Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

21η Απριλίου : 43 χρόνια πριν (1)







21 Απριλίου σήμερα και η σκέψη μας γυρίζει 43 χρόνια πίσω, την μέρα που βγήκαν τα τανκς στους δρόμους , για να καταλύσουν το κοινοβουλευτικό «δημοκρατικό» πολίτευμα της χώρας. Ένα πολίτευμα και μια δημοκρατία που έπνεαν τα λοίσθια, κάτω από στρατιωτικές και παρακρατικές συνωμοσίες και προ πάντων κάτω από την ανικανότητα των πολιτικών να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να βγάλουν την χώρα από το αδιέξοδο των λαθεμένων αποφάσεων ενός άπειρου βασιλιά, που παρασυρόταν από την δυναμική μητέρα του.


Θα μπορούσαν άραγε οι πολιτικοί να εμποδίσουν το πραξικόπημα ; Πιθανότατα ναι αν είχαν την δυνατότητα να ανυψώσουν εαυτούς πάνω από τα μικροπολιτικά παιγνίδια και αν είχαν νου και γνώση ώστε να ενωθούν και να αντιμετωπίσουν σαν γροθιά την επερχόμενη καταιγίδα.


Όμως στάθηκαν μικροί και παίζοντας παιγνίδια εξουσίας, μέσα σε ένα σκηνικό όπου πρωταγωνιστούσαν το παλάτι, το παρακράτος, οι ξένες μυστικές υπηρεσίες και οι υστερόβουλες σκέψεις βρέθηκαν δεμένοι, χωρίς να το καλοκαταλάβουν από τους συνταγματάρχες, και μαζί με αυτούς και ολόκληρος ο ελληνικός λαός. Η τραγωδία μόλις άρχιζε..






Παραθέτω παρακάτω απόσπασμα από την «Σύγχρονη πολιτική ιστορία» του Σπύρου Μαρκεζίνη και δύο άρθρα από το τομίδιο των «Ιστορικών της Ελευθεροτυπίας» όπου περιγράφεται το τι επικρατούσε στον χώρο των πολιτικών και των στρατιωτικών τις παραμονές της εκδήλωσης του Απριλιανού πραξικοπήματος.






Σπ. Β. Μαρκεζίνη :


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟ ΣΤΟΝ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ


Η Κυβέρνηση Ι. Παρασκευοπούλου, προϊόν, όπως εσημειώθη, της μυστικής συμφωνίας Παπανδρέου - Κανελλοπούλου, θα ορκισθεί στις 21 Δεκεμβρίου 1966. Ο Βασιλεύς έδειχνε ιδιαιτέρως ευχαριστημένος για τη σύνθεση της, αφού πολλά από τα μέλη της ανήκαν στο προσωπικό του περιβάλλον.


Η Κυβέρνηση με τις προγραμματικές δηλώσεις της θα ασχοληθεί περί πάντων. «Κατακλυσμόν υποσχέσεων εις έρημον ιδεών» θα χαρακτηρί­σει ο συγγραφεύς (σημ. kgrek - - του Σ.Β.Μαρκεζίνης) από τού βήματος τής Βουλής τις προγραμματικές εκείνες δηλώσεις, οι οποίες άφηναν την αίσθηση ότι η Κυβέρνηση, κατά τις διακηρύξεις της υπηρεσιακή, θα προσπαθούσε να παρατείνει τον βίο της επί μακρόν.


Εκτιμούσα ότι τα πράγματα οδηγούσαν σε ανώμαλες εξελίξεις και εξέφρασα δημοσίως τις ανησυχίες μου. Σε πρόγευμα στο ξενοδοχείο "Μ. ΒρεταννΙα", στις 2 Φεβρουαρίου 1967, ομιλών προς τους πολιτι­κούς συντάκτες τών εφημερίδων και τους ξένους ανταποκριτάς, εδήλωσα ότι το Κόμμα τών Προοδευτικών δεν επρόκειτο να συμμετά­σχει στις εκλογές, διότι εκλογές δεν επρόκειτο να διεξαχθούν. «Φθάνει η ώρα του Αγνώστου Συνταγματάρχου», είπα.


Η δήλωση προεκάλεσε μεν εντύπωση, αλλά ήταν προφανές ότι κανείς την ώρα εκείνη δεν συμφωνούσε. Την απέδιδαν σε απαισιοδοξία για την τύχη τού Κόμμα­τος μου στις προσεχείς εκλογές, οι οποίες προεβλέποντο, αλλά δεν είχαν ακόμη καθορισθεί.


Από τις συνομιλίες μου με τον Ι. Παρασκευόπουλο διεπίστωσα την πρόθεση του να αναβάλει τις εκλογές. Δεν απέκρυπτε και εκείνος τις ανησυχίες του, γι' αυτό και απέβλεπε στην επιβράδυνση τής εκλογικής αναμετρήσεως. Αλλά τα πράγματα θα σημειώσουν ραγδαία εξέλιξη.


Η Κυβέρνηση Παρασκευοπούλου θα ανατραπεί από τον Π. Κανελλό­πουλο, ο οποίος διεκδίκησε την Κυβέρνηση για τον ίδιο. Ο Γ. Παπανδρέου θα διαφωνήσει, χωρίς αποτέλεσμα και η προκληθείσα κυβερνητική κρίση θα φέρει, στις 3 Απριλίου 1967, σε κυβέρνηση τής ΕΡΕ υπό τον Π. Κανελλόπουλο.





Στην κυβέρνηση εκείνη θα μετάσχει και ο Π. Πιπινέλης. Όταν τον ρώτησα τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε, αυτόν αμετακίνητο βασιλόφρονα, να μετάσχει στην κυβέρνηση και ενώ ήταν προφανής ο κίνδυνος στρατιωτικής επεμβάσεως, η οποία θα καθιστούσε δεινή θέση τού Βασιλέως, μού είπε: «Ο Κανελλόπουλος με διαβεβαίωσε ότι, αν συνέβαινε να κερδίσει τις εκλογές ο Γ. Παπανδρέου, θα ήρχετο η ώρα τών Στρατηγών». Παρετήρησα πώς εκείνος, γνώστης τής νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, δεν ενεθυμείτο τι είχε πει ο Γεώργιος Κονδύλης: «Κίνημα μπορείς να κάνεις την παραμονή τών εκλογών. Την επομένη, όσον και αν θέλεις, δεν μπορείς».


Η νέα κυβέρνηση δεν ενεφανίσθη στη Βουλή, κατέβαλε όμως επίμονη προσπάθεια, δια τού Σπ. Θεοτόκη, να πείσει τους περί τον Στ. Στεφανόπουλο τουλάχιστον να μετάσχουν στις εκλογές, πράγμα που επέτυχε. Οι ανάλογες προσπάθειες προς τον Αρχηγό τών Προοδευτικών απέτυχαν παρά την έντονη πίεση τής Κάθριν Σ. Βενιζέλου, η οποία υπέσχετο ότι όλοι οι περί τον Στεφανόπουλο θα έδιναν μάχη για την εκλογική μου επιτυχία. Συνέβη μάλιστα το τηλεφώνημα εκείνο τής κυρίας Βενιζέλου να γίνει το βράδυ, όταν είχα συμπληρώσει δύο άρθρα για την «Εστία» και υπελείπετο το τρίτο, όπου εξηγείτο ακριβώς ο κίνδυνος τού «Αγνώστου Συνταγματάρχου».


Τις ημέρες εκείνες, σε γεύμα, στο σπίτι τού άλλοτε Πρωθυπουργού Δ. Κιουσσοπούλου, εζήτησα από τον αντιστράτηγο Παπαγεωργόπουλο τη γνώμη του για το πνεύμα που κυριαρχούσε στον Στρατό. Ο Αρχηγός τής ΚΥΠ απάντησε ότι οι στρατηγοί ήταν νομοταγείς. «Δεν με ενδιαφέρουν αυτοί που έχουν πλάκα τα γαλόνια, διότι δεν τα ριψοκινδυνεύουν εύκολα, με ενδιαφέρουν οι άλλοι, οι συνταγματάρχες και οι κατώτεροι αξιωματικοί» παρετήρησα. Δεν ήταν κατηγορηματικός στην απάντηση του ο Παπαγεωργόπουλος, αλλά δεν εφαίνετο και να ανησυχεί. Όπως δεν ανησυχούσε και ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης, ο έμπειρος Π. Παπαληγούρας, ο οποίος, στις ανάλογες ανησυχίες τού Χρ. Ζαλοκώστα, είχε χαρακτηρίσει συγκεκριμένο συνταγματάρχη, από τους έν συνεχεία πρωταγωνιστάς τής 21ης Απριλίου, «κορίτσι». Ο Χρ. Ζαλοκώστας, ο οποίος είχε τις περισσότερες, από κάθε άλλον συνεργάτη μου, επαφές με τους στρατιωτικούς, μού μετέφερε την πληροφορία του υποστρατήγου Παπαδάτου ότι «έχουν γνώσιν οι φύλακες». Ο Παπαδάτος, αρμόδιος την εποχή εκείνη για την Αθήνα, ήταν ο υποστράτηγος που εμνημόνευσα ήδη, όταν κατά τη μετάβαση μου στα Ανάκτορα τον είδα να συνομιλεί με ιδιαίτερη οικειότητα με τον ταγματάρχη Αρναούτη (σημ. kgrek – του υπασπιστή του Κωνσταντίνου).


Η Κυβέρνηση Κανελλοπούλου θα ζήσει δεκαοκτώ ακριβώς ημέρες. Θα την καταργήσουν οι Συνταγματάρχες στις 21 Απριλίου 1967.





ΜΑΡΤΥΡΙΑ Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ


Ο Π. Κανελλόπουλος, αναφερόμενος στα γεγονότα τής Αποστασίας και σε όσα επακολούθησαν1, βεβαιώνει ότι μετά την παραίτηση Παπανδρέου, τον Ιούλιο τού 1965, εύρε τον Βασιλέα ανήσυχο2 , παρεπονέθη ότι επί τρεις μήνες δεν είχε ζητήσει να δει ούτε τον Πρωθυπουργό ούτε τον ίδιο ως Αρχηγό τής Αξιωματικής Αντιπολιτεύ­σεως. Παρατηρεί εν τούτοις ότι ο Βασιλεύς είχε κινηθεί εντός τών συνταγματικών και κοινοβουλευτικών πλαισίων, αλλά εκτιμά ότι θα ήταν περισσότερο ορθόδοξη λύση μια κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως ή ένα κυβερνητικό σχήμα υπό τον ίδιο και, εφόσον αυτό δεν εψηφίζετο στη Βουλή, η λύση ήταν οι εκλογές.


Ως προς την απόφαση του να στηρίξει την Κυβέρνηση Παρασκευοπούλου και εν συνεχεία να διεκδικήσει για το Κόμμα του την κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών, διευκρινίζει ότι η συνεννόηση τού Βασιλέως με την Ένωση Κέντρου και τον ίδιο, τον Δεκέμβριο τού 1966, απέβλεπε στον σχηματισμό υπηρεσιακής Κυβερνήσεως, η οποία, θα προσέφευγε σε εκλογές εντός εξαμήνου. Επειδή όμως η λαϊκή ένταση συνεχίζετο, έκρινε ότι εχρειάζετο νέα δράση.


Βεβαιώνει ότι συνέβαιναν περίεργα επεισόδια στον Στρατό στην περιοχή τής Θράκης και ενημέρωσε τον Υπουργό Ασφαλείας Στρατηγό Τζανετή καθώς και τον Κ. Καραμανλή στο Παρίσι. Υπήρχαν επίσης έντονες φήμες ότι ορισμένοι ηγέτες τού Στρατού εσχεδίαζαν να πιέσουν τον Βασιλέα να μην προχωρήσει σε εκλογές, αλλά να αναλάβει εκείνος την ευθύνη τής συνταγματικής εκτροπής. Τότε επρότεινε στον Βασιλέα να ανατεθεί η Κυβέρνηση στην ΕΡΕ, για να προστατεύσει και αυτόν και το Πολίτευμα και, φυσικά, να διενεργήσει εκλογές.


Ο Κανελλόπουλος εκφράζει τη βεβαιότητα ότι, αν οι εκλογές είχαν διεξαχθεί τον Μάιο 1967, δεν θα εσημειώνοντο ταραχές και πάντως, μόνον, αν εσημειώνοντο σοβαρά επεισόδια κατά την προεκλογική περίοδο, θα εισηγείτο την κήρυξη στρατιωτικού νόμου και τη σύγκληση τής Βουλής κατά τις διατάξεις του Συντάγματος. Ήταν βέβαιος επίσης ότι το αποτέλεσμα τών εκλογών του Μαΐου 1967 θα ήταν διαφορετικό από εκείνο που είχαν φέρει οι εκλογές τού Φεβρουαρίου 1964. Εκτιμούσε ότι όσοι οπαδοί τής ΕΡΕ είχαν τότε ακολουθήσει την Ένωση Κέντρου, τώρα, τρομαγμένοι από τα Ιουλιανά τού 1965, θα επανήρχοντο, σε σημαντικό ποσοστό, στην ΕΡΕ. Δεν ανέμενε αυτοδύναμη πλειοψηφία, αλλά ήταν βέβαιος ότι θα εμειώνετο η δύναμη τής Ενώσεως Κέντρου και θα ήταν δυνατή μία Κυβέρνηση συνεργασίας, γεγονός που θα αποτελούσε νίκη τής Δημοκρατίας και ήττα τού φανατισμού.


1. Από την ανέκδοτη συνέντευξη Κανελλοπούλου προς τον Βασ. Σπ. Μαρκεζίνη, έ.α.

2. Ο συγγραφεύς Σπ. Β. Μαρκεζίνης αντιθέτως εύρε τον Βασιλέα ικανοποιημένον από την παραίτηση Παπανδρέου,







1963:ΟXΙ - 1967: ΝΑΙ


Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ δημοσιογράφου-ερευνητή

Τον Απρίλιο του 1963 η ακροδε­ξιά στρατιωτική συνωμοτική ο­μάδα ζήτησε το πράσινο φως α­πό την αμερικανική πρεσβεία για να πραγματοποιήσει ένα πραξικόπημα.


Στην πρεσβεία έγιναν τότε γνωστά τα ονό­ματα τριών πρωτεργατών του σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος: του Γεώργιου Παπαδόπου­λου, του Οδυσσέα Αγγελή (που έγινε αρχη­γός ΓΕΣ μετά την 21η Απριλίου 1967) και του Αλέξανδρου Χατζηπέτρου (που ανέλαβε αρ­χηγός της Κ ΥΠ μετά την επιτυχία του πραξι­κοπήματος).


Το 1963 οι Αμερικανοί είχαν δώσει αρνητι­κή απάντηση στο αίτημα της ομάδας Γ. Παπαδόπουλου. Το 1967 όμως φαίνεται να έ­χουν αλλάξει οι αμερικανικές διαθέσεις και η υπηρεσία πληροφοριών των ΗΠΑ προτρέπει εκπρόσωπο της στρατιωτικής μυστικής οργάνωσης να προχωρήσουν σ' ένα πραξικό­πημα στην Ελλάδα.


Το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου 1967, περίπου ένα μήνα πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ο ταξίαρχος Πανουρ­γίας, αρχηγός της υπηρεσίας πληροφοριών του ΓΕΣ, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από το βουλευτή της ΕΡΕ Χρ. Κιτσίδη, ο οποίος τον προσκάλεσε σε φιλικό πάρτι στο σπίτι του, ό­που του προανήγγειλε ότι θα παρευρίσκεται ένας εκπρόσωπος της CΙΑ καθώς και ο τα­ξίαρχος Στ. Παττακός.


Ο Πανουργίας συνδεόταν φιλικά με τον Παττακό από μακρού χρόνου. Είχαν αποφοι­τήσει μαζί από τη σχολή Ευελπίδων. Ο Πατ­τακός είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να μυήσει τον Πανουργία στη συνωμοτική ομά­δα, αλλά εκείνος αρνούνταν. Οι συζητήσεις του Πανουργία με τον Παττακό περιστρέφονταν και στις πιθανές αντι­δράσεις του διεθνούς παράγοντα σε περίπτωση επιβολής μιας δικτατορίας στην Ελλάδα. Ο Παττακός υποστήριζε ότι «οι Αμερικα­νοί θα μας υποστηρίξουν».


Στις 17 Μαρτίου 1967, σε ενημερωτικό σημείωμα προς τον αρχηγό ΓΕΣ Γρ. Σπαντιδάκη, ο Πανουργίας ανέφερε την ενδιαφέρουσα συνομιλία του στην οικία Κιτσίδη: «... Το ανωτερω αναφερθεν στέλεχος της αμερικα­νικής υπηρεσίας πληροφοριών, μετά του ο­ποίου είχον μακράν συζήτησιν μετά του συ­ναδέλφου Παττακού και του βουλευτού Κι­τσίδη, ανέπτυξε τα κάτωθι δύο θέματα: Ηδη από το 1961 είχε συστήσει εις υπουργόν τής τότε κυβερνήσεως να ανατεθεί εις Αμερικανόν γερουσιαστήν η αντιπροσώπευσις της Ελλάδος ως είχεν πράξει η Τουρκία... Ηρωτήθη ποία θα ήτο κατά τη γνώμη του η αντίδρασις των ΗΠΑ εις περίπτωσιν εκτροπής. Απήντησεν ότι δεν δύναται να λάβει θέσιν εκ μέρους της υπηρεσίας του αλλά ως Αμερικα­νός γνωρίζων την νοοτροπίαν πιστεύει ότι αν δεν επήρχετο μεταβολή εις την εξωτερικήν πολιτικήν και εάν δεν οξύνετο η σχέσις προς την Τουρκίαν αι ΗΠΑ θα υποστήριζον. Επι­πλέον, εις περαιτέρω συζήτησιν... υπεστήριξεν ότι εάν η εκ της εκτροπής κυβέρνησις επίεζεν, θα ήτο δυνατόν να λάβει πλήρη βοήθειαν των ΗΠΑ ώστε να μη προλαβαίνουν να ξεφορτώνουν πλοία εις τα λιμάνια μας...».1


Ο τρόπος διατύπωσης των θέσεων της ηγε­σίας των ΗΠΑ ως προσωπική γνώμη εκπρο­σώπου της CΙΑ ήταν παρόμοιος με ανάλογες «προσωπικές γνώμες» του Σοβιετικού πρε­σβευτή προς την ηγεσία του ΚΚΕ, που στην πραγματικότητα εξέφραζαν τις θέσεις της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ. Περί τα μέσα του 1944, αντιπροσωπεία του ΕΑΜ στο Κάιρο απευθύνθηκε στην εκεί σοβιετική πρεσβεία ζητώντας τη γνώμη της «πάνω στα ελληνικά ζητήματα». Λίγες μέρες αργότερα ο σύμβου­λος της πρεσβείας κάλεσε τον αντιπρόσωπο της Αριστεράς και του είπε ότι «η σοβιετική κυβέρνηση δεν απάντησε επί του θέματος», αλλά «ο πρεσβευτής» της ΕΣΣΔ «σας διαβι­βάζει» την «προσωπική του γνώμη» που ήταν υπέρ της συμφωνίας του Λιβάνου και υπέρ της εισόδου του ΕΑΜ στην κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου.


Για τη συνάντηση με τον εκπρόσωπο της CΙΑ, το 1967, ο Πανουργίας ενημέρωσε εν συντομία και τον Κ. Καραμανλή μετά την ε­πιβολή της δικτατορίας γράφοντας:


«Μίαν ημέραν είχομεν συνάντησιν μεθ' ε­νός ελληνικής καταγωγής αξιωματικού της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφορούν... Κατ' αυτήν συνεζητήθη ποία η ενδεχομένη αντίδρασις των ΗΠΑ εις περίπτωσιν δικτατο­ρίας. Ο εν λόγω Αμερικανός ενίσχυσεν κατά κάποιον τρόπο την άποψιν Παττακού, ειπών ότι αι ΗΠΑ εφ' όσον τηρούσαμε την αυτήν εξωτερικήν πολιτικήν, παραμέναμε εις το ΝΑΤΟ... θα μας εβοήθουν. Ο Παττακός ενεντυπωσιάσθη».


Μόλις ο εκπρόσωπος της CΙΑ διαβεβαίω­σε για την υποστήριξη των ΗΠΑ σε μια δι­κτατορική λύση στην Ελλάδα, ο Παττακός, στέλεχος της «Μικρής Χούντας» στράφηκε προς τον Πανουργία και του είπε: «Τα εί­δες;».


Ο αντιπρόσωπος της μυστικής συνωμοτικής ομάδας ένιωθε δικαιωμένος από τις θέσεις που διατύπωσε ο αξιωματούχος της CΙΑ στην Ελλάδα.


1. Σημειώσεις 2ου Επιτελικού Γραφείου δια ενημέρωσιν Α/ ΓΕΣ, 17.3.1967· Φ. Οικονομίδης, Το σύνδρομο του Οδυσσέα. σσ. 493-494





ΟΙ ΑΓΓΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ


Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΝΙΑΠΤΗ δημοσιογράφου, ανταποκρίτριας της «Ε» (Λονδίνο, Αγγλία)

Πουθενά στην επίσημη αλληλο­γραφία της περιόδου μεταξύ βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα και Φόρεϊν Οφις δεν υ­πάρχουν αναφορές για την πι­θανότητα πραξικοπήματος από τους συνταγ­ματάρχες. Η βρετανική διπλωματία θεωρεί ό­τι ανατροπή του κοινοβουλευτικού καθεστώ­τος μπορεί να επιχειρήσουν μόνο οι στρατηγοί και μόνο με έγκριση του βασιλιά.


Έγγραφα του αρχείου υποδεικνύουν όμως ότι άλλοι Βρετανοί ήταν περισσότερο διορα­τικοί από τον πρέσβη. Από τις 23 Δεκεμβρίου 1965 ώς τις 4 Ιανουαρίου το 1966 επισκέφθη­κε την Αθήνα, ως ιδιώτης, ο αρχιπλοίαρχος Πάκαρντ, που ήταν παντρεμένος με Ελληνίδα. Ο Πάκαρντ, υποδιοικητής της ναυτικής αντι­κατασκοπίας στη Μάλτα, είχε διατελέσει το 1963-64 σύνδεσμος στην Κύπρο. «Εχει εκτεταμένες διασυνδέσεις, ιδιαίτερα στους κύ­κλους της αθηναϊκής κοινωνίας που χαρακτη­ρίζονται "τζετ σετ του Ψυχικού"» αναφέρει υ­πόμνημα του Φόρεϊν Οφις.


Ο Πάκαρντ θεώρησε καθήκον του να μετα­φέρει στο Λονδίνο ανασκόπηση της κατάστα­σης στην Αθήνα, υποστηρίζοντας ότι είχε προ­σβάσεις σε ανθρώπους που δεν μιλούσαν στην πρεσβεία. Αναφέρει στην έκθεση του:


«Είναι δύσκολο να βρεις κάποιον που να μην είναι αντίθετος στην παρούσα κυβέρνηση, το βασιλιά και τους συμβούλους του. Μεταξύ των διανοουμένων υπάρχει ένα αίσθημα αη­δίας για τη σαπίλα που χαρακτηρίζει το ελλη­νικό πολιτικό σύστημα. Πολλοί νέοι, μορφω­μένοι και ευκατάστατοι Έλληνες λένε ότι θα υ­ποστηρίξουν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Θεω­ρούν ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να προ­χωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Αν πεθάνει ή χάσει το μεταρρυθμιστικό του ζήλο, οι υποστηρι­κτές του θα στηρίξουν την Αριστερά. Υπάρ­χουν αντικρουόμενες απόψεις για τις αρετές του, αλλά ένα πολύ σημαντικό ποσοστό νέων και καλά ενημερωμένων Αθηναίων πιστεύει ότι είναι λογικός διάδοχος του πατέρα του και ότι η πολιτική του κινείται προς τη σωστή κα­τεύθυνση».


Καταλήγει η αναφορά:


«Πρώτη φορά οι Ελληνες είναι τόσο απρό­θυμοι να προβλέψουν το πολιτικό μέλλον. Υπάρχει η γενική πεποίθηση ότι πρέπει να γί­νουν εκλογές. Αλλά και έντονες αμφιβολίες αν θα γίνουν. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο βασιλιάς έχει στόχο να σπρώξει τη χώρα προς δικτατορικές μορφές διακυβέρνησης. Δέχο­νται επίσης ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει βία. Η κοινωνική ζωή στην Αθήνα είναι λα­μπρή, όπως πάντα. Πολιτικά όμως υπάρχει απαισιοδοξία χωρίς προηγούμενο».


Το Φόρεϊν Οφις έστειλε την έκθεση Πάκαρντ στον Μάρεϊ, που την απέρριψε σχεδόν ανεπιφύλακτα. «Χωρίς να θέλω να αγνοήσω τους κινδύνους του λαϊκού μετώπου και της δικτατορίας, θεωρώ ότι οι φιλοπαπανδρεϊκές α­πόψεις που απηχούνται είναι μάλλον επιφα­νειακές παρά ουσιαστικές. Το ενδεχόμενο ε­ξωκοινοβουλευτικής λύσης ή στρατιωτικού καθεστώτος συζητιέται. Το ενδεχόμενο του πραξικοπήματος, πάντως, τείνω να το αποκλείσω, εκτός και αν η Βουλή καταρρεύσει τε­λείως ή αν η κατάσταση σε ό,τι αφορά την α­σφάλεια ξεφύγει από κάθε έλεγχο».


Το Μάιο του 1966, οι Εργατικοί βουλευτές Φρίσον και Τζάκσον έλαβαν μέρος στην πο­ρεία ειρήνης του Μαραθώνα. Επιστρέφοντας, προειδοποίησαν τον υπουργό Εξωτερικών Μάικλ Στιούαρτ ότι στην Ελλάδα υπάρχει σο­βαρός κίνδυνος να εκδηλωθεί δεξιό πραξικό­πημα.


Ο Στιούαρτ ζήτησε από το Φόρεϊν Οφις α­νάλυση της κατάστασης στην Ελλάδα. Η απά­ντηση που έλαβε από τον Μάρεϊ (4 Ιουλίου 1966) συνοψίζεται ως εξής:


Ο κίνδυνος δεξιού πραξικοπήματος κατά του παρόντος καθεστώτος έχει υποχωρήσει. Τον κίνδυνο αυτόν υπερβάλλει η άκρα Αρι­στερά για ίδιους σκοπούς. Το ενδεχόμενο πραξικοπήματος θα προκύψει μόνο εάν οι παπανδρεϊκοί σε συνεργασία με τους κομμουνιστές ξαναπάρουν την εξουσία.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο βασιλιάς έχει εγκαταλείψει την αντίθεση του στην ιδέα ενός δεξιού πραξικοπήματος ή εξωκοινοβουλευτι­κής λύσης.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Αμερικανοί υποστηρίζουν αντιδραστικά στοιχεία στην Ελλάδα ή ότι η CΙΑ μελετά το ενδεχόμενο ε­πέμβασης.


Με βάση αυτό, στις 20 Ιουλίου ο Στιούαρτ απάντησε εγγράφως στους βουλευτές: «Σε γενικές γραμμές, πιστεύω ότι ο κίνδυνος ανα­τροπής του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα είναι μικρότερος από ό,τι εκτι­μάτε».


Στο ερώτημα «πως ήταν δυνατό να έπεφτε τόσο έξω στις εκτιμήσεις του ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα», η απάντηση είναι ότι ήδη είχε αρχίσει η μείωση της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα, ενώ αυξανόταν η αμερικα­νική. Παράλληλα η αντιπάθεια του Μάρεϊ για τους Παπανδρέου τον έκανε να εθελοτυφλεί.

Πηγή:

Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: