-->

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Ο Κωστής Παλαμάς και τα Χριστούγεννα


Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς. Σε αυτόν οφείλεται η επανεκτίμηση του έργου των Ανδρέα Κάλβου, Διονυσίου Σολωμού, της Επτανησιακής Σχολής εν γένει, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων. Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).
Η επεξεργασία της φωτογραφίας και το κείμενο είναι του Χρήστου Καπλάνη


Ο Κωστής Παλαμάς και τα Χριστούγεννα
 Η οικογένειας Παλαμά:
Η γυναίκα του Μαρία, ο γιος του Λέανδρος, η κόρη του Ναυσικά,
και ο ποιητής (Ίδρυμα Παλαμά).

Μαρτύριο Ταντάλου μοιάζει η πνευματική ζωή του ποιητή Κωστή Παλαμά. Η ψυχή του κλυδωνίζεται χωρίς αναπαμό ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόθους, που ο καθένας τον τραβάει γοητευτικά προς τη μεριά του. Απ’ τη μια τον ταράζει η εωσφορική επανάσταση για τις χαρές της ζωής και της ύλης κι απ’ την άλλη η συγκινητική νοσταλγία προς το θείο, «το ωραίο και καθάριο τ’ ουρανού».
Ανάλογο είναι και το ποιητικό και κριτικό του έργο. Παράλληλα με την αρχαία τραγωδία και τον διθύραμβο αντικαθρεφτίζεται και η ανατροφή του με τα ιερά κείμενα από το Ευαγγέλιο ως την υμνογραφία της Εκκλησίας.
Κάποτε δοκιμάζει «εκ της απιστίας την κάμπη και της αμφιβολίας τα καρφιά» (Π.Μ.Πολιτεία).
«Έχει τη συνείδηση του σκεπτικισμού του, μα συχνά τον ενοχλεί τούτη η αρρώστια» (Άπαντα τ. 12, σελ. 445). Συχνότερα όμως μεταστρέφεται και νιώθει την ανάγκη να υψώσει δέηση εξιλέωσης και θερμές ικεσίες. Με δέος προσβλέπει τότε στην αληθινή αλήθεια και ζητάει σωτηρία από τη μεγαθυμία του Θεού. Ζητάει μια ελπίδα φωτός, ένα καταφύγιο από το δαρμό της απιστίας. Αφήνει τότε να τον συγκινήσουν θέματα υπαρξιακά που τον μεταρσιώνουν πνευματικά και μας δίνει αναβλύσματα συναισθηματικά της ψυχής του, που κυλάνε σ’ ένα κανάλι τεχνουργημένο με σμιλεμένους στίχους ομορφοπλεγμένους σε αρμονικές στροφές. Τότε βρίσκει τον πραγματικό εαυτό του, η φωνή του γίνεται γλυκειά, μελωδική και οι στίχοι του παίρνουν το ρυθμό του παρακλητικού κασσιανισμού.
Προσεγγίζει και ζει, υμνολογεί και δοξολογεί τις γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ιδιαίτερα στέκεται μπροστά στο «Μέγα μυστήριον» της ενανθρώπησης του Θεού, της αγάπης και της θείας συγκατάβασης, τα Χριστούγεννα. Τον θαμπώνει με τη λάμψη του το ανέσπερο φως του Άστρου της Βηθλεέμ:
Αστέρι Θεϊκό
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να
σκόρπιζε το αστέρι
όπου στην κούνια του Χριστού
τους Μάγους έχει φέρει;
Ποιος άγγελος το διάλεξε για
τέτοιο ταχυδρόμο;
Τα άλλα τα αστέρια θάβλεπαν το
φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλια
θάτρεμαν… Αστέρι, σε ποια χώρα του
απέραντου σου ουρανού να
λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη φθορά μην
έσβησε το φως σου
ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ, σαν
το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίνει η λάμψη σου εδώ
στα χώματα μας;
Για όλα τα άστρα αλίμονο! δεν
είναι η ματιά μας…
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να
σκορπίζει το αστέρι,
όπου την κούνια του Θεού τους
Μάγους έχει φέρει;

 Σε μεγάλη ηλικία με τη γυναίκα του Μαρία και την κόρη του Ναυσικά
στο σπίτι της οδού Ασκληπιού. [ Ίδρυμα Παλαμά]

Στο δεύτερο μέρος του ιδίου ποιήματος με τίτλο «Χριστούγεννα» καταφέρνει ο ποιητής και συνδυάζει τη μεγάλη αυτή γιορτή με τις παραδόσεις του λαού μας και τα έθιμα της χριστιανικής οικογένειας. Πόση οικογενειακή θαλπωρή δε σκορπίζουν σε μικρούς και μεγάλους οι στίχοι:
 
 
«Αχ! αχ!, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
Γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!»
 
 
Επανέρχεται στο ίδιο ποίημα με στίχους πνευματικότερους. Θέλει με ταπείνωση να πλησιάσει το θείο Βρέφος και να νιώσει το λυτρωτικό μήνυμα που εκπορεύεται από την ταπεινή φάτνη. Πλησιάζει νοερά και αντικρίζει τον νεογέννητο Χριστό και με ταπείνωση και συντριβή δέεται με την αγνότητα μικρού παιδιού:
 
 
«Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του
να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ιδώ την Αειπάρθενο, να ιδώ το πρόσωπό της,
πως εκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…».
 
 
Τέτοια λόγια σάλπισε η φωνή του ποιητή ‘κείνη την καλή του ώρα που συνταίριαζε μες την αγνή ψυχή του ένα από τα μελωδικότερα τραγούδια του. Απλό και πολύ ποτισμένο με στοχαστική χαρά και υπεράνθρωπη γαλήνη.
Τα πνευματικά ερεθίσματα από τη θεία μορφή του νεογέννητου Βρέφους είναι έντονα και χαράζονται βαθιά μέσα του. Τόσο που τον επηρεάζουν και στον ύπνο του. Βλέπει όνειρο που το διηγείται στη συλλογή του: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου». Αποσπούμε το σχετικό κομμάτι:
 
 
«Στο πατρικό το εικονοστάσι το σκοτεινό βρέθηκ’ αγνάντια. Ανάμεσα στις εικόνες μια Παναγιά σαν αλυσοδεμένη μέσα στο γαλάζιο της μανδύα, μα πάντα στην όψη της κρατώντας μιαν αυστηρή προσήλωση σε κάτι υπερκόσμιο. Στην αγκαλιά της το Θεάνθρωπο Βρέφος.
Έξαφνα το Θεάνθρωπο Βρέφος σάλεψε σα να ήθελε να λυτρωθή από την αγκαλιά της Μητέρας του και νάβγη από τη φυλακή της εικόνας. Άπλωσε προς εμένα τα χεράκια του, μου χαμογέλασε και τα χεράκια του τα κράτησε αποπάνω μου, σα να ήθελε να μ’ ευλογήση, σα νάθελε να παίξη μαζί μου, με σάλεμα, μαζί περίχαρο και μυστικό και υπέρτατο, σαν παιδιού και σα Θεού.
Κ’ ένα μυστικό ψιθύρισμα χάϊδεψε τ’ αυτιά μου:
-Πιστεύεις;
Κ’ εγώ αισθάνθηκα πρωτάκουστη συγκίνηση και λύγισα τα γόνατά μου για να προσπέσω στα πόδια του. Αλλά κρατήθηκ’ αμέσως από κάποιο άλλο αίσθημα αμφιβολίας και περηφάνειας και του αποκρίθηκα:
-Πιστεύω πως ονειρεύομαι. Μακάρι να είταν αλήθεια. Όνειρο ωραιότερο δεν ξανάειδα, ούτε θα ξαναϊδώ. Ξέρω πως κοιμάμαι και πως θα φύγη τόνειρο.
Ακούστηκαν βροντόλαλες οι Χριστουγεννιάτικες καμπάνες (Άπαντα, τομ. 4, σελ. 291).
 
 
Τον κατέχει η αιώνια δίψα του καθαρού αγναντέματος των θείων οραμάτων φυλαγμένη από τη σκληρή κρυάδα των φιλοσοφικών θεωριών και της φυλακής του λογικού και σε τέτοιες στιγμές που είναι οι ουσιαστικότερες κινήσεις της ψυχής του, βυθίζει τον εαυτό του στα ενδότερα και αδιόρατα κρησφύγετα της ύπαρξής του και βλέπει με τα άϋλα μάτια του, μάτια μεταφυσικά, κόσμους υπερούσιους, «πράγματα κρυμμένα και αθώρητα». Διαβάζουμε στο ποίημα του
 
 
«Τα μάτια της ψυχής μου»:
Στα βάθη της ψυχής μου, χαρίσματα θεϊκά
ολανοιγμένα νιώθω δυό μάτια μυστικά.
Δεν τα φωτίζει ο ήλιος που λάμπει για τη γη
και παίρνουν φως απ’ άλλη πιο καθαρή πηγή.
Στα βάθη της ψυχής μου, που πάθη ταπεινά
δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια φωτεινά.
Και βλέπω τα κρυμμένα, τ’ αθώρητα θωρώ,
τον άνθρωπο, την πλάση, τ’ αστέρια, τον καιρό.
Στα βάθη της ψυχής μου κι εκεί που δεν μπορείς
ποτέ σου νάμπης-νιώθω δυό μάτια ολημερίς…
Χειροπιαστά ξανοίγω τα πλάσματα του νου
κι απάνου μου σκυμμένους αγγέλους τ’ ουρανού.
Εκεί που η σκύλα η Έγνοια δεν πάει, δεν αλυχτά,
μέσ’ στην ψυχή μου κρύβω δυό μάτια ολανοιχτά.
Μια μέρα τ’ άλλα μάτια, που είναι από γη πλαστά
θα λυώσουν μες το μνήμα με το κορμί κλειστά.
Στα βάθη της ψυχής μου που πάθη κοσμικά
δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια μυστικά.
Αυτά δε θα κλειστούνε ποτέ, δε θα χαθούν,
ελεύθερα μια μέρα γοργά θα φτερωθούν.
Τα μάτια της ψυχής μου, τα μάτια τα θεϊκά
που μέσα μου ανοιγμένα τα νιώθω μυστικά,
ψηλότερ’ απ’ τ’ αστέρια, στον έβδομο ουρανό
θα τ’ ανταμώσουν πάλι το Φως το αληθινό.
 
 
Στην ίδια ποιητική ενότητα και κάτω από τον τίτλο «Μεσσίας» στηρίζονται πέντε ποιήματά του από τα οποία τα τέσσερα είναι αφιερωμένα στα Χριστούγεννα. Εκφράζει και σ’ αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν την ψυχή του μπροστά στο θαύμα της ενανθρώπησης του Θεού.
Το πρώτο έχει επικεφαλίδα «Ένας Θεός». Σε τόνο εσωτερικό, προσωπικό, με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση μπροστά στη θεία Γέννηση, διαπιστώνει μιαν αλήθεια που συνέλαβε ενοραματικά η ψυχή του:
 
 
«Ένας Θεός»
Ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανήτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τάγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.
Φέρτε μου, Μάγοι -θεία βουλή το γράφει-
τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι!
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!
Και σεις θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια
στην καρδιά στην κούνια του σκυμμένα
με της αθανασίας τα τραγούδια,
υμνολογείτε σεις τη θεία τη γέννα.
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί
και το κορμί μου φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός
ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
 
 
Κώστας Παπαδημητρίου,
σ. Σχολικός Σύμβουλος




Η καμπάνα των Χριστουγέννων
 
 
Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει
 και μου φτερώνει την ψυχή,
κι ανοίγεται η καρδιά μου και σκορπάει
θυμίαμα την προσευχή.
Άγιες αγάπες τρισευλογημένες,
που τις καρδιές υψώνατε παρθένες
των πρώτων, των αρχαίων Χριστιανών
στο όνειρο το τρανό των ουρανών.
Αγάπες μεγαλόδωρες περίσσια,
κάτου απ’ τη σκέπη την δική σας ίσια
ζούσαν μικροί, τρανοί, πλούσιοι, φτωχοί
κι έδενε τους ανθρώπους μια ψυχή!...
Αγάπες, ώ!  φανήτε πάλι εμπρός μου,
αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου,
και ας βλέπει με το μάγο σας το φώς
ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός
(Κ. Παλαμάς, ΤΟ ΜΑΓΟ ΣΑΣ ΤΟ ΦΩΣ)
 
 
Δεν ξέρω αν ίσχυσε ποτέ αυτό το τελευταίο που ιστορεί  τόσο περίτεχνα και εμπνευσμένα ο πληθωρικός Κωστής Παλαμάς. Πιθανόν η ιδανική αυτή θεωρία να εφαρμόστηκε στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, όταν ήσαν ακόμη νωπές οι επιταγές του Ευαγγελίου.
Στους αιώνες που μεσολάβησαν όμως, η χριστιανική αγάπη, η αλληλεγγύη κι η ισότητα κατέληξαν κενό γράμμα.  Κάθε χρόνο βέβαια όταν πλησιάζουν Χριστούγεννα πλειοδοτούμε όλοι, απανταχού της γης σε δηλώσεις συμπόνιας και συμπαράστασης προς τους πάσχοντες και σε διαπρύσιες ευχές για ειρήνη, πρόοδο και ευημερία της ανθρωπότητας. Και για να καθησυχάσουμε τη «χριστιανική» μας  συνείδηση δίνουμε και κάτι - απ’ το περίσσευμά μας  πάντα - για ενίσχυση κάποιων αναξιοπαθούντων.
Δηλώσεις και ευχές στην πλειονότητά τους τυποποιημένες, κούφιες, υποκριτικές και εφήμερες που ξεχνιούνται παντελώς μόλις περάσουν οι «άγιες μέρες». Κι όσο για τη «φιλανθρωπία» μας, κι αυτή καταχωνιάζεται στον πάτο του σεντουκιού για να ανασυρθεί πάλι του χρόνου τέτοια εποχή. Λες και οι αδύναμοι και οι ενδεείς δεν έχουν την ανάγκη μας όλο το χρόνο παρά μόνο τα Χριστούγεννα! Έτσι πορευόμαστε αιώνες τώρα, γι’ αυτό και παρά τα όποια βήματα προόδου στον τομέα του ανθρωπισμού από τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα, το «όνειρο το τρανό των ουρανών» για μια κοινωνία ειρηνική και ευημερούσα χωρίς αδικίες, εχθρότητες και εκμετάλλευση, παραμένει ουτοπία.
 
 
«...Αγάπες, ω! φανείτε πάλι εμπρός μου,
αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου
κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως
ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός!...»
 
 
 
Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με διδαχές και προσδοκίες σαν αυτές που απαντώνται στον  Κωστή Παλαμά και που τις είδε να συντρίβονται από τη σκληρή πραγματικότητα. Είχαμε, όμως και κάποιοι πιθανόν να διατηρούμε ακόμα, μιαν αμυδρή έστω ελπίδα ότι κάποτε κάτι μπορεί ν’ αλλάξει και να πραγματωθεί αυτό που εύχεται ο ποιητής, το « να βλέπει ο άνθρωπος τον άνθρωπο αδελφό».
Ίσως η  οδυνηρή κρίση που βιώνουμε αυτόν τον καιρό μας βγάλει από τη ραστώνη και την ομίχλη της ατομικής μας ευμάρειας κι αρχίσουμε να ξαναπλέκουμε τους διαλυμένους δεσμούς ψυχής με τους συνανθρώπους μας. Κι ίσως τότε η καμπάνα που θα χτυπήσει Χριστούγεννα, να μας φτερώσει πάλι την ψυχή. Αμποτε….
Βαρβάρα Ταβλαρίδου Μπακάλη
 
Πηγές :
ΕΚΛΟΓΗ ΙΑΝ. 1946
 
 
 
Το πρωτοδιαβάσαμε εδώ :
 
 
 

Τα αρχαία ορυχεία των Ελλήνων από το 18-20.000 π.Χ!




Τα αρχαία ορυχεία των Ελλήνων από το 18-20.000 π.Χ! 

Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά 118 ορυχεία υπάρχουν διάσπαρτα σε 38 ελληνικά νησιά του Αιγαίου! Και λειτουργούν εδώ και 20.000 χρόνια! Απ' αυτά τα σπλάγχνα ο Αιγαιακός άνθρωπος έκτισε τα σπίτια του, έπλασε τα αγάλματά του, έφτιαξε τα όπλα του, τα εργαλεία του. 


Η πρώτη σκαψιά έγινε - απ' ό,τι φαίνεται - στον λόφο Τζίνες της Θάσου, όπου ευρέθησαν τα αρχαιότερα ορυχεία ώχρας στον κόσμο. Δηλαδή ένα από τα αρχαιότερα ορυχεία του κόσμου - εάν όχι το αρχαιότερο! Ο άνθρωπος έσκαβε και έπαιρνε την ώχρα της Θάσου από το 18-20.000 π.Χ. Η ανακάλυψη έγινε από την ΙΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σε συνεργασία με το Μουσείο Μεταλλευμάτων του Μπόχουμ της Γερμανίας, τον Σεπτέμβριο του 1995, υπό την αρχαιολόγο Χάιδω Χρυσανθάκη-Κουκούλη. Εντός αυτού του ορυχείου ανακαλύφθηκαν στοές, αλλά και εργαλεία από κέρατα ελαφιών και από πέτρες, εκείνης της εποχής. (Η Θάσος από την αρχαιότητα - τουλάχιστον από το 3.000 π.Χ. - διέθετε και μεταλλεία χαλκού και σιδήρου, ενώ στους ιστορικούς χρόνους διέθετε και μεταλλεία χρυσού!).

Η ώχρα είναι ένα κόκκινο ή κίτρινο μικρής καθαρότητος σιδηρομετάλλευμα. Αλλά τι την έκαναν την ώχρα οι άνθρωποι της Παλαιολιθικής Εποχής; Οι κατοπινοί ξέρουμε: Την είχαν για χρωστική ουσία. Έφτιαχναν μ' αυτήν τις «σκιές» στα ζωγραφικά έργα τέχνης τους (Πλίνιος). Με την κίτρινη και την κόκκινη ώχρα - την λεγόμενη μίλτο, που την βρίσκουμε ακόμη και στις μυκηναϊκές πινακίδες! - εκτός από χρωστική, την χρησιμοποιούσαν και στα φάρμακα και όταν έδεναν ξύλινα σκαριά, διότι είχαν ιδεί πως στην ναυπηγική τους εξασφάλιζε αδιαβροχοποίηση. Την καλύτερη μίλτο έδινε η Κέα (Θεόφραστος). Η πόλις των Αθηνών είχε το μονοπώλιο της ώχρας της Κέας. Εάν οι Κείοι αθετούσαν τους όρους της συμφωνίας με τους Αθηναίους, οι τελευταίοι είχαν σκληρές κυρώσεις για τους Κυκλαδίτες.

Αντιστοίχως, από θηραϊκή γη (προϊόν των γνωστών ηφαιστειακών εκρήξεων της νήσου Θήρας) κατά την αρχαιότητα κατασκευάζονταν προκυμαίες και κυματοθραύστες, και γι' αυτό εν συνεχεία με το ίδιο προϊόν κατασκευάσθηκαν τα τοιχώματα στις διώρυγες της Κορίνθου, αλλά και του Σουέζ! Το θείο χρησιμοποιείτο από την αρχαιότητα ακόμη για απολυμαντικούς σκοπούς. Για την καλύτερη απόδοση των χωραφιών του ο Λαέρτης στην Ιθάκη χρησιμοποιούσε απολυμαντικό θειάφι. Από τότε η γνώση, διατηρήθηκε έως σήμερα, και πωλείται θειόχωμα για καλύτερη απόδοση των χωραφιών. Η γνώση του πατρός χρησίμευσε και στον υιό. Γι' αυτό όταν ο Οδυσσεύς φόνευσε τους μνηστήρες, διέταξε να ραντίσουν με θειάφι τον χώρο, που είχε μολυνθεί με τα αίματα των νεκρών!... Στον Μεσαίωνα θειάφι χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή πυρίτιδας. Αλλά και ως εντομοκτόνο. Σήμερα το χρησιμοποιούν στην πολεμική βιομηχανία και την παραγωγή ελαστικών.

Απ' τα κέρδη των ορυχείων έπαιρναν μερίδιο και οι θεοί, δηλ. οι ιερείς τους. Όταν λ.χ. η Σέριφος, δεν προσέφερε το 10% των εσόδων των μεταλλείων της στον θεό Απόλλωνα, εκείνος. καταβύθισε τα μεταλλεία του νησιού - νυν γνωστά ως Μεταλλεία τ' Αγίου Σώστη. Ακόμη και σήμερα ευρίσκονται υπό την επιφάνεια της θαλάσσης! Κι είναι απ' τα λίγα υποβρύχια ορυχεία του κόσμου.

Η πόλις των Αθηνών χρωστά την δύναμή της στα μεταλλεία του Λαυρίου. Το κράτος των Μακεδόνων στα ορυχεία της Σκαπτής Ύλης του Παγγαίου.

Όλος αυτός ο κρυμμένος αιγαιακός πλούτος προσέλκυσε πολλούς ξένους επενδυτές και επιστήμονες στην χώρα μας. Ιδίως τον 19ο και τον 20ό αι. οτυχεία λειτουργούσαν σε 29 ακόμη νησιά! Από την δεκαετία του 1830 θεσπίσθηκε ειδική νομοθεσία για εκμετάλλευση των ορυχείων από το Δημόσιο. Το 1861 ψηφίσθηκε «μεταλλευτική νομοθεσία» για τις παραχωρήσεις τους σε ιδιώτες. Η περίοδος 1870-1907 καλείται η «χρυσή εποχή των ελληνικών μεταλλείων». Αρκεί να σκεφθεί κανείς πως τότε διπλασιάσθηκε ο πληθυσμός της Σερίφου! Αυξήθηκαν όμως και τα εργατικά ατυχήματα, που προκάλεσαν την τεράστια απεργία των εργατών το 1916, χαρακτηρίσθείσα «το πρώτο ελληνικό σοβιέτ».

Σήμερα ξέρουμε πως στα έγκατα της γης της Βορείου Ελλάδος ευρίσκεται λανθάνιο, νεοδύμιο, γαδολίνιο, τέρβιο, κ.ά. ορυκτά. Η πρώτη επίσημη απόπειρα εντοπισμού ουρανίου στο ελληνικό υπέδαφος έγινε στις αρχές του 1950. Σήμερα στην Θράκη είναι γνωστό πως έχει εντοπισθεί ουράνιο - ήδη από την δεκαετία του 1990. Η αξία του ελληνικού ουρανίου ανέρχεται σήμερα σε περίπου 125.000.000 δολλάρια. Περίπου 10.000 τ. ουρανίου υπάρχουν στους νομούς Δράμας, Καβάλλας, Σερρών, Χαλκιδικής (σημ. ένα γραμμάριό του αξίζει 20.000 δολλάρια). Στους ορεινούς όγκους των ν. Θεσσαλονίκης και Κιλκίς και σε μια στενή ζώνη - που εκτείνεται ασυνεχώς σε μήκος άνω των 100 χλμ. - από το Κάτω Νευροκόπι Δράμας έως την Σιδηρώ (όνομα και πράμα) του ν. Έβρου, υπάρχουν έως και διαμάντια - εμφανίζονται ως εγκλείσματα σε διάφορα ορυκτά, όπως το ζιρκόνιο, ο γρανάτης και ο βιοτίτης, σε μεγέθη που κυμαίνονται από 2-150 χιλιοστά του χιλιοστού. Το 1999 κοντά στα χωριά Γαλαρινός, Λιβάδι και Μαραθούσα Χαλκιδικής (20-40 χλμ. ΝΑ. της Θεσσαλονίκης), ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά διαμάντια σε πετρώματα του φλοιού. Για τον χρυσό, ούτε λόγος. Για το πετρέλαιο, που δεν χρειάζεται εξόρυξη, αλλά αναδύεται μόνο του στην Ζουράφα και στον Άγ. Ευστράτιο, ούτε λόγος.


ΠΗΓΕΣ:


  • Κατράκης Δ. Στ. «Ορυκτός πλούτος και οικονομική ανάπτυξις της χώρας», 1965.
  • Κλαρκ Έντ. Ντ. «Περιγραφή των ελληνικών μαρμάρων που προέρχονται από τις ακτές του Ευξείνου, του Αρχιπελάγους και της Μεσογείου», 1809.
  • Κορδέλλας Α. «Η Ελλάς εξεταζομένη γεωλογικώς και ορυκτολογικώς», 1878.
  • Μαυροκορδάτου Δ., Μενδώνη Λ., Μπαλοδήμου Μ., Μπελαβίλας Ν., Παπαστεφανάκη Λ., Φραγκίσκος Αντ. «Ορυχεία του Αιγαίου», εκδ. «Μέλισσα».
  • Παπαζήσης Ιω. «Ο άγνωστος ορυκτός πλούτος της Ελλάδος», εκδ. «Κάδμος», 2008. Του ιδίου «Πολύτιμοι λίθοι και στρατηγικά ορυκτά της Ελλάδος», εκδ. «Κάδμος», 2009.
  • Τσάιμου Κων. Γ. «Ορολογία της αρχαίας μεταλλείας», Πανεπ. Εκδ. ΕΜΠ

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

έργο Στέλιου Πεδιαδίτη


Άννα, η μητέρα της Θεοτόκου.

Στις  9 Δεκεμβρίου εορτάζεται η ημέρα της Συλλήψεως της Αγίας Άννης.

Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα με τα απόκρυφα Ευαγγέλια και την παράδοση της Εκκλησίας ο ιερέας Ματθαν κάτοικος της Βηθλεέμ απέκτησε τρεις κόρες τη Μαρία τη Σώβη και την Άννα. Η Μαρία παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ και γέννησε την Ελισάβετ τη μητέρα του Ιωάννου του Βαπτιστού. Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαία όμως δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Ένα βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγγελο Γαβριήλ που τις ανήγγειλε ότι θα αποκτήσει παιδί από το σύζυγό της.

Πραγματικά απέκτησαν μία κόρη, μολονότι και οι δύο ήταν υπερήλικες, που την ονόμασαν Μαρία. Ήταν το Πανάγιο εκείνο πλάσμα που επρόκειτο να φέρει στον κόσμο το σωτήρα του. 

Οι Δύο ηλικιωμένοι γονείς αφιέρωσαν το παιδί του στην εκκλησία της Ιερουσαλήμ όταν ήταν μόλις τριών χρόνων. Μετά δύο χρόνια απεβίωσαν.

Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια. Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου. Επίσης, το έτος 550 μ.Χ., ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας. 

Η εκκλησία μας τιμά την Αγία Άννα τρεις φορές: στις 9 Δεκεμβρίου -που γιορτάζουν και οι περισσότερες χριστιανές που τις ονόμασαν Άννα- πανηγυρίζουν την ανάμνηση του Ευαγγελισμού της συλλήψεως της Αγίας Άννας, στις 25 Ιουλίου που τιμούμε την Κοίμηση της προμήτορος του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και στις 9 Σεπτεμβρίου που προσκυνούμε τη Σύναξη των δικαίων γονέων της Υπερ-Αγίας Θεοτόκου, Ιωακείμ και Άννης .

Απολυτίκιο:

Ήχος δ'.

Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται· του Ιωακείμ γαρ και της Άννης εισακούων Θεός, παρ ελπίδα τεκείν αυτούς σαφώς, υπισχνείται θεόπαιδα· εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή· Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός




Πηγές:
Αγγελική Δαμίγου Το Συναξάρι των Αγίων.