Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ

Το διάβασα και σας το παρουσιάζω σαν ένα κείμενο μελέτης και προβληματισμού. Είμαι ειλικρινά περίεργος για το πως θα εξελιγχθούν τα πράγματα στο Κυπριακό ΚΑΙ εύχομαι να μην επιβεβαιωθούν οι φόβοι του συγγραφέα του άρθρου. Οι ομοιότητες όμως είναι πραγματικά πολλές......


To φάντασμα του Γκορμπατσόφ (και της ΕΟΚΑ) πάνω από την Κύπρο


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
konstantakopoulos.blogspot.com


Στις αρχές του χρόνου άκουσα τυχαία στο ΡIK τον Δημήτρη Χριστόφια να παρεμβαίνει στις επικείμενες τότε εκλογές νέου ΓΓ του ΑΚΕΛ και να διατυπώνει έμμεσα, πλήρως αναπόδεικτα και ανώνυμα, πλην σαφέστατα υπονοούμενα εναντίον του Νίκου Κατσουρίδη, για κάποια μορφής «διαφθορά», ακριβέστερα για τρόπο ζωής που δεν συνάδει με αριστερό ηγέτη. Ο Κατσουρίδης, φυσικός ηγέτης του κόμματος και υπεύθυνος των προεκλογικών του εκστρατειών, ήταν υποψήφιος για τη θέση του ΓΓ, εναντίον του Άντρου Κυπριανού, ανθρώπου του μηχανισμού και ευνοούμενου του κ. Χριστόφια. Η επίθεση κατά Κατσουρίδη μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις κλασικότερες ασκήσεις σταλινικής μεθοδολογίας σε ΚΚ.
Ακούγοντάς τους υπαινιγμούς Χριστόφια, μια ξαφνική θύμηση μου ήρθε από τα χρόνια που, δημοσιογράφος στη Μόσχα, παρακολουθούσα την πορεία της «περεστρόικα» προς τη διάλυση ΚΚΣΕ και ΕΣΣΔ.

Θυμήθηκα τις ανυπόσταστες κατηγορίες εναντίον του Γιεγκόρ Λιγκατσώφ, Νο2 στο ΚΚΣΕ, για διαφθορά και υπόθαλψη συνωμοσιών εναντίον του Γκορμπατσώφ. Οι κατηγορίες μπορεί να μην αποδείχθηκαν ποτέ και δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη ότι ευσταθούσαν, το πολιτικό τους όμως αποτέλεσμα ήταν παραπάνω από υπαρκτό: Ο Αλεξάντρ Γιάκοβλεφ, πιθανότατα όργανο «εξωσοβιετικών» δυνάμεων, σε κάθε περίπτωση όμως φορέας μιας αντισοβιετικής ιδεολογίας και πρακτικής, κατάφερε να πάρει, σε μεγάλο βαθμό, τον έλεγχο του ΚΚΣΕ και, ιδίως, του «ιδεολογικού» μηχανισμού και των ΜΜΕ. Εκτός από τα υπονοούμενα για διαφθορά του Λιγκατσώφ, ενορχηστρώθηκε μια ολόκληρη καμπάνια τότε, για να παρουσιασθεί ο τελευταίος ως εκπρόσωπος της πιο «αντιδραστικής», «δεξιάς», «οπισθοδρομικής» πτέρυγας, που βυσσοδομούσε και συνωμοτούσε εναντίον Γκορμπατσώφ και «μεταρρύθμισης». Οι συνέπειες της νίκης, με τέτοια μέσα, του Γιάκοβλεφ επί του Λιγκατσώφ ήταν μοιραίες, «θανατηφόρες» για την ΕΣΣΔ και το ΚΚΣΕ.

Δίνω κάποια σημασία στις αναμνήσεις αυτές γιατί διατύπωσα στο βιβλίο μου «Η Κύπρος σε παγίδα» (Λιβάνης, 2008) την υπόθεση εργασίας ότι μπορεί να βρισκόμαστε στο κυπριακό σε μια διαδικασία «αυτοκατάλυσης» της Κυπριακής Δημοκρατίας (και του ΑΚΕΛ), ανάλογης με την αυτοκατάλυση της ΕΣΣΔ (και του ΚΚΣΕ) – αυτοκατάλυση «υποβοηθούμενη» ασφαλώς από υπηρεσίες και ποικίλα κέντρα των χωρών που επιδιώκουν, για δικούς τους στρατηγικούς λόγους, να ελέγχουν Κύπρο και Ελλάδα, δηλαδή της Βρετανίας, των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Οτι υφίστανται τάσεις αυτοκατάλυσης του κυπριακού κράτους δεν υπάρχει αμφιβολία. Το σχέδιο Ανάν ήταν μια πρώτη απόπειρα, αφού προέβλεπε ρητά ότι την τελική εξουσία στο νέο «κράτος» που δημιουργούσε θα την ασκούσαν τρεις μη Κύπριοι δικαστές που διόριζε ο Κόφι Ανάν και θα μπορούσαν να διαλέγουν τους διαδόχους τους, ενώ τρεις ξένοι στρατοί θα είχαν δικαίωμα επέμβασης στο νέο αυτό «κράτος». Αλλά και οι σημερινές ελληνικές προτάσεις (του κ. Χριστόφια), που δημοσιεύτηκαν στον «Κόσμο του Επενδυτή» (15.3.2009) προβλέπουν ένα εξωφρενικό και δαιδαλώδες σύστημα διακυβέρνησης, όπου πότε θα αποφασίζει Έλληνας Πρόεδρος, πότε Τούρκος και πότε ξένος δικαστής και μια πληθώρα από άλλες φόρμουλες που και δεν έχουν εφαρμοσθεί πουθενά αλλού στον κόσμο και καταλύουν εν τέλει τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν βρισκόμαστε μπροστά σε διαδικασία αυτοκατάλυσης, αλλά από ποια στάδια θα περάσει και αν θα ολοκληρωθεί.


Αναλογίες Κύπρου και ΕΣΣΔ


Η αναλογία ανάμεσα στις διακοινοτικές συνομιλίες της Λευκωσίας και την σοβιετική περεστρόικα ίσως ξενίζει τον αναγνώστη, που δικαιολογημένα διερωτάται ποια σχέση μπορεί να έχουν Κύπρος και ΕΣΣΔ (ΑΚΕΛ και ΚΚΣΕ είναι αντίθετα αρκετά όμοιες δομές). Παρά όμως τις τεράστιες διαφορές υπάρχει στην πραγματικότητα μεγάλος αριθμός δομικών ομοιοτήτων:

Η απροθυμία του σοβιετικού τότε χώρου (ηγεσία περισσότερο, κοινωνία λιγότερο) να εξακολουθήσει να αντιστέκεται στις ποικιλόμορφες πιέσεις του διεθνούς περιβάλλοντος και ο πειρασμός να ενταχθεί σε αυτό υποχωρώντας στις απαιτήσεις του, κάτι το οποίο συμβαίνει και σήμερα με τον ελληνικό χώρο, τμήμα του οποίου είναι η ελεύθερη Κύπρος, ο οποίος δεν πολυθέλει να καταβάλει το τίμημα μιας μαχητικότερης αντίθεσης στην τουρκική απειλή.

Η ανάγκη να βρεθεί μια «ιδεολογία» που να επιτρέπει έναν τέτοιο μετασχηματισμό (στην Κύπρο η ιδεολογία αυτή εμφανίζεται ως η ανάγκη να λυθεί εδώ και τώρα το κυπριακό και να αποτραπεί η διχοτόμηση που, ειρήσθω εν παρόδω, συνέβη προ 35 ετών με την υπογραφή Κληρίδη και τη σιωπηρή συγκατάθεση πολλών άλλων!!!), με τον ίδιο τρόπο που μια γυναίκα αναζητεί ένα πρόσχημα για να υποκύψει σε προτάσεις που θεωρεί μεν απαράδεκτες, αλλά βρίσκει πολύ του γούστου της.

Η διακυβέρνηση από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, η ηγεσία του οποίου έχει χάσει προ πολλού όποια αίσθηση ιστορικής αποστολής είχε κάποτε και αναζητεί εναγωνίως ένα νέο ρόλο στη «νέα εποχή», σε συνδυασμό με έναν ηγέτη που αυτοεγκλωβίζεται ναρκισσιστικά (και με την ενδεχόμενη στις περιπτώσεις αυτές συνδρομή «καλοθελητών» στην υπηρεσία ξένων μυστικών υπηρεσιών) σε έναν ρόλο «μεγάλου αναμορφωτή», που, όσο διαπιστώνει ότι δεν του «βγαίνει», τόσο επιμένει στον ίδιο δρόμο, μια κλασική ανθρώπινη συμπεριφορά.


Μια κρατική και κομματική εξουσία που συγχέει τον εχθρό και τον φίλο. Στην περίπτωση της ΕΣΣΔ ο Γκορμπατσώφ νόμισε ότι η Θάτσερ και ο Ρήγκαν ήταν οι φίλοι του και οι σκεπτικιστές στο κόμμα του οι εχθροί του, που θα τον ανέτρεπαν όπως οι «σκληροπυρηνικοί» γραφειοκράτες τον Χρουστσώφ. Νόμισε ότι ο δυτικός καπιταλισμός και οι ιδέες του θα τον βοηθούσαν να μεταρρυθμίσει το σοβιετικό σύστημα. Οι δυτικές, καπιταλιστικές χώρες, άρχισαν να αναφέρονται στην ΕΣΣΔ ως οι «πολιτισμένες χώρες». Δεν του περνούσε από το μυαλό ότι συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο, ότι δεν είχε καν αντιληφθεί ποιος ήταν ο εχθρός του και από πού προερχόταν η απειλή για την εξουσία του.

Στην περίπτωση της Κύπρου, η σημερινή της ηγεσία τείνει να αντιληφθεί τον «διεθνή παράγοντα» (Βρετανία, ΗΠΑ, Ισραήλ) και τον εκπρόσωπο της κατοχικής δύναμης Μεχμέτ Αλί Ταλάτ ως ανασκαστικούς έστω συνεταίρους στην προσπάθεια λύσης του κυπριακού. Εν ονόματι της αναγκαίας συμφιλίωσης με τους Τουρκοκύπριους, καταστρέφει την εικόνα της Τουρκίας (που συχνά τους χρησιμοποιεί ή πάντως τους επικαλείται) ως «εχθρού» των Ελληνοκύπριων. Πρέπει να τονίσουμε ότι η καταστροφή της εικόνας του εχθρού ήταν το κεντρικό σημείο της γκορμπατσωφικής πολιτικής που οδήγησε στη διάλυση της ΕΣΣΔ. Αντίθετα, το ΚΚ Κίνας διατήρησε πάντα στον πυρήνα της επικοινωνιακής του πολιτικής την εικόνα του εχθρού, ανεξάρτητα από το επίπεδο των σχέσεων με τη Δύση, τους συμβιβασμούς με αυτή ή και τη χρήση των μεθόδων της. Στον πυρήνα της κινέζικης κοσμοθεωρίας παρέμεινε ένα ισχυρότατο στοιχείο εθνικής ταυτότητας και μια αντίληψη της Δύσης ως βασικά επιβουλευόμενης και αποικιοκρατικής δύναμης.


Ένας ηγέτης που νομίζει ότι θα μπει στην ιστορία με τις πολιτικές που έχει επιλέξει και δεν είναι πρόθυμος να εξετάσει εγκαίρως εναλλακτικές πολιτικές στο μέτρο που διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη τώρα και με τις ακολουθούμενες μεθόδους των επιδιώξεών του.

Η Ελλάδα είναι μια μάλλον καθυστερημένη χώρα ως προς την παρακολούθηση των παγκόσμιων τάσεων, που συνήθως εμφανίζονται στις ΗΠΑ, φτάνουν με καθυστέρηση (και παραμόρφωση) στη Δυτική Ευρώπη και προσγειώνονται με ακόμα μεγαλύτερη και καθυστέρηση και παραμόρφωση στην Ελλάδα. Η Κύπρος είναι ακόμα πιο καθυστερημένη, ένα στρείδι κλεισμένο στον εαυτό του και τις νοοτροπίες του. Αυτό εξηγεί γιατί το “κύμα του 1989”, που άρχισε στο Βερολίνο πριν 20 χρόνια, κινδυνεύει νάχει ως τελευταίο του θύμα την Κυπριακή Δημοκρατία είκοσι χρόνια μετά. Κατά τρόπο ειρωνικό, αν όχι γελοίο, αν αυτό συμβεί, θα συμβεί όταν ισχυρά κύματα αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση και την αυτοκρατορία σηκώνονται τώρα πια από διάφορα σημεία του διεθνούς ορίζοντα!

Αξίζει να θυμίσω ότι η πορεία σοβιετικής αυτοκατάλυσης μπορεί σήμερα να φαίνεται «φυσιολογική» και για ορισμένους «αναπόφευκτη», όπως το ανθρώπινο μυαλό εκλαμβάνει συνήθως το παρελθόν, όταν συνέβαιναν όμως τα γεγονότα δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Ακόμη και σήμερα άλλωστε είναι πολύ περισσότερα τα «αινίγματα», παρά οι βεβαιότητες για την απίθανη πορεία αυτοκαταστροφής του «σοβιετικού κομμουνισμού».

Ένα τεστ

Οι κατηγορίες κατά Κατσουρίδη, μου θύμισαν έντονα τις αντίστοιχες εναντίον του Γιεγκόρ Λιγκατσώφ, που κατέληξαν τότε στην εξουδετέρωση του υπαρχηγού του Γκορμπατσώφ και στην άνοδο του Αλεξάντρ Γιάκοβλεφ. Ο αρχηγός της ΚΑ ΓΚΕ ΜΠΕ, ο κ. Κριουτσκώφ, μου είπε αργότερα ότι υπουπτευόταν ότι είχαν στρατολογήσει τον Γιάκοβλεφ ξένες υπηρεσίες όταν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Columbia. Ο Michel Tatu, κορυφαίος σοβιετολόγος της γαλλικής Monde, τον «φωτογραφίζει» σε ένα του μυθιστόρημα ως μέλος μιας μυστικής οργάνωσης, που στρατολογήθηκε στη διάρκεια της μακράς του θητείας ως Πρέσβη στον Καναδά.

Δεν μπορώ να γνωρίζω τι από όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά όποιον «Θεό» κι αν υπηρετούσε ο Γιάκοβλεφ, γεγονός είναι ότι ως μεν υπεύθυνος για την Αν. Ευρώπη έσπευσε να κατεδαφίσει το σοβιετικό μπλοκ, ως δε υπεύθυνος ιδεολογίας του ΚΚΣΕ, να απονομιμοποιήσει εκ των ένδον – και απείρως αποτελεσματικότερα – το σοβιετικό καθεστώς. Μία από τις κύριες μεθόδους που χρησιμοποίησε ήταν το τηλεοπτικό και έντυπο μπαράζ αναθεωρήσεων της σοβιετικής ιστορίας (που έγινε έκτοτε μόδα σε πολλές χώρες, φτάνοντας τελικά στην Ελλάδα και την Κύπρο), ιστορίας που ασφαλώς χρειαζόταν ξαναγράψιμο, όχι όμως την αντίστροφη διαστρέβλωση. Π.χ. την αγιοποίηση των Ρομανώφ, συμβόλου ενός από τους φρικτότερους δεσποτισμούς της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Με πρωτοβουλία του μέγα θιασώτη του σχεδίου Ανάν, του Υπουργού Παιδείας του Χριστόφια Ανδρέα Δημητρίου, άρχισε τώρα στην Κύπρο το αντίστοιχο ξαναγράψιμο, που ελπίζω να μην οδηγήσει και σε αντίστοιχα εκτρώματα. Ελπίζω αίφνης ότι η νέα ιστορία θα αναφερθεί εκτενώς στα φοβερά εγκλήματα των Βρετανών στην Κύπρο, στο πως οι διπλωμάτες τους σχεδίασαν και ενεθάρρυναν τον διωγμό των Ρωμιών της Πόλης, στα βασανιστήρια της βρετανικής αστυνομίας και της στελεχωμένης με Τουρκοκυπρίου; Εφεδρική;, στις ευθύνες της CIA για τη δικτατορία στην Ελλάδα και την ΕΟΚΑ Β’ κ.ο.κ. Ελπίζω να μη διαβάσω πάλι ότι η Ελλάδα, που ο λαός της στέναζε υπό μία made in USA δικτατορία, επιβληθείσα ακριβώς για να «λυθεί» το κυπριακό, είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνη για το πραξικόπημα του 1974.

Εμένα μου φαίνεται πιο χρήσιμο, αντί για ευχές συμφιλίωσης, φτηνή προπαγάνδα στην υπηρεσία της βρετανικής πολιτικής, που παρακάμπτει και διαστρεβλώνει τις υπαρκτές εθνικές διαφορές, συμβάλλοντας στη διαιώνισή τους, αντί για επιθέσεις στον εθνισμό και όχι εθνικισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού, που μάλιστα αγωνίζεται, ή έτσι λέει η πολιτική του ηγεσία, εναντίον μιας εισβολής και κατοχής, θάταν προτιμότερο να προβάλλεται στα σχολεία της Κύπρου το καταπληκτικό φιλμ του Κεν Λόουτς για την Ιρλανδία.

Θα μου φαινόταν επίσης πολύ θετικό να πληροφορούνται οι μαθητές για τους δύο αιώνες εγκλημάτων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας σε όλο τον πλανήτη, για τον πόλεμο του οπίου φερ’ ειπείν ή για τις μεθόδους του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Για να δούμε, θάχουν τέτοιο θάρρος οι κομμουνιστές της Κύπρου, ή θα προτιμήσουν να επιβεβαιώσουν την κατηγορία του αγγλόπληκτου που ορισμένοι τους απευθύνουν;

Έγραψα ένα άρθρο παραλληλίζοντας την ιστορία Λιγκατσώφ-Γιάκοβλεφ και Κατσουρίδη-Κυπριανού στο περιοδικό «Μετροπόλιταν» και περίμενα να δω το αποτέλεσμα της εκλογής στο ΑΚΕΛ (1). Δεν ήξερα ποιος θα βγει, κι όταν έμαθα ότι έχασε, προσέθεσα κι αυτή την ένδειξη στον κατάλογο των ομοιοτήτων ανάμεσα στην «περεστρόικα-καταστρόικα» του Γκορμπατσώφ και τη διαδικασία Χριστόφια-Ταλάτ.

Η επιτυχία της πρόβλεψης με ώθησε να σκεφτώ τι άλλα συνέβησαν στην ΕΣΣΔ, μέχρι να υποσταλεί η Κόκκινη Σημαία από το Κρεμλίνο και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη η Σοβιετική Ένωση και, κατ΄ αναλογίαν τι θα μπορούσε να συμβεί στην Κύπρο, αν το μοντέλο επαληθευόταν.

Το βουβό καλοκαίρι του 1991


Η ανάμνησή μου γύρισε στον Ιούλη του 1991. Ο Γκορμπατσώφ είχε καλέσει μια ομάδα δημοσιογράφων σε μια δεξίωση, εν όψει των διακοπών. Ήταν μάλλον βαρετή, έκανε κι αυτή την υγρή, αποπνιχτική ζέστη της Μόσχας. Τραβήχτηκα σε μια άκρη με έναν αυστριακό συνάδελφο. «Λες να μη γίνει τίποτα στο τέλος?», με ρώτησε. Τώρα πια ξέρω ότι στην πολιτική, όπως και στο χρηματιστήριο, τα μεγάλα γεγονότα έρχονται όταν όλοι έχουν βαρεθεί να τα περιμένουν κι αρχίζουν να διερωτώνται μήπως δεν συμβούν ποτέ. Όλοι ξέραμε ότι κάτι θα γινόταν, η διάλυση είχε προχωρήσει πολύ και κάτι θα γεννούσε, δεν ξέραμε όμως τι θα γινόταν και πότε. Άλλωστε δεν υπήρχαν θεσμικά ραντεβού, εκλογές ή κάτι άλλο.

Καλοκαίρι ήταν κι εγώ σκεφτόμουν να πάω στη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Θα γίνει στο τέλος καμιά δικτατορία και δεν θάχω προλάβει να δω τη χώρα σκέφτηκα και το αποφάσισα. Αφησα τη Μόσχα προς ανατολάς, θαύμασα τα χαλιά της Μπουχάρας στο παζάρι του Ασχαμπάντ, απέλπισα τον αξιωματικό της ΚΑ ΓΚΕ ΜΠΕ που μας έπιασε, γελώντας με το πείσμα μας, τρίτη φορά να μπαίνουμε σε απαγορευμένη για ξένους περιοχή, θέλοντας να δούμε μια από τις πόλεις του Μεγαλέξανδρου. Ο γέρος, στο κάστρο της Χιβά, απαράλλαχτο όπως όταν τα καραβάνια διέσχιζαν το δρόμο του μεταξιού, θύμωσε γιατί οι χάντρες στο κομπολόι μου δεν ήταν σωστές και μ’ έστειλε να το διορθώσω επειγόντως, ο ηλικιωμένος στο σοκάκι της Μπουχάρας θύμωσε κι αυτός που τον φωτογράφισα. Ερωτεύτηκα την πόλη του Ομάρ Καγιάμ, τη μαγική Σαμαρκάνδη και σκέφτηκα τρυφερά τον σοφό άρχοντα Ουλούγκ Μπεγκ, κυττάζοντας το τηλεσκόπιό του. Ήμουν πιο άπειρος τότε, ένοιωθα τη μελαγχολία του μεσαιωνικού βασιλιά, δεν ήθελα όμως να ερμηνεύσω την απαισιοδοξία του Τατζίκου φίλου μου, πρωτοκλασσάτου κομματικού στελέχους, ούτε τη μελαγχολία του Εβραίου διανοούμενου που οργάνωνε στο Κισινιώφ της Μολδαβίας, το πρώτο συμπόσιο για τον απαγορευμένο Φρόιντ, την ίδια ώρα που το εμπόριο άρχιζε νμα κατατρώει τα υπολείμματα της Ουτοπίας στο κράτος που ίδρυσαν ο Λένιν κι ο Τρότσκι, όπως δεν καταλάβαινα την ταχυδρομική υπάλληλο της γειτονιάς μου, πούφευγε τρομοκρατημένη από το πουρμπουάρ πούθελα μια μέρα να της δώσω.. Στην πόλη του Ταμερλάνου, την Τασκένδη, συνάντησα τον Ισλάμ Καρίμωφ, που κυβερνά και σήμερα με σιδηρά πυγμή το Ουζμπεκιστάν. «Που το πάει ακριβώς ο Γκορμπατσώφ;», ρώτησα τον α΄ Γραμματέα του Ουζμπέκικου ΚΚ και μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ κι αυτός μου απάντησε «Μακάρι νάξερα. Σάμπως καταλαβαίνω κι εγώ»!

Αφήνοντας τη Μέση Ασία αντίκρισα την απεραντοσύνη της Βαϊκάλης και τη γοητεία της τάιγκα, είδα συγκινημένος τις πρώτες εκδόσεις στα γαλλικά του Βολταίρου, πούφεραν ως εδώ οι εξόριστοι Δεκεμβριστές και φιλοξενεί τώρα το Μουσείο τους στο Ιρκούτσκ, αντιμετώπισα στην Τσιτά γραφειοκράτες πούβγαιναν ολόισια από τις σελίδες του Γκόγκολ και του Τσέχωφ, αλλά και στίφη Κινέζων που όρμησαν να αρπάξουν τις βαλίτσες μας, νομίζοντας ότι περιέχουν εμπορεύματα προς ανταλλαγή. Είδα την απάθεια των γκαρσονιών που ούτε καν τρεμόπαιζε το βλέφαρό τους μπροστά στα σύννεφα από τις μύγες που περιπλανιόντουσαν από το απόγευμα πάνω στις σερβιρισμένες για το βράδυ σαλάτες. Άντεξα τη μπόχα από τις υπαίθριες τουαλέτες και τα ακόμη φοβερότερα κουνούπια του Ουλάν Ουντέ, πρωτεύουσας του σοβιετικού βουδισμού. Περπάτησα στις όμορφες λεωφόρους του Χαμπάροφσκ, πρωτεύουσας της σοβιετικής Άπω Ανατολής, εκεί που πρωτομίλησε για «επανάσταση» ο Γκορμπατσώφ. Από κει ταξίδεψα για τον τελευταίο προορισμό μου, πριν γυρίσω στη Μόσχα, το Βλαδιβοστόκ. Δίπλα μου στο αεροπλάνο, ένα υψηλόβαθμο στέλεχος του Ιαπωνικού Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου, πούχε έρθει να «ανοίξει» τη σοβιετική αγορά, μου εξηγούσε πως οι Αμερικανοί έριξαν τον Τανάκα, γιατί άρχισε άνοιγμα στη Μόσχα, βγάζοντας στα άπλυτα το μεγάλο σκάνδαλο με τις μίζες της Λόκχηντ.

Η Μεγάλη Προβοκάτσια


Αντίκριζα τον Ειρηνικό, από τον τελευταίο σταθμό του ταξιδιού μου, χωρίς να υποπτεύομαι ότι, μια αλλόκοτη, σατανική σύμπτωση, είχε φέρει το τέλος της σοβιετικής γεωγραφίας να συναντάει κείνη την ημέρα το τελευταίο κεφάλαιο της σοβιετικής ιστορίας. Ανοίγοντας την τηλεόραση στο ξενοδοχείο δεν χρειάστηκε να ακούσω τη γκρίζα κυρία – ύφος και παρουσιαστικό με έπεισαν, σε κλάσματα δευτερολέπτου, ότι ήρθε η δικτατορία που τόσοι. Βγήκα αλαφιασμένος στον διάδρομο και έπεσα πάνω στον Γιαπωνέζο συνταξιδιώτη μου. «Τάμαθες;» τον ρώτησα, «τι θα γίνει τώρα, πάει η εμπορική έκθεση που ετοιμάζεις». Καθόλου αναστατωμένος μου απάντησε: «Δεν το νομίζω. ‘Ισως θα είναι και καλύτερα έτσι!»

Αναθεμάτιζα τον εαυτό μου για την ιδέα να βρεθώ στην Άπω Ανατολή, δέκα ώρες πτήση από τη Μόσχα. Ήμουνα παιδί, αλλά θυμόμουνα καλά και την 21η Απριλίου και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη το 1973. Περίμενα τανκς στους δρόμους, κομμένα τηλέφωνα και έκανα σχέδια διαφυγής μέσω … Ιαπωνίας. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι είχα να κάνω με ένα «μεταμοντέρνο» πραξικόπημα. Τα τηλέφωνα λειτουργούσαν κανονικά, όπως και τα αεροπλάνα. Φτάνοντας στη Μόσχα, διαπίστωσα ότι τα τανκς σταματούσαν στο κόκκινο και στους στρατιώτες δεν είχαν δοθεί σφαίρες, τους είχαν αφήσει να ακούνε με τις ώρες στους δρόμους παθητικά την κριτική λίγων διαδηλωτών. Ο Γέλτσιν έκανε live αντίσταση από τηλεοράσεως.

Το πραξικόπημα είχε όλα κι όλα πέντε θύματα. Ο έντιμος στρατάρχης Αχρομέγιεφ που κρεμάστηκε κι ο υπεύθυνος για τα οικονομικά του ΚΚΣΕ Πούγκο πήδηξε από το παράθυρο (όπως λέγανε τότε, άνοιξε το παράθυρο, βγήκε στο μπαλκόνι, έκλεισε απέξω τη μπαλκονόπορτα και πήδηξε στο δρόμο). Τρεις διαδηλωτές σκοτώθηκαν κατά λάθος όταν πανικόβλητο, το πλήρωμα ενός θωρακισμένου που δοκίμασαν να πυρπολήσουν σε ένα τούνελ, έκανε όπισθεν και τους πάτησε. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού τους συνόδευσαν στην τελευταία τους κατοικία, λίγα χρόνια όμως αργότερα αυτοί που κέρδισαν την εξουσία χάρη σε αυτά τα γεγονότα, τους είχαν ξεχάσει. Ο παγκόσμιος τύπος και οι κυβερνήσεις χαιρέτιζαν στη διαπασών την ιστορικής σημασίας νίκη της δημοκρατίας, ένα «δεύτερο 1789».

Μερικοί είπαν ότι επρόκειτο για ανικανότητα της ΚΑ ΓΚΕ ΜΠΕ, που δεν είχε εμπειρία πραξικοπημάτων. Αλλά αυτή δεν “ειρήνευσε” σε δέκα μέρες την Πολωνία της Αλληλεγγύης, αυτή δεν έστειλε σε δέκα ώρες στον άλλο κόσμο την κυβέρνηση του Αφγανιστάν; Πότε έγινε ανίκανη; Αρκούσε να συλλάβει τον Γέλτσιν (άντε και τον Λαντσμπέργκις στη Λιθουανία), για να κερδίσει, άλλο ζήτημα τι θα την έκανε τη νίκη της. Κι όμως, τους άφησε άθικτους, να οργανώσουν την αντίσταση με τις τηλεοράσεις τους! Ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ όλη την αλήθεια για αυτό το πραξικόπημα. Αυτό που εγώ ξέρω όμως, είναι ότι το σενάριο ενός τέτοιου ψευτοπραξικοπήματος το διάβασα σε δύο βιβλία που εξεδόθησαν πολύ προτού εκδηλωθεί. Το ένα ήταν του Tatu που προανέφερα και το άλλο ένα αμερικανικό μυθιστόρημα δράσης. Επρόκειτο για το σενάριο ενός πραξικοπήματος «εθνικιστών», που τους βγάζει από τη φωλιά τους και δίνει την ευκαιρία στους «φιλελεύθερους» να πάρουν την εξουσία εν ονόματι της δημοκρατίας, ενώ η Ρωσία διαλύεται σε 15 κράτη. Μόνο που τα βιβλία δεν εξεδόθησαν μετά, εξεδόθησαν πριν από τα γεγονότα…


Μπορεί το πραξικόπημα να μην ήταν σοβαρό, οι συνέπειές του υπήρξαν όμως τεράστιες. Το πολιτικό κλίμα άλλαξε άρδην εντός τριών ημερών. Κανείς δεν τολμούσε πια να κάνει την παραμικρή κριτική στον Γέλτσιν, που ταπείνωσε τον άρτι «απελευθερωθέντα» Γκορμπατσώφ, εναντίον του οποίου υποτίθεται ότι είχε στραφεί το ηττηθέν «πραξικόπημα», βάζοντάς τον με το ζόρι να υπογράψει, μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης, την απαγόρευση του ΚΚΣΕ και καθιστώντας τον πολιτικό πτώμα. Τέσσερις μήνες αργότερα υπέγραφε την παραίτησή του από την Προεδρία μιας χώρας που διαλυόταν στις 16 Ομόσπονδες Δημοκρατίες που την αποτελούσαν…

Η Σοβιετική Ένωση δεν διαλύθηκε μόνο εξαιτίας αυτών των γεγονότων. Η διάλυσή της υπήρξε ασφαλώς προϊόν μακρόχρονης εσωτερικής κρίσης, εξωτερικής πίεσης, διεθνούς συγκυρίας, αδυναμίας «αυτοδιόρθωσης» και απουσίας δυνάμεων με ιδέες και συμφέρον να τη μεταρρυθμίσουν. Κεντρικό ρόλο για την απορρύθμιση του συστήματος έπαιξε η καταστροφή της εικόνας του δυτικού καπιταλισμού και των ΗΠΑ ως εχθρού. Πως θα μπορούσε να μείνει στην εξουσία ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που παρουσίαζε τον εαυτό του περίπου ως εγκληματική οργάνωση και εκθείαζε τις πολιτικές της Μάργκαρετ Θάτσερ (όπως καλή ώρα τώρα ψάχνουμε πραγματικά ή φανταστικά ελληνικά εγκλήματα για να δικαιολογήσουμε την ουσιαστική αποδοχή των αποτελεσμάτων της εισβολής και την κατοχής στην Κύπρο κι αν ήταν αυτό μόνο θάταν καλά, γιατί στην πραγματικότητα τα συζητούμενα σχέδια για το κυπριακό, δεν αναγνωρίζουν απλά τα τετελεσμένα του 1974, αλλά καταργούν ουσιαστικά την κρατική προστασία υπό την οποία ζουν οι Ελληνοκύπριοι μετά το 1960, καταργούν δηλαδή αυτό που απέμεινε από το 1974!!!).

Ωστόσο, και παρά την προϊούσα διάλυσή της, ο θάνατός της ΕΣΣΔ δεν ήταν φυσικός και, πολύ περισσότερο, το είδος του καθεστώτος και των δυνάμεων που διαδέχθηκαν το ΚΚΣΕ στην εξουσία της απέραντης στέπας, δεν ήταν προϊόν κάποιου πολιτικού ή κοινωνικού «αυτοματισμού», αλλά το προϊόν σχεδιασμού εσωτερικών και διεθνών δυνάμεων. (Ο γράφων έχει βαρεθεί να διαβάζει είτε ότι υπάρχουν πίσω από όλες τις εξελίξεις συνωμοσίες, είτε ότι δεν υπάρχουν συνωμοσίες. «Συνωμοσίες» πάντα υπάρχουν με μια έννοια, ως μη φανερή, συγκεντρωμένη βούληση πολιτικής ισχύος. Για να πετύχουν πρέπει να συντρέχουν όμως και αντικειμενικές συνθήκες. Για την αρρώστια χρειάζεται και εξασθένηση του οργανισμού και μικρόβιο).

Το καλοκαίρι του 1991, δεν υπήρχε θεσμικός ή πολιτικός τρόπος και μέσο να διαλυθεί η ΕΣΣΔ, πόσο μάλλον που είχε προηγηθεί το δημοψήφισμα της 17ης Μαρτίου, όταν οι σοβιετικοί πολίτες ψήφισαν κατά πολύ μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της διατήρησης της Ένωσης. Δεν ξέρουμε πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα αν δεν είχε μεσολαβήσει το «πραξικόπημα». Ξέρουμε αντίθετα τα κοσμοϊστορικά αποτελέσματά του και, νομίζω, δεν θα πέφταμε έξω, αν το χαρακτηρίζαμε τη μεγαλύτερη πολιτική προβοκάτσια όλων των εποχών και όλων των τόπων.

Back to the future και ο κίνδυνος μιας προβοκάτσιας στην Κύπρο


‘Όπως έγραψα στην αρχή αυτού του κειμένου, η αρχική μου έμπνευση προήλθε από έναν παραλληλισμό της διαδικασίας αυτοκατάλυσης της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ και της διαδικασίας αυτοδιάλυσης του ελληνικού χώρου γενικά, του κυπριακού κράτους, που είναι η αχίλλειος πτέρνα του, ειδικά. Ομολογώ ότι είναι μια τολμηρή, παρακινδυνευμένη υπόθεση εργασίας, σημείωσα όμως ήδη μερικούς «δομικούς λόγους» που μου επιτρέπουν να συγκρίνω αυτές τις διαδικασίες. Έως τώρα, δεν βλέπω τίποτα στις εξελίξεις που να διαψεύδουν αυτό το σενάριο, φυσικά όμως παραμένει μια παρακινδυνευμένη υπόθεση εργασίας και φυσικά εύχομαι και ελπίζω να διαψευσθεί. Ευτυχώς άλλωστε, η ιστορία, αν και επαναλαμβάνεται, γιατί οι ίδιοι παράγοντες τείνουν να δράσουν ανάλογα, δεν είναι όπως η φυσική, γιατί τα υποκείμενα τη θυμούνται.

Για να προχωρήσω την αναλογία. Ήδη, αν κρίνουμε από τις ελληνικές προτάσεις στο θέμα της διακυβέρνησης, το εκκολαπτόμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ μοιάζει ακόμα πιο παράλογο από το απορριφθέν σχέδιο Ανάν, δεν θα έχει μεγάλες πιθανότητες να περάσει σε δημοψήφισμα. Εκτός αν, ένα μεγάλο πολιτικό γεγονός αλλάξει δραματικά την ατζέντα και το πολιτικό κλίμα. Για παράδειγμα, μια μεγάλη προβοκάτσια που θα αποδοθεί σε «Έλληνες εθνικιστές-σωβινιστές».

Αυτό προκύπτει από το σοβιετικό παράδειγμα, αν το χρησιμοποιήσουμε ως αναλυτικό υπόδειγμα. Δυστυχώς όμως προκύπτει και από την ιστορία μας. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε το 1974 με τον Ιωαννίδη (και πιο πρόσφατα από τους Ισραηλινούς με τον Σαακασβίλι στη Γεωργία). Μια αρχική «ελληνική εθνικιστική» προβοκάτσια, επέτρεψε το 1974 να ξεδιπλωθεί το τελικό σχέδιο για την κατάλυση της Δημοκρατίας. Και φυσικά, μια προβοκάτσια δεν πέφτει από τον ουρανό. Χρειάζεται τη δημιουργία των κατάλληλων πολιτικών συνθηκών.

Στην Κύπρο το 1972 δημιουργήθηκαν από την ΕΟΚΑ Β’, που παρέσυρε αρκετούς ειλικρινείς ανθρώπους, που νόμιζαν ότι εργάζονταν για την Ένωση με την Ελλάδα, στην πραγματικότητα όμως προετοίμαζαν, υπό την καθοδήγηση βρετανικών και αμερικανικών υπηρεσιών, την εισβολή της Τουρκίας και την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας! Υπάρχουν και αρκετά άλλα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε από την ελληνική, κυπριακή και παγκόσμια ιστορία.

Είναι σύνηθες στην ελληνική ιστορία, υπό ισχυρή εξωτερική πίεση, η «ελίτ» να προσανατολίζεται από τις εξωτερικές δυνάμεις που πιέζουν τον χώρο, αλλά και να διασπάται από αυτές (βλ. π.χ. τον ανταγωνισμό Παπανδρέου-Καραμανλή για τη αμερικανική εύνοια που οδήγησε στις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου). Ελίτ και κοινωνία αντιπαρατίθενται (όπως συνέβη το 2004, όταν 76% των Ελληνοκυπρίων απέρριψαν το σχέδιο που είχε διαπραγματευθεί η ελληνοκυπριακή και ελληνική ηγεσία).

Μια εμφύλια σύγκρουση προηγείται συνήθως μεγάλων καταστροφών (1823-24, διχασμός, ελληνικός εμφύλιος, κυπριακός εμφύλιος). Πολυδιασπασμένος, κατακερματισμένος και αλληλομισούμενος, χωρίς να μπορεί να παράγει επαρκή πολιτική ηγεσία, ο ελληνικός χώρος οδηγείται σε ήττα. Ειρήσθω εν παρόδω, αυτό ακριβώς συνέβη και στην ΕΣΣΔ, όπου διαμορφώθηκαν στο τέλος της «περεστρόικα», δύο εξίσου αδιέξοδα, σε επίπεδο στρατηγικής, πολιτικά στρατόπεδα: οι οπαδοί μιας υπερφιλελεύθερης πολιτικής, δεξιότερα της Θάτσερ, που κατέστρεψε τη Ρωσία σε λίγα χρόνια και οι οπαδοί μιας επιστροφής στον Ιβάν τον Τρομερό.


Αν η ίδια η Τουρκία δεν τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις στην Κύπρο, ζητώντας στο τέλος και την Πάφο, κάτι που πάντως δεν έκανε το 2004, υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να εμφανισθεί ένα καταστροφικό σχέδιο Ανάν Β’, που δεν θα μπορεί να περάσει σε δημοψήφισμα, παρά την μεγάλη υποστήριξη του κυπριακού και ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου και τις πιέσεις του ατλαντικού παράγοντα. ‘Ένα σχέδιο που δεν θα αντέχει σε στοιχειώδη λογική αντίκρουση και σοβαρά επιχειρήματα, όπως δεν άντεξε άλλωστε και το, «παράφρον», κατά την εκτίμηση του Δημήτρη Τσάτσου το 2004, αρχικό σχέδιο Ανάν. Και που ακόμα κι αν περάσει οριακά, με πολλές απειλές και εκβιασμούς, δεν θα γίνει αποδεκτό, θα θεωρηθεί αντίθετα προϊόν εθνικής προδοσίας από μια σημαντική μειοψηφία του πληθυσμού. Με δυο λόγια θα κλονισθεί το ανομολόγητο, πλην υπαρκτό συλλογικό σχέδιο που επέτρεψε, σε Κύπρο και Ελλάδα, να έχουμε ειρηνικές και δημοκρατικές εξελίξεις τα τελευταία 35 χρόνια.

Αλλά βέβαια οι ΗΠΑ, η Βρετανία, το Ισραήλ, οι Ατλαντιστές της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης κάποια στιγμή θα σκεφθούν, και μάλλον το έχουν ήδη σκεφθεί, ότι δεν γίνεται ο «κόκκος» της Κύπρου να σταματάει ολόκληρη τη μεγάλη πολιτική τους στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Εκεί, και σε συνδυασμό με τη βαθιά εσωτερική κρίση στην Ελλάδα αρχίζει να αυξάνεται η πιθανότητα μεγάλης κλίμακας προκλήσεων, που θα κινδυνεύσουν να διαρρήξουν το σημερινό επίπεδο ειρηνικών, ομαλών και δημοκρατικών εξελίξεων στην Κύπρο και την Ελλάδα. Πιθανότητα που αυξάνεται από τον τρόπο χειρισμού του κυπριακού από τις ιθύνουσες δυνάμεις των δύο χωρών (είναι π.χ. εξωφρενικό να συντάσσεται κατ’ ουσίαν σύνταγμα εν κρυπτώ και εν παραβύστω από τους πολίτες που θα κληθούν, υπό εκβιαστικές πολιτικές συνθήκες, να αποφασίσουν με δημοψήφισμα για το πολίτευμά τους). Αυξάνεται επίσης από έναν πολιτικό λόγο που έχει χάσει προ πολλού το νόημά του (80% των ακροατών σε μια έρευνα του ΡΙΚ απαντούν ότι δεν γνωρίζουν τι είναι η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, δηλαδή ο επίσημος στόχος των κυβερνήσεων Αθήνας και Λευκωσίας!).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυπριακή και η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο άφησαν την Τουρκία να εξευτελίσει τις ίδιες (και την ΕΕ) αρχίζοντας διαπραγματεύσεις ένταξης με κατειλημμένη τη μισή Κύπρο και κάζους μπέλι εναντίον της Ελλάδας, αλλά δεν ζήτησαν ούτε καν την τόσο αυτονόητη και πολιτικά καταληπτή και από τον τελευταίο Ευρωπαίο αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Έθεσαν όρο (και πρακτικά δεν επέμειναν) το άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της Τουρκίας στα κυπριακά, ένα τεχνικό κατ’ ουσίαν ζήτημα που, κατά τη γνώμη τους, θα συνεπαγόταν την αναγνώριση από το παράθυρο. Πως μπορεί όμως να διατηρηθεί ένα κράτος στην Κύπρο του οποίου η πολιτική ηγεσία ντρέπεται και φοβάται να διεκδικήσει ακόμα και την ύπαρξή του;

Περί διζωνικής δικοινοτικής, πολιτικής ισότητας και επιβίωσης των Ελληνοκυπρίων


Η διζωνική-δικοινοτική από μόνη της δεν σημαίνει τίποτα. Για τους μισούς Ελληνοκυπρίους, αποτελούσε έναν τρόπο να κάνουν το καλό παιδί στους Αγγλοαμερικανούς, παγιδεύοντας την Τουρκία. Για τους άλλους μισούς έναν τρόπο να παραδεχτούν, χωρίς να το πουν ότι στο νέο κράτος δεν θα εφαρμοσθεί ο κανόνας της πλειοψηφίας, ούτε θα υπάρχουν τα υπόλοιπα βασικά χαρακτηριστικά των κρατών παγκοσμίως, θα λέγεται, αλλά δεν θα είναι Κυπριακή Δημοκρατία. Με εξαίρεση τον Ανάν, που ανέθετε σε τρεις ξένους αξιωματούχους και τους στρατούς τους την διακυβέρνηση της νήσου, ουδείς ποτέ προσδιόρισε ποιος θα κάνει κουμάντο σε αυτό το εύρημα. Αυτά έγιναν λόγω του έμφυτου ραγιαδισμού της ελλαδικής και κυπριακής πολιτικής ελίτ, λόγω του τραύματος που επέφερε στους Ελληνοκύπριους η στάση των περισσότερων ελληνικών κυβερνήσεων, λόγω των απίστευτων αποθεμάτων φραγκολεβαντίνικης και ανατολίτικης κληρονομιάς στην Κύπρο, λόγω της καθυστερημένης πολιτικής, δημοκρατικής κουλτούρας και κοινωνικής διαφοροποίησης του νησιού. Μόνο που οι Κύπριοι (και η Ελλάδα) μπορεί να νομίζουν ότι κοροϊδεύουν επιτυχώς, αλλά μόνο τον εαυτό τους κοροϊδεύουν στο τέλος.

Υπό την ισχυρή και μεθοδευμένη πίεση του διεθνούς παράγοντα, θα πρέπει να περιμένει λοιπόν κανείς, όταν έρθει η ώρα της αλήθειας, που πλησιάζει τώρα, λόγω του ότι το κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά μπλοκάρουν την ένταξη της Άγκυρας στην ΕΕ, να διασπαστεί η ελίτ, να συγκρουσθεί ελίτ και κοινωνία, όπως ξανάγινε το 2004. Από εκεί απορρέει επίσης ένας κίνδυνος καταστροφής.

Ενόψει του κολοσσσιαίου διακυβεύματος για την Κύπρο και την Ελλάδα της μορφής της λύσης του κυπριακού, διακύβευμα που μπορεί να είναι δυνάμει σημαντικότερο από αυτό των εξελίξεων στη Μικρασία, πριν από έναν αιώνα, γιατί θα αφήσει εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, στο έλεος της καλής διάθεσης Άγκυρας, Λονδίνου και Ουάσιγκτον, δύο πράγματα μοιάζουν τελείως απαραίτητα, αλλά και τα δύο μοιάζουν περισσότερο απομακρυσμένα από ποτέ. Πρώτον, μια ουσιαστική συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων Ελλάδας και Κύπρου γύρω από τα ελάχιστα όρια ασφαλούς λύσης στο κυπριακό, που είναι η διατήρηση υπό κανονική κρατική εξουσία τουλάχιστον των περιοχών που ζουν οι Ελληνοκύπριοι. Δεύτερον, ένα Κίνημα για την Υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα πείσει τους πολίτες, ανεξαρτήτως άλλων πεποιθήσεων και διαφορών, στα πλαίσια μιας σε βάθος, δημοκρατικής συζήτησης, σε συνθήκες νηφαλιότητας και χωρίς όλην αυτή την «αργκό-παγίδα» περί του κυπριακού που δεν καταλαβαίνει κανείς και δεν ενδιαφέρει κανένα, για το είδος του κράτους στο οποίο θα ζήσουν και τις συνέπειες που θα έχει.

Οι Κύπριοι πολίτες και πολιτικοί (και η Ελλάδα) θα πρέπει τώρα να μάθουν πολύ γρήγορα, επί ποινή καταστροφής τους, τη γλώσσα της αλήθειας, που αποφεύγουν καιροσκοπικά πολλές δεκαετίες και να διεκδικήσουν το κανονικό κράτος που δικαιούνται, ένα κράτος με τα μέσα να ασκήσει την κυριαρχία του και να αμυνθεί, όπου η πλειοψηφία θα αποφασίζει και η μειοψηφία θα γίνεται περισσότερο από σεβαστή. Για τον Περικλή, κράτος είναι ο Δήμος. Μόνο οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας μπορούν και μόνο αυτοί είναι αρμόδιοι να υπερασπιστούν το κράτος τους, δηλαδή τον εαυτό τους και μαζί την Ελλάδα. Και μόνο έτσι θα αξίζουν τον χαρακτηρισμό πολίτες.

(1) To πρότεινα και στην εφημερίδα “Εποχή” που, εδώ και δύο δεκαετίες, υποτίθεται ότι έχει σηκώσει τη σημαία της ελευθερίας της έκφρασης και των ιδεών στον τόσο ταλαιπωρημένο από τον σταλινισμό χώρο της αριστεράς και στην οποία έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει άρθρα από το 1988. Μου αντιτάχθηκε ότι η εφημερίδα δεν μπορεί να δημοσιεύσει κριτικές της πολιτικής του ΑΚΕΛ, γιατί θέλει να διατηρήσει ένα ”επίπεδο σχέσεων μαζί του”. Την ίδια εφημερίδα, ειρήσθω εν παρόδω, δεν την ενοχλεί να δημοσιεύει και να προβάλλει πρωτοσέλιδα απόψεις υπέρ της άρσης του «εμπάργκο» της «Tουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» και της πλήρους υιοθέτησης, εν μέσω ενός ωκεανού ανακριβειών, της τουρκικής και αγγλοαμερικανικής πολιτικής στην Κύπρο και το Αιγαίο. Ξέρουμε σήμερα τι συνέπειες είχε το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1930 αρνιόντουσαν τόσοι κομμουνιστές να κάνουν κριτική στην ΕΣΣΔ, αλλά βρε αδερφέ, τότε τουλάχιστον πίστευαν ότι εκεί οικοδομείται, λίγα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο σοσιαλισμός. Βρίσκω όμως πηγή απέραντης θλίψης και μεγάλης απογοήτευσης, επιβεβαίωση των μεγαλύτερων φόβων μου για έναν καθολικό εκφυλισμό της αριστεράς, το γεγονός ότι εν έτει 2009 απαγορεύεται ουσιαστικά η κριτική στο ΑΚΕΛ, από έναν χώρο που ιστορικά θα έπρεπε να διακρίνεται από μεγάλες διαφορές με ένα κόμμα που ουδέποτε έχει διαχωρίσει τις θέσεις του από τον σταλινισμό και τον μπρεζνιεφισμό! Τέλος πάντων, ελπίζω οι φίλοι της Εποχής θα συνειδητοποιήσουν κάποια στιγμή ότι επιβάλλεται να οργανώσουν μια συζήτηση για το κυπριακό από τις στήλες της εφημερίδας τους. Δεν είναι όλοι οι αριστεροί, μακράν, οπαδοί λύσεων τύπου Ανάν. Και φυσικά, τυχόν υιοθέτηση, με ευθύνη της Αριστεράς, μιας λύσης τύπου Ζυρίχης ή Λονδίνου στην Κύπρο, θα έχει, για την παράταξη αυτή, τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες που είχε για την ελληνική δεξιά η πολιτική της στο κυπριακό.

HELLENIC NEXUS

Αναδημοσίευση από:

http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/06/to.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: