Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΥΠΑΡΞΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ




Η τήρηση του Συντάγματος

Περισσότερα από 11 χρόνια έχουν περάσει, από την δημοσίευση του Ν 2579/1998 (ΦΕΚ Α΄ 31/17.2.1998), ο οποίος με το άρθρο 8 επέβαλε αυτοτελή φορολόγηση με συντελεστή 17,5% επί του 40% των σχηματισθέντων αποθεματικών υπεραξίας χρεογράφων, τα οποία είχαν απαλλαγεί από την φορολογία εισοδήματος (σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 38 του ΚΦΕ). Τα αποθεματικά αυτά είχαν προκύψει από αγοραπωλησία χρεογράφων και είχαν εμφανισθεί στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων, πριν από την 1/1/1997, κατά δε τον χρόνο δημοσίευσης του ως άνω νόμου, δεν είχαν διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί.

Οι παραπάνω διατάξεις, της επιβολής αυτοτελούς φορολόγησης, συνιστούσαν ένα είδος έκτακτης εισφοράς για τις επιχειρήσεις που υπάγονταν σε αυτές και περαιτέρω αποτελούσαν αναδρομική μεταβολή, επί το δυσμενέστερο, του φορολογικού καθεστώτος των επιχειρήσεων αυτών, δεδομένου ότι: πρώτον, τα αποθεματικά αυτά κατά τον χρόνο του σχηματισμού τους, ήταν αφορολόγητα και δεύτερον, είχαν σχηματισθεί πριν από την 1/1/1997.

Οι διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 78), που ορίζουν ότι: «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα…(παρ. 1), καθώς και: «Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε» (παρ. 2), είναι σαφείς και απομένειη ευθυγράμμιση των φορολογικών νόμων με αυτές.

Οι θιγόμενες επιχειρήσεις που θεώρησαν ότι η ως άνω επιβολή της αυτοτελούς φορολόγησης, ήταν αντισυνταγματική, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη και έλαβαν την πρώτη δικαίωσή τους (ΣτΕ Τμ. Β΄ 170/2006). Τώρα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κρίνει οριστικά ότι η ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν 2579/1998, για την αναδρομική φορολόγηση των αποθεματικών (στην ουσία κερδών προηγουμένων χρήσεων), αντίκειται στο Σύνταγμα (ΣτΕ Ολ 1912/2009).

Παρόλα αυτά, οι υπεύθυνοι της φορολογικής πολιτικής, παρακάμπτουν συνταγματικές διατάξεις και αποφάσεις δικαστηρίων, επιμένοντας στην επιβολή έκτακτων εισφορών, επί εισοδημάτων του 2007, με μοναδικό κριτήριο την είσπραξη εσόδων.

Κριτήριο, που ο συνταγματικός νομοθέτης κατατάσσει σε δεύτερη σειρά, εκτιμώντας ότι πρωταρχικής σημασίας στοιχείο, για την επιβολή φόρου σε εισόδημα ή περιουσία, είναι ο χρόνος της απόκτησής τους, ο οποίος πρέπει να συμπίπτει με τον χρόνο φορολογίας. Συνεπώς, ο φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, γνωρίζει τους «κανόνες του παιχνιδιού», δηλαδή τον τρόπο και το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης (ή της απαλλαγής, ενδεχομένως), όταν αποκτά το εισόδημα ή την περιουσία του.

Η εκ των υστέρων, απόφαση του κράτους, για (πρόσθετη) φορολόγηση, όποιος και να είναι ο προορισμός αυτών των εσόδων, δυστυχώς, συνιστά επιβολή του «δίκαιου του ισχυρού».

Δηλαδή, εκείνου που νομοθετεί…

Ναι, αλλά αυτός, πρέπει να ελέγχεται από το Σύνταγμα.

Νίκος Σγουρινάκης

Πηγή:

http://www.epixeirisi.gr/?pgtp=1&aid=1258467972


Δεν υπάρχουν σχόλια: