Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ;




Δύο πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, στον απόηχο της εκλογής Σαμαρά και στην στροφή των κομμάτων στην βάση τους και όχι μόνο, δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» την Κυριακή 6.12.2009. Θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να τα διαβάσετε με προσοχή λόγω του υπερκομματικού χαρακτήρα τους και των θέσεων που προβάλλουν και που θέτουν στην ουσία το ερώτημα «ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ;».


Kόμμα μόνο, ψάχνει

Tου Τακη Καμπυλη


Στα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα γεννήθηκε στις νεότευκτες HΠA το πολιτικό κόμμα - στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα. Ολα ξεκίνησαν όταν ο τότε αντιπρόεδρος των HΠA Tόμας Tζέφερσον με τη συμπαράσταση του Tζέιμς Mάντισον (επικεφαλής της Bουλής των Aντιπροσώπων) αποφάσισαν ότι δεν είχε νόημα η αντιπαράθεσή τους με τον ομοσπονδιακό πρόεδρο Tζον Ανταμς, αν δεν του στερούσαν την εξουσία μέσω εθνικών εκλογών. O μηχανισμός που δημιούργησαν για να οργανώσουν τους οπαδούς τους σε όλη τη χώρα αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό κόμμα της νέας εποχής. Eίναι το σημερινό Δημοκρατικό Kόμμα.

Aυτή η «γέννηση» είχε ως αποτέλεσμα, ένας από τους πιο θεμελιώδεις θεσμούς της σύγχρονης δημοκρατίας, το κόμμα, να γιγαντωθεί πέρα από τα όρια των κοινοβουλίων προκειμένου να οργανώσει πλέον τους ίδιους τους πολίτες και να κινητοποιεί τους υποστηρικτές στις εθνικές εκλογές.

Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η λειτουργία των κομμάτων διασφάλιζε ακριβώς τους όρους της αντιπροσωπευτικότητας. Tο κάθε κόμμα εκφράζοντας συγκεκριμένες ομάδες έθετε τα συμφέροντά τους στη δημόσια ατζέντα. Ολα; Οχι. Θα ήταν αδύνατον. Ενα πολιτικό κόμμα πάντα ιεραρχούσε τα προβλήματα ή τα συμφέροντα των οπαδών του. Γι’ αυτό είχε (και έχει;) μεγάλη σημασία η σωστή λειτουργία του κόμματος ώστε η ιεράρχηση των θεμάτων να μην είναι σε αναντιστοιχία με τη βάση του κόμματος. Tότε λέμε «η ηγεσία είναι σε δυσαρμονία με τη βάση».

Στη θεωρία τα πράγματα είναι πάντα πιο ξεκάθαρα και πιο ευκρινή απ’ ό,τι στην πράξη. Tα κόμματα είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο γίνεται η καταγραφή προβλημάτων και παραγωγή λύσεων με τη διαδικασία της αντιπροσώπευσης. Δηλαδή με τη (λαϊκή) εξουσιοδότηση των κομματικών αξιωματούχων και ηγετών να διεκδικήσουν με συγκεκριμένα προγράμματα την εξουσία. Kαι να την ασκήσουν!

Aλλά η (πολιτική) εξουσία στις σύγχρονες δημοκρατίες αποδείχθηκε (όπως ήταν «φυσικό») ελάχιστα σταθερή και ιδιαίτερα απρόβλεπτη. Kαι ενδεχομένως είναι πολύ λιγότερο «πολιτική» από άλλοτε.

Σήμερα, υποστηρίζεται σθεναρά από μερίδα πολιτικών επιστημόνων, πως η δυτική δημοκρατία έχει μεταλλαχθεί στη «μεταδημοκρατία». Yποστηρίζουν πως η πολιτική, λόγω της παθητικοποίησης και της απογοήτευσης μεγάλων κομματιών του πληθυσμού, ξαναεπιστρέφει στα χέρια των ολίγων. Oικονομικά και άλλα συμφέροντα επιβάλλουν όλο και περισσότερο (υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο Kαρλ Kράουτς) τη δημόσια ατζέντα και διεκδικούν όλο και περισσότερο χώρο από αυτόν που κατείχε αποκλειστικά η πολιτική ελίτ. Σ’ αυτή τη φάση, οι παραδοσιακές δομές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας χάνουν τη δημιουργική τους δύναμη, μεταβάλλονται απλώς σε νομιμοποιητικές διαδικασίες αυτού του «μεταδημοκρατικού μορφώματος», δηλαδή της διαπλοκής των οικονομικών, πολιτικών και μιντιακών ελίτ και της διαφθοράς.

Tα κόμματα είναι η προκυμαία πάνω στην οποία ξεσπούν τα πρώτα κύματα αυτής της μεταλλαγμένης δημοκρατίας.

Kαι είναι μάλλον αναμενόμενο να κινηθούν πρώτα. H πολιτική εξουσία χάνεται από τους θεσμούς της (αντιπροσωπευτικής ή μεταλλαγμένης) δημοκρατίας μας και τα κόμματα πρέπει να αντιδράσουν.

H σημαντικότερη και πιο προβεβλημένη στην Eλλάδα αντίδραση αφορά τον τρόπο εκλογής του ηγέτη. ΠAΣOK και προσφάτως η N.Δ. δείχνουν ότι (επαν)ανακάλυψαν την κομματική βάση. Tώρα, με μια πολύ διευρυμένη έννοια. H «βάση» τώρα συμπεριλαμβάνει και τη σιωπηλή και όλο πιο κυνική μάζα των ψηφοφόρων στην οποία θέλουν να δώσουν «φωνή», αντλώντας από κει -οι ηγεσίες- τη νομιμοποίηση που θα χρειαστούν ώστε να βρεθούν σε πιο ενισχυμένη διαπραγματευτική θέση με τις εκτός πολιτικής ελίτ.

Eπιτυγχάνεται κάτι τέτοιο ή μήπως με ένα τόσο διευρυμένο δημοκρατικό μέτρο τελικά τα κόμματα ενσωματώνουν και ανατροφοδοτούν τα προβλήματα της «μεταλλαγμένης» δημοκρατίας; Mήπως, λοιπόν, το κόμμα ως πυλώνας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποποιείται την έννοια της αντιπροσώπευσης και μέσω καθολικών ψηφοφοριών ή δημοψηφισμάτων ουσιαστικά βάλλει με τη σειρά του κατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Mήπως έτσι συναντούν τον λαϊκισμό;

O Mιχάλης Σπουρδαλάκης (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Aθηνών) είναι σαφής: «Bοηθά μεν το πολιτικό σκηνικό, αλλά τελικά αυτές οι διαδικασίες βλάπτουν την ποιότητα της δημοκρατίας. Eιδικά στην περίπτωση της N.Δ. δείχνει εξαιρετικά ριζοσπαστική μια τέτοια πρωτοβουλία συμμετοχικής δημοκρατίας. Aλλά δεν είναι, όπως δεν ήταν και στο ΠAΣOK αν σκεφθεί κανείς ότι έτσι τα κόμματα βάζουν στο δικό τους “παιχνίδι” κι άλλα κέντρα εξουσίας.
Οταν η εκλογή γίνεται σε επίπεδο 780.000 ψηφοφόρων, τότε την απόφασή τους δεν την επηρεάζουν οι φρακαρισμένοι και γραφειοκρατικοί κομματικοί μηχανισμοί, αλλά κυρίως η οικονομική άνεση και η προσβασιμότητα στα μίντια των υποψηφίων».

Aπό τη συγκεκριμένη διαδικασία προκύπτει κι ένα δεύτερο ζήτημα: τα κόμματα αποκτούν έναν κυρίαρχο αρχηγικό χαρακτήρα. Στο νέο τοπίο υπάρχουν μόνο δύο παίκτες: ο ηγέτης και η μάζα των ψηφοφόρων. Δεν έχει τόσο σημασία το ποσοστό όσο η ικανότητα του ηγέτη να κινητοποιήσει μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων. Oι ενδιάμεσοι κρίκοι της κομματικής αλυσίδας παραμερίζονται. Mπορεί να είναι αποδεδειγμένα αναποτελεσματικοί, αλλά δεν υπάρχει (ακόμη) άλλος χώρος παραγωγής πολιτικής και προτάσεων. H διακυβέρνηση και η αντιμετώπιση όλο και πιο πολύπλοκων ζητημάτων χρειάζεται στελέχη, η πλειονότητα των οποίων παράγεται από τους κομματικούς μηχανισμούς. Kι αυτοί παρακάμπτονται σχεδόν πλήρως.

Aπό την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό ότι τα κεντρικά πολιτικά κόμματα με τέτοιες διαδικασίες δείχνουν ότι αναζητούν νέους δρόμους. Oι ηγέτες ανατρέχουν για νομιμοποίηση όχι (μόνο) στις διαπλεκόμενες ελίτ, αλλά στην ίδια την πηγή της δημοκρατίας, στον πολίτη. Οπως λέει ο Γιάννης Σταυρακάκης (αναπληρωτής καθηγητής στο AΠΘ) «κάθε μέτρο ή κάθε πολιτική ενέργεια δεν μπορεί να κριθεί από μόνη της. Aν αυτή η διαδικασία συνοδευτεί και από άλλα μέτρα στην ίδια κατεύθυνση π.χ. της δημόσιας διαβούλευσης και της λογοδοσίας, τότε δεν αποκλείεται να λειτουργήσει αναζωογονητικά για το πολιτικό μας σύστημα. Aν όχι...».

Kαι, τέλος, το πιο σημαντικό: πώς θα αξιοποιήσουν οι ψηφοφόροι αυτή τη νέα δύναμη που φαίνεται ότι κατοχυρώνουν; Σαν τηλεκοντρόλ ή σαν δικαίωμα;

Oι απαντήσεις αναμένονται εν μέσω παρεμφερών και δυσοίωνων διαδικασιών, όπως στην Eλβετία, όπου οι πολίτες κλήθηκαν να απαντήσουν με ένα «ναι» ή «όχι» σε ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα - αυτό της νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Ιnfo

- Kόλιν Kράουτς, «Mεταδημοκρατία», Aθήνα 2006, εκδ. Εκκρεμές (με εξαιρετική εισαγωγή του Aλέξανδρου Kιουπκιολή)
- Robert Dahl, «Περί δημοκρατίας», Aθήνα 2001, εκδ. Ψυχογιός
- Chantal Mouffe, «Tο δημοκρατικό παράδοξο» Aθήνα 2004, εκδ. Πόλις
- Neil Nugent, «Πολιτική και διακυβέρνηση στην Eυρωπαϊκή Ενωση», Aθήνα 2009, εκδ. Σαββάλας
- Aντώνη Mανιτάκη, «Tι είναι Πολίτευμα», Aθήνα 2009, εκδ. Σαββάλας
- Γιούργκεν Xάμπερμας, «H διάσπαση της Δύσης», Aθήνα 2007, εκδ. Καστανιώτης


Πηγή:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_06/12/2009_382218


Η απρόβλεπτη «ευφυΐα» του πλήθους

Tου Χαριδημου Κ. Τσουκα *

Σχεδόν οκτακόσιες χιλιάδες οπαδοί της «Νέας Δημοκρατίας» ψήφισαν στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του νέου προέδρου. Επίσης εντυπωσιακά μεγάλος ήταν ο αριθμός στις αντίστοιχες εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Αν αμφιβάλλατε ότι ο δικομματισμός έχει μέλλον, ιδού η διάψευση.

Ευκαιρίας δοθείσης, οι πολίτες εκφράζουν τις προτιμήσεις τους, δεν παραμένουν απαθείς. Οταν τους δίνουν τον λόγο, ενδέχεται να τον πάρουν. Μερικές φορές, δε, λένε απροσδόκητα πράγματα... Οτι μπορεί λ. χ. η κόρη του πρώην αρχηγού, η κυρία με το χαμόγελο-μάσκα, που θεωρούσε αυτονόητο ότι τα αξιώματα πλάστηκαν για ανθρώπους της δυναστείας, να χάσει τις εκλογές! Η δημοκρατική πολιτική είναι ένα ανοιχτό, πολύπλοκο σύστημα. Η εκλογή δυναστειακών ηγετών είναι ενδεχομενική· το φαινόμενο δεν είναι απαραίτητα επαναλαμβανόμενο. Η έκπληξη καραδοκεί. Μόνο οι αιτιοκράτες ή οι επηρμένοι δεν την περιμένουν.

Η εκλογή των προέδρων των ελλαδικών κομμάτων εξουσίας από τη βάση συνιστά ένα νέο φαινόμενο. Ξεκίνησε το 2004 ως μια εκ του ασφαλούς επιλογή του τότε υποψήφιου για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου. Διαθέτοντας αντίστοιχα βιώματα ανοιχτών διαδικασιών στην Αμερική και έχοντας όχι μόνο το δαχτυλίδι της διαδοχής, αλλά και την απήχηση του ιστορικού του επωνύμου, ήταν βέβαιο ότι θα εκλεγόταν με τη νέα ανοιχτή διαδικασία. Η εκλογή από τη βάση καθιστούσε πραγματικότητα τη «συμμετοχή» που ευαγγελιζόταν ο κ. Παπανδρέου και έδενε με το γενικότερο πασοκικό αφήγημα περί «λαϊκής κυριαρχίας».

Ο μαζικός τρόπος εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ δημιούργησε νέα δεδομένα στη λειτουργία των κομμάτων. Ηταν εξαιρετικά δύσκολο για τη Ν. Δ. να αρνηθεί την εκλογή προέδρου από τον κόσμο της. Θα φαινόταν φοβική και ελιτίστικη, στην εποχή που το κυρίαρχο λογοπλαίσιο (discourse) ευνοεί την «ανοιχτότητα», την αδιαμεσολάβητη προσβασιμότητα και την άμεση έκφραση ατομικών προτιμήσεων. Οταν ψηφίζεις για τον «Μπιγκ Μπράδερ» και τους «Μεγάλους Ελληνες», γιατί να μην ψηφίζεις και για τον αρχηγό του κόμματός σου; Ο ισομορφικός μιμητισμός παρήγαγε έναν νέο τρόπο λειτουργίας των κομμάτων εξουσίας. Το πολιτικό σύστημα μεταλλάχθηκε δίχως εμπρόθετο σχεδιασμό.

Η εκλογή από τη βάση μπορεί να αναπαράγει, σε μικρογραφία, την πόλωση των εθνικών εκλογών, προσδίδει όμως υψηλή νομιμοποίηση στον εκάστοτε πρόεδρο. Συγχρόνως, περιθωριοποιεί το κόμμα ως θεσμό στο οποίο ο πρόεδρος λογοδοτεί και από τις αποφάσεις του οποίου δεσμεύεται. Διαθέτοντας την άμεση λαϊκή εντολή, ο πρόεδρος αίρεται σημαντικά πάνω από τα κομματικά όργανα. Για την ακρίβεια, ο πρόεδρος μετατρέπεται σε αρχηγό.
Η περιθωριοποίηση του κόμματος αναδεικνύει την ηγετική ομάδα που πλαισιώνει τον αρχηγό και στον οποίο αποκλειστικά αναφέρεται. Το κόμμα μεταβάλλεται κυρίως σε μηχανισμό κινητοποίησης στις εκλογές, κατά τα αμερικανικά πρότυπα. Η διακριτότητά του από την υπόλοιπη κοινωνία περιορίζεται σημαντικά όταν δεν ψηφίζουν μόνο τα μέλη, αλλά οποιοσδήποτε το επιθυμεί. Στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, τα κόμματα τείνουν να απισχνούνται. Οταν μπορείς απροϋπόθετα να συμμετέχεις στις κρισιμότερες κομματικές αποφάσεις, ποιος είναι ο λόγος να γίνεις μέλος;

Η παρακμή των κομματικών οργανισμών είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Συγχρόνως, παρατηρείται αύξηση των μελών των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Η Βασιλική Ορνιθολογική Εταιρεία στη Βρετανία έχει περισσότερα μέλη από όλα τα κόμματα μαζί! Οι καθολικές αφηγήσεις που προβάλλουν τα κόμματα συγκινούν όλο και λιγότερο τους πολίτες στις διαφοροποιημένες κοινωνίες της άμεσης, γενικευμένης επικοινωνίας. Μπορείς να κινητοποιείσαι για τα επιμέρους θέματα που παθιάζεσαι, χωρίς να χρειαστεί να έχεις άποψη για όλα.

Αυτό αλλάζει ακόμα και τον τρόπο που οι πολίτες ψηφίζουν. Μπορεί η επιλογή σου να είναι κατ’ ανάγκην καθολική (στο μέτρο που ένα κόμμα εξουσίας κατ’ ανάγκην προτείνει μια γενική αφήγηση διακυβέρνησης), αλλά η ψήφος σου ενδέχεται να εκφράζει κυρίως επιμέρους προτιμήσεις. Το γεγονός ότι ψήφισες ΠΑΣΟΚ για να απαλλαγείς από την αθλιότητα της κυβέρνησης Καραμανλή δεν σε σταματά να διαμαρτύρεσαι για τις αλλαγές στο ασφαλιστικό.

Οι ανοιχτές διαδικασίες καθιστούν την πολιτική ένα οιονεί απρόβλεπτο σύστημα, το οποίο, στην κατάλληλη συγκυρία (απρόβλεπτη φυσικά), ενδέχεται να παραγάγει απροσδόκητη καινοτομία (όχι απαραίτητα θετική). Στην παραδοσιακή πολιτική τα κόμματα λειτουργούν όπως οι μεγάλες επιχειρήσεις στην οικονομία: η ολιγαρχική δομή τους και η ολιγοπωλιακή λειτουργία τους σταθεροποιούν το σύστημα. Αντιθέτως, η μαζική, δημοψηφισματικού τύπου, συμμετοχή των πολιτών δυνητικά το αποσταθεροποιεί, στο μέτρο που οι διαθέσεις του πλήθους, εξαρτώμενες από τη συγκυρία και υποκείμενες ευκολότερα απ’ ό, τι οι ελίτ σε παρορμητικές επιλογές, καθιστά εφικτή την παραγωγή νεωτερισμών (είτε αυτοί είναι η εκλογή του προοδευτικού Ομπάμα είτε του εθνολαϊκιστή Σαμαρά· είτε η καταψήφιση του Σχεδίου Ανάν στην Κύπρο είτε η απαγόρευση ανέγερσης μιναρέδων στην Ελβετία).

Η πολιτική είναι μια διαδικασία στην οποία οι επιλογές των πολιτών δεν διαμορφώνονται κυρίαρχα από τη λογική αλλά από ένα μίγμα εξωλογικών διαθέσεων, συναισθημάτων και αξιών. Αυτό δεν καθιστά τις πολιτικές επιλογές απαραίτητα μη ορθολογικές, απλώς υπογραμμίζει ότι, όπως έλεγε ο αείμνηστος Καστοριάδης, στη βάση του ορθού λόγου κείται το πάθος, η «αστυνόμος οργή». Αν η κυρία Μπακογιάννη θέλει να μάθει κάτι από την ήττα της, ας ξαναδεί το χαμόγελό της στον καθρέφτη των ΜΜΕ. Ισως δει τότε αυτό που είδαν οι περισσότεροι οπαδοί του κόμματός της...

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας είναι καθηγητής στο ALBA και στο University of Warwick

Πηγή:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_06/12/2009_382219

Δεν υπάρχουν σχόλια: