Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Τα Σκόπια…




Τα Σκόπια…

Χωρίς να διαθέτω τις περγαμηνές που επάξια κατέχουν οι πνευματικοί άνθρωποι Σαράντος Καργάκος, Νίκος Μέρτζος, Χρ. Γιανναράς, Σωτήρης Γιαννόπουλος, Φ. Γιαγκιόζης, απλώς επειδή αρέσκομαι να ανατρέχω στις σελίδες της Ιστορίας θα παραθέσω κάποια στοιχεία. Ελπίζω τα στοιχεία αυτά να προβληματίσουν τον πρωθυπουργό και να τον ωθήσουν να καλέσει κοντά του κάποιον ειδικό, για «ιστορικό φροντιστήριο». Κέρδος δικό του θα είναι.
Εδώ και χρόνια, γίνονταν αναφορές από «επίσημα χείλη» για τα «γεωγραφικά όρια» της Μακεδονίας, πάντα εκ του πονηρού. Βάση του όλου θέματος, με το οποίο μπορούμε να αποστομώσουμε τους βόρειους γείτονες, είναι το ότι: Ο Φίλιππος και ο Μέγας Αλέξανδρος μεγαλούργησαν τον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ οι Σλάβοι εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια μόλις προς το τέλος του 6ου αιώνα μ.Χ. Τα κέντρα της αρχαίας Μακεδονίας βρίσκονταν στον ελληνικό χώρο και ποτέ δεν υπήρξαν σλαβικά. Η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων ήταν ελληνική και όχι ιδίωμα της σλαβικής. Ο ελληνικός χαρακτήρας της Μακεδονίας παρέμεινε αναλλοίωτος και κατά τους βυζαντινούς και νεότερους χρόνους. Η FYROM βρίσκεται έξω από τα ιστορικά όρια της Μακεδονίας και είναι σλαβική.
Κατά την περίοδο 1913-1925 στην ελληνική Μακεδονία οι κοσμογονικές αναλογικές εξελίξεις καθιέρωσαν την ελληνική εθνολογική ομοιογένεια του πληθυσμού, όπου ως νησίδες μόνο πρόβαλλαν αλλοεθνείς κοινότητες. Οι συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Λωζάννης το 1923 είχαν θέσει τέρμα στην παραδοσιακή πολιτική της «Μεγάλης Ιδέας», πράγμα που επέτρεψε στις ελληνικές κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου να στρέψουν την προσοχή τους στο εσωτερικό και στην οικοδόμηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Έτσι, η Μακεδονία, μετά τη δύσκολη αρχική περίοδο προσαρμογής του προσφυγικού στοιχείου, διεδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομική και κοινωνική απογείωση του σύγχρονου Ελληνισμού.
Όσον αφορά το πρόβλημα των αλλοεθνών ή αλλόγλωσσων ομάδων που είχαν απομείνει, οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τήρησαν κατά γράμμα τις σχετικές περί μειονοτήτων διατάξεις της Κοινωνίας των Εθνών. Μην ξεχνάμε ότι οι σλαβόφωνοι που είχαν επιλέξει να παραμείνουν στην Ελλάδα ήταν σε σημαντικό βαθμό ελληνικής συνείδησης. Γι’ αυτό, η ελληνική κυβέρνηση το 1924 δέχτηκε να υπογράψει τη συμφωνία με τη Βουλγαρία, γνωστή ως Πρωτόκολλο Πολίτη – Κάλφοφ, με την οποία αναγνώριζε τους σλαβόφωνους πληθυσμούς που είχαν μείνει στο έδαφός της ως βουλγαρικούς. Ξεσηκώθηκε, όμως, τέτοια κατακραυγή στο εσωτερικό της χώρας –ενώ παράλληλα και η Σερβία αντιδρούσε με καταγγελία της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας του 1913–, ώστε το Ελληνικό Κοινοβούλιο αρνήθηκε να επικυρώσει τη συμφωνία και η Κοινωνία των Εθνών απάλλαξε την Ελλάδα από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει. Από τότε η Ελλάδα θεώρησε τους απομείναντες σλαβόφωνους κατοίκους –που δεν ξεπερνούσαν τις 100.000– ως σλαβόφωνους Έλληνες. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1927, ένα νέο ελληνοβουλγαρικό σύμφωνο τακτοποίησε όλα τα εκκρεμή οικονομικά θέματα που είχαν εμφανιστεί από τη μαζική ανταλλαγή πληθυσμών.
Αυτά, πολύ συνοπτικά, για την προϊστορία. Δεν θα αναλύσουμε τώρα τα επόμενα γεγονότα. Από τη στιγμή, δηλαδή, που εμφανίζεται η νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση, οι ηγέτες της οποίας προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν κάθε εστία πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, ελπίζοντας στην εξάπλωση της επανάστασης. Το «Μακεδονικό», η γραμμή της Κομιντέρν, η περίοδος της Κατοχής κ.λπ. είναι γνωστά και υπάρχει, άλλωστε, μεγάλη σχετική βιβλιογραφία, που θα μπορούσε να μελετήσει λίγο και ο κ. Τσίπρας. Θα μείνουμε μόνο σε ένα σημείο, που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: Η λύση που έδωσε στο «Μακεδονικό Πρόβλημα» της Γιουγκοσλαβίας ο Τίτο, πριν καλά καλά τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήταν πραγματικά πονηρή. Αναγνωρίζοντας τους σλάβους κατοίκους της περιοχής του ως «Μακεδόνες», εξουδετέρωσε τη σύνδεση αυτού του πληθυσμού με τους Βουλγάρους! Από την άλλη πλευρά, αποκτούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων για να επιβάλει μονομερή γιουγκοσλαβική λύση στο «Μακεδονικό Πρόβλημα», με την ενσωμάτωση των δύο άλλων τμημάτων στη «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Βέβαια, η ρήξη με τον Στάλιν το 1948 και ο τερματισμός της ένοπλης ανταρσίας του ΚΚΕ το 1949 ανέτρεψαν αυτά τα σχέδια. Έτσι, το «Μακεδονικό» για το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας έγινε πρόβλημα. Έπρεπε ένας ολόκληρος κόσμος που επί δεκαετίες είχε προσανατολιστεί προς τη βουλγαρική εθνική ιδέα, και μικρότερο τμήμα του προς τη σερβική ιδεολογία, να αποκόψει τους δεσμούς αυτούς και να υιοθετήσει μια τελείως καινοφανή εθνική ιδεολογία, τη «μακεδονική». Η προσπάθεια αυτή υπήρξε το εσωτερικό «Μακεδονικό Πρόβλημα» της Γιουγκοσλαβίας στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Θα συνιστούσαμε στον κ. Τσίπρα να διαβάσει και το βιβλίο του Αλεξάνδρου Σβώλου (πρωθυπουργού του βουνού, δηλαδή της ΠΕΕΑ) με τίτλο: «Για τη Μακεδονία και τη Θράκη». Το βιβλίο αυτό είναι το μεγαλύτερο φραγγέλιο κατά της βουλγαρικής πολιτικής, όπου ο σοφός εκείνος καθηγητής, που πρώτος μετείχε στον σχηματισμό μόνιμης επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών, γράφει μεταξύ άλλων: «Η επιτροπή θεώρησε εθνικό καθήκον ν’ αντικρούσει τους μύθους περί αυτονομιστικών τάσεων του μακεδονικού και θρακικού πληθυσμού, που είχαν και τότε επαναληφθεί, όπως και τώρα (δηλαδή το 1945) εμφανίζονται μέσα στην έξαψη των πολιτικών μας παθών…». Και σε άλλο σημείο ετόνιζε: «Αυτόνομη Μακεδονία δεν υπάρχει για μας, και άρα δεν μπορεί να συζητείται…».
Το 1950 και μετά, η Βαλκανική έπαψε να απασχολεί το Κρεμλίνο και τους Δυτικούς. Το ενδιαφέρον τους είχε μετατοπιστεί στην Άπω Ανατολή (Κορέα – Ινδοκίνα). Οι σχέσεις Ελλάδος – Γιουγκοσλαβίας άρχισαν να βελτιώνονται. Ο Τίτο, που κυβερνούσε σαν απόλυτος μονάρχης, ανάπτυξε δεσμούς με την ελληνική βασιλική οικογένεια, με έλληνες πολιτικούς και επιχειρηματίες. Παρέσχε τη διαβεβαίωση ότι, εφόσον ζει ο ίδιος, το «Μακεδονικό» παγώνει. Και μόνο τότε πραγματοποιήθηκε επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Ιούνιο του 1954. Ο Τίτο έγινε δεκτός με τιμές από τον βασιλέα Παύλο και τον πρωθυπουργό Παπάγο, ενώ εξέφρασε την επιθυμία να συναντηθεί και με τους ηγέτες της αντιπολιτεύσεως, Σοφ. Βενιζέλο, Γ. Παπανδρέου, Γ. Καρτάλη, Σάββα Παπαπολίτη και Κων. Τσαλδάρη.
Τώρα, όσα αφορούν το «Μακεδονικό», Σκόπια κ.λπ. χρειάζονται τόμους ολόκληρους. Μερικά μόνο –ελάχιστα– βασικά πράγματα θέλαμε να θίξουμε, με αφορμή την ανιστόρητη δήλωση του πρωθυπουργού περί καταγωγής των Σκοπιανών και τις δόλιες προθέσεις του Μάθιου Νίμιτς περί λύσεως της ονομασίας του γειτονικού κράτους. Ειλικρινείς σχέσεις με τους Σκοπιανούς θα έχουμε μόνον εάν ακολουθήσουν το παράδειγμα του Τίτο και παγώσουν τα περί «Μακεδονίας». Να προσέξει ο Αλέξης αλλά και οι αντιπολιτευόμενοι. Μπαίνουμε σε μια νέα φάση «βαρβαρικών» επιδρομών. Να αφήσουν κατά μέρος τον «ρεαλισμό» για την ονομασία των γειτόνων. Ούτε «Σλαβική Μακεδονία» ούτε «Νέα Μακεδονία».
Οι ιδεολογίες είναι απλώς ετικέτες. Όχι όμως και οι ΙΔΕΕΣ. Εάν οι πονηροί Σκοπιανοί περάσουν τις «ιδέες» τους, τότε δημιουργούνται κίνδυνοι, τους οποίους θα πληρώσουμε ακριβά. Θα έχουμε χάσει ως έθνος.
Από άρθρο του Γ. Λεονταρίτη στο ΠΑΡΟΝ 
(https://www.paron.gr/2018/01/09/ta-skopia/)

Δεν υπάρχουν σχόλια: