-->
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ




Η κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ
 
Με αποφασιστικότητα και γενναιότητα ο ελληνικός στρατός κατάφερε στις 16 Μαρτίου 1921 να καταλάβει το Αφιόν Καραχισάρ, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η μάχη του Αφιόν Καραχισάρ εντάσσεται στις επιθετικές επιχειρήσεις, της Στρατιάς Μικράς Ασίας κατά τον Μάρτιο του 1921. Σύμφωνα με το ελληνικό σχέδιο το Γ΄ Σώμα Στρατού ξεκινώντας από την Προύσα θα προήλαυνε προς το Εσκί – Σεχίρ, και το Α' Σώμα Στρατού θα ξεκινούσε από τη θέση του στο Ουσάκ και στη συνέχεια θα προωθούνταν για την κατάληψη της στρατηγικής σημασίας θέσεως του Αφιόν Καραχισάρ.
 
Στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ οι Τούρκοι διέθεταν το 12ο Σώμα Στρατού με 5 Μεραρχίες Πεζικού και δύο Μεραρχίες Ιππικού. Η συνολική  δύναμη των τουρκικών στρατευμάτων ανέρχονταν σε 23.000 άνδρες. Το Ελληνικό Σώμα Στρατού διέθετε 3 Μεραρχίες, συνολικής δύναμης 16.000 ανδρών.
 
 
Το πρωί της 14ης Μαρτίου 1921 το Α΄ Σώμα Στρατού εκτόξευσε επίθεση για την διάσπαση της εχθρικής τοποθεσίας με τις 2η και 13η Μεραρχίες. Η επίθεση έγινε με τις δύο μεραρχίες συμπαραταγμένες και όριο ανάμεσά τους την γραμμή Μπουλτζά – Ακσίν. Η δύναμη των επιτιθέμενων ελληνικών τμημάτων ανέρχονταν σε 5.240 άνδρες. Η δύναμη των αμυνόμενων τουρκικών δυνάμεων ήταν 14.000 άνδρες.
 
Η 2η Μεραρχία  επιτέθηκε από τις 0600 το πρωί, για την κατάληψη των υψωμάτων βόρεια και νοτιοδυτικά του Κιοπρουλού. Η τουρκική αντίσταση ήταν ισχυρή και υποστηρίζονταν από πυκνά πυρά πυροβολικού. Μέχρι το απόγευμα, τα τμήματα της μεραρχίας μετά από σφοδρό αγώνα, και αφού αντιμετώπισαν με επιτυχία όλες τις τουρκικές αντεπιθέσεις, εγκαταστάθηκαν στην γραμμή Αραπλί Τσιφλίκ – Σιπσίν – Ακσίν. Οι αμυνόμενες τουρκικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν ανατολικότερα.
 
 
Η 13η Μεραρχία, επιτέθηκε στις 0530 το πρωί, μόνο με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, εναντίον της τοποθεσίας Αφιόν Καραχισάρ. Ένα τάγμα των ευζώνων, αφού προωθήθηκε προς τα υψώματα νοτιοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ, επιτέθηκε στις 0700, αιφνιδιαστικά εναντίον του αριστερού πλευρού των Τούρκων.
 
Στις 0900, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων εκτόξευσε γενική επίθεση, αναγκάζοντας τα τουρκικά τμήματα να συμπτυχθούν νοτιοανατολικά. Μέχρι τις 1500 το μεσημέρι το ελληνικό σύνταγμα κατέλαβε το Αφιόν Καραχισάρ. Τα τμήματα της 13ης Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν στην γραμμή Ακσίν – Αφιόν Καραχισάρ – Ντεπέρ.
 

 
Στην μάχη του Αφιόν Καραχισάρ, παρά την τουρκική αριθμητική υπεροχή, ο ελληνικός στρατός ήταν κυρίαρχος στο πεδίο της μάχης. Τα ελληνικά τμήματα επιδεικνύοντας επιθετικό πνεύμα, αποφασιστικότητα, τόλμη και ηρωισμό, πέτυχαν μια αποφασιστικής σημασίας νίκη για τη συνέχιση των επιχειρήσεων στην Μικρά Ασία.
 
Οι απώλειες του ελληνικού στρατού στη μάχη του Αφιόν Καραχισάρ ανήλθαν, σε 11 αξιωματικούς και 21 οπλίτες νεκρούς και σε 83 οπλίτες τραυματίες.
 


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΠΡΟΣ 16.3.1921

https://stratistoria.wordpress.com/1454-1900/1919-1922_mikrasiatiko-ekstrateia/1921_afion-karahisar/


Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Επιστροφή στη Σμύρνη


 Η φημισμένη «Quai», η μήκους δύο χιλιομέτρων προκυμαία της Σμύρνης 
(© Manuscripts Division, Princeton University Library)
 
Επιστροφή στη Σμύρνη
 
Σχεδόν ενενήντα  χρόνια μετά μια νοερή επιστροφή σε έναν χαμένο κοσμοπολίτικο παράδεισο μέσα από φωτογραφίες και ένα ντοκιμαντέρ που σας παρουσιάζουμε εδώ.
 
ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ
 
«Η Σμύρνη υπάρχει παντού στην Ελλάδα σήμερα: στη γλώσσα, στη μουσική, στο φαγητό μας. Καταστράφηκε, αλλά δεν νικήθηκε...»λέει η σκηνοθέτης   Μαρία Ηλιού.
Η κάμερα ταξιδεύει πάνω από τη θάλασσα. Γαλάζιο παντού, με υπόκρουση ένα υπέροχο μουσικό θέμα του Νίκου Πλατύραρχου. Κι έπειτα οι εικόνες γίνονται ασπρόμαυρες και η αφήγηση ξεκινά: «Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια πόλη, η πιο όμορφη της Μεσογείου. Εκεί, ακόμα και οι φτωχοί ζούσαν καλά...». 
 
 
Είμαστε στη Σμύρνη των αρχών του περασμένου αιώνα. Βλέπουμε το λιμάνι γεμάτο πλοία και τους ανθρώπους να περπατούν στο πλακόστρωτο της παραλίας δίπλα στις γραμμές του ιππήλατου τροχιόδρομου, του τραμ της εποχής. Ευρωπαίοι με κομψά κοστούμια, Τούρκοι με φέσια, Αρμένιοι με τις μακριές λευκές φορεσιές τους, κυρίες με περίτεχνα καπέλα και ομπρελίνα. Διακρίνουμε το ξενοδοχείο «Η Ελπινίκη» και το Grand Hotel, το αρτοποιείο του Γ. Ζάκκα και τα γραφεία της Εθνικής Ατμοπλοΐας. Το νέο ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού, «Σμύρνη: η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης, 1900-1922», έχει μόλις ξεκινήσει.
 
Ο πατέρας της, ο Ανδρέας, είχε γεννηθεί σ' αυτόν τον «τόπο των πολλών ευκαιριών», κόμβο των οθωμανικών συναλλαγών με την Ευρώπη και την Αμερική, όπου η Δύση και η Ανατολή διασταυρώνονταν με κάθε τρόπο - κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό, εμπορικό. «Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου», λέει η σκηνοθέτης, «η Σμύρνη με στοίχειωνε. Υπήρχε παντού στη ζωή μας, στο διαμέρισμα της οδού Σόλωνος όπου μεγάλωνα - στις κουβέντες, στα όνειρα και στους εφιάλτες μας». Από τότε προσπαθούσε να φανταστεί τη ζωή εκεί πριν από την καταστροφή. Η ιδέα να κάνει μια ταινία γι' αυτό της έγινε εμμονή. 
 
 Ανοιξη του 1919 Τούρκος πωλητής ξιδιού δίπλα σε ζευγάρι Ελλήνων. 
(© Imperial War Museum)
 
Το 2007 το «ταξίδι» της άρχισε, με συνοδοιπόρο τον Αλέξανδρο Κιτροέφ, καθηγητή στο αμερικανικό Haverford College. Ήταν σαν να έσκαβαν το ίδιο τούνελ από διαφορετικές πλευρές: εκείνη από την πλευρά του κινηματογραφιστή, που χρησιμοποιεί τις εικόνες ως αφηγηματικό υλικό, κι εκείνος από την πλευρά του ιστορικού. Ο στόχος τους όμως ήταν ίδιος: να κρατήσουν αποστάσεις από μια εθνικιστική αφήγηση και να δώσουν στο κοινό μια νέα οπτική, που συμπεριλαμβάνει όλες τις κοινότητες στη ζωή της πόλης, αλλά και τα δραματικά γεγονότα του 1922.
 
Δεν ήταν εύκολο. Έπρεπε να συγκεντρώσουν φωτογραφίες και φιλμ, να αναζητήσουν μαρτυρίες, να μελετήσουν πηγές. Ήταν μια επίπονη και χρονοβόρος διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα τους δικαιώνει απόλυτα. Εικόνες και κινηματογραφικό υλικό -ξεχασμένα σε ντουλάπια ευρωπαϊκών και αμερικανικών αρχείων- σταχυολογήθηκαν με ευλάβεια. Και για πρώτη φορά στο ντοκιμαντέρ δημοσιεύονται άγνωστες εικόνες της Σμύρνης από ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Γάλλου συλλέκτη Pierre De Gigord, αλλά και από τις βιβλιοθήκες του αμερικανικού Κογκρέσου, των πανεπιστημίων Πρίνστον και Χάρβαρντ, ελληνικών και ξένων ιδρυμάτων, καθώδ και από το αρχείο του βρετανικού Imperial War Museum. Στο τελευταίο, οι υπεύθυνοι εξέφρασαν την έκπληξη τους όταν η Μαρία Ηλιού ζήτησε τη βοήθεια τους. «Ποτέ κανείς από την Ελλάδα δεν μας έχει ζητήσει υλικό, εδώ και δεκαετίες», της είπαν. «Μάθαμε να ταξιδεύουμε στο Λονδίνο για να αγοράζουμε επώνυμα συνολάκια, αλλά όχι για να βρούμε κομμάτια του παρελθόντος μας...» λέει η σκηνοθέτης.
 
Η Σμύρνη της ευζωίας και των τεχνών
 
 
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η Σμύρνη είχε περίπου 750.000 κατοίκους: Ευρωπαίους σχεδόν από κάθε χώρα, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους, Λεβαντίνους, Αμερικανούς και, φυσικά, Έλληνες - σχεδόν 300.000, πιο πολλούς δηλαδή από τους κατοίκους της Αθήνας εκείνη την εποχή. Ήταν επιχειρηματίες και έμποροι, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι σε μεγάλες εταιρείες και ιδιοκτήτες καταστημάτων, πολύγλωσσοι, μορφωμένοι και καλλιεργημένοι. Οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν τότε μειονότητα στην πόλη, την οποία, για το λόγο αυτόν, οι υπόλοιποι Τούρκοι αποκαλούσαν «Η άπιστη Σμύρνη».
 
Η προκυμαία της, μήκους δύο χιλιομέτρων, το περίφημο «Quai», αντιπροσώπευε τον εμπορικό χαρακτήρα της, τον κοσμοπολιτισμό της και τη μοναδική της joie de vivre. Πλούτο, πολυτέλεια, ευζωία και άνθηση των τεχνών φανερώνουν οι φωτογραφίες και τα αποσπάσματα από φιλμ που περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ και που με εκπληκτικό τρόπο «έδεσε» μεταξύ τους η μοντέρ Αλίκη Παναγή: βλέπουμε επαύλεις με εντυπωσιακούς κήπους, καταστήματα όπου έβρισκε κανείς αγαθά από όλο τον κόσμο, ενσταντανέ από βραδιές όπερας, χοροεσπερίδες και συναυλίες κλασικής μουσικής. Πιο... Ευρώπη και από την Ευρώπη! «Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι στη Σμύρνη», θυμάται μπροστά στην κάμερα ο Ζακ Ναλμπαντιάν. «Θα ήμουν διαφορετικός άνθρωπος εάν δεν είχα ζήσει εκεί». Αρμενικής καταγωγής και κάτοικος Νιου Τζέρσι, ο 97χρονοδ σήμερα Ναλμπαντιάν είναι ένας από τους βασικούς αφηγητές. Μαζί με την Ελένη Μπαστέα, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του  New Mexico, Σμυρνιά τρίτης γενιάς, και την Τουρκάλα ακαδημαϊκό Λεϊλά Νεϊζί μιλούν για τον πολυεθνικό χαρακτήρα της πόλης και για τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας που ένωναν τους κατοίκους της.
 
Τα σύννεφα του πολέμου
 
 
Με τους Βαλκανικούς Πόλεμους του 1912-1913 και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή άρχισαν να αλλάζουν, αναγγέλλοντας ουσιαστικά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εγκατάσταση μουσουλμάνων προσφύγων και ένοπλων άτακτων από τα Βαλκάνια στη δυτική Μικρά Ασία οδήγησε σε περιστατικά βίας, θανάτους και εκδιώξεις Ελλήνων. Ήταν προφανές πως μια νέα πολιτική είχε αρχίσει να επικρατεί: αυτή της «Τουρκίας για τους Τούρκους». Παρ' όλα αυτά, στη Σμύρνη, όπως καταδεικνύει το ντοκιμαντέρ, η καθημερινή ζωή συνεχιζόταν κανονικά, σαν να ήθελαν οι κάτοικοι της να ξεχάσουν πως στην υπόλοιπη επικράτεια μαίνονταν οι διώξεις των χριστιανών...
 
Και φτάνουμε στο Σεπτέμβριο του 1922. Το μέτωπο του Σαγγάριου έχει καταρρεύσει και χιλιάδες άνθρωποι -πρόσφυγες και Έλληνες στρατιώτες- φτάνουν στην πόλη από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Μια από εκείνες τις δραματικές μέρες, την πόρτα του σπιτιού των παππούδων της Ελένης Μπαστέα χτυπάει ο Τούρκος γείτονας τους. «Έρχονται οι δικοί μας», τους προειδοποιεί. «Πρέπει να φύγετε για να σωθείτε». Εκείνοι αδυνατούν να πειστούν. «Δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ο κόσμος τους κατέρρεε», λέει η κ. Μπαστέα. «Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, όταν από το παράθυρο έβλεπαν στο λιμάνι είκοσι ένα συμμαχικά πλοία - αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και αμερικανικά; Ήταν οι εγγυητές, τάχα, της ασφάλειας τους...» Η οικογένεια μαζεύεται στην τραπεζαρία, για το απογευματινό τσάι, όπως κάθε μέρα, λες και τίποτα δεν έχει συμβεί... Όταν αυτή η «ιεροτελεστία» τελειώνει, η νοικοκυρά πλένει το πορσελάνινο σερβίτσιο και το βάζει ξανά στον μπουφέ. Στη συνέχεια, μαζεύει δύο-τρία πράγματα και μαζί με τον άντρα και τα παιδιά τους κατεβαίνουν στην προκυμαία. Κατάφεραν, τελικά, με πολλές δυσκολίες, να περάσουν στην Ελλάδα. Αυτή είναι μόνο μία από τις συγκλονιστικές ιστορίες που θα ακούσουμε παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ...
 
 
Κι έπειτα, έρχονται οι εικόνες της τραγωδίας: Οι φλόγες που ξεπήδησαν από την αρμενική συνοικία και με τη βοήθεια του αέρα, που δυνάμωσε ξαφνικά, κατάπιαν όλη την πόλη. Ο αφανισμός της Σμύρνης σήμανε όχι μόνο την οριστική εγκατάλειψη της Μεγάλης Ιδέας, αλλά, ταυτόχρονα, το τέλος του κοσμοπολιτισμού και την κυριαρχία του εθνικισμού. Αλλά η σκηνοθέτης δεν θέλει ο θεατής να φύγει από την αίθουσα, όπου προβάλλεται το ντοκιμαντέρ, με απαισιόδοξες σκέψεις και κακή διάθεση. «Όσοι έζησαν εκεί και κατάφεραν να έρθουν στην Ελλάδα και να συνεχίσουν τη ζωή τους, με έναν μαγικό τρόπο έφεραν μαζί τους τον τόπο τους· τη νοοτροπία, τις συνήθειες, την "αύρα" της πόλης. Έτσι, η Σμύρνη υπάρχει παντού στην Ελλάδα σήμερα: στη γλώσσα, στη μουσική, στο φαγητό μας. Καταστράφηκε, αλλά δεν νικήθηκε...»
 
«Αυτό το ντοκιμαντέρ ξεπερνάει πολλά από τα κλισέ που ξέρουμε και γι' αυτό το θεωρώ πραγματικά εξαιρετικό», λέει από την πλευρά του ο Θάνος Βερέμης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που περιλαμβάνεται στους ομιλητές του φιλμ. «Πέρα από την τραγωδία της καταστροφής, δείχνει μια διευρυμένη εικόνα της πόλης. Οι Έλληνες που περιμένουν να δουν μια Σμύρνη 100% ελληνική, ίσως απογοητευτούν. Ο χαρακτήρας της ήταν πολυεθνοτικός και πολυπολιτισμικός, με το ελληνικό στοιχείο βέβαια να κυριαρχεί. Κι αυτό την έκανε τόσο συναρπαστική...».
 

«Κ» της Καθημερινής 22.1.2012
 

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

Ερζερούμ η αρχαία Θεοδοσιούπολη


Ερζερούμ η αρχαία Θεοδοσιούπολη
 
Με πόνο και διωγμούς των Ελλήνων χριστιανών είναι συνδεδεμένο το Ερζερούμ η αρχαία Θεοδοσιούπολη. Υπήρξε πόλη σύμβολο για την γενοκτονία των Ποντίων και Αρμενίων. Ήταν  η περιοχή όπου έγινε το πρώτο συνέδριο των Κεμαλικών, όπου αποφασίστηκε η εξόντωση όσων χριστιανών είχαν απομείνει στο οθωμανικό κράτος… Ο πανεπιστημιακός Φάνης Μαλκίδης μας θυμίζει τα ιστορικά γεγονότα με συνέντευξη του στον Δήμο Μπακιρτζάκη του ράδιο Χρόνος 87,5fm.  Η συνέντευξη που ακολουθεί αναλύει τι ήταν το Ερζερούμ φωτίζοντας στιγμές που δεν πρέπει να ξεχνά η ιστορική μας μνήμη.
 
Τι είναι το Ερζερούμ  τι έχει γίνει εκεί κ. Μαλκίδη;
 
-Είναι η παλιά Θεοδοσιούπολη, η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή, η πόλη που σήμερα ονομάζεται Ερζερούμ, δηλαδή πόλη των Ρωμιών, μια πόλη η οποία στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έπαιξε σημαντικό ρόλο και μάλιστα μέχρι πρόσφατα αποτελούσε και αποτελεί, μια πάρα πολύ σημαντική, όχι πάντα με καλούς συμβολισμούς για την ελληνική ιστορία, πόλη.
 
 
Πολλοί την αποκαλούν ως το «Βατερλό» του χριστιανικού κόσμου.
 
-Δεν έχουν άδικο. Να ξετυλίξουμε το κουβάρι όμως. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι αυτή η πόλη πήρε το όνομα της από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Η Θεοδοσιούπολη, σήμερα το Ερζερούμ, αποτελούσε μια πάρα πολύ σημαντική πόλη του Βυζαντίου. Η πόλη μετά το 1204 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Λίγα χρόνια πριν με τον Ρωμανό Διογένη, ήταν αυτή η πόλη που μαζί με το Μάτζικέρτ ουσιαστικά άλλαξαν το ρουν της ιστορίας της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
 
Το 1071 σε αυτή την περιοχή αιχμαλωτίστηκε ο Ρωμανός Διογένης από τους Σελτσούκους του Αρπ Ασλάν. Βέβαια ο Διογένης απελευθερώθηκε μετά την καταβολή λύτρων αλλά το Βυζάντιο υποχρεώθηκε σε καταβολή ετήσιου φόρου προς τους Σελτσούκους. Ουσιαστικά αυτή η μάχη σε αυτή την περιοχή άνοιξε τον δρόμο για την εισβολή των Σελτσούκων σε όλη την Μικρά Ασία και έξη χρόνια αργότερα δημιούργησαν την πρωτεύουσα τους, την Νίκαια, εκεί που έγινε και η εγκατάσταση των πρώτων Σελτσούκων.
 
Έχει ενδιαφέρον ότι στο Ερζερούμ κρίθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας ή γενικότερα της ευρωπαϊκής ιστορίας μιας και από εκεί ξεκίνησε μια εισβολή που δημιούργησε νέες συνθήκες και νέα δεδομένα στην Μικρά Ασία. Όλη αυτή η περιοχή του σημερινού κομματιού του Ερζερούμ αποτελούσε και αποτελεί ένα χώρο που υπήρξαν τουλάχιστον τρεις λαοί, Έλληνες, Αρμένιοι και μετά προέκυψαν και οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Επίσης να μην ξεχνάμε ότι αυτή η πόλη ήταν οχυρωμένη και λίγο αργότερα κράτησε σημαντικό ρόλο και στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
 
Είναι η Αυτοκρατορία των μεγάλων Κομνηνών, η οποία μαζί με την Τραπεζούντα ως πρωτεύουσα έχει ως σημαντική πόλη, πολύ σημαντική πόλη, την Θεοδοσιούπολη και μάλιστα μαζί με την Μελετινή, την σημερινή Μαλάτια, αποτελούσε ένα δίδυμο κέντρο χριστιανισμού και ελληνισμού. Βεβαίως όταν έπεσε και η Θεοδοσιούπολη και η Μαλάτια, ουσιαστικά άλλαξαν τα δεδομένα της περιοχής.
 
Λίγο αργότερα, τουλάχιστον 200 χρόνια μετά την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αυτή η πόλη ήταν τόπος εξορίας ο οποίος κορυφώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, εκεί που υπήρξαν τα περιβόητα τάγματα εργασίας.  Η Θεοδοσιούπολη ήταν ένα κέντρο συγκέντρωσης όπου ουσιαστικά κατέληγαν οι διωκόμενοι μετά από ατέλειωτες πορείες. Εδώ ακριβώς είναι και η διαφορά που έχει η δική μας γενοκτονία με το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Εκεί υπήρχαν τόποι συγκέντρωσης όπως το Άουσβιτς, το Νταχάου, στην δική μας γενοκτονία τα κέντρα συγκέντρωσης ήταν ανύπαρκτα – γιατί η δική μας γενοκτονία γινόταν στον δρόμο. Με ατελείωτες πορείες θανάτου που οδηγούσαν στα τάγματα εργασίας του Ερζερούμ. Ξεκινώντας από τον Πόντο, την Μικρά Ασία, την Θράκη, αυτούς τους οδηγούσαν εκεί...
 
Μιλήστε μας για τα τάγματα εργασίας;
 
-Τα τάγματα εργασίας ήταν τάγματα ανεπιθύμητων χριστιανών τα οποία δημουργήθηκαν κυρίως κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αλλά και αργότερα και είχαν ως αποτέλεσμα αυτά τα τάγματα να φτιάξουν υποδομές στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ουσιαστικά ήταν τάγματα εξόντωσης, μια και πάρα πολλοί από αυτούς που ξεκινούσαν από την Θράκη και από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας και του Πόντου, χωρίς νερό και φαγητό βάδιζαν στο χιόνι και στο κρύο για ατελείωτα χιλιόμετρα. Πέθαιναν στους δρόμους, εξαφανίζονταν και όσοι επιβίωναν μετά από αυτή την διαδικασία συγκεντρώνονταν στο Ερζερούμ και δολοφονούνταν κατά εκατοντάδες ή χιλιάδες. 
 
Ουσιαστικά η διαδικασία των ταγμάτων εργασίας επαναλήφθηκε 20 χρόνια αργότερα, μετά την γενοκτονία, μετά την επιβολή του περιβόητου κεφαλικού φόρου εναντίων των Ελλήνων της Πόλης, οι οποίοι το 1942-43 επίσης εξορίστηκαν στα τάγματα εργασίας στην πόλη του Ερζερούμ. Υπάρχουν θύματα 20 Αρμένιοι και Έλληνες οι οποίοι δεν μπόρεσαν να πληρώσουν τον φόρο. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτός ο φόρος ήταν ένας αυθαίρετος φόρος εναντίον των Ελλήνων σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε ο οφειλέτης να πληρώσει μέσα σε 15 μέρες ένα τεράστιο ποσό.
 
Επίσης το Ερζερούμ  ήταν η περιοχή όπου έγινε το πρώτο συνέδριο των Κεμαλικών και όπου αποφασίστηκε η εξόντωση όσων χριστιανών είχαν απομείνει στο οθωμανικό κράτος και μάλιστα έβαλαν ως ζήτημα ότι δεν πρέπει να δοθούν προνόμια στους Χριστιανούς, να επικρατήσει η εθνική ανεξαρτησία και να εξοντωθούν όσοι χριστιανοί – Έλληνες είχαν απομείνει.
 
Έχει ενδιαφέρον ότι σε αυτή την περιοχή που γειτνιάζει με την Αρμενία βρίσκεται το βιβλικό όρος Αραράτ, το οποίο είναι κατεχόμενο. Οι Αρμένιοι δεν θεωρούν ότι αυτά τα σύνορα είναι δικά τους. Επίσης σε αυτή την περιοχή έχουν χαθεί χιλιάδες άνθρωποι, Έλληνες κυρίως αλλά και Αρμένιοι.
 
https://boraeinai.blogspot.com/2019/01/blog-post_1.html

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Η ανταλλαγή των πληθυσμών τραγικός επίλογος της Μικρασιατικής Καταστροφής



Εβδομήντα χρόνια έχουν περάσει σήμερα από την υιοθέτηση της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και η 10η Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παραμένει η πιο αειθαλής και επίκαιρη παγκόσμια ημέρα. Με αφορμή αυτή την μέρα ας ξαναφέρουμε στην μνήμη μας  ένα από τα τραγικότερα συμβάντα της ιστορίας μας.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών τραγικός επίλογος της Μικρασιατικής Καταστροφής

Η ανταλλαγή των πληθυσμών, ο επίλογος της Μικρασιατικής Καταστροφής έφερε πόνο στις δύο πλευρές, αλλά και την ειρήνη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας

Επιμέλεια: Στεφανος Xελιδονης



Στις 20 Νοεμβρίου 1922, επαύριο της ελληνικής ήττας στη Μικρά Ασία, άρχισε στη Λωζάννη η Συνδιάσκεψη Ειρήνης, με σκοπό οι δύο πλευρές να καταλήξουν σε μια νέα Συνθήκη που θα αντικαθιστούσε τη Συνθήκη των Σεβρών, την οποία η νέα τουρκική κυβέρνηση υπό τον Μουσταφά Κεμάλ δεν αναγνώριζε. Ο Κεμάλ είχε επίσης ξεκαθαρίσει ότι σκόπευε να διώξει το συντομότερο από τα εδάφη της Τουρκίας όσους Έλληνες είχαν απομείνει και είχε μάλιστα ορίσει προθεσμία τις 13 Δεκεμβρίου. Στις 30 Ιανουαρίου 1923, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ισμέτ Πασάς (αργότερα Ινονού) υπέγραψαν στη Λωζάννη δύο συμβάσεις - μία για την ανταλλαγή των ομήρων και των αιχμαλώτων πολέμου και μία για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών, είχε σαν μοναδικό κριτήριο το θρήσκευμα των «ανταλλάξιμων», και την είχε εισηγηθεί ο Νορβηγός αντιπρόσωπος της Κοινωνίας των Εθνών  Φρίντχοφ Νάνσεν. Στη συνέχεια η σύμβαση αυτή κατέστη μέρος της Συνθήκης της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου 1923. Η Σύμβαση άρχισε να εφαρμόζεται από τον Αύγουστο του 1923, η δε μεικτή επιτροπή επιφορτισμένη με την εκτίμηση και εκκαθάριση των περιουσιών που θα άφηναν πίσω τους οι πληθυσμοί περάτωσε το έργο της το 1925. Η ανταλλαγή των πληθυσμών μπορεί δικαίως να θεωρηθεί ο επίλογος της Μικρασιατικής Καταστροφής, καθώς -πέρα από το ότι αποτελούσε μια ηπιότερη μορφή εθνοκάθαρσης- ουσιαστικά νομιμοποιούσε στη διεθνή κοινότητα το τέλος της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στην Ιωνία. Ήταν η πρώτη μεγάλη ανταλλαγή πληθυσμών στον 20ό αιώνα, μια πρακτική που κατόπιν εφαρμόστηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου, και την οποία σήμερα ο ΟΗΕ καταδικάζει ως παραβίαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.


Ο δύσκολος δρόμος προς την ομοιογένεια



Δήλωσις Εκκαθαρίσεως Κινητής και Ακινήτου Περιουσίας κατά την ανταλλαγή ελληνοτουρκικών πληθυσμών (1923-1927) από την Γέννα προς την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης (16/12/1927).




Του Bruce Clark*


Για τον άνθρωπο του 21ου αιώνα, που τη διαβάζει για πρώτη φορά, η Σύμβαση της ανταλλαγής πληθυσμών έχει κάτι το φρικιαστικά ψυχρό. Με γραφειοκρατική αλλά σαφέστατη γλώσσα, διατάζει την απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, ανεξαρτήτως της πολιτισμικής τους ταυτότητας ή των προσωπικών τους αισθημάτων. Η ιδέα αυτή καθ αυτή ότι ένα κράτος μπορεί να «ανταλλάξει» μέρος του πληθυσμού του με μιαν άλλη ομάδα ανθρώπων συνεπάγεται κάτι το τρομακτικό για τη σχέση μεταξύ πολίτη και κράτους. Δείχνει ότι το κράτος «κέκτηται» των ανθρώπων που βρίσκονται υπό την εξουσία του με τον ίδιο τρόπο που του ανήκει μία ράβδος χρυσού ή ένα θωρηκτό.
Στην εφαρμογή της, η Σύμβαση είχε όντως ορισμένες σκληρές συνέπειες για σχεδόν δύο εκατομμύρια ανθρώπους, αυτές δε οι συνέπειες δεν ήταν ούτε απλές ούτε ομοιόμορφες. Για το ένα εκατομμύριο περίπου Ελληνορθοδόξους, που είχαν ήδη τραπεί σε φυγή από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη (και συνωστίζονταν στα λιμάνια, στις πόλεις και στα νησιά της Ελλάδας, σε μία κατάσταση απόγνωσης και ένδειας), η Σύμβαση υποδήλωνε αποδοχή ότι δεν θα επέστρεφαν στις γενέτειρές τους. Για τουλάχιστον 150.000 Οθωμανούς Έλληνες, των οποίων η εκδίωξη (από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και την ενδοχώρα της) βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, η Σύμβαση ηύξανε την πιθανότητα ότι τουλάχιστον θα έφευγαν από την Τουρκία ζωντανοί. Πολλοί άνθρωποι που ανήκαν σε αυτήν την κατηγορία ήταν σε κακή φυσική κατάσταση ως αποτέλεσμα μακρών αναγκαστικών πορειών και μεταδοτικών νοσημάτων. Για 50.000 ή περισσότερους ορθόδοξους χριστιανούς στην Καππαδοκία, πολλοί από τους οποίους ήταν τουρκόφωνοι, η Σύμβαση σήμαινε τη συντονισμένη απέλαση από μια πατρίδα που δεν την άγγιξε ο πόλεμος και στην οποία ήλπιζαν να παραμείνουν. Και για σχεδόν 400.000 μουσουλμάνους που ζούσαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, η Σύμβαση σήμαινε κάτι παρόμοιο: μία συντονισμένη αλλά οδυνηρή απέλαση από εδάφη με τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένοι.

Παρά τον ανθρώπινο πόνο που αναπόφευκτα θα προκαλούσε, σχεδόν όλοι όσοι είχαν επιρροή στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης θεώρησαν το σύμφωνο της ανταλλαγής πληθυσμών μία ευπρόσδεκτη εξέλιξη και ένα ορόσημο στον δρόμο για μακροχρόνια ειρήνη. Ο Φρίντχοφ Νάνσεν, ο Νορβηγός εξερευνητής και αντιπρόσωπος της Κοινωνίας των Εθνών, μιλούσε με ενθουσιασμό για την «αμιγοποίηση του πληθυσμού» της περιοχής του Αιγαίου ως προπομπό μακροχρόνιας σταθερότητας. Επίσης, η συμφωνία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και της Τουρκίας και της Ελλάδας, για διαφορετικούς όμως λόγους την κάθε μία. Ήδη, από τις τουρκικές νίκες του προηγούμενου φθινοπώρου, και οι δύο κυβερνήσεις είχαν δεσμευτεί για μία ανταλλαγή πληθυσμών, η οποία θα μετέβαλλε τις χώρες τους σε σχετικά ομοιογενείς χώρους, από θρησκευτικής απόψεως.

Οι προσδοκίες των Τούρκων

 Μουσουλμάνοι πρόσφυγες στην Τουρκία

Αλλά στους τέσσερις μήνες που είχαν μεσολαβήσει από τη νίκη της Τουρκίας, είχε επίσης γίνει ξεκάθαρο ότι οι δύο χώρες, τουλάχιστον αρχικά, προσδοκούσαν πολύ διαφορετικά πράγματα από μία ανταλλαγή πληθυσμών. Ενεργώντας ως μεσολαβητής, ο Νάνσεν έπρεπε να εξηγήσει τη θέση της μιας χώρας στην άλλη και να προσπαθήσει να τις συμφιλιώσει. Τι ήθελε η Τουρκία από μία ανταλλαγή πληθυσμών; Έχοντας εδραιώσει τον πλήρη έλεγχο της Ανατολίας, οι νέες τουρκικές αρχές είχαν καταστήσει σαφές ότι οι εναπομείνασες ελληνικές και αρμενικές μειονότητες είχαν χάσει το δικαίωμά τους να ζήσουν στο κράτος που τώρα θα ιδρυόταν. Ήταν «εχθροί αλλοδαποί» που είχαν συμπεριφερθεί ως προδότες, υποστηρίζοντας τους κατακτητές της Σμύρνης.
Ειδικά στις πάλαι ποτέ ζώνες πολεμικών επιχειρήσεων, ουσιαστικά όλοι οι Έλληνες ικανοί για στρατιωτική υπηρεσία αιχμαλωτίστηκαν και οι περισσότεροι από αυτούς δεν επέζησαν, ενώ στις γυναίκες, στα παιδιά και στους ηλικιωμένους δόθηκαν λίγες εβδομάδες για να φύγουν από τη χώρα. Οπότε, η αποφασιστικότητα της Τουρκίας να απελάσει τους περισσότερους από τους χριστιανούς υπηκόους της ουσιαστικά δεν αμφισβητείτο. Το θέμα ήταν αν αυτή η απέλαση θα ήταν μονομερής ή συμπεφωνημένη. Αν η δεύτερη επιλογή ήταν δελεαστική, αυτό συνέβαινε εν μέρει επειδή οι νέοι κυβερνήτες της Τουρκίας ήταν ευαίσθητοι έναντι της διεθνούς γνώμης. Ίσως ορθά θεωρούσαν ότι οι δυτικές δυνάμεις χρησιμοποιούσαν το «μητρώο ανθρωπίνων δικαιωμάτων» της Τουρκίας ως έναν τρόπο για να ασκήσουν πίεση στο νέο κράτος και να κερδίσουν έδαφος σε διαπραγματεύσεις άλλων ζητημάτων, όπως του πετρελαίου και των ναυτιλιακών δικαιωμάτων. Αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την Τουρκία για απέλαση χριστιανών, αν η κατ’ εξοχήν χώρα που μιλούσε για λογαριασμό αυτών των χριστιανών, η Ελλάδα, είχε αποδεχθεί την απέλαση ως νόμιμη.

Η εγκατάσταση των προσφύγων και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης


Τι προσδοκούσε η Αθήνα από την ανταλλαγή; Ρεαλιστικά, με το να δεχτεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας δεν θα επέστρεφαν ποτέ στις εστίες τους, η Ελλάδα δεν είχε να χάσει και πολλά. Το κύριο όφελος για την Ελλάδα από μία ανταλλαγή πληθυσμών ήταν απλούστατα ότι με το να απαλλαγεί από τη μουσουλμανική μειονότητα της χώρας, ή το μεγαλύτερο μέρος της, θα αποκτούσε αρκετό χώρο ώστε να στεγάσει τους άρρωστους, πάμπτωχους ανθρώπους που συνωστίζονταν στα λιμάνια της. Υπήρχαν κάποια θέματα πρακτικής φύσεως. Όσο πιο σύντομα εγκαθίσταντο οι πρόσφυγες σε αγροτική γη ή σε βιώσιμους αστικούς οικισμούς, τόσο το συντομότερο θα μπορούσαν να στηρίξουν τους εαυτούς τους και να πάψουν να είναι βάρος στο ελληνικό κράτος.
Και οι δύο χώρες είδαν δυνητικό όφελος σε μία ανταλλαγή πληθυσμών, αλλά, όπως σύντομα ανακάλυψε ο Νάνσεν, αυτό σήμαινε κάτι διαφορετικό για την κάθε μία. Το ερώτημα–κλειδί ήταν αν θα συμπεριλαμβανόταν στη Σύμβαση η Κωνσταντινούπολη, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή μιας συμμαχικής δύναμης, στην οποία κυριαρχούσε η Βρετανία. Ο Μουσταφά Κεμάλ ήθελε μία «συνολική, υποχρεωτική» ανταλλαγή – με άλλα λόγια, μία που οπωσδήποτε θα περιελάμβανε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και άλλους Έλληνες αξιωματούχους, αυτό ήταν κάτι τρομακτικό. Μία νέα συρροή προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη θα εξουδετέρωνε κατά πολύ το «κέρδος» του ελληνικού κράτους από την απέλαση του μουσουλμανικού πληθυσμού του και την οικειοποίηση των σπιτιών τους. Σχεδόν αντίθετη ήταν η λογική των Τούρκων εθνικιστών. Με την ανακατάληψη της Ιστανμπούλ και την οικειοποίηση των κεφαλαίων που βρίσκονταν συγκεντρωμένα σε χριστιανικά χέρια, οι Τούρκοι ήλπιζαν να δείξουν ότι ήταν αληθινά κυρίαρχοι στη χώρα τους. Μία στενά σχετιζόμενη τουρκική απαίτηση ήταν η εκδίωξη του Πατριαρχείου από την αρχαία του εστία. Οι Τούρκοι έλεγαν ότι αυτός ο θεσμός ήταν ένα σύμβολο χριστιανικής θεοκρατίας, που δεν είχε θέση σε ένα κοσμικό κράτος.
Αυτές οι αντικρουόμενες θέσεις οδήγησαν σε κάποιες έντονες παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις τον Δεκέμβριο του 1922 και τις αρχές του 1923. Οι Βρετανοί υποστήριζαν σθεναρά το δικαίωμα του Πατριαρχείου να παραμείνει, αλλά συμφώνησαν ότι ο ρόλος του θα έπρεπε να είναι θρησκευτικός και όχι πολιτικός ή διοικητικός. Τελικά, συμφωνήθηκε ότι ο Πατριάρχης και το «ντόπιο» του ποίμνιο, με άλλα λόγια οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης (κάπως στενά προσδιορισμένοι) θα εξαιρούνταν της ανταλλαγής. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της δυτικής Θράκης θα έχαιρε αντίστοιχης απαλλαγής.
Από μία άποψη, οι υπολογισμοί των πολιτικών που υπέγραψαν την ανταλλαγή των πληθυσμών αποδείχθηκαν απολύτως ακριβείς. Όσο και να υπέφεραν τα «θύματα» της ανταλλαγής, υλικά ή ψυχολογικά, ποτέ ξανά δεν έγιναν αιτία προβλημάτων στις διακρατικές σχέσεις. Η Ελλάδα έχασε κάθε ενδιαφέρον για τους μουσουλμάνους πρώην πολίτες της που πήγαν στην Τουρκία, και το τουρκικό κράτος δεν έδειξε περαιτέρω ενδιαφέρον για τους χριστιανούς πρώην υπηκόους του. Αν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν συνεχίσει να προξενούν προβλήματα στις διακρατικές σχέσεις, αυτά αφορούν αποκλειστικά τους ανθρώπους που παρέμειναν, με άλλα λόγια τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τους μουσουλμάνους της δυτικής Θράκης. Η συνθήκη της Λωζάννης έδωσε σε κάθε κράτος το δικαίωμα, και σχεδόν την υποχρέωση, να ασκεί πολιτική πίεση για τα συμφέροντα και τα πολιτισμικά δικαιώματα των «δικών του» ανθρώπων στην άλλη πλευρά των συνόρων.


Ένα κυνικό συμπέρασμα




Ορισμένοι μπορεί να βγάλουν ένα πολύ κυνικό συμπέρασμα από αυτό. Ένας τρόπος για να εξασφαλίσει κανείς ότι οι μειονότητες δεν θα προξενούν προβλήματα στις διακρατικές σχέσεις είναι απλά να μην έχει μειονότητες. Αν υπάρχουν μειονότητες και τα δικαιώματά τους είναι επίσημα αναγνωρισμένα, αναπόφευκτα θα προκύψουν προβλήματα. Αλλά αυτή η λογική έχει παραγκωνιστεί, τουλάχιστον θεωρητικά, από έγγραφα όπως ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η Τελική Πράξη του Ελσίνκι. Σύμφωνα με τις αρχές των διεθνών σχέσεων και των πολιτικών δικαιωμάτων, μετά το 1945, τα κράτη οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα όλων των πολιτών (συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός τους να ασκούν οποιαδήποτε θρησκεία και να παραμένουν στις εστίες τους χωρίς φόβο εκδίωξης) άνευ όρων. Αλλά ο κόσμος έχει ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να εφαρμόσει αυτές τις αρχές. Η ελληνική λέξη υποκρισία πλάστηκε πολύ πριν από τον Ιανουάριο του 1923, και η χρήση της συνεχίζεται.

* Ο κ. Bruce Clark είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Δυο φορές ξένος: Οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ. Είναι επίσης αρχισυντάκτης σε θέματα διεθνούς ασφάλειας στο περιοδικό Economist.


Οι συνέπειες της Σύμβασης




1.000.000 Ελληνορθόδοξοι, που είχαν ήδη τραπεί σε φυγή από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη, δεν θα επέστρεφαν στις γενέτειρές τους.
150.000 Οθωμανοί Έλληνες από τον Πόντο, των οποίων η εκδίωξη βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, θα έφευγαν από την Τουρκία ζωντανοί.
50.000 Ορθόδοξοι χριστιανοί στην Καππαδοκία, πολλοί από τους οποίους ήταν τουρκόφωνοι, θα άφηναν τις εστίες τους για την Ελλάδα.
400.000 Μουσουλμάνοι, που ζούσαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, θα υφίσταντο την αντίστοιχη απέλαση, με προορισμό την Τουρκία.

Πηγή Εφημερίδα " Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" /6.12.09


Το διαβάσαμε εδώ :