Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ ΣΤΟ ΡΑΓΙΑΔΙΣΜΟ;;



ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ ΣΤΟ ΡΑΓΙΑΔΙΣΜΟ;;


Δύο άρθρα που διάβασα στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 7ης Φεβρουαρίου 2010 με προβλημάτισαν σημαντικά και με έκαναν να αναρωτηθώ πως είναι δυνατό η ΕΛΛΑΔΑ και η ΚΥΠΡΟΣ που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κινδυνεύουν να περιέλθουν, από λάθη ή «ανικανότητα» των ηγεσιών τους σε κατάσταση ραγιαδισμού.

Δεν καταλαβαίνω πως ο Πρόεδρος της Κύπρου κ. Χριστόφιας είναι τόσο ενδοτικός απέναντι στους Τουρκοκυπρίους ώστε να δέχεται ότι η αξία της ψήφου ΕΝΟΣ Τουρκοκυπρίου ισοδυναμεί με τις ψήφους ΠΕΝΤΕ ( 5 ) Ελληνοκυπρίων.

Δεν καταλαβαίνω επίσης την στάση του κ. Παπανδρέου αφού με την απαντητική επιστολή του στον κ. Ερντογάν και τις δηλώσεις των κ.κ. Δρούτσα και Νταβούτογλου φαίνεται, όπως λέει και ο καθηγητής κ. Παυλόπουλος στο σχετικό άρθρο του, ότι δεν προοιωνίζεται, δυστυχώς, κάτι θετικό ως προς τη σθεναρή και συνεπή υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων απέναντι στην απροκάλυπτη και διαχρονική τουρκική επιθετικότητα και προκλητικότητα

Διαβάστε προσεκτικά τα δύο παρακάτω άρθρα και βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα.

Κ. Γραικιώτης



«Δώρα» Χριστόφια προς τον Ταλάτ χωρίς αντάλλαγμα
Ποιες ρυθμίσεις έχει αποδεχθεί και γιατί


Η επίσκεψη του γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο μπορεί να «ευλόγησε» μια διαπραγματευτική διαδικασία που δείχνει να έχει κολλήσει, αλλά επιτέλεσε τον δεύτερο στόχο της. Προσέφερε πολύτιμη βοήθεια στην προσπάθεια επανεκλογής του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στην προεδρία του ψευδοκράτους τον ερχόμενο Απρίλιο. Ο Μπαν Κι Μουν, μάλιστα, υπερέβη τα εσκαμμένα. Συναντώντας τον Τουρκοκύπριο ηγέτη στο προεδρικό μέγαρο στην κατεχόμενη Λευκωσία, ήλθε σε αντίθεση με τη νομιμότητα του διεθνούς οργανισμού που εκπροσωπεί.

Δεν επρόκειτο, βεβαίως, για λάθος. Η ενέργεια του Μπαν Κι Μουν ήταν προσχεδιασμένη και εντάσσεται στην πολιτική, που ακολουθεί ο άξονας Ουάσιγκτον - Λονδίνο στο Κυπριακό. Μπορεί ο άμεσος στόχος να είναι η επανεκλογή του Ταλάτ, αλλά παράλληλος στόχος ήταν και παραμένει η αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Οι Αμερικανοβρετανοί θεωρούν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα εκβιάσουν την ελληνοκυπριακή πλευρά να αποδεχθεί μια παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν.

Στην προχθεσινή συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου στη Λευκωσία, ο Δημήτρης Χριστόφιας εξέφρασε την απαισιοδοξία του για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Από την πλευρά του, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δημιουργεί κλίμα αισιοδοξίας, δηλώνοντας ότι υπάρχει συμφωνία για τη δομή της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Μπαν Κι Μουν εμφανίσθηκε ακόμα πιο αισιόδοξος στη συνάντησή του με τον Δημήτρη Δρούτσα στη Νέα Υόρκη.

Τι έχει συμφωνηθεί

Ακόμα κι αν δεν έχει επέλθει συμφωνία για την εκτελεστική εξουσία, όλα δείχνουν ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται πολύ κοντά. Εχει συμφωνηθεί η εκ περιτροπής προεδρία σε αναλογία χρόνου 4:2. Εχει συμφωνηθεί η ύπαρξη αντιπροέδρου από την άλλη κοινότητα με δικαίωμα βέτο, γεγονός που ουσιαστικά διαμορφώνει καθεστώς δυαρχίας. Αναφορικά με τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, μάλλον θα προκύψει συμβιβασμός στην αναλογία οκτώ Ελληνοκύπριοι και πέντε Τουρκοκύπριοι υπουργοί.

Τέλος, ο Χριστόφιας έχει αποδεχθεί μία στάθμιση ψήφων, που καταργεί τη θεμελιακή δημοκρατική αρχή «ένας πολίτης μία ψήφο». Στην εκλογή Τουρκοκύπριου προέδρου/αντιπροέδρου, η ψήφος πέντε περίπου Ελληνοκυπρίων θα μετράει όσο η ψήφος ενός Τουρκοκυπρίου! Για την εκλογή, όμως, του Ελληνοκυπρίου προέδρου/αντιπροέδρου η ψήφος κάθε Τουρκοκυπρίου θα μετράει όσο μετράει η ψήφος κάθε Ελληνοκυπρίου. Το τερατούργημα προωθείται για να εξισωθεί εκλογικά το 82% με το 18%.

Ο Χριστόφιας αποδέχθηκε αυτή την εξοργιστική ρύθμιση και για ψηφοθηρικούς λόγους. Προσδοκά δικαιολογημένα ότι οι Τουρκοκύπριοι θα τον προτιμήσουν εκλογικά από άλλους Ελληνοκυπρίους υποψήφιους, οι οποίοι υποστηρίζουν θέσεις που δεν αρέσουν στην τουρκική πλευρά.

Το θέμα της ασφάλειας

Η λύση του Κυπριακού, όμως, δεν σκόνταφτε στη δομή της εκτελεστικής εξουσίας. Σκοντάφτει και σε κεφάλαια, όπως στο ζωτικής σημασίας θέμα της ασφάλειας. Η Αγκυρα θέτει ως όρο να έχει δικαίωμα μονομερούς επέμβασης στο σύνολο της Κύπρου. Στο εδαφικό, αποφεύγει επιμελώς να προσδιορίσει τα προς επιστροφή εδάφη. Στο ζήτημα των περιουσιών, υπήρξε μία δικαστική εξέλιξη, που δημιουργεί ένα προηγούμενο, το οποίο αμφισβητεί ευθέως την υπόσταση του ψευδοκράτους και βεβαίως ακυρώνει την πολιτική αρπαγής των ελληνοκυπριακών περιουσιών και πώλησής τους με παράνομους τίτλους σε αλλοδαπούς.

Στο μεταξύ, παρά το γεγονός ότι επί της ουσίας οι τουρκικές προτάσεις είναι εκτός του πλαισίου αναζήτησης λύσης που έχει χαράξει ο ΟΗΕ, το σύστημα (και στην Κομισιόν) που καθοδηγείται από τον άξονα Ουάσιγκτον - Λονδίνο, τις θεωρεί εποικοδομητική κίνηση. Ο Χριστόφιας τις έχει απορρίψει, αλλά ο Ταλάτ ισχυρίζεται ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονται επ’ αυτών. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας το διαψεύδει, δηλώνοντας ότι γίνεται ελεύθερη συζήτηση!

Ολα δείχνουν ότι ο Χριστόφιας έχει αυτοπαγιδευθεί, συμμετέχοντας στο παιχνίδι πολιτικής ενίσχυσης του Ταλάτ. Προσφέρει «δώρα» χωρίς να έχει εξασφαλίσει το παραμικρό αντάλλαγμα. Αντιμετωπίζοντας έντονη κριτική στο εσωτερικό και ουσιαστικό αδιέξοδο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ο Κύπριος πρόεδρος έχει περιέλθει σε δυσχερή θέση.

Του Σταυρου Λυγερου

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_07/02/2010_389950


Το δις εξαμαρτείν του κ. Γ. Παπανδρέου;


Η απαντητική επιστολή του πρωθυπουργού κ. Γ. Παπανδρέου προς τον Τούρκο ομόλογό του κ. Τ. Ερντογάν και οι δηλώσεις των κ. Γ. Δρούτσα και Α. Νταβούτογλου, μετά την πρόσφατη συνάντησή τους, δεν προοιωνίζονται, δυστυχώς, κάτι θετικό ως προς τη σθεναρή και συνεπή υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων απέναντι στην απροκάλυπτη και διαχρονική τουρκική επιθετικότητα και προκλητικότητα. Πραγματικά, κοινό σημείο και των δύο αυτών γεγονότων είναι η διαφαινόμενη, από το ίδιο το περιεχόμενό τους, επαναφορά των ελληνοτουρκικών σχέσεων στην προ του 2004 κατάσταση και στην, συνακόλουθη, απώλεια των αδιαμφισβήτητων πλεονεκτημάτων που αποκτήσαμε μετέπειτα, καθ’ όλη την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση Καραμανλή. Διατρέχουμε, δηλαδή, τον ορατό κίνδυνο επανόδου στην εποχή του Ελσίνκι που, όπως καθένας γνωρίζει, συμπυκνώνει, μεταξύ άλλων, και τα ολισθήματα ιδίως του πληθυντικού ως προς το τι αναγνωρίζαμε ως «διαφορά» με την Τουρκία και της, έστω και έμμεσης, αποδοχής ύπαρξης δήθεν «γκρίζων ζωνών» εντός του χώρου που ανήκει, χωρίς καμία αμφιβολία, με βάση το διεθνές δίκαιο –γραπτό και εθιμικό– στο πεδίο της εθνικής μας κυριαρχίας. Και τούτο όταν, όπως ήδη επισημάνθηκε, και τα δύο αυτά μελανά σημεία έχουν, εξ ολοκλήρου, εξαλειφθεί με τις θέσεις και πρωτοβουλίες που υιοθετήθηκαν από ελληνικής πλευράς μεταξύ 2004-2009.

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι αν ο κ. Γ. Παπανδρέου επιθυμεί πράγματι να κάνει βήματα προς τα εμπρός και όχι επώδυνες υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας οφείλει, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του, ν’ αποδείξει, αμέσως και εμπράκτως, ότι ενστερνίζεται ορισμένες αυτονόητες αλήθειες και αναλαμβάνει αντίστοιχες δεσμεύσεις, όπως οι εξής:

Πρώτον, δεν έχουμε και, άρα, δεν αναγνωρίζουμε παρά μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία, ήτοι την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας. «Γκρίζες ζώνες», όπως ισχυρίζεται ανακριβώς η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη τα κυβερνητικά λάθη κατά την τραγωδία των Ιμίων και στο Ελσίνκι, ούτε υπήρξαν ούτε υπάρχουν ούτε πρόκειται να υπάρξουν. Κάθε άλλη θεώρηση από την πλευρά της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου θέτει σε άμεσο κίνδυνο την εθνική μας ασφάλεια και την εδαφική μας ακεραιότητα.

Δεύτερον, πρέπει να καταστεί σαφές προς την τουρκική πλευρά ότι η στέρεη θεμελίωση των ελληνικών θέσεων έχει πλέον πολλαπλή διεθνή βάση. Πρωτίστως στο σύνολο του διεθνούς δικαίου, γραπτού και εθιμικού, με ιδιαίτερη έμφαση στο δίκαιο της θάλασσας. Η έμφαση αυτή στη συνολική θεώρηση του διεθνούς δικαίου είναι απαραίτητη, αφού είναι γνωστό, όταν μιλάμε για την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας, ότι η Τουρκία δεν έχει βεβαίως προσχωρήσει στη Σύμβαση που θεσπίζει τους κανόνες του δικαίου της θάλασσας, πλην όμως δεσμεύεται ως προς την εφαρμογή των γενικώς παραδεδειγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του εθιμικού. Πέραν τούτου όμως, ιδιαιτέρως, πλέον, ενισχυτικό των ως άνω θέσεών μας έναντι της Τουρκίας –στο μέτρο μάλιστα που φιλοδοξεί να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία– είναι και το ότι τα σύνορά μας, όπως εμείς τα καθορίζουμε κυριάρχως, είναι και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τούτο προκύπτει ρητώς από την παρ. ΙΙΙ του ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο –στη διατύπωση και θεσμοθέτηση του οποίου πρωταγωνίστησε η τότε κυβέρνηση– του Οκτωβρίου του 2008, όπου ορίζεται ότι τα σύνορα των κρατών-μελών, όπως καθορίζονται κυριάρχως από αυτά, είναι και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αρα, εφεξής, η εκ μέρους της Τουρκίας αμφισβήτηση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, των ελληνικών συνόρων, ισοδυναμεί με αμφισβήτηση και των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Τρίτον –και σκεπτόμενοι με την απαραίτητη για τέτοια σοβαρά εθνικά θέματα μακροχρόνια προοπτική– οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι ενδεχόμενη προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση της κατά τ’ ανωτέρω διαφοράς πρέπει να γίνει με την επιβαλλόμενη προσοχή και να οργανωθεί μεθοδικά, με κατάλληλα επεξεργασμένη χρησιμοποίηση όλου, ανεξαιρέτως, του νομικού οπλοστασίου που ακροθιγώς προεκτέθηκε. Τούτο οφείλεται στο ότι με πρόσφατη απόφασή του (3/2/2009, Ρουμανία κατά Ουκρανίας, ιδίως παρ. 185) το Δικαστήριο αυτό, προεκτείνοντας κάποια προηγούμενα, διάσπαρτα, νομολογιακά του δεδομένα, φαίνεται πλέον να στηρίζεται ιδιαιτέρως, κατά την επίλυση διαφορών ως προς την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας, στην αρχή της αναλογικότητας, ιδίως με βάση το μέγεθος του νησιού και την απόστασή του από τα παράλια της προσφεύγουσας χώρας.

Τέταρτον, η χρησιμοποίηση, από την πλευρά μας, γενικώς του όρου «Αιγαίο» στα διαβήματα και τις καταγγελίες που αφορούν τις εκ μέρους της Τουρκίας κάθε είδους παραβιάσεις των συνόρων μας δεν επαρκεί πάντοτε, ακόμη και όταν γίνεται επίκληση του Μνημονίου Παπούλια - Γιλμάζ. Και τούτο όχι με δική μας υπαιτιότητα, ούτε διότι με βάση το διεθνές δίκαιο οι θέσεις μας στερούνται ερείσματος. Κάθε άλλο. Αλλά διότι η Τουρκία ερμηνεύει, γεωγραφικώς, αυθαιρέτως και κατά το δοκούν αυτόν τον όρο. Απαιτείται λοιπόν εφεξής συντονισμένη αναφορά στο σύνολο του χώρου στον οποίο ασκείται, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους κανόνες του συνόλου του διεθνούς δικαίου, η εθνική μας κυριαρχία.

Πέμπτον, η Τουρκία δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι προωθεί ειλικρινώς την ευρωπαϊκή ενταξιακή της διαδικασία και την εξομάλυνση των σχέσεών της με τη χώρα μας, όσο αφενός δεν υπογράφει με την Ευρωπαϊκή Ενωση συμφωνία επανεισδοχής των παράνομων μεταναστών που προέρχονται από το έδαφός της και, αφετέρου –και κυρίως– δεν εφαρμόζει στο ακέραιο τη σχετική συμφωνία που έχει υπογράψει, ήδη από το 2001, με την Ελλάδα. Οσο, δηλαδή, διαθέτει προκλητικά το έδαφός της ως «προνομιακό» πεδίο δράσης των σύγχρονων δουλεμπόρων, επιδεικνύοντας έτσι μια συμπεριφορά που αποτελεί πραγματικό στίγμα ως προς τον σεβασμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το επίπεδο πολιτισμού, το οποίο οφείλει να τηρεί.

Και κάτι τελευταίο, όμως διόλου αμελητέο: προς όλους εκείνους –όπως είναι π.χ. οι νοσταλγοί του «αλήστου μνήμης» σχεδίου Ανάν– οι οποίοι ίσως κρίνουν τις σκέψεις που προεκτέθηκαν ως «μεμψίμοιρες» και προσκολημμένες σε «ασήμαντες λεπτομέρειες» εμπρός, στη, δήθεν, πρόκληση μιας «γενναίας» προσέγγισης της τουρκικής πλευράς, θυμίζω απλώς ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του Γ. Σεφέρη (5/1/1938, Αθήνα): «Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες. Ηταν για να μπορέσει να αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης, ο Ελληνισμός – αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας».

Πρ. Παυλόπουλος

καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_07/02/2010_389915

Δεν υπάρχουν σχόλια: