα βιβλία του τον Αρη Κωσταντινίδη. Τη Ναταλία τη γνωρίζω τώρα, τόσο αργά, σ’ αυτή την ηλικία των 85 της χρόνων – ζήτησε  εκείνη να με συναντήσει και ντράπηκα γι αυτό. Λυπάμαι που δεν είχα την τύχη, την ευκαιρία ή και το ενδιαφέρον να τη γνωρίσω νωρίτερα…. Μια άλλη φορά θα ανεβάσω ένα ποστ αφιερωμένο στον Άρη Κωσταντινίδη, τον αρχιτέκτονα. Εχω μια αδυναμία στους αρχιτέκτονες. Πώς να το κάνουμε , άλλωστε…. Και κάτι ακόμη : μου θυμίζει πολύ τη Λουιζ Μπουρζουά. Έχει τα ίδια κουράγια και περίπου την ίδια ηλικία συν πλην δηλαδή. Πώς μπορούν άραγε οι άνθρωποι σ αυτές τις ηλικίες και εκπέμπουν φως κι εμείς χανόμαστε, σμικρυνόμαστε μέσα στην πεζή καθημερινότητά μας και την ατέλειωτη γκρίνια μας ;
 
Ρίτσα Μασούρα στην Καθημερινή
 




Καλλιτεχνική δημιουργία
 
Η Ναταλία Μελά δούλεψε αρχικά με μάρμαρο και πέτρα, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν επιστρέφει από το Παρίσι, όπου είχε μάθει να δουλεύει με το οξυγόνο, στρέφεται στη χρήση του μετάλλου, υιοθετώντας τα διδάγματα της αφηρημένης τέχνης, που κυριαρχούσε στην καλλιτεχνική σκηνή της Δύσης. Είναι αυτή η φάση που εγκαταλείπει τον ελληνοκεντρισμό της Αθήνας και στρέφεται στον μοντερνισμό που έρχεται από το Παρίσι, αλλά και στα διδάγματα της αφαίρεσης που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στις ΗΠΑ, φιλτραρισμένα και διαπερασμένα πάντοτε από την εικαστική και καλλιτεχνική σκηνή της γαλλικής πρωτεύουσας. Χρησιμοποιεί "ready-made" σιδηρικά και εργαλεία, τα οποία προμηθεύεται από την οδό Αθηνάς. Αντλεί τα θέματά της από το φυσικό κόσμο, πτηνά και ζώα - κοκόρια, κριάρια, ταύρους, κατσίκες, περιστέρια – και από την ελληνική μυθολογία.
Ανάμεσα σ’ ένα πλήθος δημιουργιών, περιλαμβάνονται:
 

  • Προτομή Στέφανου Δραγούμη (1950. μάρμαρο, Αθήνα – Ζάππειο)
  • Προτομή Παύλου Μελά (1952, Θεσσαλονίκη).
  • Προτομή Γεωργίου Πεσματζόγλου (1955, Αθήνα – Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας).
  • Έλληνας πολεμιστής (1960, μάρμαρο).
  • Νέα Μυθολογία (1961, σίδερα)
  • Σάτυρος (1962, ορείχαλκος).
  • Ταύροι (1975, πολυεστέρας).
  • Οικογένεια (τρεις κατσίκες), Κήπος Προεδρικού Μεγάρου.
  • Ανδρεία, Σοφία, Δόξα (υπαίθρια γλυπτική, Παιανία Αττικής).
  • Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (Σπέτσες, Λιμάνι της Ντάπιας).
  • Κυβέλη (ολόσωμος μαρμάρινος ανδριάντας, ύψους 2.35 μ. Περίβολος Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων, οδός Ακαδημίας. Φιλοτεχνήθηκε το 1992 και τοποθετήθηκε το 1994).
  • Μνημείο πεσόντων στα Ίμια (1996, Αθήνα - Πλατεία Παύλου Μελά, Σαρόγλειο. Ανεγέρθηκε επί Δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου).
     
 
Η Ναταλία Μελά παρουσίασε τις δημιουργίες της σε ατομικές εκθέσεις (Αθήνα 1963 και 1964, Βιέννη 1965, Νέα Υόρκη 1970), καθώς και σε διεθνείς εκθέσεις στη Μπιενάλε Σάο Πάολο της Βραζιλίας 1965, στο Παρίσι – Salon de la jeune sculpture 1976, 1967. Τα έργα της βρίσκονται σε δημόσιους χώρους και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
 
Το 1986 η Ναταλία Μελά δημιούργησε τα γλυπτά στην ταινία "Αλληγορία" του Κώστα Σφήκα.
 
Βικιπαίδεια 

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

Η μυθιστορηματική ζωή της ARTEMISIA GENTILESCHI




ARTEMISIA GENTILESCHI 
(1593-1654)
 
Το «θηριώδες» έργο αλλά και τη μυθιστορηματική ζωή μιας σπουδαίας παραμελημένης ζωγράφου, την οποία επί αιώνες η ιστορία της τέχνης επέμενε να αγνοεί...
 
ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ
 
Στη βιογραφία του πατέρα της, ζωγράφου του μπαρόκ Οράτσιο Τζεντιλέσκι, που εκδόθηκε το 1642, ο συγγραφέας Τζιοβάνι Μπαλιόνε αναφέρθηκε σε εκείνη μόνο σε μία πρόταση. Ο Φίλιπο Μπαλντινούτσι ήταν πιο γαλαντόμος: της αφιέρωσε τέσσερις ολόκληρες σελίδες -μαζί με περιγραφές μερικών πινάκων της- στο μνημειώδες έργο του «Notizie de' professori del disegno da Cimabue in qua», του 1681. Για τους υπόλοιπους βιογράφους του 17ου αιώνα, η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι λες και δεν έζησε ποτέ.
 
Γυναίκες ζωγράφοι υπήρξαν αρκετές στον καιρό της. Μόνο που για εκείνες η ζωγραφική ήταν μια απασχόληση που περιοριζόταν αυστηρά εντός σπιτιού και τα θέματα τους δεν έπρεπε να ξεφεύγουν από το δίπτυχο νεκρές φύσεις - οικογενειακά πορτρέτα. Όμως, εκείνη διέφερε. Επηρεάστηκε βαθιά από τον τολμηρό, δραματικό ρεαλισμό του Καραβάτζο. Φιλοτεχνούσε θέματα «απαγορευμένα» για το φύλο της: στους πίνακές της πρωταγωνιστούσαν γυναίκες δυναμικές, έτοιμες να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.
 
Επιπλέον, είχε τη φιλοδοξία να συναγωνιστεί επαγγελματικά τους κορυφαίους ζωγράφους της εποχής της - και το κατάφερε. Βιοποριζόταν από την τέχνη της, πράγμα ανήκουστο για καλλιτέχνιδα εκείνα τα χρόνια, παίρνοντας παραγγελίες από κύκλους βασιλέων και ηγεμόνων. Έγινε η πρώτη γυναίκα που έφτασε να διοικεί μεγάλο ατελιέ με πολλούς βοηθούς και η πρώτη που έγινε δεκτή ως μέλος στη φημισμένη Ακαδημία Σχεδίου της Φλωρεντίας. Όμως, αφού πέτυχε όλα αυτά, γιατί αργήσαμε τόσο πολύ να μάθουμε για εκείνη; Γιατί η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, παραγνωρισμένη μέχρι σήμερα; Γιατί μόλις το 2012 το Παρίσι -μητρόπολη της τέχνης- φιλοξένησε την πρώτη επί γαλλικού εδάφους έκθεση με έργα της, στο μουσείο Maillol;
 
«Αγνοήθηκε γιατί ήταν γυναίκα», λέει η Μέρι Γκάραρντ, καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και συγγραφέας του βιβλίου-αναφοράς «Artemisia Gentileschi» (1989). «Οι σύγχρονοι της την έβλεπαν σαν εξωτικό φρούτο· δεν είναι λίγες οι φορές που τη χλεύασαν και τη διέσυραν. Αλλά και οι μεταγενέστεροι ιστορικοί της τέχνης δεν την αντιμετώπισαν ως ίση απέναντι σε ίσους. Η ανθούσα ιταλική εκδοτική βιομηχανία έστρεφε τα φώτα της, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ακόμα και σε ελάσσονες ζωγράφους, όχι όμως στην Αρτεμισία, την οποία "ανακάλυψε" με μεγάλη καθυστέρηση». Και αν η άποψη αυτή φανεί πολύ φεμινιστική, υπάρχει προς επίρρωση της και το επιχείρημα ενός άντρα, του τεχνοκριτικού της βρετανικής εφημερίδας Guardian Τζόναθαν Ουαρτ: «Σπουδαίες καλλιτέχνιδες, όπως η Αρτεμισία, υπήρξαν αρκετές. Απλώς, οι άντρες ήμασταν ανέκαθεν πολύ εφευρετικοί στο να επινοούμε τρόπους για να τις υποτιμούμε. Δεν θα κυβερνούσαμε τον κόσμο για τόσες χιλιετίες αν δεν ήμασταν καλοί στο να προστατεύουμε τα κεκτημένα μας!».
 
Στην περίπτωση της Τζεντιλέσκι, τα «κεκτημένα» των μεγάλων ζωγράφων της Αναγέννησης περιφρουρήθηκαν, πράγματι, πολύ αποτελεσματικά. Τα πρώτα «σοβαρά» βιβλία για τη ζωή και το έργο της άρχισαν να κυκλοφορούν μόλις στα τέλη της δεκαετίας του '80. Λίγα χρόνια νωρίτερα, τη δεκαετία του '70, κυρίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια και υπό την επιρροή του φεμινιστικού κινήματος είχαν γραφτεί κάποιες μελέτες για το έργο της. Και με την πρώτη μεγάλη έκθεση για εκείνη να έχει πραγματοποιηθεί στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης το 2002, το κοινό ουσιαστικά πολύ πρόσφατα άρχισε να γνωρίζει τη γυναίκα ζωγράφο με τη μυθιστορηματική ζωή, που διεκδίκησε με πείσμα και κατέκτησε περίοπτη θέση σε έναν κόσμο αντρών...
 
Η Σουζάνα και ο βιασμός
 

 
Γεννήθηκε στη Ρώμη, στις 8 Ιουλίου 1593. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά -και η μοναδική κόρη- που έμελλε να αποκτήσουν ο ζωγράφος Οράτσιο Τζεντιλέσκι και η σύζυγός του Προυντέντια, η οποία πέθανε στη γέννα του μικρότερου γιου της, όταν η Αρτεμισία ήταν δώδεκα ετών. Το κορίτσι, μεγαλώνοντας πλέον σε ένα σπίτι ανδροκρατούμενο και προσπαθώντας να ξεπεράσει το θάνατο της μητέρας της, βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Ο Οράτσιο από νωρίς είδε το ταλέντο της και της αφιέρωσε αρκετό χρόνο για να της διδάξει τις βασικές τεχνικές της ζωγραφικής. Η ανταπόκριση της ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.
 
Το 1650, σε ηλικία 17 ετών και με εμπειρία μόλις δύο ετών, η μοναχοκόρη του φιλοτέχνησε το έργο «Η Σουζάνα και οι γέροντες». Για τη γυμνή φιγούρα χρησιμοποίησε ως μοντέλο το είδωλο της σε έναν καθρέφτη, όπως θα έκανε συχνά στο μέλλον. Η αφηγηματική δύναμη του πίνακα σου κόβει την ανάσα. Η ηρωίδα προσπαθεί να αποφύγει τους δύο άντρες που την παρενοχλούν. Η δυσαρέσκεια στο πρόσωπο της είναι τόσο ρεαλιστικά, που ο θεατής δεν μπορεί παρά να αισθανθεί θυμό για τους θύτες και συμπόνια για το θύμα. Η υπογραφή στον καμβά, πίσω από το δεξί πόδι της «Σουζάνα», δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης. Το έργο είναι το πρώτο της σπουδαίας ζωγράφου Αρτεμισίας Τζεντιλέσκι.
 
Και να που έμελλε η «εικαστική παρενόχληση» της πρωταγωνίστριας του έργου να αποδειχθεί προφητική για την καλλιτέχνιδα: το Μάιο του 1611, ο Αγκοστίνο Τάσι, ένας τοπιογράφος με τον οποίο συνεργαζόταν ο πατέρας της, τη βρήκε μόνη στο σπίτι και τη βίασε. Στη συνέχεια, υποσχέθηκε να την παντρευτεί. Όταν όμως αποκαλύφθηκε ότι ήταν ήδη παντρεμένος (η σύζυγός του ζούσε σε άλλη πόλη), ο Οράτσιο, το Μάρτιο του 1612, τον μήνυσε για βιασμό.
 
Η δίκη, που διήρκεσε επτά ολόκληρους μήνες, δεν ήταν μόνο θέμα συζήτησηε σε όλη την πόλη, αλλά αποτελεί, έως σήμερα, μια από τις causes celebres στην ιστορία της τέχνης. Η νεαρή κοπέλα διασύρθηκε και υπέστη εξευτελιστική εξέταση από μαμμή για να διαπιστωθεί αν πράγματι είχε χάσει την παρθενιά της. Το παπικό δικαστήριο την υπέβαλε ακόμα και στο φρικτό βασανιστήριο της «sibille» (μεταλλικό δαχτυλίδια που έσφιγγαν τα δάχτυλα της προκαλώντας της αφόρητο πόνο), για να βεβαιωθεί ότι δεν έλεγε ψέματα. Ο βιαστής τελικά καταδικάστηκε σε πενταετή απομάκρυνση από τη Ρώμη - ποινή που ουσιαστικά δεν εξέτισε ποτέ.
 
Ο Οράτσιο, ο οποίος είχε προσπαθήσει επανειλημμένοι να πείσει την κόρη του να κλειστεί σε μοναστήρι, την πάντρεψε βιαστικά με έναν αρκετά μεγαλύτερης ηλικίας άντρα, τον Πιέτρο Αντόνιο Στιατέζι. Ο γάμος έγινε στις 29 Νοεμβρίου 1612, μόλις ένα μήνα μετά το τέλος της δίκης, στην εκκλησία του Santo Spirito. Γιατί δέχτηκε ο Στιατέζι να παντρευτεί μια ατιμασμένη - όπως εθεωρείτο πλέον από τον κοινωνικό περίγυρο η νεαρή Τζαντιλέσκι; Συμφωνά με κάποιες πηγές, χρωστούσε αρκετά χρήματα στον πατέρα της. Λίγες ημέρες μετά την τελετή, η Αρτεμισία άφησε πίσω της το πατρικό σπίτι στη «συνοικία των καλλιτεχνών», κοντά στην Piazza di Spagna, και ακολούθησε τον σύζυγο της στη Φλωρεντία.
 
Από τη Φλωρεντία στην αυλή του Καρόλου
 
 
Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης, όπως και στη Ρώμη, η αρχιτεκτονική έκρηξη είχε οδηγήσει στην άνθηση του επαγγέλματος των ζωγράφων: τα ανάκτορα των πλουσίων, τα δημόσια κτίρια και οι εκκλησίες χρειάζονταν διακόσμηση. Η Αρτεμισία άρχισε να δέχεται τις πρώτες παραγγελίες και δεν άργησε να μπει στους κύκλους των καλλιτεχνών και των ανθρώπων του πνεύματος. Ως προτεζέ του Μικελάντζελο Μπουαναρότι, επιφανούς μέλους της φλωρεντίνικης Κοινωνίας, γνώρισε τον Γαλιλαίο -με τον οποίο αλληλογραφούσε επί χρόνια- αλλά και τον ευγενή Φραντσέσκο Μαρία ντι Νικολό Μαρίνγκι, ο οποίος έγινε... ισόβιος εραστής και οικονομικός υποστηρικτής της.
 
Και μπορεί να απέκτησε τέσσερα παιδιά μέσα σε μια πενταετία (από αυτά μόνο μία κόρη της επέζησε), αλλά η μητρότητα δεν νίκησε το πάθος της για τη ζωγραφική. Στη Φλωρεντία δημιούργησε τα πιο εμβληματικά έργα της: γυμνά με έντονο ερωτισμό, αναπαραστάσεις σκηνών από τη Βίβλο, την αρχαία ιστορία και μυθολογία. Περισσότερο, βέβαια, εντυπωσιάζουν οι γυναικείες μορφές σε ρόλο τιμωρού απέναντι σε άντρες. Οι ιστορικοί της τέχνης αποδίδουν αυτό το μένος της στην περιπέτεια του βιασμού και της δίκης-παρωδίας, που της άφησαν δυσεπούλωτα τραύματα...
 
Η πολυτελής διαβίωση της Αρτεμισίας και της οικογένειάς της στη Φλωρεντία δημιούργησε, όμως, πολλά χρέη. Οι πιέσεις των πιστωτών άρχισαν να γίνονται ασφυκτικές. Έτσι, το 1620, ξεκίνησε για τη ζωγράφο μια σειρά μετακινήσεων, προς αναζήτηση δουλειάς και χορηγών: στη Ρώμη, τη Βενετία, τη Νάπολη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1630 -πιθανότατα το 1636-ταξίδεψε στο Λονδίνο. Ο σύζυγός της την είχε ήδη εγκαταλείψει. Ο πατέρας της βρισκόταν εκεί από το 1626, ως ζωγράφος στην αυλή του φιλότεχνου βασιλιά Καρόλου Α'. Είχε αναλάβει τη διακόσμηση της βασιλικής κατοικίας στο Γκρίνουιτς, αλλά, καθώς η υγεία του είχε κλονιστεί, η κόρη του έσπευσε να τον βοηθήσει να την ολοκληρώσει.
 
Ο Οράτσιο πέθανε το 1639. Στη διαθήκη του δεν συμπεριέλαβε την κόρη του στους κληρονόμους του. Η Αρτεμισία επέστρεψε στη Νάπολη -μια πόλη που δεν αγαπούσε ιδιαίτερα, όπως αποκάλυψε σε κάποιες επιστολές της-, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της. Τελευταία φορά που το όνομα της αναφέρεται σε γραπτή πηγή είναι στις 31 Ιανουαρίου 1654. Εκείνη τη χρονιά πιθανότατα έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 61 ετών. Ετάφη στο κοιμητήριο του San Giovanni dei Fiorentini. Στην επιτύμβια στήλη της είχε ζητήσει να γραφτούν μόνο δύο λέξεις: «HEIC ARTEMISIA». Ο τάφος της καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης της ναπολιτάνικης εκκλησίας, το 1785. Έμειναν μόνο οι πίνακες της Αρτεμισίας Τζεντιλέσκι και οι 28 επιστολές της που διασώθηκαν για να αφηγούνται την ιστορία και την αλήθεια της... 
 

MARY D. GARRARD  :
 
«Οι ακαδημαϊκοί κύκλοι ακόμη τη σνομπάρουν»
 
Η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον μίλησε στο «Κ» για τη συνέχιση μιας μεγάλης αδικίας...
 
«Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι είναι πολύ σημαντική για την τέχνη, επειδή ήταν η πρώτη που απεικόνισε θέματα οικεία, βέβαια, καθαρά από τη γυναικεία πλευρά όμως. Τόλμησε, για παράδειγμα, να ζωγραφίσει εικόνες βιασμών και σεξουαλικής βίας όχι ως κατορθώματα ένδοξων αντρών -όπως συχνά τις παρουσίαζαν οι ζωγράφοι-, αλλά ως επονείδιστες πράξεις, δείχνοντας τον αντίκτυπο που είχαν στις γυναίκες-θύματα. Οι ηρωίδες της δεν υποκύπτουν αδιαμαρτύρητα στη δύναμη των αντρών. Αντιστέκονται και αντιδρούν. Δείτε την έκφραση της Ιουδίθ όταν αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη στον πίνακα του 1612 και θα καταλάβετε... Τα έργα της έχουν και μια άλλη "χρησιμότητα". Φανερώνουν πώς αισθανόταν μια νέα γυναίκα που ζούσε στη Ρώμη στις αρχές του 17ου αιώνα - σε μια πατριαρχική οικογένεια και έπειτα σε έναν προαποφασισμένο από τον πατέρα της γάμο, με όλους τους κοινωνικούς περιορισμούς της εποχής. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, δηλαδή, η ίδια, μέσα από τους πίνακες της, έγινε η φωνή των γυναικών - που για πρώτη φορά ακούστηκε στην ιστορία της τέχνης. Γι' αυτό και με λυπεί που, αν και οι φιλότεχνοι σε όλο τον κόσμο, υποκλίνονται στο ταλέντο της και το ψυχικό σθένος που επέδειξε σε όλη τη ζωή της, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί κύκλοι ακόμη τη σνομπάρουν. Δεν τολμούν καν να τη συγκρίνουν, ως ζωγράφο, με τον πατέρα της, πόσο μάλλον με τον Καραβάτζο. Αγαπώ ιδιαίτερα έναν πίνακα που ζωγράφισε όσο βρισκόταν στο Λονδίνο, την "Αυτοπροσωπογραφία ως Αλληγορία της Ζωγραφικής". Πρέπει και η ίδια να ξεχώριζε αυτό το έργο της, αφού σε μια επιστολή της προς κάποιον από τους πάτρωνες της ανέφερε: "Αυτός ο πίνακας θα δείξει στην εξοχότητά σας τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα..."».
Πηγή
«Κ» της Καθημερινής τ.458/11.3.2012

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Τσαρούχης ο μικρός, ο μέγας





ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
 
Γεννήθηκε σαν σήμερα 13 Ιανουαρίου του 1910
Στην παιδική σας ηλικία τι νομίζατε ότι θα γίνετε;
«Πολλά πράγματα. Ένα από τα κυριότερα ήταν να γίνω ακροβάτης γιατί μου άρεσε πολύ το ιπποδρόμιο και ό,τι έβλεπα στο ιπποδρόμιο εμιμούμην, βάζοντας σχοινιά μέσα στους δύο μεντεσέδες της πόρτας. Ήθελα να περπατώ επάνω σε ένα σχοινί, να κρεμιέμαι ανάποδα...
Ένα άλλο επάγγελμα που μου άρεσε πάρα πολύ ήταν να γίνω δεσπότης, διότι μου άρεσε να τους βλέπω στις λιτανείες με τα χρυσά άμφια και τις μίτρες να παρελαύνουν. Αλλά ποτέ δεν σκέφθηκα ότι θα γίνω ζωγράφος. Όλο ζωγράφιζα από μικρό παιδί και έκανα και κατασκευές αρχιτεκτονικές ­ εσωτερικών χώρων ιδίως ­ έκανα κρεβατοκάμαρες, τραπεζαρίες και μου άρεσε πολύ το θέατρο...
Αλλά ζωγραφική έκανα διότι το ζήτησαν οι άλλοι ­ είτε ήταν θεατές είτε ήταν έμποροι πινάκων. Νόμιζαν ότι έχω ταλέντο... ακόμη δεν το κατάλαβα αυτό!»

 





Τσαρούχης ο μικρός, ο μέγας
 
 
Ανάστησε στον ήλιο θεούς και αγίους που είχαν καταντήσει αγνώριστοι από τη στέρηση του
 
Του Οδυσσέα Ελύτη
 
Αλήθεια, με πόσο λίγα πράγματα κινείται στη ζωή του ένας καλλιτέχνης αλλά και πόσο με τα λίγα αυτά, μπορεί να δέσει την οικουμένη ολάκαιρη! Η μεγάλη ζωγραφική συχνά μας φαίνεται εύκολη. Μας ξεγελά ότι ο καλλιτέχνης επέτυχε στο δρόμο του να σβήσει το μόχθο που μεσολάβησε κι εκλαμβάνουμε την απόλυτη ταύτιση εκείνου που είδε καθαρά μέσα του, μ' εκείνο που μπόρεσε να καταστήσει ορατό στους άλλους, δηλαδή την αμεσότητα, για το επίτευγμα μιας απλώς ευτυχισμένης στιγμής. Όμως αν ο Θεός, όπως λέμε, δίνει την έφεση και μια αστραπή δίνει πότε - πότε το όραμα, είναι μια μεγάλη, μια απέραντη υπομονή που δίνει το αποτέλεσμα. Και πρέπει να συμπορευτεί κανείς μ' αυτή την υπομονή για ν' αναμετρήσει τις δυσκολίες της διαδρομής, όπως και κατόπιν, πρέπει αιφνιδιαστικά να την επιταχύνει για ν' αντιληφθεί την έκταση του αποτελέσματος.
 
Όπως το γύρισμα των φακών στις διόπτρες, αφού μας περάσει από διαδοχικά στάδια, λιγότερο ή περισσότερο θολά, μας παρουσιάζει ξαφνικά το εικονιζόμενο είδωλο στην απόλυτη καθαρότητα του, έτσι σε μια ορισμένη στιγμή και η ζωγραφική του Τσαρούχη έστρεψε τα όργανα της όρασης μας από την πραγματικότητα των Φιλελλήνων που μας είχε ως τότε επιβληθεί, στην πραγματικότητα των Ελλήνων που υπήρχε λανθάνουσα μέσα μας. Ήταν κάτι γνώριμο και ταπεινό που το ‘χαμε πολύ λαχταρήσει. Σα ν' ακούστηκε πάλι στο πλάι μας ο γλυκός, ο αυθεντικός ήχος μιας βρύσης που τρέχει καθαρό νερό. Και ο ήλιος χωρίζοντας τα πράγματα με τη σαφήνεια της γραμμής που έχουν οι λόφοι στο βοριαδάκι του πρωινού, μίλησε τη γλώσσα της ώχρας και της οπτής γης. Αναστήθηκε το ανθρώπινο σώμα σε μια χώρα που ο πολιτισμός της στάθηκε ανέκαθεν ανδροκεντρικός. Θεοί και Άγιοι που είχανε καταντήσει αγνώριστοι από τη στέρηση του ήλιου και τη νωθρή σάρκα, είδαμε να επαναπατρίζονται: οι Ερμήδες και οι Νάρκισσοι, οι Αϊ-Γιώργηδες και οι Αϊ-Δημήτρηδες, που άρχισαν πάλι να κυκλοφορούν ανάμεσα μας, όμως και λίγο πιο ψηλά, στους δρόμους της κάθε εποχής και του κάθε πολιτισμού.
 

 
Κοντά σ' αυτούς είδαμε να μας αποκαλύπτονται και τα άλλα στοιχεία που σιγά - σιγά σχηματίζουν τη μικρή μυθολογία του: το παλιό Αθηναϊκό κτίσμα, που ήξερε τόσο καλά ν' αρμόζεται στον ουρανό μ' ελαφρά τ' ανθέμια προς τα πάνω, οι πλατείες του Πειραιά, οι ναύτες και οι στρατιώτες της Κυριακής, τα καφενεία, οι σημαιούλες, τα χάρτινα λουλούδια, ο ποδηλάτης, ο ποδοσφαιριστής, η χωρική της Αταλάντης, τα λιμάνια. Που, βέβαια, δεν θα είχαν σημασία εάν δεν τα είχε περιβρέξει ο γνήσιος συναισθηματισμός του ζωγράφου και, προ πάντων, δεν τα είχε καθηλώσει μια για πάντα η οπτική του που, επειδή στάθηκε θαρραλέα, συναντήθηκε με την οπτική των συναδέλφων του της Δύσης, τη στιγμή ακριβώς που οι τελευταίοι επαναστατούσανε και απορρίπτανε τις ανεξέλεγκτα κληροδοτημένες αξίες της Ιταλικής Αναγέννησης.
 
Ήταν ο μόνος τρόπος να ξαναγίνομε, οι Έλληνες, Ευρωπαίοι. Με το να συνεισφέρουμε και όχι να δανειζόμαστε. Με το να επαναφέρουμε την τάξη και όχι να την ανακαλούμε στη μνήμη πληρώνοντας απλώς ένα φόρο στη νοσταλγία της. Με σεβασμό προς τις κατακτήσεις των άλλων αλλά και με τη συνείδηση του πλούτου που ένας κρυφός αγωγός αιώνων εκχύνει αδιάκοπα μέσα μας.
 
Είναι άκρα η προσοχή που δίνει ο Τσαρούχης ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα σήματα που εκπέμπει ο πλούτος αυτός. Στα σπίτια των συνοικισμών, στα χωριάτικα υφαντά, στις λαϊκές φυλλάδες, στον Καραγκιόζη. Παραμέρισε τη φτήνια για ν' ανασύρει την ειλικρίνεια και να τη χτυπήσει χάμω σαν αργυρό νόμισμα, ώσπου να ευφρανθεί από τον ολοκάθαρο ήχο της. Συγκινητικές είναι οι εξομολογήσεις που μας έδωσε για την πρώτη γνωριμία του με τον Καραγκιοζοπαίκτη Σπαθάρη. Μιλά, θα έλεγες, ένας αρχαίο; Έλληνας που δεν έμαθε ακόμη να ξεχωρίζει την τεχνική από την τέχνη και την τέχνη από το ήθος. Με την ίδια ευλάβεια στέκεται απέναντι στον τρόπο που ετοίμαζε ο απλός εκείνος άνθρωπος την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα του και στον τρόπο που, μες απ' την άκρα φτώχεια του, κατάφερνε να διασώζει την ανθρωπιά του. Ένα υψηλό μάθημα που θα το θυμηθεί αργότερα. Για την ώρα βρίσκεται στη στιγμή ακριβώς που αρχίζει να διαγράφεται μέσα στην εφηβική ψυχή του εκείνο που θ' αποτελέσει, ύστερα από χρόνια. τον καταστατικό χάρτη της ζωγραφικής του, αν όχι και κάτι άλλο ακόμη: ένα σταθμό στην εξέλιξη ολόκληρης τη; νεοελληνικής τέχνης.
 
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. «Ικαρος».
ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/τομος Η' - ΖΩΓΡΑΦΟΙ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ '30

Γιάννης Τσαρούχης
 
Ο Γιάννης Τσαρούχης (Πειραιάς, 13 Ιανουαρίου 1910 – Αθήνα, 20 Ιουλίου 1989) ήταν Έλληνας ζωγράφος και σκηνογράφος. Τα πρώτα του έργα τα εξέθεσε το 1929 στο Άσυλο Τέχνης. Η επιτυχία που σημείωσε τον οδήγησε στη συνέχεια να φοιτήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου κατά τα έτη 1929–1935, με καθηγητές τους Ιακωβίδη, Βικάτο και Παρθένη. Παράλληλα, κατά το διάστημα 1931–1934, μαθήτευσε κοντά στον Φώτη Κόντογλου, ο οποίος τον μύησε στη βυζαντινή αγιογραφία, ενώ μελέτησε την λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Μαζί με τους Δημήτρη Πικιώνη, Φώτη Κόντογλου και Αγγελική Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης.
 
Την περίοδο 1935–1936, αφού πρώτα επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη, ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Ιταλία. Επισκεπτόμενος τα διάφορα μουσεία ήρθε σε επαφή με δημιουργίες της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού καθώς και με τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. Ανακάλυψε το έργο του Θεόφιλου και γνώρισε καλλιτέχνες όπως ο Ανρί Ματίς και ο Αλμπέρτο Τζακομέττι.
 
Καλλιτεχνική σταδιοδρομία
 
Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910, όντας ο δεύτερος υιός του εμπόρου εξ Αρκαδίας Αθανασίου Τσαρούχη και της Μαρίας Μοναρχίδη με καταγωγή από τα Ψαρά. Το νεοκλασικό κτίριο στο οποίο είδε για πρώτη φορά το φως, στη συμβολή της λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου με την οδό Λουκά Ράλλη δεν υφίσταται πια. Μέρος των παιδικών του χρόνων (1920-1925), ο μεγάλος αυτός Πειραιώτης ζωγράφος το πέρασε στην πολυτελή οικία (έπαυλη) της οικογενείας Μεταξά, κοντά στη θεία του Δέσποινα Μεταξά, η οποία ήταν αδερφή της μητέρας του. Παρότι η οικογένεια Τσαρούχη μετακόμισε το 1927 στην Αθήνα, ο Πειραιάς ρίζωσε βαθιά μέσα στον καλλιτέχνη, τόσο για το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο ανατράφηκε και τον επηρέασε καλλιτεχνικά, όσο και για τις φτωχές λαϊκές συνοικίες όπου συχνά πραγματοποιούσε αποδράσεις κατά τα παιδικά του χρόνια. Το 1938, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης στην Αθήνα με έργα που παρουσίαζαν ιδιαίτερη προσωπικότητα που εξήραν οι τότε τεχνοκριτικοί Παπαντωνίου και Καπετανάκης.
 
 Θεατρικό κοστούμι του Γιάννη Τσαρούχη για τη Μαρία Κάλλας στη Μήδεια 
(Αθήνα 1958, Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, Ναύπλιο).
 
Το 1940 επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στο Μηχανικό. Στα χρόνια της Κατοχής, ίδρυσε μια ιδιωτική σχολή ζωγραφικής, όπου φοίτησαν για μικρό χρονικό διάστημα αρκετοί νέοι, που αργότερα έγιναν δόκιμοι ζωγράφοι, όπως ο Κοσμάς Ξενάκης, ο Μίνως Αργυράκης, ο Νίκος Γεωργιάδης, αλλά και η Ροζίτα Σώκου. Το 1947 πραγματοποίησε 2 ατομικές εκθέσεις με υδατογραφίες και θεατρικά προσχέδια. Το 1950 μετέβη εκ νέου στο Παρίσι όπου ένα χρόνο μετά, το 1951, εξέθεσε στο Παρίσι και στο Λονδίνο στη "Ρέτφρη Γκάλερυ", ενώ το 1953 υπέγραψε συμβόλαιο με τη γκαλερί Ιόλας της Ν. Υόρκης. Το 1956 υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και το 1958 πήρε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1967 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Το 1982 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, στο σπίτι του καλλιτέχνη, που ο ίδιος μετέτρεψε σε Μουσείο παραχωρώντας την προσωπική συλλογή των έργων του. Παράλληλα λειτουργεί το Ίδρυμα Τσαρούχη με σκοπό τη διάδοση του έργου του ζωγράφου.
 
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).
 
Παράλληλα με τη ζωγραφική ο Γιάννης Τσαρούχης ασχολήθηκε και με τη θεατρική σκηνοθεσία και μάλιστα από το 1928. Σχεδίασε σκηνικά και ενδυμασίες για τα θέατρα "Εθνικό" ("Βασιλικό"), "Κοτοπούλη", "Δημοτικό" Πειραιώς κ.ά. ειδικά πρόζας καθώς και για το κλασσικό έργο "Ρωμαίος και Ιουλιέττα" που ανέβηκε το 1954, στον τότε Βασιλικό κήπο.
 
 
Στο έργο του Γιάννη Τσαρούχη εκφράζεται κυρίως η χαρά και το θαύμα της ζωής. Προσπάθησε να ισορροπήσει τις μεγάλες παραδόσεις και να συλλάβει τις αιώνιες καλλιτεχνικές αξίες. Οι πίνακές του περικλείουν αφομοιωμένα πολλά λαϊκά και λαογραφικά στοιχεία ιδιαίτερα του λιμένος του Πειραιά. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους με διεθνή προβολή και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Παράλληλα όμως εργάσθηκε και ως σκηνογράφος τόσο σε ελληνικά όσο και σε ξένα θέατρα με μεγάλη πάντα επιτυχία. Σ΄ αυτόν οφείλεται η καθιέρωση, σχεδόν σε όλες τις σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου που γυρίστηκαν σε λαϊκά κέντρα, της παρουσίας του ναύτη είτε σε χορό είτε όχι, θεωρούμενη μάλιστα και απαραίτητη. Το 1977 ανέβασε ο ίδιος τις Τρωάδες του Ευριπίδη σε δική του νεοελληνική απόδοση με δική του διδασκαλία και σκηνογραφία.
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια