Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Πώς θεραπεύεται μια άρρωστη Δημοκρατία;



Στη χώρα μας, εδώ και δεκαετίες, ζούμε στον αστερισμό της αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματός μας. Το καταγγέλλομε ως ρουσφετολογικό, αναξιοκρατικό, διοικητικά ανίκανο. Αναφέρομε ότι αποδίδει αμφιλεγόμενης τιμιότητας δικαιοσύνη, ότι λειτουργεί με αδιαφανές σύστημα, ότι είναι αδιάφορο ή συμμετέχει σε θέματα λαθρεμπορίου, ότι ανέχεται και αποδέχεται μοιρολατρικά καταπατήσεις περιουσιών του δημοσίου, ότι πάσχει από υποτροπιάζουσες νομοθετικές ρυθμίσεις άφεσης αμαρτιών των χρεωστών του δημοσίου, ότι …, ότι … Αυτά και άλλα τόσα τα μηρυκάζουμε εδώ και πολλά χρόνια καταγγέλλοντάς τα, όμως πάντοτε γενικά, όπως κάνω κι εγώ τώρα με αρκετή δόση δονκιχωτισμού.

Η ροπή μας άλλωστε στις φαντασιακές συμπεριφορές είναι ανεξάντλητη. Όλοι γνωρίζομε και αναφέρομε «εμπιστευτικά» πληροφορίες που έχομε, ας πούμε από πρώτο χέρι, σε θέματα πολιτικών εξαγγελιών του πρωθυπουργικού γραφείου, ή του προκαθημένου επισκόπου της ελλαδικής εκκλησίας. Ξέρω καλά, λέμε. Το ζήτημα μου το είπε πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού, ή του αρχιεπισκόπου. Κάτι τέτοια παράλογα και φαιδρά ακούγονται συχνά. Όλοι τα ξέρουμε όλα. Και συχνά, συχνότατα, όλοι οι ξερόλες δεν ξέρομε τίποτα, ή τα ξέρομε λάθος, ή και είναι οι πληροφορίες που δίνομε αποκυήματα της φαντασίας μας μόνο.

Ο Θερβάντες, βέβαια, έγραψε το Δον Κιχώτη με σκοπό να καυτηριάσει τη διεφθαρμένη, φθίνουσα και εκφυλισμένη κατάσταση του τότε πολιτεύματος της πατρίδας του. Στην ιστορία του έβαλε το Δον Κιχώτη να εκπροσωπεί τον φαντασιόπληκτο αριστοκράτη ιππότη, το δήθεν ικανό κι έγκυρο, τον οποίο συνόδευε και συχνά ξελάσπωνε από τις φαντασιοπληξίες του ο υπηρέτης του με το γαϊδουράκο του, που αντιπροσώπευε τον απλό και ανίσχυρο λαό, αλλά και προσγειωμένο στην πραγματικότητα του.

Πώς μπορεί, λοιπόν, να βελτιωθεί ποιοτικά η Δημοκρατία μας; Είναι αρκετό να καταγγέλλεις τα χάλια της και να κλαψουρίζεις γι αυτά; Όχι βέβαια. Είναι αρκετό να κάθεσαι και να θυμάσαι την ένδοξη ιστορία μας; Όχι βέβαια. Τότε τι; Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται ν’ αφήσομε τους δονκιχωτισμούς. Να καταλάβομε ότι ο Δον Κιχώτης κατήγγειλε, αλλά δεν θεράπευσε.

Καιρός, πρώτα-πρώτα, να θεραπευτούμε απ αυτό το σύνδρομο που μας σπρώχνει σε επιπολαιότητες και πράξεις ανούσιες, γκλαμουριάρικες μεγαλοπρέπειες, αλλά πρακτικά άχρηστες και γι αυτό επικίνδυνες και γελοίες. Γνωστή φράση τέτοιου τύπου «Τους ακουμπάμε», τους τρομοκράτες, και η πιο σύγχρονη «Νταβατζήδες τέλος».

Πρέπει, επίσης, να καταλάβομε ότι όταν μιλάμε για Δημοκρατία αναφερόμαστε πάντα σ’ ένα πολίτευμα που αφορά ένα πληθυσμό ετερόκλητων ατόμων, τα οποία σχηματίζουν σύνολο γιατί τα ενώνει κοινή γλώσσα, ιστορία και παράδοση. Απ ‘ όλα αυτά μαζί αντλούν τη δύναμη να δημιουργούν κι αυτοί με τη σειρά τους, νέα κοινά στοιχεία του ξεχωριστού πολιτισμού τους, εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχειά τους ως εθνότητα. Η διαδικασία αυτή, της συνεχιζόμενης αποτύπωσης και εξέλιξης των υπαρξιακών χαρακτηριστικών τους ως έθνους, ενισχύει τα θεμέλια πάνω στα οποία θα δημιουργήσουν και οι επόμενες γενιές.

Αλήθεια πιστεύει κανένας ότι ο τρόπος που λειτουργούμε σήμερα στηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα και την πολιτισμική μας ταυτότητα; Ή βοηθά να βάλουμε στη φυλακή μερικούς αγύρτες και κλέφτες και μετά να τους αποφυλακίσομε, όπως κάναμε παλιότερα και για τον Κοσκωτά και πολλούς άλλους; Αν πιάσομε τον κλέφτη μιας εικόνας από κάποιο ναό και τον καταδικάσομε, υπερασπιζόμαστε την εκκλησία; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Εκκλησία είναι το σύνολο των χριστιανών. Όχι ο ναός. Αλλά μήπως βελτιώθηκε η ποιότητα της δημοκρατίας μας επειδή τιμωρήσαμε δικαστικά τους χουντικούς; Πώς, λοιπόν, φτάσαμε στα σημερινά χάλια; Αλλά, κι αλλού, στην Ιταλία για παράδειγμα, ο εισαγγελέας Ντι Πιέτρο συνέβαλε στην βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατίας φυλακίζοντας τους επίορκους πολιτικούς, ή έφερε το Μπερλουσκόνι και τη γελοιοποίηση της Ιταλικής Δημοκρατίας;

Η Δημοκρατία είναι συλλογικό σύστημα διακυβέρνησης χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων. Ανάμεσά τους, αναμενόμενο είναι, να υπάρχουν και κλέφτες και φονιάδες και λαθρέμποροι κ.τ.λ. Αυτούς, τον καθένα ξεχωριστά, τους χειρίζεται η ποινική δικαιοσύνη, την οποία δημιούργησε η δημοκρατία, με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι όλοι οι πολίτες της έχουν την ίδια μεταχείριση απ’ αυτή. Το ίδιο το Δημοκρατικό Πολίτευμα προσφεύγει κι αυτό στην ποινική δικαιοσύνη, όταν θίγονται οι λειτουργίες του από κάποια άτομα της κοινωνίας, όπως για παράδειγμα οι υποθέσεις Βατοπεδίου, Siemens, Κοσκωτά, ή των χουντικών συνταγματαρχών παλιότερα.

Αλλά, αξιοθρήνητες συμπεριφορές, που προσβάλλουν την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας, συμβαίνουν συνεχώς. Τελευταία, τέτοια συμπεριφορά βάναυσης προσβολής της Δημοκρατίας εκδηλώθηκε από τον τέως εισαγγελέα και νυν υφυπουργό Μαρκογιαννάκη. Δήλωσε δημόσια ότι θεωρεί φυσιολογικό, αρμόζον και πρέπον όταν κάποιος αποφοιτά από Στρατιωτική ή Δημόσιας Τάξης Σχολή να προστρέχει στα βουλευτικά γραφεία και να ζητά, ως ρουσφέτι, την καλύτερη τοποθέτησή του στην υπηρεσία, σε πόστο της προτίμησής του. Ο κύριος αυτός, ο μίστερ Μ., θεωρεί αυτή την πράξη διαπλοκής τόσο ηθική, που καθώς δήλωσε, απαξιεί ακόμα και να τη συζητήσει. Κι όμως, αυτή η Μαρκογιαννάκιος συμπεριφορά είναι που ναρκοθετεί το πολίτευμα της Δημοκρατίας. Παρόμοιας ποιότητας συμπεριφορά φανερώνει και η δήλωση του βουλευτού κ Βουλγαράκη, ο οποίος, στο πλαίσιο της υπόθεσης Βατοπεδίου, είπε ότι προσέφυγαν με τη σύζυγό του στη λύση της off shore εταιρείας για να αποφύγουν τη βαριά φορολόγηση των εισοδημάτων τους, αλλά αυτό το έκαναν για να εξασφαλίσουν οικονομικά τα παιδιά τους!!

Θα μου πείτε. Βρήκες να κουβεντιάζεις λεπτομέρειες, σταγόνες στον ωκεανό. Θα σας απαντήσει γι αυτό καλύτερα ο Αριστοτέλης. Στα «Πολιτικά» του λέει ότι οι στάσεις (επαναστάσεις) δεν δημιουργούνται από κάποια μικρή αιτία, αλλά από πολλές μαζί («ού διά μικρά, αλλά έκ μικρών»).

Συμπέρασμα; Η δικαστική δικαιοσύνη δεν προστατεύει τη Δημοκρατία. Άλλο ποινική δικαιοσύνη, που αφορά άτομα και άλλο η περιφρούρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, που αφορά κοινωνικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όποτε αγνοείται αυτή η διάκριση, χαμένη βγαίνει η Δημοκρατία. Μοναδικός τρόπος θεραπείας; Οι βουλευτικές εκλογές. Η κάθαρση γίνεται με την ψήφο του εκλογικού σώματος.

Αυτή η διαδικασία, δηλαδή η κάθαρση μέσω των εκλογών, για να είναι επιτυχής πρέπει να απαντήσει σ’ ένα μεγάλο ερώτημα. Είναι το εκλογικό σώμα έτοιμο να αντιληφθεί την κρισιμότητα των περιστάσεων και να πράξει το ορθό και δίκαιο, έστω κι αν αυτό αντιστρατεύεται μερικές φορές και το προσωπικό του συμφέρον; Αν είναι, έχει καλώς. Αν δεν είναι , τότε σύντομα ο κύκλος θα κλείσει και πάλι, προκαλώντας εκ νέου την καταγγελτική διάθεση και τις δονκιχωτικές συμπεριφορές, και ξανά … από την αρχή.

Στο σημείο αυτό φαίνεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το ποιός θα αναλάβει το ρόλο να μορφώσει και να ενημερώσει σωστά το λαό. Η απάντηση εύκολη. Ο ρόλος ανήκει στην πνευματική ηγεσία του τόπου. Η ευθύνη τους ανήκει εξ ολοκλήρου κι ας σταματήσουν να συζητούν ψευτοδιλήμματα του τύπου τι έγινε πρώτα, το αυγό ή η κότα. Στην περίπτωσή μας τουλάχιστον, είναι σίγουρο ότι ο Σάντσο, ο λαός έγινε πρώτα, κι ύστερα ο ονειροπόλος και φαντασιόπληκτος Δον Κιχώτης, εκπρόσωπος υποτίθεται της διεφθαρμένης και διαπλεκόμενης εξουσίας, που προσπαθεί να την εξορκίσει με την αλλόκοτη συμπεριφορά του.


Του γιατρού Γιάννη Γ. Τσουδερού
Από την εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Ηρακλείου

Δεν υπάρχουν σχόλια: