Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Αποτελεσματικές ποινές για τους φοροφυγάδες




Οι φόροι είναι αναγκαστικές χρηματικές εισφορές των πολιτών προς το κράτος, οι οποίες δεν συνοδεύονται από άμεση αντιπαροχή. Είναι κατά συνέπεια λογικό ο αναγκαστικός αυτός χαρακτήρας των φόρων, σε συνδυασμό με το γεγονός της μη άμεσης αντιπαροχής, να προκαλεί την αντίδραση των φορολογουμένων, η οποία εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους, μεταξύ των οποίων και η φοροδιαφυγή.

Αν και οι παράγοντες που επηρεάζουν το μέγεθος της φοροδιαφυγής είναι πολλοί, στην ουσία η τάση για φοροδιαφυγή είναι συνάρτηση δύο παραγόντων, αλληλένδετων μεταξύ τους: της πιθανότητας να αποκαλυφθούν οι φοροφυγάδες και του ύψους της επιβαλλόμενης ποινής. Γιατί, για να πάρουμε τις δύο ακραίες περιπτώσεις, κανένα ορθολογικό άτομο δεν θα έκανε φοροδιαφυγή, ακόμη και αν η ποινή που του επιβαλλόταν ήταν εξαιρετικά μικρή, αν ήταν βέβαιο ή σχεδόν βέβαιο ότι θα αποκαλυφθεί. Ομοίως, ελάχιστοι σώφρονες θα επιχειρούσαν να φοροδιαφύγουν, ακόμη και αν η πιθανότητα αποκάλυψής τους ήταν πολύ μικρή, αν η ποινή που θα επιβαλλόταν θα ήταν για τους ίδιους και για τις οικογένειές τους όντως καταστροφική.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι: πρέπει οι φορολογικές αρχές να δώσουν προτεραιότητα στη δημιουργία των προϋποθέσεων που αυξάνουν την πιθανότητα εντοπισμού της φοροδιαφυγής ή στη θεσμοθέτηση ενός αυστηρού συστήματος ποινών που να αποτρέπει την εμφάνισή της; Μια σημαντική παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη στην επιλογή αυτή είναι το κόστος εντοπισμού των φοροφυγάδων. Και επειδή, σε αντίθεση με την αύξηση των ποινών, η αύξηση της πιθανότητας εντοπισμού κοστίζει πολύ, υπάρχει ο κίνδυνος να επιλεγεί ως άριστη λύση αυτή της μικρής πιθανότητας αποκάλυψης των φοροφυγάδων και της επιβολής πολύ υψηλών ποινών. Η επιλογή, όμως, αυτή έχει τα όριά της και δεν ενδείκνυται για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε μια αξιόποινη πράξη πρέπει να συνδέεται άμεσα με τη βαρύτητα του διαπραττόμενου αδικήματος.

Πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε αρμονία με το εφαρμοζόμενο στη χώρα σύστημα ποινών, κάτι που από μόνο του θέτει όρια στο ύψος των επιβαλλόμενων για τη φοροδιαφυγή ποινών. Δεύτερον, γιατί πολύ συχνά οι φορολογούμενοι υποπίπτουν στο αδίκημα της φοροδιαφυγής, όχι εσκεμμένα, αλλά από άγνοια, ανακριβή πληροφόρηση, αντιφάσεις ή ασάφειες στη φορολογική νομοθεσία. Ετσι, για παράδειγμα, η επιβολή πολύ υψηλών ποινών σ’ ένα σύστημα που το χαρακτηρίζει η πολυνομία, η τυπολατρία, η αντιφατικότητα και η έλλειψη εσωτερικής συνοχής και λογικής, εμπεριέχει τον κίνδυνο να τιμωρηθούν αυστηρά ή και να καταστραφούν οικονομικά άτομα που υπέπεσαν στο παράπτωμα της φοροδιαφυγής όχι αναγκαστικά ή αποκλειστικά με δική τους ευθύνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιβολή πολύ αυστηρών ποινών δεν θα πρέπει να επιχειρηθεί, αν δεν απλοποιηθεί προηγουμένως το φορολογικό σύστημα, αποσαφηνισθούν οι «γκρίζες» περιοχές της νομοθεσίας και γίνει περισσότερο φιλική προς τον φορολογούμενο η φορολογική διοίκηση.

Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι η θεσμοθέτηση υψηλών ποινών δεν αποτελεί ικανή προϋπόθεση για συμμόρφωση με τη φορολογική νομοθεσία, αλλά ότι πρέπει να υπάρχει και η βούληση για την επιβολή αυτών των ποινών. Δηλαδή, η επιβολή πολύ υψηλών ποινών δεν θα επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα αν, λόγω ακριβώς της αυστηρότητάς τους, η πιθανότητα να καταδικαστούν οι φοροφυγάδες μειώνεται όσο αυξάνεται το ύψος των ποινών.

Με δεδομένους, λοιπόν, τους κινδύνους που εμπεριέχουν οι πολύ υψηλές ποινές και το κόστος που συνεπάγεται η εντατικοποίηση των ελέγχων έχει κριθεί ως πιο αποτελεσματική πολιτική η υιοθέτηση πρακτικών οι οποίες βασίζονται στην ανάλυση κινδύνου και αυτές που δίνουν μια άλλη διάσταση στην έννοια της ποινής. Μια τέτοια πολιτική είναι αυτή σύμφωνα με την οποία αν κάποιος αποκαλυφθεί ότι φοροδιαφεύγει, η ποινή που θα του επιβληθεί είναι η «μεταφορά» του σε ομάδα φορολογουμένων που αντιμετωπίζει μεγαλύτερη πιθανότητα ελέγχου. Αντίθετα, η ανταμοιβή κάποιου που ανήκει ήδη σε ομάδα υψηλής πιθανότητας ελέγχου για τον οποίο ο έλεγχος έδειξε ότι είναι συνεπής με τις φορολογικές του υποχρεώσεις θα είναι να «μεταφερθεί» σε ομάδα χαμηλότερης πιθανότητας ελέγχου. 

Μια άλλη, συμπληρωματική πολιτική, μπορεί να είναι αυτή της κατηγοριοποίησης των φορολογουμένων ανάλογα με την «επικινδυνότητα» που εμφανίζουν για φοροδιαφυγή, κάνοντας χρήση διαφόρων δεικτών ή ακόμη και εισοδηματικών ορίων. Στην τελευταία περίπτωση, αν κάποιος δηλώσει εισόδημα μικρότερο από το αντιπροσωπευτικό όριο της κατηγορίας στην οποία ανήκει, υπόκειται αυτόματα στο δείγμα για φορολογικό έλεγχο.

Πρακτικές όπως αυτές θέλουν τον χρόνο τους για να αποδώσουν, συνέπεια στην εφαρμογή, αλλά σύντομα θα αρχίσουν να δείχνουν τα πρώτα αποτελέσματα.

Του Νικου Tατσου*
* Καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής, πρέσβης της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ.

πηγή:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_16/01/2011_428920

Δεν υπάρχουν σχόλια: