Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Όλη η αλήθεια για την αναδιάρθρωση του χρέους

euros500 
Η Γερμανία επέβαλε, με την καθοριστική βοήθεια της Γαλλίας, την αναδιάρθρωση του χρέους ως βασικό στοιχείο της λύση στο πρόβλημα του δανεισμού που θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον χώρες της Ευρωζώνης, μαζί με τη χρηματοδότηση που θα εξακολουθήσει να υπάρχει-αλλά προφανώς σε πολύ  μικρότερη έκταση- από την ΕΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.  
Η αναδιάρθρωση θα αφορά και στα ομόλογα της χώρας που κρατούν ιδιώτες-τράπεζες, συνταξιοδοτικά ταμεία, αμοιβαία κεφάλαια κ.ά.- για να αναλάβουν και αυτοί μέρος του κόστους της δημοσιονομικής προσαρμογής των υπερχρεωμένων χωρών, που είναι απαραίτητη προκειμένου να σταθούν ξανά στα πόδια τους. «Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση είναι αναγκαία, ώστε να μην φέρουν το βάρος μόνο οι φορολογούμενοι [Σ.Σ. των χωρών που θα δίνουν χρήματα]», τόνισε η καγκελάριος της Γερμανίας κυρία Άνγκελα Μέρκελ στη συνέντευξη που έδωσε μετά το τέλος των εργασιών της Συνόδου στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, οι «27» έδωσαν σύμφωνη γνώμη τους στις προτάσεις της ομάδας υπό τον πρόεδρο της ΕΕ κ. Χέρμαν Βαν Ρομπέι σχετικά με την θέσπιση αυστηρότερων κυρώσεων κατά των χωρών που παραβαίνουν τους δημοσιονομικούς κανόνες για το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, καθώς και την ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας στην Ευρωζώνη. Η πρόταση της κυρίας Μέρκελ και του Γάλλου προέδρου κ. Νικολά Σαρκοζί για πολιτικές κυρώσεις εις βάρος των δημοσιονομικών παραβατών, με τη στέρηση της δυνατότητας ψήφου στα ευρωπαϊκά συμβούλια, περιορίστηκε μόνο για θέματα που αφορούν στην ΟΝΕ και εφόσον υπάρχει «μόνιμη απειλή της σταθερότητας της Ζώνης του Ευρώ συνολικά».

Κρίσιμες αποφάσεις το επόμενο δίμηνο

Είναι φανερό ότι οι αποφάσεις αυτές θα επηρεάσουν βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τις δυνατότητες της Ελλάδας να περιορίσει και στη συνέχεια να ξεφύγει από τι δίνη της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στην οποία βρίσκεται από το τέλος του 2008 και κυρίως από τον περασμένο Μάιο, όταν άρχισε να εφαρμόζεται το Μνημόνιο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, καθώς δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η σχετική διάταξη- που πλέον θα αποκτήσει και θεσμικό μανδύα- αφορά πρώτα την Ελλάδα και στη συνέχεια την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και την Ισπανία (με τη σειρά που αναφέρθηκαν). 
Το επόμενο δίμηνο, μέχρι τη Σύνοδο των ηγετών των «27», κατά το οποίο θα πάρει «σάρκα και οστά» ο Μόνιμος Μηχανισμός Αντιμετώπισης Κρίσεων, η Ελλάδα πρέπει να δώσει «μάχες» και μάλιστα σε συνεννόηση με τις άλλες χώρες που έχουν άμεσο ενδιαφέρον, με στόχο οι ρυθμίσεις του να στηρίζουν κατά το δυνατόν τα συμφέροντα της χώρας μας. Αντί τούτου, όμως, βλέπουμε, ακόμη και αυτή την ώρα που η οικονομία μας απειλείται με κατάρρευση, να μην υπάρχει καμία ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών ούτε από την κυβέρνηση, που έχει την βασική ευθύνη, ούτε από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.  Αντίθετα, βλέπουμε μια  προσπάθεια αποπροσανατολισμού με γενικούς αφορισμούς υπέρ ή κατά των αλλαγών που κυοφορούνται στις Βρυξέλλες. 
Ο πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου περίπου θριαμβολογούσε μετά τη Σύνοδο, λέγοντας πως «είναι μια σημαντική νίκη ότι αποφασίστηκε η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού στήριξης και σταθερότητας», χωρίς καν να παραδεχτεί ότι αφορά την Ελλάδα η πρόταση για την αναδιάρθρωση του χρέους! Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Θεόδωρος Πάγκαλος υπονόησε καθαρά, σε συνέντευξη που έδωσε στο Βήμα, ότι η αναδιάρθρωση είναι στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης, λέγοντας: «Τα χρέη υπάρχουν για να αναδιαρθρώνονται. Μπορεί να το επιδιώξουμε ή να μας προταθεί  και να μην μας συμφέρει να το αποτρέψουμε». Μετά τις βολές που δέχτηκε, όμως, από τη ΝΔ, η οποία ζήτησε την παραίτησή του, επειδή είναι σε διαφορετική γραμμή από τον πρωθυπουργό, ο κ. Πάγκαλος ανέκρουσε πρύμνα και ψέλλισε ότι όσα είπε ήταν θεωρητικά και δεν αφορούσαν την Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος της ΝΔ κ. Αντώνης Σαμαράς είπε, μετά τη συνάντηση που είχε με τον κ. Βαν Ρομπέι, ότι «θα είναι κατηγορηματικά αντίθετος στην ιδέα της ελεγχόμενης χρεοκοπίας, που πολλοί εμφανίζουν ως ουσιώδες στοιχείο στην υπό σύσταση Μηχανισμό». Εξηγώντας για ποιο λόγο είναι αντίθετος, ο κ. Σαμαράς είπε: «Υποστήριξα με θέρμη ότι μια ελεγχόμενη πτώχευση είναι πτώχευση για τη χώρα που την υφίσταται και ελεγχόμενη για όλες τις υπόλοιπες. Μπορεί να λειτουργήσει όχι ως μηχανισμός διάσωσης των αδύναμων χωρών, αλλά ως μηχανισμός που τις διαχωρίζει από τις υπόλοιπες, τις ισχυρότερες. Και, αντί να καθιστά ισχυρότερη την Ευρωζώνη, αποδυναμώνει την ενότητά της».

Παραπληροφόρηση από τα κόμματα

Τόσο αυτά που είπαν ο κ. Παπανδρέου και ο κ. Πάγκαλος όσο και οι δηλώσεις του κ. Σαμαρά αποπροσανατολίζουν τους πολίτες, με την έννοια ότι αποτελούν κάποια «ξεκρέμαστα» συμπεράσματα, χωρίς καμία αναφορά στα δεδομένα και τη λογική επεξεργασία με την οποία κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα. Καλείται, επομένως, ο κόσμος να κινηθεί για μια ακόμη φορά σε μια λογική «άσπρου» και «μαύρου», μέσα σε συνθήκες πλήρους άγνοιας και παραπληροφόρησης. Η δικαιολογία για τη μη πληροφόρηση δεν μπορεί να είναι ότι τα θέματα αυτά είναι τεχνικά και δεν τα καταλαβαίνει ο κόσμος, διότι και τα πιο σύνθετα θέματα μπορούν να εξηγηθούν με απλά λόγια στον κόσμο. Ούτε μπορεί να είναι δικαιολογία ότι, αν εξηγήσουμε πως λειτουργεί ο μηχανισμός, θα το εκμεταλλευτούν οι αγορές και θα αυξήσουν τα επιτόκια – άλλωστε γι’ αυτό αρκεί η εκλογολογία. Η ανησυχία που συνεχώς εξέφραζε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις Βρυξέλλες, κάνοντας  υποδείξεις στους δημοσιογράφους να μην γράψουν τίποτε που να δώσουν αφορμή στις αγορές να αυξήσουν τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων, είναι επιεικώς ακατανόητος. Οι ξένοι επενδυτές έχουν τη δική τους γνώση και πληροφόρηση από πολλές πηγές για να βγάλουν συμπεράσματα και φυσικά τους δίνει η κυβέρνηση αφορμές με τη δική της πολιτική. Για να το πούμε και διαφορετικά, «ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι». Με τη συγκάλυψη των προβλημάτων φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και, αν συνεχίσουμε έτσι, είναι βέβαιο ότι δεν βοηθάμε αλλά συμβάλλουμε στην κατάρρευση της οικονομίας μας.

Γιατί είναι αναγκαία η αναδιάρθρωση

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν θα πρέπει ή όχι να προχωρήσει η Ελλάδα αναδιάρθρωση του χρέους της, αλλά με ποιες προϋποθέσεις θα γίνει και για το λόγο αυτό έχει σημασία πως θα διαρθρωθεί ο Μόνιμος Μηχανισμός Κρίσεων της ΕΕ, καθώς και οι θέσεις της Ελλάδας στη διαπραγμάτευση που θα γίνει το επόμενο δίμηνο, μέχρι την οριστικοποίησή του. 
Για την ελληνική οικονομία φαίνεται ολοένα και πιο καθαρά ότι η αναδιάρθρωση του χρέους της είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να φύγει από το τέλμα, στο οποίο βουλιάζει μετά τη δημοσιονομική θεραπεία –σοκ που επιβλήθηκε με το Μνημόνιο. Προφανώς θα ήταν καλύτερα να μπορούσαμε να αποφύγουμε την αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά είναι βέβαιο ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν, επειδή το χρέος είναι πολύ υψηλό και οι δαπάνες για τόκους θα απομυζούν κάθε χρόνο ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι από το εθνικό εισόδημα. Αυτό θα πρέπει να είναι σαφές, για να ξέρουμε από ποια βάση ξεκινάμε. Επίσης, θα πρέπει να πούμε καθαρά ότι και μετά την αναδιάρθρωση θα συνεχιστεί η πολιτική λιτότητας, αλλά με μικρότερη ένταση, γιατί αρχικά θα πρέπει να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα – το έλλειμμα χωρίς τις δαπάνες για τόκους – το οποίο φέτος με τις καλύτερες υποθέσεις θα είναι πάνω από 7 δις ευρώ, ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα για να μειώνουμε το χρέος. Έχει, όμως, μεγάλη σημασία η διαδικασία, με βάση την οποία θα γίνει η αναδιάρθρωση, ώστε να έχουμε το μικρότερο δυνατό κόστος ως οικονομία.

Οι όροι επιτυχίας της αναδιάρθρωσης

Τα βασικά θέματα που σχετίζονται με τα ην αναδιάρθρωση και τη λειτουργία του Μηχανισμού Κρίσεων και θα τεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι τέσσερα:
Πρώτον, θα πρέπει να γίνει επιμήκυνση του χρέους της Ελλάδας αλλά και μείωση της δαπάνης που πληρώνει ο κρατικός προϋπολογισμός για τόκους, ώστε να μείνουν διαθέσιμοι πόρου για να στηριχτεί η οικονομία. Δημοσίευμα της έγκυρης γερμανικής εφημερίδας Handelsblatt, που επικαλείται υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης Μέρκελ, αναφέρει ότι το γερμανικό σχέδιο προβλέπει πράγματι και επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους και αναστολή των τόκων, ακόμη και – ως τελικό μέτρο- τη διαγραφή μέρους της ονομαστικής αξίας των ομολόγων (το γνωστό ως haircut). Ωστόσο, επισήμως δεν υπάρχει καμία αναλυτική πρόταση της Γερμανίας. 
Δεύτερον, η αναδιάρθρωση θα πρέπει να συνδυάζεται με χρηματοδότηση από την ΕΕ, διαφορετικά δεν θα μπορέσει η Ελλάδα να καλύψει από τις αγορές το ποσό που χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει το πρωτογενώς έλλειμμά της και θα έχουμε πάλι κατάρρευση της οικονομίας. Για το θέμα αυτό εκφράστηκαν κάποιες αμφιβολίες από ξένους αναλυτές, επειδή διατηρείται το άρθρο 125 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, το οποίο απαγορεύει τη διάσωση μιας χώρας από άλλες χώρες της Ευρωζώνης (no bail out clause). Ωστόσο, η ίδια η κυρία Μέρκελ ουσιαστικά διέλυσε αυτή την αμφιβολία, όταν είπε ότι δεν θα πρέπει να φέρουν το βάρος μόνο οι φορολογούμενοι, ενώ και πηγές της γερμανικής κυβέρνησης έλεγαν ότι δεν συζητείται η αρχική φόρμουλα της ελεγχόμενης πτώχευσης που είχε διατυπώσει υπουργός Οικονομικών κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. 
Τρίτον, το ζήτημα της συμμετοχής των ιδιωτών στο κόστος της αναδιάρθρωσης και των ιδιωτικών φορέων. Όπως έγινε γνωστό, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Ζαν Κλοντ Τρισέ διαφώνησε κατηγορηματικά με την πρόταση αυτή, υποστηρίζοντας ότι θα δημιουργηθούν νέες εντάσεις στις αγορές που θα ωθήσουν προς τα πάνω τα επιτόκια των ομολόγων των χωρών της Περιφέρειας της Ευρωζώνης, το χρέος των οποίων έχει υψηλό  κίνδυνο να υπαχθεί σε αναδιάρθρωση. Η άποψη του κ. Τρισέ ήταν ότι σε μια νευρική αγορά, αν προστεθεί και η ανάληψη του κινδύνου της αναδιάρθρωσης, η κατάσταση θα γίνει πολύ δυσκολότερη, γιατί οι τράπεζες θα ζητάνε ακόμη μεγαλύτερα επιτόκια για να δανείσου σε υπερχρεωμένες χώρες. Για τον ίδιο λόγο αντέδρασε και ο πρωθυπουργός της Ισπανίας κ. Χοσέ Λουί Ροντρίγκεζ Θαπατέρο, ο οποίος διαφώνησε με την προοπτική να βρεθεί αντιμέτωπος και πάλι με αύξηση των επιτοκίων, ενώ είχε κατορθώσει χάρη στα περιοριστικά μέτρα που πήρε να ηρεμήσει τις αγορές.  Ο πρόεδρος του Eurogroup κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ τόνισε ότι θα πρέπει να σταθμιστεί με πολύ προσοχή σε ποιο βαθμό θα πρέπει να αναλαμβάνουν το κόστος της αναδιάρθρωσης οι ιδιώτες, για να αποφευχθούν αδικαιολόγητες αυξήσεις επιτοκίων και για τις χώρες που δεν είναι άμεσα «ύποπτες» ότι θα υπαχθούν στο νέο Μηχανισμό. Το κόστος της δυσκολότερης και ακριβότερης πρόσβασης στις αγορές για την άντληση χρηματοδότησης είναι πράγματι ένα αναγκαίο κακό της αναδιάρθρωσης, αν επωμιστούν κάποια ζημία και οι τράπεζες και οι άλλοι ιδιωτικοί φορείς που αγοράζουν κρατικά ομόλογα. Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το κόστος, θα ήταν η αναδιάρθρωση να γινόταν μόνο μέσα από τους κρατικούς προϋπολογισμούς των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης και κυρίως της Γερμανίας. Η κυρία Μέρκελ, όμως, ξεκαθάρισε ότι για πολιτικούς λόγους δεν επιθυμεί να συμβεί αυτό, ενώ προφανής επιδίωξή της είναι να μην υπάρχει και ο «ηθικός κίνδυνος», δηλαδή να μην επαναπαύονται οι κυβερνήσεις ότι θα μπορούν να δανείζονται κατά το δοκούν και στο τέλος  να ελπίζουν σε μια διαγραφή του χρέους τους με τη βοήθεια των άλλων χωρών. Με την εμπλοκή των τραπεζών, τόσο οι ίδιες όσο και οι χώρες που είναι επιρρεπείς σε υπερχρέωση, θα είναι περισσότερο φειδωλές, οι πρώτες γιατί θα φοβούνται ότι στο μέλλον μπορεί να έχουν ζημία από ενδεχόμενη αναδιάρθρωση χρέους και οι δεύτερες επειδή το κόστος των πιστώσεων θα είναι μεγαλύτερο. Με τα δεδομένα αυτά, η προτεραιότητα πρέπει να είναι σε αυτό που είπε ο κ. Γιούνκερ, να περιοριστεί δηλαδή όσο είναι δυνατό η ζημία των ιδιωτών από την αναδιάρθρωση του χρέους. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο, γιατί οι ελληνικές τράπεζες κρατούν πάνω από 50 δις ευρώ σε ομόλογα του Δημοσίου και η όποια ζημία τους τελικά θα πρέπει να καλυφθεί – με δεδομένα τα προβλήματα που έχουν – με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από τους Έλληνες φορολογούμενους. 
Τέταρτον, η αναδιάρθρωση θα συνδεθεί με αυστηρούς όρους οικονομικής πολιτικής, που θα επιβάλλουν τη σταδιακή  μείωση του ελλείμματος και του χρέους. Αυτό είναι αναπόφευκτο, γιατί θα πρέπει να διασφαλιστεί και η μελλοντική ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει το χρέος της. Όμως είναι καθοριστικής σημασίας να προβλεφθεί  μια πιο μακρά περίοδος για το μηδενισμό του πρωτογενούς ελλείμματος, ώστε και η οικονομία να σταθεί στα πόδια της και το σύστημα αποπληρωμής των χρεών να λειτουργήσει ομαλά. Σημασία έχει ακόμη να προβλεφθεί συγκεκριμένη περίοδος δέσμευσης μέσω του μνημονίου της οικονομικής πολιτικής, δεδομένου ότι η ανάγκη μείωσης του χρέους της Ελλάδας στο μέλλον θα διασφαλίζεται από τους αυστηρότερους κανόνες εποπτείας της δημοσιονομικής πολιτικών των χωρών-μελών, οι οποίοι φτάνουν μέχρι την καταβολή πολύ υψηλών προστίμων από τους δημοσιονομικούς παραβάτες. Επίσης, έχει σημασία οι ασφαλιστικές δικλείδες που θα ζητηθούν για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών να μην είναι λεόντειες εις βάρος των συμφερόντων της χώρας μας.

Το παγκόσμιο σκηνικό

Η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας, πρέπει να ιδωθεί μέσα στη μεγαλύτερη εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας. Στην έκθεση που ετοίμαζε το ΔΝΤ για τη Σύνοδο των ηγετών των 20 μεγαλύτερων οικονομιών (G-20) περιγράφεται μια κατάσταση που μοιάζει με καζάνι που βράζει. Από τη μια πλευρά, οι δυτικές οικονομίες – ιδιαίτερα η αμερικάνικη – έχουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και, από την άλλη, οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής σημειώνουν μεν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά είναι πιθανό να επηρεαστούν αρνητικά από τις αναπτυγμένες οικονομίες. Οι δυο μεγάλες προκλήσεις είναι ο καθορισμός νέων ισορροπιών στην παγκόσμια ανάπτυξη και ο κίνδυνος από τα χρέη των χωρών. Η νέα ισορροπία στην ανάπτυξη θα είναι δύσκολη, όπως δείχνουν οι εξελίξεις με τον «πόλεμο» των νομισμάτων. Επομένως, η Ελλάδα θα έχει κάθε λόγο να σπεύσει  για να τα τακτοποιήσει τη μεγάλη εκκρεμότητα του χρέους της, με όρους που θα τη βοηθήσουν πραγματικά να επανεκκινήσει την οικονομία της.

Πηγή:
http://www.sofokleous10.gr/portal2/toprotothema/toprotothema/2010-12-03-00-13-32-2010120331178/

Δεν υπάρχουν σχόλια: