Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΗΡΥΓΜΑ ΕΝΔΟΤΙΣΜΟΥ;









Ανάμεικτα συναισθήματα από την ομιλία στη Βουλή 
του κύπριου Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια



Ανάμεικτα συναισθήματα και θλίψη απλώθηκε στα έδρανα της Βουλής, μετά την πανηγυρική, υποτίθεται, ομιλία του κύπριου Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια για τα 50 χρόνια της κυπριακής ανεξαρτησίας, την Τρίτη 23 Νοεμβρίου. Αιτία δεν ήταν μόνο οι συνθήκες κατοχής, κάτω από τις οποίες εορτάζονται τα 50 χρόνια, και οι οποίες φέρνουν δικαιολογημένα εθνική κατήφεια. Ήταν τα όσα είπε, με την ευκαιρία αυτή, ο κύπριος Πρόεδρος.
Περιληπτικά, ο Δημήτρης Χριστόφιας υπεράσπισε και επαναβεβαίωσε σ' όλη τη γραμμή την ακολουθούμενη απ' αυτόν και το κόμμα του πολιτική και στρατηγική στο Κυπριακό, που για κάθε αντικειμενικό παρατηρητή βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο και εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους για ολόκληρη την Κύπρο. Αρνούμενος να επανεξετάσει τη στρατηγική αυτή, υπό το φως των πραγματικών δεδομένων, και επιλέγοντας την τακτική της φυγής προς τα εμπρός, έφτασε μάλιστα στο σημείο να επαναλάβει και στην ελληνική Βουλή αυτό που είπε και παλαιότερα στη Νέα Υόρκη: «Ας μας δοκιμάσουν και θα εκπλαγούν πολλοί από το πόσο έτοιμοι είμαστε για λύση».

Ο κύπριος Πρόεδρος συνδέει, βεβαίως, το ενδεχόμενο αυτό με τουρκική ανταπόκριση. Είναι όμως να απορεί κανείς για το ποιες άλλες υποχωρήσεις-έκπληξη μπορεί να υπονοεί για την υποτιθέμενη «λύση». Οι μονομερείς υποχωρήσεις, στις οποίες έχει ήδη προβεί, τον έφεραν σε αντίθεση με τις κοινές αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου και δεν επηρέασαν κατ' ελάχιστον την αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς. Η τελευταία αξιοποιεί, αντιθέτως, τη διαδικασία των συνομιλιών για επικοινωνιακή πολιτική, αποενοχοποίηση της Τουρκίας, προβολή του «ψευδοκράτους» ως «ισότιμου» μέρους, συγχέοντας σκοπίμως την τουρκοκυπριακή κοινότητα με το ψευδοκράτος, και για την προώθηση, ντε φάκτο, «λύσης» δύο χωριστών κρατών, τα οποία θα φέρουν την «επανένωση» στην προοπτική μιας συνομοσπονδίας.

Υπό τους όρους αυτούς, ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο της επιδιωκόμενης «λύσης», υπό τη διφορούμενη ορολογία της διζωνικής ομοσπονδίας, και πού οδηγεί η ακολουθούμενη στρατηγική, που εφέλκει εκ των πραγμάτων την επιδιαιτησία τύπου σχεδίου Ανάν, σε μια νέα παραλλαγή;

Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντήθηκαν και δεν φωτίσθηκαν από την ομιλία του Δημήτρη Χριστόφια. Αντιθέτως, η σκόπιμη διαδήλωση, υπό τις συνθήκες αυτές, αποφασιστικότητας και ετοιμότητας για «λύση» και «επανένωση» καθιστά πιο έντονα ακόμη τα ερωτήματα και τους φόβους για την ακολουθούμενη πολιτική και τα επόμενα βήματά της.


ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝ «ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ»


ΚΥΠΡΟ, ΕΥΣΧΗΜΗ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ 
ΣΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ


ΚΑΙ ΣΚΙΑΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΗ «ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ»

Από την άποψη αυτή, είναι ενδεικτικές επίσης οι προβαλλόμενες στην ομιλία του Κυπρίου Προέδρου πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις είτε αυτές αφορούν την ιστορία της Κύπρου και τον εθνικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της είτε την κυπριακή τραγωδία του 1974 και τον ρόλο του ξένου παράγοντα, σε συνδυασμό με τη χούντα και τα ακραία εθνικιστικά στοιχεία της Κύπρου.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο, είναι καταφανής η προσπάθεια να εμφανισθεί η Κύπρος ως «πολυπολιτισμική» από την αρχή της ιστορίας της για να εξυπηρετηθούν σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες, που συνδέουν τη «λύση» με αναγκαία «πολυπολιτισμική» μετάλλαξη της ελληνικής πλευράς. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, γίνεται παραδεκτό ότι και «ο χαρακτήρας του κυπριακού πολιτισμού είναι κατά βάση ελληνικός και ο πληθυσμός του νησιού στη μεγάλη του πλειοψηφία ελληνικός». Υπερτονίζεται όμως αμέσως παρακάτω η παρουσία και η συμβολή διαφορετικών εθνοτήτων και εξάγεται το συμπέρασμα ότι «ο μεγαλύτερός μας πλούτος βρίσκεται ακριβώς στην πολυπολιτισμικότητα της Κύπρου».

Δεν εξηγείται, βεβαίως, το γεγονός πώς η υποτιθέμενη «πολυπολιτισμική» Κύπρος του παρελθόντος έφτασε στον 20ο και τον 21ο αιώνα μ' ένα αδιαμφισβήτητο ελληνικό πρόσωπο, κατά 80%, έπειτα από χιλιετηρίδες ξένης δουλείας και αιώνες, μεταξύ άλλων, οθωμανικής κυριαρχίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, αποσιωπάται ευσχήμως και υποβαθμίζεται ο ρόλος του ξένου παράγοντα, που αποτελούσε στο παρελθόν τον πυρήνα του αντιιμπεριαλιστικού δόγματος του κόμματος του κυπρίου Προέδρου. Η έμφαση κατευθύνεται προς τη χούντα, την ΕΟΚΑ Β΄ και την ιδεολογία του ακραίου εθνικισμού. Κανείς, βεβαίως, δεν διαφωνεί με τις ευθύνες των τελευταίων, όπως επίσης με το γεγονός ότι αυτοί προσέφεραν εσωτερικό έρεισμα στις ξένες επεμβάσεις.

Δεν είναι όμως γνωστό ότι τόσο το πραξικόπημα της χούντας όσο και η τουρκική εισβολή σχεδιάσθηκαν και ποδηγετήθηκαν στο παρασκήνιο από τον ξένο παράγοντα; Γνωρίζουμε σήμερα και τα ονόματα των ξένων πρακτόρων που έδωσαν το πράσινο φως στη χούντα για το πραξικόπημα. Γνωρίζουμε επίσης τους χάρτες που σχεδίασε εκ των προτέρων το επιτελείο του Χένρι Κίσινγκερ για την τουρκική εισβολή και την απροκάλυπτη αμερικανική ανοχή και συμπαιγνία στον Αττίλα Ι και ΙΙ. Γνωρίζουμε, τέλος, ότι η χούντα των Αθηνών ήταν ευθέως ενεργούμενο των ΗΠΑ και δεν αντιπροσώπευε σε καμία περίπτωση την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό.

Με ποια, λοιπόν, λογική αποσιωπάται σήμερα ευσχήμως ο ρόλος του ξένου παράγοντα, που βυσσοδομεί άλλωστε και σήμερα στο παρασκήνιο; Ο Πρόεδρος της Κύπρου, στην πρόσφατη ομιλία του στο Brookings Institute, στην Ουάσινγκτον, αντί να εξισώνει την Ελλάδα με την Τουρκία και να ισχυρίζεται ότι δήθεν «εισέβαλε» και η Ελλάδα στην Κύπρο, όφειλε να υπενθυμίσει στους αμφιτρύωνές του τις ευθύνες των ΗΠΑ για την τραγωδία της Κύπρου. Όφειλε να στηρίξει τους φίλους της Ελλάδος και της Κύπρου, που μάχονται εκεί για τα ελληνικά δίκαια και όχι να δώσει ανέλπιστη πάσα στην τουρκική προπαγάνδα.
Μέσα από το πρίσμα αυτό, προκαλεί επίσης θυμηδία η σκιαμαχία τού Προέδρου με τη «Χρυσή Αυγή» και η αναφορά του στον κακό παππού, που διαπαιδαγωγεί εθνικιστικά και αντικομμουνιστικά το μικρό εγγονάκι του. Ο κίνδυνος που κρέμεται σήμερα πάνω από την Κύπρο δεν συνδέεται με τη δράση κάποιας περιθωριακής εθνικιστικής οργάνωσης. Συνδέεται με αυτά που βυσσοδομούνται από τον ξένο παράγοντα, κατά το πρότυπο του Σχεδίου Ανάν, και με νέα μεγάλα σφάλματα που διαπράττονται με την ακολουθούμενη πολιτική.

Σε ό,τι αφορά τον κακό παππού, δεν είναι ασφαλώς παράδειγμα προς μίμηση. Ας μην ανησυχεί όμως υπερβαλλόντως ο Κύπριος Πρόεδρος. Ο σημερινός ιμπεριαλισμός της παγκοσμιοποίησης δεν ασχολείται ούτε με τον εθνικισμό ούτε με τον αντικομμουνισμό. Επιδιώκει την αποδόμηση του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας και προάγει τον «διεθνισμό» της παγκοσμιοποίησης και την «πολυπολιτισμική» κοινωνία.


ΚΟΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑΣ - ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ


ΓΙΑ ΕΝΕΡΓΟΤΕΡΗ ΑΚΟΜΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ


ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ 

ΜΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΛΣΙΝΚΙ ΙΙ;

Εντύπωση προκάλεσε επίσης στην ομιλία του κυπρίου Προέδρου η αναφορά του στην πολιτική υποστήριξης της τουρκικής ενταξιακής πορείας και η υπογράμμισή του ότι η πολιτική αυτή είναι ορθή. Η αναφορά του συνέπεσε με διάλεξη του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος Δημήτρη Δρούτσα στις Βρυξέλλες, στην οποία ο τελευταίος υπεστήριξε την ιδέα ότι πρέπει να γίνει διαπραγμάτευση ενός νέου «οδικού χάρτη» μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, στο πλαίσιο μιας νέας Συμφωνίας Ελσίνκι ΙΙ, και ότι πρέπει σ' αυτόν να καθορισθεί ημερομηνία για την ένταξη της Τουρκίας.

Πρόκειται για δήλωση-βόμβα που σηματοδοτεί μια άλλη τεράστια ελληνική παραχώρηση και η οποία δείχνει σε ποιες επικίνδυνες ατραπούς σύρεται η ελληνική εξωτερική πολιτική. Η Ελλάδα προσφέρεται να δώσει πάλι νέα δυναμική στην τουρκική ενταξιακή προοπτική, συντασσόμενη πλήρως με την αμερικανική στρατηγική, και απεμπολώντας τη δυνατότητα να επανεξετάσει την πολιτική της για την τουρκική ένταξη υπό το φως της εμπειρίας που απεκόμισε από την πολιτική αυτή εδώ και δέκα χρόνια. Ακολουθείται και από την Ελλάδα στην περίπτωση αυτή πολιτική φυγής προς τα εμπρός. Η ελληνική πλευρά όμως, Αθήνα και Λευκωσία, δεν μπορούν να κάνουν μέτωπο με τους διπλωματικούς τους αντιπάλους στα εθνικά θέματα. Πολύ περισσότερο, να πρωτοστατούν για την τουρκική ένταξη, όταν η Τουρκία δεν έδειξε καμία διάθεση μέχρι τώρα να συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις που έθεσε η ελληνική πλευρά για την υποστήριξη της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας.

Δόθηκαν και παλαιότερα υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για λύσεις στα εθνικά θέματα και εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών διαφορών, με καταλύτη την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, η «λύση» όμως που επιχειρήθηκε να επιβληθεί στο Κυπριακό, σε συνδυασμό με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, ήταν τελικά το Σχέδιο Ανάν.

Είναι βέβαιο ότι επαναλαμβάνονται και σήμερα στο παρασκήνιο παρόμοια σενάρια για την Κύπρο και το Αιγαίο. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι αυτό που προέχει, δυστυχώς, για την αμερικανική διπλωματία και τους συμμάχους της στην Ευρώπη, είναι η διαφύλαξη και η προώθηση της τουρκικής ευρωπαϊκής δυναμικής, για δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα στην Ευρώπη και την Ευρασία.

Πηγή:
http://www.paron.gr/v3/new.php?id=61551&colid=&catid=48&dt=2010-11-28%200:0:0

Δεν υπάρχουν σχόλια: