-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΟΥ 1821







ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ 
ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΟΥ 1821
Ήρωες με ατιθάσευτη λίμπιντο
 
Το αθάνατο κρασί του ’21 δεν είχε μόνο την έντονη μυρωδιά του μπαρουτιού και του θανάτου, αλλά και εκείνη της ανθρώπινης σάρκας όταν γεύεται την ηδονή
 
Του Κυριάκου Δ. Σκιαθά - Εκπαιδευτικού - συγγραφέα, "Αιρετικά"
 
Οι πρωτεργάτες του ’21 ήταν άνθρωποι και η εικόνα της ακηλίδωτης ηθικής που προσπάθησε να τους προσδώσει η επίσημη ιστορία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε υπηρετεί την ιστοριογραφία.
 
Η επικρατούσα αντίληψη αμέσως μετά την απελευθέρωση, πλημμυρισμένη από πουριτανισμό, καθωσπρεπισμό και άφθονη υποκρισία, απαγόρευε κάθε προσπάθεια αναφοράς τολμηρών ιστορικών στιγμών των ηρώων.
 
Η μνημόνευση της ερωτικής ζωής των αγωνιστών, οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις και γενικά οι ερωτικές τους παρανομίες θα σκανδάλιζαν τα χρηστά ήθη της εποχής.
 
Η Επανάσταση του 1821 εκτός από στιγμές ηρωισμών και ανδραγαθημάτων είναι γεμάτη από ίντριγκες, δολοπλοκίες και ροζ ιστορίες.
 
Είκοσι πιάστρα αποζημίωση για αποπλάνηση
 
 
Οι σχέσεις του Ρήγα Βελεστινλή αποτελούν άγνωστο κεφάλαιο. Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν καταγράφονται πολλές πηγές για την ερωτική και κοινωνική του ζωή, εκτός από ένα ερωτικό παραστράτημα.
 
Όταν τον Ιανουάριο του 1791 ο ευκατάστατος πλέον Ρήγας επέστρεψε στο Βουκουρέστι από τη Βιέννη ήρθε αντιμέτωπος με την ιδιότυπη έκφραση εξουσίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αγκάλιαζε τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· τον περίμενε μια κλήση από το μητροπολιτικό δικαστήριο.
 
Το συγκεκριμένο έγγραφο (Acad. Pomana, χειρογ. 640, φ. 32) αναφέρεται σε καταγγελία κάποιας όμορφης Balasa, παραδουλεύτρας της μητέρας του, κόρης του Νίτσου και της Στάνιας από την Κραϊόβα. Ο μητροπολίτης, που δίκαζε τότε αυτές τις υποθέσεις, υποχρέωσε τον «βιαστή» να πληρώσει 20 πιάστρα αποζημίωση προς την ατιμασμένη κόρη.
 
Ο Ρήγας, που έπαιρνε μηνιαίο μισθό στη Βιέννη 120 πιάστρα, πλήρωσε γι’ αυτή την υπόθεση το 1/6 του μισθού του. Η μικρή ποινή που επέβαλε το δικαστήριο δηλώνει ότι επρόκειτο για υπόθεση αποπλάνησης παρά βιασμού.
 
Με τις ερωμένες τους στον πόλεμο
 
ΠΑΝΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Ο εξώγαμος γιός που απέκτησε ο Θ. Κολοκοτρώνης με την Μαργαρίτα Βελισσάρη. Έγινε λαμπρός αξιωματικός και διοικητής της σχολής Ευελπίδων...


Πολλοί αρχηγοί του αγώνα εκτός από τη νόμιμη σύζυγό τους είχαν δίπλα τους μία ή περισσότερες ερωτικές συντρόφους, τις «παλλακίδες» τους κατά τους ιστορικούς.
 
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε σύζυγο την Αικατερίνη, κόρη του προεστού του Ακοβου Δημήτριου Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους και δύο κόρες.
 
Η Αικατερίνη Καρούσου πέθανε στις 10 Αυγούστου 1820 στη Ζάκυνθο όπου βρισκόταν ο γέρος του Μόριά με την οικογένειά του. Ο Κολοκοτρώνης, ενώ έκανε τον τιμητή της ηθικής στους άλλους οπλαρχηγούς που είχαν εξωσυζυγικές σχέσεις, για πολλά χρόνια ο ίδιος συζούσε με τη Μαργαρίτα, κόρη του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, πρώην καλόγρια, την οποία είχε γνωρίσει το 1825 όταν ήταν φυλακισμένος στην Ύδρα.
 
Το 1836 από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα απέκτησε ένα εξώγαμο τέκνο, στο οποίο έδωσε το όνομα του αγαπημένου και αδικοσκοτωμένου στους εμφύλιους γιου του Πάνου. Ο στρατηγός αναγνώρισε τον Παναγιωτάκη με τη διαθήκη του, την οποία συνέταξε στο Ναύπλιο στις 3 Μαΐου 1841 (αρ. συμβολαίου 12776) παρουσία του συμβολαιογράφου Χαραλάμπου Παπαδοπούλου και των μαρτύρων Αλεξίου Βλαχοποϋλου και Νικόλαου Σπηλιάδη: «Αποφασίζω και αφίνω κληρονόμους τα παιδιά μου, τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και τον οποίον Παναγιωτάκην, τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου [...] και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του [Μαργαρίτα] μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της...». 
 
Η Μαργαρίτα ήταν αυτή που έκλεισε τα μάτια του πολέμαρχου όταν αυτός πέθανε το 1843.
 


 
Σε τίποτε δεν υστέρησε του γέρου του Μόριά ο άλλος μεγάλος του αγώνα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μεγαλώνοντας σε ξένα χέρια με πολύ ξύλο και περιφρόνηση. Οκτάχρονος ορφάνεψε και από μάνα - έτσι δίχως κάνα γονιό έπρεπε να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει. Μεγαλώνοντας βρέθηκε στα Γιάννενα, στο μεγάλο πολεμικό σχολείο για τη ρωμιοσύνη. Εκεί παντρεύτηκε με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου (ή Αλεξανδρογιαννάκη κατ’ άλλους). Μερικοί λένε πως η Γκόλφω στάθηκε μια από τις «τσούπρες» του πασά· ποιος να ξέρει; Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αλή Πασάς αφού γλένταγε για κάμποσο τις γυναίκες, φρόντιζε έπειτα ο ίδιος να τις παντρέψει. Ο Καραϊσκάκης ανεξάρτητα με τι ισχύει αγάπησε πολύ την Γκόλφω.
 
Αν και οικογενειάρχης, παντρεμένος με παιδιά, κουβαλούσε μαζί του στις μάχες, από τα μέσα περίπου της επανάστασης, μια όμορφη Τουρκοπούλα που είχε εκχριστιανιστεί, την περίφημη Μαριώ (ή Μαργιώ ή Μαριγώ). Η σχέση του αυτή έδωσε τροφή για κουτσομπολιά και αμαύρωσε την ηθική του.
 
Ο Καραϊσκάκης συνάντησε τη Μαριώ το 1825 στην Πελοπόννησο και από τότε τον ακολουθούσε σε όλους τους πολέμους. Για να μην την ξεχωρίζουν οι εχθροί, η Μαριώ ήταν ντυμένη αντρικά με φέσι και φουστανέλα και τη φώναζαν Ζαφείρη. Ώρες ολόκληρες ξενυχτούσε δίπλα του όταν τον βασάνιζαν οι θέρμες της αρρώστιας του.
 
Στα τέλη του 1825 ο Καραϊσκάκης πήγε στον Κάλαμο όπου βρισκόταν η Γκόλφω με τις δυο ανήλικες κόρες του. Πήρε μαζί του και τον φύλακα-άγγελό του, τη Μαριώ. Ο Ζαφείρης (Μαριώ) μπήκε στο μαγειρείο και ρίχτηκε στις δούλες και άρχισε τις τσιμπιές, τα γαργαλητά, τα φιλιά. Έβαλαν τις φωνές εκείνες και έτρεξαν στην καπετάνισσα. Εξοργισμένη αυτή ζήτησε εξηγήσεις από τον άντρα της. Αυτός πρόσταξε να φέρουν μπροστά του τον «ερωτύλο» για να τον επιπλήξει. Βλέποντας να του κουβαλάνε τον Ζαφείρη ξέσπασε στα γέλια. Η Γκόλφω παραπονέθηκε στον Καραϊσκάκη γιατί κουβαλούσε μαζί του την Τουρκοπούλα. Αυτός για να ελαφρύνει τη στιγμή απάντησε με τη γνωστή αθυροστομία του; «Εγνοια σου μουρή, έχω και για σένα μπούτσο! Μη μου χολιάζεις [θυμώνεις]».
 

Ο Σουλιώτης αρχηγός Κίτσος Τζαβέλας είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο γυναικείο φύλο. Στην ιστορία, εκτός των άλλων, έμεινε ο έρωτάς του με τη Βασιλική, η οποία μπήκε στο Μεσολόγγι μετά τον Αύγουστο του 1825 συνοδευόμενη από τη μάνα του Κίτσου Δέσπω, καπετάνισσα του Φώτου Τζαβέλα.
 
Η Βασιλική έζησε από κοντά την πολιορκία της πόλης και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Ήταν «γενναία Αγρινιώτισσα, η οποία εις τας μάχας προήσπιζε πολλάκις με το υψηλόν της ανάστημα τον βραχύσωμον Κίτσον» γράφει γι’ αυτήν η Σωτηρία Αλιμπέρτη. Στην αγκαλιά της αναπαύτηκε για ώρες ο Κίτσος μετά την επιτυχημένη απόκρουση των εχθρών στο νησάκι της Κλείσοβας ανήμερα του Ευαγγελισμού το 1826. Για χάρη του έρωτά της παρεξηγήθηκε με τον Καραϊσκάκη. Ο Κίτσος ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του πολέμαρχου και τον πείραξε που την εγκατέλειψε για τη Βασιλική.
 
Τη σχέση μεταξύ του Τζαβέλα και της Βασιλικής ανέδειξε ένα επεισόδιο που διαδραματίστηκε την κρίσιμη ώρα της εξόδου του Μεσολογγίου. Ο Σουλιώτης αρχηγός βγήκε έχοντας μαζί του την ερωμένη του ντυμένη αντρικά. Η Βασιλική ήταν έγκυος και στην αγκαλιά της είχε τον Δημήτρη, το παιδί που είχε κάνει με τον Τζαβέλα. Τα κουτσομπολιά της εποχής έλεγαν ότι στην προσπάθειά του ο Τζαβέλας να ξεφύγει με την ερωμένη του, «εγκατέλειψε το σχέδιο της εξόδου», άρπαξε το άλογο από τον ιπποκόμο άλλου οπλαρχηγού, έβαλε στη σέλα το παιδί και τη Βασιλική και σπιρούνισε το άλογο, το οποίο στον καλπασμό του έριξε κάτω το παιδί.
Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η Βασιλική, σε μια στιγμή που κινδύνεψε ο Κίτσος, ως άλλη Μήδεια πέταξε το παιδί για να σώσει τον αγαπημένο της.
 
Οι Τουρκοαιγύπτιοι έπιασαν τελικά τον μικρό Δημήτρη και για να τον πάρει ο Κίτσος πίσω χρειάστηκε γενναία εξαγορά. Λέγεται μάλιστα ότι αντάλλαξε το παιδί με σαράντα Τούρκους. Αργότερα, όταν το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, παντρεύτηκε για να σταματήσουν τα κουτσομπολιά και οι κακοήθειες σε βάρος τους.
 
Υπουργείο ή πορνοστάσιο;
 

Τα γλεντοκόπια και οι γυναίκες θόλωσαν πολλές φορές την επαναστατική πατίνα του πυρπολητή των ψυχών της Ελληνικής Επανάστασης Γρηγόριου Δικαίου ή Παπαφλέσσα (Γεώργιος Φλέσσας το πραγματικό του όνομα), ο οποίος είχε άστατη ερωτική ζωή. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της εποχής ο αγωνιστής ήταν «άσωτος, επιρρεπής στις ηδονές και μανιώδης γυναικάς».
 
Το 1817 έγινε η αιτία να διαλυθεί ένα επίσημο συνοικέσιο. Βγήκε η φήμη ότι το προξενιό χάλασε επειδή η υποψήφια νύφη ερωτεύτηκε τον Παπαφλέσσα. Ο καρδιοκατακτητής είχε βάλει το χεράκι του και ξελόγιασε την κοπέλα.
 
Όταν ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ο έκλυτος βίος του δεν συμβάδιζε με το σχήμα του αρχιμανδρίτη. Τον συνέλαβε κάποτε η τουρκική αστυνομία, μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν, «διά την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του δίδοντας παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού». Ο Φωτάκος γράφει ότι οι Τούρκοι που τον συνέλαβαν τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν: «Ε, παπά, δεν ντρέπεσαι το σχήμα σου, να φέρνεις γυναίκες κάθε νύχτα στο σπίτι σου και να ταράζης την ησυχίαν των γειτόνων;».
 
Όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν ότι ο Παπαφλέσσας και κατά τη διάρκεια της επανάστασης συνέχισε την «ντόλτσε βίτα». Ο αρχιμανδρίτης προκαλούσε την κοινή γνώμη με τις ατασθαλίες στην προσωπική του ζωή και ας ήταν υπουργός. Ο Γ. Γαζής γράφει ότι «εγκαταλιπών την ιερωσύνην έζη ως σατράπης με τρυφάς και αναπαύσεις. [...] Ο Παπαφλέσσας ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον».
 
Τις μέρες του εμφυλίου τον Οκτώβριο του ’24 ο Παπαφλέσσας εκστράτευσε στην Αρκαδία για να επιβάλει τις απόψεις της κυβέρνησης στους αντιπάλους της Μοραΐτες αρχηγούς. Ο Μακρυγιάννης, όργανο τότε της κυβέρνησης, σύντροφος του αρχιμανδρίτη σε αυτή την ανθελληνική εκστρατεία, γράφει για τις ερωτικές του αναζητήσεις απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων: «Ο Παπαφλέσσας πήρε μιαν γυναίκα μ’ ένα ντέφι κι έναν με βιολί και πήγαμε εις Λιοντάρι. [...] Τότε στοχάστηκα [...] και τον γενναίον Πάπα Φλέσια, όπου γλεντάγει εις το Λιοντάρι με τις γυναίκες και τα λαλούμενα» και του καταμαρτυρεί ότι «γύρευε τις επιδέξες [πόρνες]».
 
Εντέλει, δίκαια ο Αλέξανδρος Σούτσος τον χαρακτήρισε «φιλογύναιον Πάρι και φιλοπόλεμον Αχιλλέα».
 
Μια πικρή ιστορία ηθικής παραζάλης
 Η Παλιοκατερίνη από την Σέλιανη καί ο Αθανάσιος Διάκος
Τα χρόνια εκείνα τους απατημένους συζύγους τους αντιμετώπιζαν με μέγιστη δόση ειρωνείας, τις δε μοιχαλίδες τις αποδοκίμαζαν με τρόπο που πολλές φορές απειλούσε τη ζωή τους.
 
Οι ιστοριογράφοι ύμνησαν τις αρετές και το θάρρος του ανασκολοπισμένου μάρτυρα του ’21 Αθανάσιου Διάκου. Με λουλούδι σπάνιο τον παρομοιάζει ο Σπ. Μελάς στα «Ματωμένα ράσα»: «Στον Κόρακα, στη βορεινή πλαγιά των Βαρδουσιών φύτρωσε ένα λουλούδι σπάνιο της ελληνικής ομορφιάς, της παλληκαριάς και της αρετής, ο Αθανάσιος Διάκος». Όλοι σχεδόν που ασχολήθηκαν με τον βίο του συμφωνούν ότι η αιτία για να αφήσει το μοναχικό σχήμα ο ήρωας και να ακολουθήσει τον κλέφτικο βίο ήταν οι ασέλγειες κάποιου Τούρκου αγά που θαμπώθηκε από τη θρυλική ομορφιά του.
 
Από την άλλη, υπάρχουν κείμενα, προφορικές παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια που εξυμνούν τις επιτυχίες του ήρωα στον γυναικόκοσμο.
 
Ο έρωτας της όμορφης Κρυστάλλως, της μικρότερης κόρης του ισχυρού κοτζαμπάση της Κωσταρίτσας Αναγνώστη Μπάμπαλη, με τον Διάκο περί το 1812 είχε αποτέλεσμα να ψυχρανθούν οι σχέσεις του Ρουμελιώτη οπλαρχηγού Σκαλτσοδήμου με τον ήρωα.
 
Εκείνα τα χρόνια ένα άλλο ερωτικό περιστατικό με πρωταγωνιστές τον Διάκο, μια πανέμορφη γυναίκα, την Κατερίνη, και το άλλο πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσοδήμου, Γούλα, τάραξε τη Ρούμελη. Ήταν μια αισθηματική ιστορία που άγγιξε τα όρια του σκανδάλου, ένας δεσμός που μας παρουσιάζει με τον καλύτερο τρόπο τον ερωτισμό του ήρωα της Αλαμάνας και ταυτόχρονα μας πληροφορεί για τα ερωτικά ήθη των χρόνων εκείνων. Η Κατερίνη ήταν νέα, 18 Μαΐων, ξακουστή για την ομορφιά και τη σεμνότητά της σε όλη την περιοχή. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κατερίνη Σπύρου ή Ξυστρή και καταγόταν από τη Σέλιανη (τα σημερινά Μάρμαρα), χωριό της δυτικής Φθιώτιδας. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κατερίνη είχε ξετρελάνει τα παλικάρια της περιοχής. Μεταξύ αυτών που θαμπώθηκαν από την ομορφιά της ήταν ο Γούλας και ο Διάκος, τα πρωτοπαλίκαρα του Σκαλτσοδήμου.
 
Ο Γούλας της ζήτησε να τον παντρευτεί αλλά στάθηκε άτυχος, γιατί είχε για αντίζηλο το ομορφόπαιδο της περιοχής, τον Αθανάσιο Διάκο. Η Κατερίνη προτίμησε τον Διάκο και σύντομα έγινε ο αρραβώνας τους. Ο Γούλας δεν συγχώρεσε τους δυο ερωτευμένους και περισσότερο την Κατερίνη που τον πρόσβαλε με την απόρριψη.
 
Στο θολωμένο του μυαλό έκανε τη σκέψη να εκδικηθεί το ζευγάρι. Κάποια μέρα που λημέριαζαν οι ερωτικοί αντίζηλοι στη θέση Κούτσουρο έξω από τη Σέλιανη έπιασαν κουβέντα και η συζήτηση έφτασε στις γυναίκες. Ο Γούλας υποστήριζε ότι καμιά γυναίκα δεν είναι πιστή. Ο Διάκος είχε αντίθετη άποψη και την αιτιολογούσε φέρνοντας παράδειγμα την αρραβωνιαστικιά του Κατερίνη.
 
Ο Γούλας άρπαξε την ευκαιρία και αμφισβήτησε τα λεγάμενα του Διάκου. Τον προκάλεσε ότι μπορεί να ξελογιάσει την Κατερίνη. «Κι' αυτή είν’ σαν τις άλλες. Αν θες μπορώ να στ’ αποδείξω και να την φέρω δω στο λημέρι μας» του είπε. Ζήτησε μόνο από τον Διάκο να του δώσει το αργυρομάνικο λάζο του (σουγιά με αργυρή λαβή), να της το δείξει σαν σημάδι ότι έρχεται από τον αρραβωνιαστικό της. Ο Διάκος δέχτηκε την πρόκληση γιατί είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην Κατερίνη του. Ο Γούλας τελικά κατάφερε τον στόχο του. Η Κατερίνη, χωρίς να το πολυσκεφτεί, τον ακολούθησε. Ο Διάκος βλέποντάς τη να ’ρχεται στο λημέρι με τον Γούλα του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Η Κατερίνη προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντάς του ότι ο Γούλας την ξεγέλασε. Της είπε ότι ο αρραβωνιαστικός της είναι άρρωστος και πως θέλει να τη δει. Για να την πείσει ότι λέει την αλήθεια της έδειξε το λάζο του ήρωα. Ο Διάκος δεν την πίστεψε, της ξέσκισε τα ρούχα, της έκοψε τα μαλλιά και την έδιωξε σχεδόν ολόγυμνη.
 
Η Κατερίνη ντροπιασμένη και χωρίς να έχει ελπίδα να ξαναδεί τον άνθρωπό της γύρισε στο χωριό της. Όταν έφτασε εκεί έζησε τη σκληράδα των συγχωριανών της. Την κάθισαν ανάποδα στον γάιδαρο γυμνή, της φόρεσαν στο κεφάλι για στεφάνι σπλάχνα και έντερα ζώων και την περιέφεραν σε όλο το χωριό. Η όμορφη Κατερίνη από τον καημό της τρελάθηκε. Οι συγχωριανοί της, «τιμητές» των ηθικών νόμων, της έδωσαν το παρατσούκλι «παλιοκατερίνη».
 
Ο Διάκος στις αρχές του 1821 αρραβωνιάστηκε με τη Ρωξάνη, κόρη του κοτζαμπάση της Λιβαδειάς Γιαννάκη Φίλωνα. Το 1824, μετά τον θάνατό του, η αρραβωνιαστικιά του παντρεύτηκε τον πλούσιο Αθηναίο Σπύρο Ζαχαρίτσα. Κι άλλους έρωτες αποδίδουν στον όμορφο Θανάση. Ο σύγχρονός του ποιητής Ιωάννης Ζαμπέλιος αποκαλύπτει ότι λίγο πριν από τον χαμό του στην Αλαμάνα παράλληλα με τη Ρωξάνη «είχε και ερωμένην την ωραιοτέραν της πόλεως Λεβαδειάς» που την έλεγαν Βενετσάνα.
 

Για μια ωραία Ελένη και μια ωραία Ασήμω
 
Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του γέρου του Μοριά, τον Φεβρουάριο του 1823 παντρεύτηκε στο Ναύπλιο την Ελένη του Δημήτρη Μπούμπουλη, την όμορφη κόρη της καπετάνισσας Μπουμπουλίνας. Οι κακές γλώσσες της εποχής ήθελαν τον γάμο αυτό απόρροια της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της καπετάνισσας.
 
Τον Αύγουστο του 1824, που ο Πάνος χρειάστηκε με εντολή της κυβέρνησης να πάει στην πολιορκία των Πατρών, εμπιστεύτηκε τη φύλαξη της οικογένειάς του, που κατοικούσε πλέον στην Τριπολιτσά, στον οπλαρχηγό Θεοδωράκη Γρίβα. Δηλαδή άφησε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Ο Γρίβας, ο οποίος ήταν γλεντζές και γυναικάς, σύναψε ερωτική σχέση με την Ελένη.
 
Ο Φωτάκος γράφει ότι και ο γέρος του Μόριά εκτιμούσε τον Γρίβα και μάλιστα «του έγραφε να προσέχη την οικίαν του, την μητέρα του και την νύμφην του, σύζυγον του Πάνου, ήτις ήτο εκεί».
 
Η εξωσυζυγική αυτή σχέση προκάλεσε πολλά κουτσομπολιά στην κοινωνία της Τριπολιτσάς. Το κολοκοτρωναίικο βούιξε από τις φήμες ότι η μητέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και γιαγιά του Πάνου, Ζαμπία, δεν είχε καλή σχέση με την Ελένη και τη συμπεθέρα Μπουμπουλίνα εξαιτίας των παραστρατημάτων της ωραίας μοιχαλίδας.
 
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά ο Πάνος, μαθαίνοντας ότι η κυβέρνηση είχε σκοπό να καταδιώξει τον πατέρα του, άφησε την πολιορκία της Πάτρας κι έτρεξε για να τον βοηθήσει και να υπερασπιστεί την οικογένειά του, η οποία ήταν στην Τριπολιτσά. Η κατάληξη γνωστή. Ο Πάνος δολοφονήθηκε λίγο έξω από την Τριπολιτσά (μεταξύ των χωριών Θάνα και Μπεσίρι) από τους κυβερνητικούς.
 
Ποιοι ακριβώς ήταν οι δολοφόνοι του μέχρι και σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί. Πολλά ακούστηκαν τότε. Ο Σπύρος Μελάς ιστορεί μια ακραία εκδοχή της δολοφονίας. Υποστηρίζει ότι το κολοκοτρωναίικο ήταν ανάστατο γιατί πίστευε ότι η Ελένη πλήρωσε τους φονιάδες να σκοτώσουν τον Πάνο για να τον ξεφορτωθεί και να ζήσει ελεύθερα τον έρωτά της με τον Γρίβα.
 
Ο Κολοκοτρώνης το βράδυ που μαθεύτηκε η δολοφονία του Πάνου την προειδοποίησε ότι οι οικογένειά του την ψάχνει για να τη σκοτώσει. Κανείς δεν θα της συγχωρούσε την απιστία που έκανε στον Πάνο.
 
Ασήμω Γκούρα
 
 
Ο οπλαρχηγός Γιάννης Γκούρας ήταν παντρεμένος από το 1823 με την Ασήμω, κόρη του προύχοντα της Αθήνας Αναγνώστη Λιδωρίκη. Στην όμορφη Γκούραινα ο στρατηγός Καραϊσκάκης είχε κολλήσει το παρατσούκλι «νταλιάνα», διότι όπως ήταν ψηλή γυναίκα και σπαθάτη θύμιζε το ιταλικό μακρύ ντουφέκι «νταλιάνι». Ο Γκούρας όσο ζούσε (σκοτώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1826 από τουρκικό βόλι που τον βρήκε στον κρόταφο) ήταν πολύ ερωτευμένος με την πανέμορφη γυναίκα του. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής η μοναδική του έννοια ήταν μην τον απατήσει.
 
Τη μεγάλη του περιουσία, φτιαγμένη κυρίως από λάφυρα, θέλησε να την αφήσει στην Ασήμω του, γι' αυτό συνέταξε δύο διαθήκες σε διαφορετικούς χρόνους, το ’24 και το ’26 (δεκατρείς ημέρες πριν από τον θάνατό του η δεύτερη).
 
Στο κείμενο της πρώτης διαθήκης, όπως καταγράφεται από τον Διονύσιο Κόκκινο, αναφέρεται: «Εάν αδελφή, φυλάξης την τιμήν του ανδρός σου μετά τον θάνατόν του, ο θεός να σε διαφυλάξη υγιή· και εξ όλης μου καρδίας σοι εύχομαι να απολαύσης με όλην την ανάπαυσί σου όσα σοι αφίνω εις την διαθήκην μου- ει δε και φανής άπιστος, και με αλησμονήσης, ογλίγωρα ο θεός να σε στείλη κατόπι μου».
 
Η Γκούραινα όμως ήταν νέα, το αίμα της έβραζε. Προτού σαραντίσει ο μακαρίτης Γκούρας έπεσε στο κρεβάτι με άλλον. Ο εραστής της ήταν ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζιώτης.
 
«Η ευχή [του Γκούρα] δε αύτη επληρώθη ούτω πως» μας εξηγεί ο Σουρμελής. Η όμορφη Γκούραινα δεν χάρηκε πολύ την ελευθερία της και τον καινούργιο της έρωτα. Τρεις μήνες και κάτι μετά τον θάνατο του Γκούρα, στις αρχές Ιανουάριου του 1827, η νέμεση άπλωσε και πάλι το μακρύ χέρι της πάνω στο γκουραίικο. Η πολιορκία της Ακρόπολης συνεχιζόταν και οι οβίδες του Κιουταχή έπεφταν χωρίς σταματημό. Μια τουρκική οβίδα έπεσε πάνω στο Ερέχθειο όπου έμενε το γκουραίικο και σκότωσε την Ασήμω κι όλη της την οικογένεια.
 
Δεν είχαν τελειωμό οι έρωτές τους
 
Στα πολεμικά και παραδόξως ρομαντικά εκείνα χρόνια οι ραγιάδες έβρισκαν χώρο να τοποθετήσουν στην καθημερινή πάλη για επιβίωση και τις ερωτικές τους αναζητήσεις. Στην κοινωνία της εποχής υπήρχαν και οι ερωτομανείς και οι ομοφυλόφιλοι, αυτούς που τους έλεγαν στα στρατόπεδα «χαντζαρούλες», αλλά και παρουσίες με ερωτικές ιδιαιτερότητες. Στην πολεμική παραζάλη της εποχής βρίσκουν θέση τα συναισθήματα του έρωτα, της αγάπης και της συντροφικότητας της καπετάνισσας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, της αρχόντισσας της Μυκόνου Μαντώς Μαυρογένους και της Κυρα-Φροσύνης, που τα ερωτικά της παραστρατήματα δίχασαν τα προεπαναστατικά Γιάννενα.
 
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν οι ερωτικές ποιητικές αναζητήσεις του Παλαιών Πατρών Γερμανού, τα ερωτικά ξεφαντώματα του Ανδρέα Λόντου, ο παθιασμένος έρωτας του αρχοντόπουλου της Μάνης Αναστάση Μαυρομιχάλη με τη γυναίκα του Χουρσίτ πασά και οι άρχοντες Νοταράδες που «αδερφοφαγώθηκαν» για τον έρωτα της Σοφίτσας Θεοχάρη Ρέντη κι έκαψαν το Σοφικό Κορινθίας.
 
Σίγουρα υπήρξαν και άλλα ερωτικά περιστατικά, των οποίων όμως το άκουσμα και τη δημοσίευση δεν επέτρεψε η πουριτανική νοοτροπία, γιατί έτσι θα κινδύνευαν τα χρηστά ήθη. Οι ίδιοι τα έκαναν, οι ίδιοι τα έκρυβαν και οι ίδιοι τα κατέκριναν.
 
Και αρρώσταιναν οι Νεοέλληνες από το μικρόβιο της υποκρισίας χωρίς ουσιαστικά να γιατρευτούν ποτέ από αυτό.
 
O Κυριάκος Δ. Σκιαθάς είναι συγγραφέας των ερευνών «Τα ερωτικά του ’21» (A + Β τόμος), που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Διαπολιτισμός



Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Βασίλης Φουρτούνης : Το άδοξο τέλος των ηρώων της επανάστασης του 1821


Η πυρπόληση της τουρκικής φρεγάτας στον κόλπο της Ερεσού από τον Δημήτριο Παπανικολή διά χειρός του σπουδαίου ζωγράφου και πατέρα της θαλασσογραφίας Κωνσταντίνου Βολανάκη (έργο: Sotheby's / Κ. Βολανάκης)
 
Το άδοξο τέλος των ηρώων της επανάστασης του 1821
 
Γράφει ο Βασίλης Φουρτούνης, δάσκαλος.
 
Κάθε 25η  Μαρτίου όλοι εμείς οι νεοέλληνες τιμούμε την εξέγερση των προγόνων μας εναντίον των Οθωμανών κατακτητών το 1821. Ακούγονται, όπως πάντα διθυραμβικά λόγια, για τους ήρωες-αγωνιστές του 1821. Για όλους αυτούς του ανθρώπους που έδωσαν τα πάντα για να υπάρχει η σημερινή ελεύθερη πατρίδα. Ποιο ήταν όμως… το ευχαριστώ εκ μέρους της τότε ελληνικής πολιτείας προς αυτούς;
Σπάνια σκύβουμε σε αυτή την όχι και τόσο ευχάριστη πλευρά! Σε ποιους άραγε απευθύνεται αυτός ο πρόλογος; Η απάντηση είναι απλή. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που μέσα σε μία νύχτα έγιναν ηγέτες της Επανάστασης του ’21, θυσιάζοντας τη ζωή τους και τις περιουσίες τους για την ελευθερία της πατρίδας και δυστυχώς δεν έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης από το ελληνικό κράτος. Μπορεί αυτοί να έδωσαν ό,τι είχαν για την επανάσταση, αλλά πολύ γρήγορα αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα.
 
Διαβάστε λοιπόν αυτήν την ενδιαφέρουσα έρευνα και διαπιστώστε μόνοι σας πόσο αχάριστος μπορεί να είναι ένας λαός στους ανθρώπους που έδωσαν κυριολεκτικά το αίμα τους και την ζωή τους για την πατρίδα τους. Είπαμε. Η Ιστορία διδάσκει.
 
Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849). Ο πίνακας ανήκει στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθεται στο Ινστιτούτο και Μουσείο Βολταίρου στη Γενεύη
 
Παρακάτω παραθέτουμε ένα αναλυτικό κατάλογο αγωνιστών που αγνοήθηκαν από την ελεύθερη Ελλάδα:
 
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Καταδικάστηκε μια φορά σε φυλάκιση το 1825 από τον Μαυροκορδάτο και την παρέα του και μια σε θάνατο (1833) από την αντιβασιλεία του Όθωνα που τελικά μετατράπηκε σε ισόβια, για στάση εναντίον του βασιλέως και κλείστηκε στη γνωστή ποντικότρυπα-φυλακή του Ναυπλίου. Αποφυλακίστηκε με εντολή του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα και τελικά πέθανε στις 4 Φλεβάρη 1843.
 
Γεώργιος Καραϊσκάκης: Στις 2 Απρίλη 1824 οδηγήθηκε σε δίκη από τον «πατριώτη» Μαυροκορδάτο, καταδικάσθηκε σε θάνατο που μετατράπηκε από τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε πλήρη στρατιωτική καθαίρεση και λίγους μήνες αργότερα επανήλθε στα αξιώματά του. Δολοφονήθηκε ανήμερα της γιορτής του 23 Απρίλη 1827 στη Μάχη του Φαλήρου, μάλλον από τσιράκια του Μαυροκορδάτου, καθώς επέστρεφε στο ελληνικό στρατόπεδο μετά το τέλος της μάχης.
 
 Αθανάσιος Διάκος και Οδυσσέας Ανδρούτσος
 
Οδυσσέας Ανδρούτσος: Δολοφονήθηκε από πρωτοπαλίκαρα του Μαυροκορδάτου στις φυλακές της Ακρόπολης στις 5 Ιουνίου 1825. Ο γενναίος πολεμιστής λόγω της έντονης προσωπικότητάς του ήρθε σε σύγκρουση με σημαντικούς πολιτικούς της εποχής, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς προσπάθειες για την εξόντωσή του. Κατηγορήθηκε για συνεργασία με τον εχθρό, φυλακίστηκε και τελικώς δολοφονήθηκε με βάναυσο τρόπο. Οι δολοφόνοι του πέταξαν το σώμα του από την Ακρόπολη και εμφάνισαν την υπόθεση ως απόπειρα δραπέτευσης.
 
Αθανάσιος Διάκος: Συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Ομέρ Βρυώνη στη Μάχη της Αλαμάνας στις 24 Απρίλη 1821 και μετά την άρνησή του να προσκυνήσει τους Πασάδες κάηκε ζωντανός αφού πρώτα οι Τουρκαλβανοί τον σούβλισαν επί 4 ώρες.
 
Αλέξανδρος Υψηλάντης: Μετά την ήττα του στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821) ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα.
 
 
Δημήτριος Υψηλάντης: Παρά τις πάμπολλες διώξεις εναντίον του κατάφερε να επιβιώσει. Διορίστηκε τελικά στην Ελεύθερη Ελλάδα αρχιστράτηγος των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων και πέθανε στο Ναύπλιο τον Αύγουστο του 1832 χωρίς περιουσία…
 
Μαντώ Μαυρογένους: Απεβίωσε στην Πάρο από την πείνα και την εξαθλίωση και έχοντας δαπανήσει όλη της την περιουσία στον αγώνα –περίπου 500.000 γρόσια! Αυτή η ευγενική και ρομαντική ηρωίδα του αγώνα, που έδωσε τα πάντα για την επανάσταση και βίωσε ένα θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα βυθίζοντας την ίδια στην κατάθλιψη. Η μεγάλη ηρωίδα αναγκάστηκε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη από την ίδια της την οικογένεια.
 
Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα: Δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο της το σπίτι στις Σπέτσες στις 22 Μαΐου 1825 από Σπετσιώτες «πατριώτες» καθώς προσέβαλε την τιμή τους κι ενώ η Ελλάδα σπαράσσονταν από τον εμφύλιο!!! Η Μπουμπουλίνα, η μεγάλη καπετάνισσα, έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην επανάσταση. Θύμα και αυτή του εμφυλίου πολέμου αποσύρθηκε στις Σπέτσες, όπου έπεσε θύμα δολοφονίας από την οικογένεια της γυναίκας που ερωτεύτηκε ο γιός της. Η ελληνική πολιτεία έκλεισε την υπόθεση και δεν αναζήτησε καν τους δράστες.
 
Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς: Για τις υπηρεσίες του στον αγώνα το 1839 το κράτος του Όθωνα τον συνέλαβε με την κατηγορία της συνωμοσίας και τον βασάνισε φριχτά έως ότου έχασε το φως του!  Έτσι τυφλός, πεινασμένος, άστεγος και ξεχασμένος από όλους θα πεθάνει από το κρύο και την πείνα το χειμώνα του 1849 χωρίς να δεχθεί ποτέ να λάβει κανένα βοήθημα από το κράτος…
 
Ιωάννης Μακρυγιάννης: Μετά το τέλος της επανάστασης άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του, τα οποία αποτελούν δείγμα της δημώδους γλώσσας στην νεοελληνική γραμματεία. Ήρθε σε αντίθεση με τους οπαδούς του Καποδίστρια, και αργότερα με τον Όθωνα. Έλαβε μέρος στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1852 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη δολοφονία του Όθωνα, αλλά το 1854 αφέθηκε ελεύθερος. Το 1864 ονομάστηκε αντιστράτηγος και πέθανε λίγο μετά στο μόνο πράγμα που του απέμεινε, το σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη.
 
 Ο θάνατος του Ιωάννη Καποδίστρια
(φωτ.: capodistriasmuseum.com)
 
Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας: Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας από την Κέρκυρα, Υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας όταν ξέσπασε η επανάσταση. Το 1827 η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας του αναθέτει το αξίωμα του κυβερνήτη. Αφού πούλησε την τεράστια περιουσία του διέθεσε όλα τα χρήματα για την ανόρθωση της Ελλάδας (περίπου 5.000.000 ρούβλια).  Αρνήθηκε να λάβει μισθό από το δημόσιο ταμείο και προτίμησε μια λιτή ζωή και χωρίς προκλήσεις, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις χήρες, τα ορφανά και τους αγωνιστές της Επανάστασης. Στις 27 Σεπτέμβρη 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον αδελφό και το γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη καθώς «τόλμησε» να τα βάλει με τα μεγάλα τζάκια.
 
Αντώνης Οικονόμου: Ο άνθρωπος που ξεσήκωσε το λαό της Ύδρας το Μάρτη του ‘ 21. Δολοφονήθηκε από Υδραίους φονιάδες στις 16 Δεκέμβρη του 1821 με εντολή των Υδραίων προκρίτων γιατί τους «χάλαγε τη σούπα»…
 
Παναγιώτης Καρατζάς: Ο τσαγκάρης από την Πάτρα που… πρόλαβε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, κήρυξε την Επανάσταση στην Πάτρα και ξεσήκωσε τον λαό της παίρνοντας φαλάγγι τους Τούρκους. Δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτέμβρη 1821 από το ρουφιάνο «συμπολίτη» του Θάνο Κουμανιώτη στη Μονή Ομπλού έξω από την Πάτρα ύστερα από άνωθεν εντολή.
 
Πηγή: fourtounis.gr.
 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Ορφανά της Επανάστασης του 1821 στις ΗΠΑ


Ο στρατηγός Μίλερ με τον υιοθετημένο γιο και συναδέλφους του στις ΗΠΑ. 
Σκίτσο του Ντίνου Αναστασόπουλου
 
Ορφανά της Επανάστασης του 1821 στις ΗΠΑ
 
Μια άγνωστη πτυχή της Ιστορίας
 
Τα πρώτα Ελληνόπουλα που εγκαταστάθηκαν στην Αμερική –αφότου είχε προηγηθεί η μεγάλη ομάδα των 1.403 νησιωτών Ελλήνων το 1768– ήταν παιδιά αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 που έμειναν ορφανά. Το ερέθισμα να ασχοληθώ με το αυτό θέμα αυτό μου το έδωσε πριν από δεκαετίες μια εκπομπή της «Φωνής της Αμερικής»· έκτοτε αναζήτησα και βρήκα με πηγές τον αείμνηστο καθηγητή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Κωνσταντίνο Γεωργίου και τη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στοιχεία γι’ αυτά τα παιδιά.
 
Εάν μελετήσει κανείς τις πηγές διαπιστώνει ότι στην Επανάσταση του 1821 συμμετείχαν με τον δικό τους τρόπο και Αμερικανοί φιλέλληνες. Κυρίως έκαναν εράνους σε σχολεία, πανεπιστήμια και εργοστάσια, και τα χρήματα τα έστειλαν στην Ελλάδα. Ειδικά οι σφαγές αμάχων μετά την επανάσταση του Υψηλάντη και τη διακήρυξη της Αγίας Λαύρας το 1821, καθώς και η Σφαγή της Χίου και στη συνέχεια η καταστροφή των Ψαρών, ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ.
 
«Γκαρδιακά χαροποιήθη και του Βάσιγκτον η γη / Και τα σίδερα ενθυμήθη που την έδεναν και αυτή» λέει το 22ο τετράστιχο του Ύμνου εις την ελευθερίαν, με τα «σίδερα» να αντιπροσωπεύουν την κυριαρχία του αγγλικού στέμματος. Κάποιοι από τους Αμερικανούς φιλέλληνες ήρθαν και στην Ελλάδα προκειμένου να παραδώσουν όπλα και πυρομαχικά. Τότε ήταν που άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα ορφανά των αγωνιστών, τα οποία δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Στατιστικά στοιχεία για το πόσα παιδιά μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ δεν υπάρχουν, αν και στις αμερικανικές εφημερίδες της εποχής καθώς και στα αρχεία των εκκλησιών υπάρχουν πολλές αναφορές για υιοθετημένα παιδιά Ελλήνων.
 
 Κυανόλευκη σημαία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821
(πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αμερικανός συνταγματάρχης Τζόναθαν Μίλερ, ο οποίος το 1824 στάλθηκε στην Ελλάδα από τον κυβερνήτη της Μασαχουσέτης με αποστολή να συντάξει αναφορά για τις εξελίξεις σχετικά με την επανάσταση. Εδώ γνώρισε τον στρατηγό Τζορτζ Τζάρβις (Γιώργο Ζερβό κατά τους Έλληνες), και πολέμησαν μαζί. Όταν ο Μίλερ γύρισε στην Αμερική πήρε μαζί του και δύο ορφανά αδέρφια από τη Λιβαδειά, γιο και κόρη ενός οπλαρχηγού που σκοτώθηκε στη μάχη. Ο ίδιος υιοθέτησε το αγόρι που το ονόμασε Λουκά-Μιλτιάδη και μαζί εγκαταστάθηκαν στο Μονπελιέ του Βέρμοντ.
 
 
Ο Λουκάς-Μιλτιάδης Μίλερ όταν πέθανε ο πατέρας του ανέλαβε τις επιχειρήσεις του, σπούδασε δικηγόρος και μετακόμισε στο Ουισκόνσιν όπου αγόρασε μια μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση. Υπηρέτησε στο στρατό, πολέμησε κατά του Μεξικού και έφτασε μέχρι το βαθμό του συνταγματάρχη. Χωρίς να εγκαταλείψει τα κτήματα του και χωρίς να κάνει προεκλογικό αγώνα εξελέγη βουλευτής των Δημοκρατικών. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που πήρε αυτό το αξίωμα στις ΗΠΑ και μάλιστα η διαφορά από τον αντίπαλο του ήταν περί τις 2.000 ψήφους. Πέθανε το 1902.
 
 Γιάννης (Τζον) Ζάχος
 
Ο πατέρας του ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας στην Κωνσταντινούπολη, στέλεχος της διπλωματίας του σουλτάνου, μέλος της Φιλικής Εταιρίας και φίλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Όταν άρχισε η Επανάσταση τον πρόδωσαν και έτσι καταδικάστηκε σε θάνατο. Ωστόσο πρόλαβε να διαφύγει. Πέθανε κατά τη διάρκεια μάχης στη Θεσσαλία. Εκτός από τον Γιάννη είχε και μία κόρη. Η μητέρα τους παντρεύτηκε στην Αθήνα τον γραμματέα του Καποδίστρια και τον γιο τον παρέδωσε στον Σαμουήλ Γκρίντλεϊ Χάου που τον πήρε μαζί του στην Αμερική και τον υιοθέτησε.
 
Ο Γιάννης Ζάχος σπούδασε Ιατρική στο Οχάιο, δίδαξε σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, εργάστηκε  για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και για τη μόρφωση των καταπιεσμένων, και  στο τέλος ανακηρύχτηκε πρύτανης του Κολεγίου της Νέας Υόρκης. Πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1893.
 
Έρευνα-κείμενο: Τάσος K. Κοντογιαννίδης.
 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Νίκος Ι. Κωσταρας : Έλληνες θαλασσομάχοι επί Τουρκοκρατίας




Έλληνες θαλασσομάχοι επί Τουρκοκρατίας


Γράφει ο Νίκος Ι. Κωσταρας
 
Οι καταδρομές των Ελλήνων κουρσάρων είχαν διαφορετική έννοια από την πειρατεία. Άλλο πειρατής κι άλλο κουρσάρος. Ο Έλληνας κουρσάρος ήταν τιμωρός και όχι άρπαγας. Μ' αυτόν τον τρόπο πρόσφερε εθνικές υπηρεσίες. Από τους αγώνες αυτούς με τους πειρατές θα μάθει τη ναυτική τέχνη και θα αναδειχθεί με τον καιρό φοβερός πειρατομάχος και κουρσάρος ο ίδιος.
 
Η θαλασσινή εποποιία των Ελλήνων καταδρομέων της προεπαναστατικής περιόδου αποδεικνύει συν τοις άλλοις και την επίδοση και ικανότητα των προγόνων μας στα θαλάσσια έργα. Το ότι στις καταδρομές διακρίνονταν και ορεσίβιοι πολεμιστές, που εύκολα μεταβάλλονταν σε ατρόμητους θαλασσομάχους κουρσάρους, προσαρμοζόμενοι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στις συνθήκες του ναυτικού επαγγέλματος, αποδεικνύει ότι η ναυτοσύνη ενυπάρχει, ως γονίδιο στο κύτταρο της φυλής μας.
 
Αρκετοί καταδρομείς κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έδρασαν στα ελληνικά πελάγη, αλλά χαρακτηριστικά θα αναφέρομε τον κορυφαίο των Ελλήνων καταδρομέων Λάμπρο Κατσώνη (1752-1804), που τον έστειλε η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη Β' για να ενεργήσει καταδρομές εναντίον της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Γεννήθηκε στη Λιβαδειά, δεν ήξερε από θάλασσα, κι όμως άμα έβαλε ποδάρι, την κατέκτησε. Μέγας καπετάνιος, άφταστος πελαγομάχος.
 

 
Έγινε πρώτος δάσκαλος του ραγιά στα έργα του θαλασσινού πολέμου. Χαρακτηρίστηκε νέος Θεμιστοκλής. Ξεκίνησε από την Τεργέστη το 1788, όπου η Ελληνική Κοινότητα τον εφοδίασε με τη θρυλική φρεγάτα Αθηνά της Άρκτου και σε λίγο χρονικό διάστημα έγινε κυρίαρχος του Αιγαίου. Πριν σταματήσει τη δράση του, πέταξε το σπαθί του στα κύματα και προφήτεψε: «Εγώ χάνομαι. Εσύ σπαθί μου στάσου στη θάλασσα, αρραβώνας του λυτρωμού της Ελλάδος». Μαζί του υπηρέτησε και ο κατόπιν ναύαρχος του Εικοσιένα Ν. Αποστόλης.
 
Άλλοι αξιόλογοι καταδρομείς ήσαν οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, που με την επικράτηση του Αλή Πασά συγκρότησαν καταδρομικό στολίσκο με εβδομήντα μαύρα καράβια με έδρα τη Σκιάθο. Επικεφαλής του στόλου ο Γιάννης Σταθάς με συνεργάτες τους ορεσίβιους Νικοτσάρα, Βλαχάβα, Καζαβέρνη, Λαζαίους, Τσαχίλα, Μπιζιώτη, Σύρο, Ρομφέη και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Αναφέρθηκαν αυτοί οι ορεσίβιοι γιατί έγιναν άριστοι θαλασσινοί καταδρομείς και αντικατέστησαν τη ρωσική σημαία με την πρώτη κυανόλευκο! Δεν δίστασαν να τα βάλουν και με τα πολεμικά του Καπουδάν πασά. Το Αιγαίο ήταν γεμάτο στην προεπαναστατική περίοδο από ελληνοκουρσάρικα που αντιμάχονταν στα οτζακλίδικα αρμαμέντα. Αυτά ήταν οι πρόδρομοι και δάσκαλοι της γιγαντωμένης ναυτιλίας μας που κυριάρχησε στη Μεσόγειο, εκμεταλλεύθηκε τον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό και θεμελίωσε τη θαλάσσια κυριαρχία μας.
 
Και ο κατόπιν πάμπλουτος εθνικός ευεργέτης Ιωάννης Βαρβάκης αρχικά ήταν κουρσάρος, αλλά η συνθήκη του 1774 σταμάτησε την κουρσάρικη σταδιοδρομία του. Μέγας φιλάνθρωπος ευεργέτης, δεν ξέχασε το παλιό του επάγγελμα και δώρισε ένα σημαντικό ποσό για να ιδρυθεί Ναυτική Σχολή στην Ελλάδα.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ τ.333/1996